Legislator Case Law & Legislation
443/2013 AI generated

443/2013 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 443/2013
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Ιανουαρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 31-1-2007, 26-3-2007, 12-4-2007 και 10-7-2007 αγωγές των ήδη διαδίκων, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Αφού συνεκδικάσθηκαν οι αγωγές, εκδόθηκαν οι αποφάσεις:2301/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3379/2010 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν oι αναιρεσείοντες με την από 25-10-2011 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Γρηγόριος Κουτσόπουλος, ανέγνωσε την από 9-1-2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

Legislator headnote

AI generated

443/2013 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Από τις διατάξεις των άρθρων 10 του ν.Γ.Π.Ν./1911, 297, 298, 300, 330 και 914 ΑΚ, συνάγεται, ότι αναγκαία προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση σε σύγκρουση αυτοκινήτων είναι η υπαιτιότητα του οδηγού που προκάλεσε τη ζημία, καθώς και η ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της πράξης ή παράλειψης του οδηγού αυτού και της σύγκρουσης από την οποία προκλήθηκαν οι ζημίες.

Keywords

AI generated
excessive speed illegal overtaking manoeuvre extreme speeding offence motorcycle road accident driving whilst disqualified traffic violation
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 443 / 2013 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 443/2013

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Γιαννούλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή, Δημητρούλα Υφαντή και Βασίλειο Λαμπρόπουλο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Ιανουαρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. Θ. Μ., κατοίκου ... 2. Χ. συζ. Θ. Μ., κατοίκου ομοίως, και 3. Της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "ΔΙΕΘΝΗΣ ΕΝΩΣΙΣ ΑΕ" που εδρεύει στην …, νομίμως εκπροσωπούμενης, όλοι οι ανωτέρω εκπροσωπήθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Ευθυμίου Ζήση, βάσει δηλώσεως κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. Ά. -Ν. συζ. Γ. Ζ. το γένος Ζ. Χ., κατοίκου ... η οποία παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου της Ανδρέα Τσώκο και κατέθεσε προτάσεις, 2. Γ. Ζ., κατοίκου ... ο οποίος παραστάθηκε μετά της πληρεξουσίας δικηγόρου του Αλκυόνης Πολυκράτη και κατέθεσε προτάσεις και 3. Της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΙΝΤΕΡΣΑΛΟΝΙΚΑ ΑΕΓΑ" που εδρεύει στην … και διατηρεί γραφείο στην … και εκπροσωπείται νόμιμα η οποία εκπροσωπήθηκε δια της πληρεξουσίας δικηγόρου της Αλκυόνης Πολυκράτη και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 31-1-2007, 26-3-2007, 12-4-2007 και 10-7-2007 αγωγές των ήδη διαδίκων, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Αφού συνεκδικάσθηκαν οι αγωγές, εκδόθηκαν οι αποφάσεις:2301/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3379/2010 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν oι αναιρεσείοντες με την από 25-10-2011 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Γρηγόριος Κουτσόπουλος, ανέγνωσε την από 9-1-2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων ζήτησαν την απόρριψή της αιτήσεως και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 556 παρ.2 του ΚΠολΔ, αναίρεση δικαιούται να ασκήσει και ο διάδικος που νίκησε, εφόσον έχει έννομο συμφέρον, η ύπαρξη του οποίου κρίνεται από την προσβαλλόμενη απόφαση κατά τη γενική διάταξη του άρθρου 68 ΚΠολΔ. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση του, το Εφετείο δέχθηκε, εκτός των άλλων ότι: 1)η δεύτερη από τις εφέσεις (από 19-5-2009), όσον αφορά την τέταρτη εφεσίβλητη εταιρία (ΔΙΕΘΝΗΣ ΕΝΩΣΗ ΑΕ), είναι απαράδεκτη, λόγω ελλείψεως ενεργητικής νομιμοποιήσεως της εκκαλούσας, εφόσον η αγωγή - αναγωγή της εφεσίβλητης αυτής κατά της εκκαλούσας εταιρίας (ΙΝΤΕΡΣΑΛΟΝΙΚΑ ΑΕ) απορρίφθηκε με την εκκαλουμένη απόφαση και η εκκαλούσα δεν επικαλείται έννομο συμφέρον για την άσκηση αυτής εναντίον της (άρθρο 516 ΚΠολΔ) και 2)η τρίτη (από 2-9-2009) έφεση της εταιρίας με την επωνυμία "ΔΙΕΘΝΗΣ ΕΝΩΣΗ ΑΕ" είναι επίσης απαράδεκτη ελλείψει εννόμου συμφέροντος, διότι και αν ακόμη γίνουν δεκτές οι λοιπές εφέσεις και εξαφανιστεί η εκκαλουμένη, η ίδια δεν θα υποχρεωθεί να καταβάλει οτιδήποτε στην ενάγουσα της πρώτης αγωγής, εφόσον η έφεση της τελευταίας στρέφεται μόνο κατά της ασφαλιστικής εταιρίας "ΙΝΤΕΡΣΑΛΟΝΙΚΑ ΑΕ", ως προς την οποία ζητεί να γίνει δεκτή η αγωγή της, όχι δε και κατά των λοιπών εναγομένων, μεταξύ των οποίων και η εκκαλούσα, ως προς τους οποίους απορρίφθηκε η αγωγή και συνεπώς, ως προς αυτούς δεν μεταβιβάστηκε η υπόθεση στο δικαστήριο τούτο (άρθρο 522 ΚΠολΔ).

Με τα δεδομένα αυτά η αίτηση αναίρεσης της τρίτης των αναιρεσειόντων ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΔΙΕΘΝΗΣ ΕΝΩΣΙΣ ΑΕ" είναι απαράδεκτη λόγω έλλειψης εννόμου συμφέροντος σε άσκηση αυτής, καθόσον με την προσβαλλόμενη απόφαση νίκησε και δεν υπέστη καμία βλάβη απ'αυτήν, συναφώς δε και ο προβαλλόμενος με την αίτηση αναιρέσεως δεύτερος λόγος αναιρέσεως από το αρθρ.559 αριθ.8 και 14 ΚΠολΔ, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν, και δη το επικαλούμενο προς άσκηση της από 2.9.2009 εφέσεως της δεύτερης αναιρεσείουσας ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "ΔΙΕΘΝΗΣ ΕΝΩΣΙΣ ΑΕ" έννομο συμφέρον, και παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτη την ανωτέρω έφεση, είναι αβάσιμος.

Από τις διατάξεις των άρθρων 10 του ν.Γ.Π.Ν./1911, 297, 298, 300, 330 και 914 ΑΚ, συνάγεται, ότι αναγκαία προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση σε σύγκρουση αυτοκινήτων είναι η υπαιτιότητα του οδηγού που προκάλεσε τη ζημία, καθώς και η ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της πράξης ή παράλειψης του οδηγού αυτού και της σύγκρουσης από την οποία προκλήθηκαν οι ζημίες.

Τέτοιος σύνδεσμος πρόσφορος για την επέλευση του αποτελέσματος υπάρχει όταν η σχετική πράξη ή παράλειψη του ζημιώσαντος ήταν ικανή, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, να προκαλέσει τη ζημία. Η ύπαρξη του αιτιώδους συνδέσμου σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση είναι ζήτημα καθαρό πραγματικό και κρίνεται από το δικαστήριο της ουσίας.

Όμως η κρίση για το αν τα πραγματικά περιστατικά που κυριαρχικά διατύπωσε το δικαστήριο της ουσίας, επιτρέπουν το συμπέρασμα ότι ορισμένο γεγονός μπορεί αντικειμενικά να θεωρηθεί ως πρόσφορη αιτία του αποτελέσματος που επήλθε υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο. Περαιτέρω, η ύπαρξη της υπαιτιότητας ή συνυπαιτιότητας, καθώς και ο βαθμός πταίσματος των υπαίτιων οδηγών των συγκρουσθέντων αυτοκινήτων, δεν αναιρούνται από μόνο το γεγονός ότι ένας από τους οδηγούς αυτούς παραβίασε τις διατάξεις του ΚΟΚ, αφού μόνη η παραβίαση των διατάξεων αυτού από τους οδηγούς δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος.

Αποτελεί απλά στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης παράβασης και του αποτελέσματος που επήλθε. Εξάλλου, ο λόγος αναίρεσης από το εδάφιο 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για έλλειψη νόμιμης βάσης ιδρύεται όταν από τις αιτιολογίες της απόφασης δεν προκύπτουν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις εκείνα τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν το πραγματικό του κανόνα ουσιαστικού δικαίου ο οποίος εφαρμόστηκε, ώστε να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής της διάταξης.

Ο λόγος, άρα δεν ιδρύεται όταν οι ελλείψεις αναφέρονται στην αιτιολόγηση απλά του αποδεικτικού πορίσματος, εφόσον αυτό διατυπώνεται με σαφήνεια. Τέλος, ο λόγος αναίρεσης από το εδάφιο 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ μπορεί να εξεταστεί και ως λόγος από το εδάφιο 19 του ίδιου άρθρου και κώδικα γιατί περιέχει σιωπηρά και παράπονο για έλλειψη νόμιμης βάσης (ΑΠ 823/2008).

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως από αυτή προκύπτει, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που αναφέρει, δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη κρίση του ως αποδειχθέντες τα εξής: "Στις 12 Οκτωβρίου 2006 και περί ώρα 00.20 ο Σ. Μ., οδηγώντας το υπ'αριθμ. ... ΙΧΕ αυτοκίνητο της συνιδιοκτησίας των Θ.

και Χ. Μ., εκινείτο στην οδό …, στο …, με κατεύθυνση προς … και στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας. Την ίδια ημέρα και ώρα ο Γ. Ζ., οδηγώντας την υπ' αριθμ. ... δίκυκλη μοτ/τα της ιδιοκτησίας του, που ήταν ασφαλισμένη στην ασφαλιστική εταιρεία "ΙΝΤΕΡΣΑΛΟΝΙΚΑ", και στην οποία επέβαινε η σύζυγος του Ά.-Ν. Ζ., εκινείτο στην οδό …, κάθετη στην οδό …, στην οποία είχε την πρόθεση να εισέλθει στρίβοντας αριστερά, προκειμένου να κατευθυνθεί προς ….

Η οδός … είναι διπλής κατεύθυνσης κάθε ρεύμα έχει πλάτος 7 μέτρα και δύο λωρίδες κυκλοφορίας, ενώ τα δύο ρεύματα χωρίζονται με διαχωριστική νησίδα πλάτους 3,50 μ., η οποία διακόπτεται στο σημείο της διασταύρωσης της οδού αυτής με την οδό … Στην κατεύθυνση της … προς … υπάρχει ομαλή δεξιά καμπύλη, ενώ κατά την ώρα του ατυχήματος επικρατούσε καλοκαιρία, υπήρχε επαρκής τεχνητός φωτισμός, η κίνηση των οχημάτων ήταν αραιή και η ορατότητα δεν περιοριζόταν.

Εξάλλου το όριο ταχύτητας και στις δύο ως άνω οδούς είναι 50 χιλιόμετρα. Όταν ο Γ. Ζ. έφθασε στη διασταύρωση των άνω οδών σταμάτησε, δεδομένου ότι στην πορεία του υπήρχε ρυθμιστική πινακίδα SΤΟΡ, προκειμένου να ελέγξει την κίνηση των οχημάτων στη … Έτσι αφού βεβαιώθηκε ότι δεν εκινείτο κανένα όχημα στο ρεύμα αυτής προς …, διέσχισε το ρεύμα αυτό και στη συνέχεια προχώρησε, χωρίς να ακινητοποιήσει το όχημα του στο διάκενο της διαχωριστικής νησίδας, προκειμένου να ελέγξει την κίνηση και στο ρεύμα προς …, στο οποίο προτίθετο να εισέλθει, στρίβοντας αριστερά, αλλά εισήλθε σ' αυτό καταλαμβάνοντας την αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας και μικρό μέρος της δεξιάς του ρεύματος της οδού αυτής προς …, την στιγμή κατά την οποία είχε πλησιάσει στο ίδιο σημείο και το ως άνω αυτοκίνητο, ο οδηγός του οποίου, λόγω της αυξημένης ταχύτητας του, δεν μπόρεσε να το ελέγξει και να το ακινητοποιήσει τροχοπεδώντας ή να πραγματοποιήσει αποφευκτικό ελιγμό προς τα δεξιά, και έτσι επέπεσε.

με το εμπρός αριστερό τμήμα του στο εμπρός δεξιό τμήμα της μοτ/τας, την οποία παρέσυρε για μερικά μέτρα, εγκλωβίζοντας τους αναβάτες της μεταξύ αυτής και του αριστερού τμήματος του αυτοκινήτου του, οι οποίοι στη συνέχεια κατέπεσαν στο οδόστρωμα σοβαρά τραυματισμένοι, σε απόσταση 12,60 μ. από το σημείο σύγκρουσης (όπου αποτυπώνονται στο σχεδιάγραμμα της τροχαίας κηλίδες αίματος), ενώ το αυτοκίνητο ακινητοποιήθηκε στο μέσον περίπου του οδοστρώματος (σε απόσταση 2,80 μέτρων από τη διαχωριστική νησίδα) σε απόσταση 37,9 μέτρων από το σημείο της σύγκρουσης.

Όλα τα παραπάνω (εκτός από την αρχική πορεία της μοτ/τας) προκύπτουν από την έκθεση αυτοψίας και το σχεδιάγραμμα της τροχαίας, στο οποίο αποτυπώνονται τα ως άνω ευρήματα και επιπλέον τα αποτελέσματα της σύγκρουσης στο οδόστρωμα, ήτοι θραύσματα γυαλιών και πλαστικών εξαρτημάτων, ίχνη πλάγιας ολίσθησης της μοτ/τας μήκους 4,90 μέτρων και χαραγές στο οδόστρωμα μήκους 13,50 μέτρων, το σημείο εκκίνησης των οποίων τοποθετείται σε απόσταση 4,10 μέτρων από τη διαχωριστική νησίδα, δηλαδή εντός της δεξιάς λωρίδας κυκλοφορίας του ρεύματος προς …, σημείο που πρέπει να γίνει δεκτό, κατά τα διδάγματα της λογικής, ότι ταυτίζεται με το σημείο σύγκρουσης των άνω οχημάτων.

Σημειωτέον ότι δεν υπήρχαν αυτόπτες μάρτυρες, ενώ οι διάδικοι υποστηρίζουν διαφορετικές απόψεις σχετικά με την πορεία της μοτ/τας. Ειδικότερα ο οδηγός της και η επιβαίνουσα σ' αυτό σύζυγος του υποστηρίζουν ότι αυτή εκινείτο στην οδό … και επιχείρησε να στρίψει αριστερά στην οδό …, ότι σταμάτησε στο διάκενο της διαχωριστικής νησίδας για να ελέγξει την κίνηση από δεξιά του, έχοντας καταλάβει με τον μπροστινό τροχό του 20 εκατοστά από την αριστερή λωρίδα του ρεύματος προς … με κλήση προς τα αριστερά, και ότι, ενώ ήταν έτσι σταματημένος, ήρθε το αυτοκίνητο και τους κτύπησε (βλ.

προανακριτικές καταθέσεις τους και την κατάθεση του οδηγού στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο). Ενώ ο οδηγός του αυτοκινήτου, καθ' υπόδειξη του οποίου συντάχθηκε το διάγραμμα της τροχαίας, όπως σημειώνεται στην έκθεση αυτοψίας (βλ. παραγρ. 14 αυτής), υποστηρίζει ότι, φθάνοντας στην ως άνω διασταύρωση είδε τη μοτ/τα να κινείται στο ρεύμα της …προς … και να επιχειρεί απαγορευμένη αναστροφή προς τα αριστερά, την οποία πραγματοποίησε πολύ ανοικτά, εισήλθε στη δεξιά λωρίδα του ρεύματος προς … και επέπεσε αρχικά με την εμπρόσθια δεξιά πλευρά της μοτ/τας, στην εμπρόσθια αριστερή πλευρά του αυτοκινήτου του, στη συνέχεια η συνεπιβάτιδα της μοτ/τας χτύπησε με το σώμα της στην αριστερή πλευρά του αυτοκινήτου (βλ.

προανακριτική κατάθεση του ... ). Στην κατάθεση του δε ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, υποστηρίζει τα ίδια όσον αφορά την πορεία της μοτ/τας, αλλά ότι αυτή επέπεσε στην αριστερή πλευρά του αυτοκινήτου και ειδικότερα στην πόρτα του οδηγού, παρακάτω δε ότι τη μηχανή την είδε λίγο πριν φθάσει στο διάκενο, ότι αυτός εκινείτο δεξιά και ότι η μηχανή έκανε αναστροφή όταν αυτός είχε φθάσει στα δυο μέτρα και έπεσε πάνω του, μπροστά αριστερά, στο φτερό και στην πόρτα του οδηγού, με το εμπρός και πλάγιο δεξιό μέρος της (βλ.

πρακτικά). Πρέπει να σημειωθεί ότι στην έκθεση αυτοψίας αναφέρεται ότι οι επιφάνειες των οχημάτων που συγκρούστηκαν είναι, για τη μοτ/τα, ολική καταστροφή εμπρόσθιας δεξιάς πλευράς, τιμόνι τροχός προφυλακτήρας, ποδιά, πλαστικά και μηχανικά μέρη. ενώ για το αυτοκίνητο, το εμπρόσθιο μέρος της αριστερής πλευράς, φανάρι, καπώ, προφυλακτήρας, αριστερός καθρέπτης, στρέβλωση όλης της αριστερής πλευράς, διάρρηξη εμπρόσθιου αριστερού ελαστικού.

Ενόψει αυτών δεν φαίνεται πειστική η άποψη του οδηγού του αυτοκινήτου σχετικά με την πορεία της μοτ/τας, διότι, αν αυτή εκινείτο πράγματι στο αντίθετο ρεύμα, και ο οδηγός του αυτοκινήτου την αντιλήφθηκε σε τόσο μικρή απόσταση, δεδομένης της αυξημένης ταχύτητας αυτού, σε σχέση με την ταχύτητα της μοτ/τας, η οποία δεν μπορεί να ήταν μεγάλη, δεδομένου ότι ήταν 100 κυβικά με δύο αναβάτες και επιχειρούσε αναστροφή, θα είχε προλάβει να την προσπεράσει χωρίς να συγκρουστούν.

Ανεξάρτητα όμως, από την αρχική πορεία της μοτ/τας, το βέβαιο είναι, σύμφωνα με όσα βρέθηκαν στον τόπο του ατυχήματος και προαναφέρθηκαν αναλυτικά, ότι αυτή δεν σταμάτησε στο διάκενο της διαχωριστικής νησίδας, προκειμένου ο οδηγός της να ελέγξει την κίνηση των οχημάτων που ερχόταν από δεξιά του και να τους παραχωρήσει προτεραιότητα, όπως όφειλε, αλλά κινήθηκε ανεξέλεγκτα, εισήλθε στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας, όπου εκινείτο το αυτοκίνητο και παρενεβλήθη στην πορεία του, με αποτέλεσμα να συγκρουστούν κατά τα ανωτέρω.

Η σύγκρουση δε αυτή οφείλεται σε κοινή υπαιτιότητα των οδηγών των εν λόγω οχημάτων και συγκεκριμένα σε ποσοστό 70% του οδηγού της μοτ/τας Γ. Ζ. και 30% του οδηγού του αυτοκινήτου ... . Η υπαιτιότητα του τελευταίου συνίσταται στο ότι αυτός από αμέλεια, ήτοι από έλλειψη της προσοχής που όφειλε και μπορούσε να καταβάλει, ως μέσος συνετός οδηγός, ενόψει των συνθηκών που προαναφέρθηκαν, δεν οδηγούσε με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή του, δεν είχε τον πλήρη έλεγχο του οχήματος του, ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς, εκινείτο δε με υπερβολική ταχύτητα άνω του επιτρεπομένου ορίου των 50 χλμ/ώρα (όπως συμπεραίνεται από τις συνέπειες της σύγκρουσης, ήτοι σοβαρός τραυματισμός των επιβαινόντων στη μοτ/τα, αδυναμία ελέγχου του αυτοκινήτου και εκτεταμένες υλικές ζημιές των οχημάτων), με αποτέλεσμα, όταν αντιλήφθηκε τη μοτ/τα να εισέρχεται στο ρεύμα πορείας του, αφενός δεν τροχοπέδησε, προκειμένου να ακινητοποιήσει το όχημα του, ούτε πραγματοποίησε αποφευκτικό ελιγμό προς τα δεξιά, για να αποφύγει τη σύγκρουση, πράγμα που ήταν εφικτό, εφόσον είχε στη διάθεση του σχεδόν τρία μέτρα (αν ληφθεί υπόψη ότι η σύγκρουση έλαβε χώρα 4,10 μέτρα από τη διαχωριστική νησίδα και όλο το ρεύμα της οδού προς ….

έχει πλάτος 7 μέτρα) και δεν αποδείχθηκε ότι την ίδια ώρα εκινείτο άλλο όχημα στην ίδια οδό (κατά παράβαση των άρθρων 12 παρ.1, 19 παρ. 1 και 20 παρ. 1 ΚΟΚ). Η υπαιτιότητα δε του οδηγού της μοτ/τας συνίσταται στο ότι αυτός, από αμέλεια, ήτοι από έλλειψη της προσοχής που όφειλε και μπορούσε να καταβάλει, ως μέσος συνετός οδηγός, ενόψει των συνθηκών που προαναφέρθηκαν, δεν οδηγούσε με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή του, δεν είχε τον πλήρη έλεγχο του οχήματος του, ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς, δεν ακινητοποίησε το όχημα του πριν από τη διασταύρωση, αν και στην πορεία του υπήρχε πινακίδα υποχρεωτικής διακοπής πορείας (SΤΟΡ), προκειμένου να παραχωρήσει προτεραιότητα στα εκ δεξιών του κινούμενα στην οδό … οχήματα, αλλά προχώρησε ανεξέλεγκτα εντός του οδοστρώματος, με αποτέλεσμα να παρεμβληθεί στην πορεία του αυτοκινήτου, με τα ως άνω αποτελέσματα.

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκρινε ότι οι ως άνω οδηγοί των προαναφερομένων οχημάτων είναι συνυπαίτιοι στην πρόκληση του ενδίκου ατυχήματος και αφού δέχθηκε ως βάσιμο τον δεύτερο λόγο της έφεσης των εκκαλούντων και ήδη αναιρεσιβλήτων, Γ. Ζ. και "ΙΝΤΕΡΣΑΛΟΝΙΚΑ" εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση που είχε κρίνει αντιθέτως και δη:

είχε δεχθεί ότι στην πρόκληση του ατυχήματος αποκλειστικός υπαίτιος αυτού ήταν ο οδηγός της μοτοσυκλέτας Γ. Ζ., δέχθηκε εν μέρει τις αγωγές των ως άνω διαδίκων και επιδίκασε σ'αυτούς (ενάγοντες) τα εις αυτήν (απόφαση) αναφερόμενα χρηματικά ποσά. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 ΑΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, διέλαβε δε στην απόφασή του σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες σε σχέση με το κρίσιμο ζήτημα της συνυπαιτιότητας των οδηγών των εμπλακέντων στο ένδικο ατύχημα, σε τρόπο ώστε να μπορεί να ελεγχθεί αν ορθά εφαρμόστηκε ο νόμος και, συγκεκριμένα οι ως άνω διατάξεις.

Σύμφωνα με αυτά δεν υπέπεσε στις αποδιδόμενες από τα εδάφια 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και ο αντίθετος πρώτος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Ειδικά, η αιτίαση από το άρθρο 559 εδ.1 περ.β'ΚΠολΔ, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη γιατί δεν συνέτρεξε περίπτωση παραβίασης διδαγμάτων της κοινής πείρας κατά την ερμηνεία ή υπαγωγή σε κανόνα δικαίου, αλλά κατά την εκτίμηση των αποδείξεων.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 25-10-2011 αίτηση των: 1)Θ. Μ., 2)Χ. Μ. και 3)της εταιρείας με την επωνυμία "ΔΙΕΘΝΗΣ ΕΝΩΣΙΣ ΑΕ", για αναίρεση της υπ'αριθμ.3379/2010 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Φεβρουαρίου 2013.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 14 Μαρτίου 2013.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ