Legislator Case Law & Legislation
443/2015 AI generated

443/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 443/2015
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 3 Μαρτίου 2015, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την υπ' αριθ. 2531/320/2009 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κατερίνης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 158/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1933/2011 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 8-11-2013 αίτησή του.

Legislator headnote

AI generated

443/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Στην προκειμένη περίπτωση, με όσα το αναιρεσείον ν.π.δ.δ. εκθέτει και συνομολογεί στην, σωρευομένη στο δικόγραφο της ένδικης αίτησης αναίρεσης, αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση και από τα υπάρχοντα, στοιχεία της δικογραφίας, προκύπτει ότι η κρινομένη αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε καταρχήν εκπρόθεσμα, αφού η προσβαλλομένη 1933/2012 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης επιδόθηκε στο αναιρεσείον ν.π.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 443 / 2015 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 443/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Νικόλαο Λεοντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο, Μιχαήλ Αυγουλέα και Χρήστο Βρυνιώτη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 3 Μαρτίου 2015, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου, με την επωνυμία "Δημοτικό Ωδείο Κατερίνης" που εδρεύει στην Κατερίνη και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Εμμανουηλίδη, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. Ε. Χ.-Μ. του Ν., 2. Γ. Ζ. του Θ., 3. Π. Ζ. του Β., 4. Α. Μ. του Ι., 5. Γ. Π. του Π., 6. Δ. Τ. του Β. κατοίκων ..., 7. Κ. Π. του Δ., 8. Π. Λ. του Δ., 9. Χ. Τ. του Γ., 10. Β. Π. του Ν., 11. Ό. Φ. του Ά., 12. Ε. Σ. του Α., 13. Α. Π. του Θ., 14. Σ. Α. του Κ., 15. Σ. Τ. του Γ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο Βασιλική Παπαναγιώτου και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την υπ' αριθ. 2531/320/2009 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κατερίνης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 158/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1933/2011 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 8-11-2013 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Νικόλαος Πάσσος, ανέγνωσε την από 7-10-2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Προϋπόθεση του παραδεκτού της αναίρεσης, αυτεπάγγελτα εξεταζομένη, όπως προκύπτει και από το άρθ. 577§§1 και 2 ΚΠολΔ, είναι, μεταξύ άλλων, η εμπρόθεσμη άσκησή της (ΑΠ 1905/2011, 22/2010), η άσκησή της δηλ. μέσα στην οριζομένη από το νόμο προθεσμία. Ειδικότερα, κατ' άρθ. 564§§1 και 3 ΚΠολΔ αν ο αναιρεσείων διαμένει στην Ελλάδα, η προθεσμία της αναίρεσης είναι 30 ημέρες και αρχίζει από την επίδοση της απόφασης, αν δε η απόφαση δεν επιδόθηκε, η προθεσμία είναι τρία έτη και αρχίζει από την δημοσίευση της απόφασης που περατώνει την δίκη.

Για την έναρξη της ως άνω τριακονθήμερης προθεσμίας από την επίδοση της απόφασης απαιτείται νόμιμη επίδοση αυτής, σύμφωνα με τις διατάξεις του ΚΠολΔ για την επίδοση δικογράφων, στον διάδικο, στον οποίο παρέχεται από το νόμο το δικαίωμα για την άσκηση αναίρεσης (ΑΠ 1197/2007). Περαιτέρω, σε περίπτωση επίδοσης εγγράφου σε νομικό πρόσωπο πρέπει το έγγραφο αυτό να παραδίδεται σε εκείνον που είναι εκπρόσωπός του κατά το νόμο ή το καταστατικό (άρθ. 126§1 εδ.

δ' ΚΠολΔ), αν δε αυτός δεν βρεθεί στο κατά το άρθρο 124§2 κατάστημα, γραφείο ή εργαστήριο, το έγγραφο παραδίδεται σε κάποιο από τα πρόσωπα που αναφέρονται στη διάταξη του άρθ. 129§1, δηλ. τον διευθυντή του καταστήματος, του γραφείου ή εργαστηρίου ή σε κάποιο συνεταίρο, συνεργάτη, υπάλληλο ή υπηρέτη (ως υπαλλήλων ή υπηρετών νοουμένων των υπαλλήλων ή υπηρετών του νομικού προσώπου, προς το οποίο γίνεται η επίδοση, ΑΠ 1232/2012), του οποίου (προσώπου) η ιδιότητα και το ονοματεπώνυμο πρέπει και αρκεί να αναγράφεται στη σχετική έκθεση επίδοσης, ώστε να είναι δυνατόν να ελεγχθεί, αν είναι από εκείνα τα πρόσωπα που ορίζονται από το άρθ. 129§1 (ΑΠ 1153/2005), ενώ εκείνος που ενεργεί την επίδοση δεν είναι υποχρεωμένος να τηρήσει οποιαδήποτε σειρά μεταξύ των ως άνω αρμόδιων για την παραλαβή του εγγράφου προσώπων, αφού η διάταξη του άρθρου 129§1 δεν απαιτεί τούτο (όπως, αντιθέτως, το επιβάλλει η διάταξη του άρθρου 128§1 του ίδιου ΚΠολΔ, όταν πρόκειται για επίδοση σε κατοικία, στην οποία δεν βρίσκεται ο παραλήπτης του επιδιδόμενου εγγράφου, AΠ 700/2008).

Σε κάθε περίπτωση, ο εκπρόσωπος του νομικού προσώπου (και γενικότερα τα καταστατικά όργανα διοίκησης και εκπροσώπηση αυτού) δικαιούται, εντός του πλαισίου της γενικής προς εκπροσώπηση του νομικού προσώπου εξουσίας του, να ορίσει κάποιο άλλο πρόσωπο, όπως υπάλληλο κλπ., ως αρμόδιο για την παραλαβή δικογράφων, στην τελευταία δε αυτή περίπτωση ο εξουσιοδοτηθείς μπορεί να παραλαμβάνει δικόγραφα, σαν να ήταν ο ίδιος ο εκπρόσωπος (ΑΠ 1153/2006), χωρίς άλλη προϋπόθεση ή διαδικασία (ΑΠ 882/1989).

Τέλος, από τον συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων με τις διατάξεις των άρθ. 117, 139, 438 και 440 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η διαλαμβανομένη στην έκθεση επίδοσης βεβαίωση του δικαστικού επιμελητή που αφορά την ιδιότητα του παραλαβόντος προσώπου ως υπαλλήλου του νομικού προσώπου αποτελεί πλήρη απόδειξη, αφού το γεγονός αυτό είναι από εκείνα, των οποίων την αλήθεια όφειλε να διαπιστώσει ο συντάκτης της έκθεσης επίδοσης δικαστικός επιμελητής, επιτρέπεται, όμως, ως προς αυτήν ανταπόδειξη από εκείνον που αμφισβητεί την ως άνω ιδιότητα του παραλαβόντος προσώπου ως υπαλλήλου ή διευθυντή ή συνεργάτη κλπ.

με τα επιτρεπόμενα από την οικεία διαδικασία αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 1916/2006, 1005/2005, 928/2004), ενώ ως προς όσα βεβαιώνονται στην έκθεση επίδοσης ότι έγιναν από τον δικαστικό επιμελητή ή ενώπιόν του ανταπόδειξη χωρεί μόνο με την προσβολή της έκθεσης ως πλαστής (ΑΠ 1916/2006 ) (Β) Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 152 έως 158 του Κ.Πολ.Δ., που εφαρμόζονται και στην περίπτωση απώλειας της προθεσμίας για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης, προκύπτουν τα εξής: (1) Ο θεσμός της επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση από την αδυναμία τήρησης κάποιας δικονομικής προθεσμίας, που στηρίζεται στην αρχή της επιείκειας και αποτελεί ένδικο βοήθημα, χωρίς να υποκαθιστά οποιοδήποτε ένδικο μέσο, παρέχει την δυνατότητα της, με δικαστική παρέμβαση, άρσης νομικής και επιβλαβούς για το διάδικο κατάστασης, που δημιουργήθηκε από την μη τήρηση της ορισμένης ως άνω προθεσμίας για δύο λόγους, δηλαδή την ανωτέρα βία ή το δόλο του αντιδίκου του. (2) Η αίτηση επαναφοράς που απευθύνεται στο κατά νόμο αρμόδιο δικαστήριο, και έχει ως έννοια, ειδικά επί απώλειας της προθεσμίας για την άσκηση ενδίκου μέσου, να θεωρηθεί, με δικαστική απόφαση, το εκπρόθεσμα ασκηθέν ένδικο μέσο ως εμπρόθεσμο (ΑΠ 204/2014, 908/2006), ασκείται με τα διαμειβόμενα στη δίκη δικόγραφα, είτε με τις προτάσεις είτε με αυτοτελές δικόγραφο που κατατίθεται κατά τις διατάξεις για την αγωγή και κοινοποιείται στον αντίδικο μέσα στην κατ' άρθρ. 153 του ΚΠολΔ οριζόμενη 30νθήμερη προθεσμία από την άρση του κωλύματος που συνιστά την ανωτέρα βία ή τη γνώση του δόλου. (3) Με την διάταξη του άρθ. 158 ΚΠολΔ, με την οποία επιδιώκεται η εξασφάλιση σταθερότητας στην διαδικασία και η αποτροπή διατήρησης της εκκρεμότητας για μακρό χρόνο, τίθεται περιορισμός σχετικά με την αίτηση δικαστικής επαναφοράς, ο οποίος συνίσταται στον αποκλεισμό της υποβολής της αίτησης αποκατάστασης των πραγμάτων, αν για οποιοδήποτε λόγο (ακόμη και από δόλο του αντιδίκου του αιτούντος) απωλέσθηκε η οριζόμενη στο άρθρο 153 τριακονθήμερη προθεσμία άσκησής της. (4) Ως "ανωτέρα βία" νοείται στην προαναφερόμενη διάταξη, το παρακωλυτικό γεγονός της τήρησης της προθεσμίας, που ήταν απρόβλεπτο και δεν μπορούσε στην συγκεκριμένη περίπτωση να αποτραπεί ούτε με ενέργεια άκρας επιμέλειας και σύνεσης.

Τέτοιο γεγονός δεν είναι, πάντως, μόνη η άγνοια, έστω και ανυπαίτια, από τον διάδικο ή το νόμιμο εκπρόσωπό του της έγκυρης επίδοσης της απόφασης (ΟλΑΠ 29/1992, ΑΠ 84/2004). Τέλος, για την παραδεκτή και δη εμπρόθεσμη άσκηση της αίτησης επαναφοράς, η οποία σωρεύεται στο δικόγραφο της αίτησης αναίρεσης που ασκήθηκε εκπρόθεσμα, πρέπει να αποδεικνύεται εκ μέρους του αιτούντος την επαναφορά των πραγμάτων, η αναγκαία επίδοση του δικογράφου της αίτησης αναίρεσης με την σωρευόμενη αίτηση επαναφοράς μέσα στην αποκλειστική προθεσμία των 30 ημερών από την άρση του εμποδίου, αν και τέτοια επίδοση δεν απαιτείται αυτοτελώς για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης, ώστε να εξακριβωθεί η εμπρόθεσμη άσκηση της αίτησης επαναφοράς εντός της παραπάνω προθεσμίας, η οποία (άσκηση) δεν ολοκληρώνεται, πριν από την επίδοση της αίτησης στον καθού αυτή απευθύνεται (ΑΠ 1216/2012).

Στην προκειμένη περίπτωση, με όσα το αναιρεσείον ν.π.δ.δ. εκθέτει και συνομολογεί στην, σωρευομένη στο δικόγραφο της ένδικης αίτησης αναίρεσης, αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση και από τα υπάρχοντα, στοιχεία της δικογραφίας, προκύπτει ότι η κρινομένη αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε καταρχήν εκπρόθεσμα, αφού η προσβαλλομένη 1933/2012 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης επιδόθηκε στο αναιρεσείον ν.π.

την 29-3-2013, όπως προκύπτει από την με επίκληση από τους αναιρεσιβλήτους προσκομιζομένη 7477Δ/29-3-2013 έκθεση επ0ίδοσης του δικαστικού επιμελητή Κατερίνης ..., και η αναίρεση ασκήθηκε (κατατέθηκε, άρθ. 495§1 ΚΠολΔ) την 12-11-2013. Το αναιρεσείον προς θεμελίωση της αίτησης επαναφοράς για λόγους ανωτέρας βίας, ώστε να θεωρηθεί εμπρόθεσμη η αίτηση αναίρεσης, επικαλείται ότι (α) η επίδοση της αναιρεσιβαλλομένης είναι άκυρη, διότι, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην ως άνω έκθεση επίδοσης την απόφαση αυτήν "παρέλαβε η υπάλληλος του Δημοτικού Ωδείου Κατερίνης (αναιρεσείοντος) Ζ.

Λ., αρμόδια για την παραλαβή δικογράφων όπως μου δήλωσε", χωρίς, όμως, να βεβαιώνεται στην ως άνω έκθεση επίδοσης ότι ο νόμιμος εκπρόσωπος του αναιρεσείοντος δεν βρέθηκε στα γραφεία αυτού (αναιρεσείοντος), ώστε σε περίπτωση, και μόνον, απουσίας του να μπορεί να γίνει επίδοση σε άλλο πρόσωπο, δεδομένου ότι η ως άνω υπάλληλος δεν είχε, κατά το καταστατικό του αναιρεσείοντος ή σύμφωνα με απόφαση καταστατικού οργάνου του, δικαίωμα παραλαβής εγγράφων, παρά την, οφειλομένη σε άγνοια των σχετικών νομικών διατάξεων, αντίθετη δήλωσή της, λόγω δε της μη έγκαιρης γνώσης (της επίδοσης της αναιρεσιβαλλομένης), οφειλομένης στην παραπάνω παράβαση, το αναιρεσείον δεν μπόρεσε να ασκήσει εμπρόθεσμη αίτηση αναίρεσης (β) μόλις πριν από πέντε ημέρες (ενν.

πριν την άσκηση της αναίρεσης) έλαβε γνώση της άκυρης επίδοσης και επομένως νόμιμα ασκεί την ένδικη αίτηση αναίρεσης από την άρση του εμποδίου, δηλ. αφότου έλαβε γνώση της επίδοσης, αν και σε κάθε περίπτωση ισχύει η τριετής προθεσμία, καθόσον η άκυρη επίδοση δεν αφετηριάζει την προθεσμία άσκησης αναίρεσης λόγω ανώτερης βίας.

Ως προς την αίτηση αυτή, στην οποία αναμειγνύονται και συμφύρονται τα διαφορετικά ζητήματα της ακυρότητας της επίδοσης της προσβαλλομένης απόφασης, που έχει ως συνέπεια την μη έναρξη της 30νθήμερης προθεσμίας για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης, και της θεώρησης ως εμπρόθεσμης αυτής για λόγους ανωτέρας βίας, αν και εκπρόθεσμα ασκηθείσης, πρέπει να σημειωθούν τα εξής: (1) Η επίδοση της προσβαλλομένης απόφασης στην προαναφερομένη υπάλληλο του αναιρεσείοντος ν.π., της οποίας δεν αμφισβητείται, αλλά συνομολογείται η ιδιότητα αυτή, σύμφωνα και με τα διαλαμβανόμενα στην ως άνω έκθεση επίδοσης που παράγει ως προς το ζήτημα αυτό πλήρη απόδειξη, όπως συνομολογείται και το γεγονός ότι αυτή έλαβε χώρα στο κατάστημα (γραφεία) του αναιρεσείοντος, ήταν έγκυρη και επομένως έθεσε σε κίνηση την προθεσμία άσκησης αναίρεσης, διότι η προσβαλλομένη απόφαση παραδόθηκε σε νομιμοποιούμενο προς τούτο πρόσωπο, ενώ ως προς την δήλωση της ως άνω υπαλλήλου του αναιρεσείοντος ότι αυτή ήταν αρμόδια για την παραλαβή δικογράφων παράγεται πλήρης απόδειξη, επιτρεπομένης, όπως προαναφέρθηκε ανταπόδειξης με την προσβολή της έκθεσης ως πλαστής, στην οποία, όμως, δεν προβαίνει το αναιρεσείον, το οποίο σε κάθε περίπτωση δεν προσκομίζει κανένα αντίθετο αποδεικτικό μέσο (2) Η προβαλλομένη μη έγκαιρη γνώση (άγνοια) εκ μέρους του αναιρεσείοντος της έγκυρης, ως άνω, επίδοσης της αναιρεσιβαλλομένης δεν συνιστά περιστατικό "ανώτερης βίας" που επιτρέπει να θεωρηθεί ως εμπρόθεσμη η εκπροθέσμως ασκηθείσα αίτηση αναίρεσης, ενώ εξάλλου, εφόσον δεν προσκομίζεται έκθεση επίδοσης της αίτησης αναίρεσης, δεν αποδεικνύεται η αναγκαία για το παραδεκτό και νομότυπο της σωρευομένης σ' αυτήν αίτησης επαναφοράς άσκηση αυτής εντός της αποκλειστικής προθεσμίας των 30 ημερών από την άρση του εμποδίου.

Επομένως, πρέπει ν' απορριφθούν η αίτηση επαναφοράς και η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης ως απαράδεκτες και δη ως εκπρόθεσμες και να καταδικασθεί το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 8-11-2013 αίτηση αναίρεσης του ν.π.δ.δ. με την επωνυμία "Δημοτικό Ωδείο Κατερίνης" για αναίρεση της 1933/2013 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης και την σωρευομένη σ' αυτήν αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση.

Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 17 Μαρτίου 2015.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 21 Απριλίου 2015.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ