Supreme Court dismisses appeal on appealable grounds, upholding lower court's finding of no legal error.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece dismissed the appellant's request to overturn the Second Instance Court's judgment regarding a dispute over olive oil customs duties and guarantees. The appellant argued that the lower court incorrectly assumed the buyer was liable for duties and misinterpreted the customs procedure, but the court found these claims unsupported by evidence. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the legal costs of the opposing parties.
Legislator headnote
AI generatedArticles 335, 338-341 of the Code of Civil Procedure; The court must consider all evidence presented by the parties to form its conviction, and an appeal based on alleged errors in fact-finding or evidence evaluation is inadmissible if the lower court's reasoning is logically sound and supported by the record.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 443 / 2012 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 443/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γιαννούλη, Βασίλειο Φούκα, Νικόλαο Λεοντή και Γεώργιο Γεωργέλλη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 23 Ιανουαρίου 2012, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: εταιρίας με την επωνυμία "SOCIETA FATTORIA AGRICOLA ALIMENTARE S.R.L.", εταιρίας περιωρισμένης ευθύνης κατά το ιταλικό δίκαιο και τον διακριτικό τίτλο "F.A.A.S.R.L", που εδρεύει στη Τεργέστη της Ιταλίας, νομίμως εκπροσωπούμενης, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Πλάτωνα Τσουλούφα, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσίβλητων:1. ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΜΥΛΟΙ ΓΙΑΝΝΙΤΣΩΝ ΜΕΓΑΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ Α.Β.Ε.Ε", η οποία εδρεύει στα Γιαννιτσά, νομίμως εκπροσωπούμενης και 2. Ε. Θ. Π., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Βασιλάκι, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15 Νοεμβρίου 1993 κύρια ως και την από 31 Μαΐου 1995 παρεπίμπουσα αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3118/2002 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 6936/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 5 Ιανουαρίου 2009 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Γεωργέλλης ανέγνωσε την από 25 Νοεμβρίου 2010 έκθεση του κωλυομένου να συμμετάσχει στη σύνθεση Αρεοπαγίτη Γεωργίου Χρυσικού, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 5.1.2009 αίτησης αναίρεσης..
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη των αντιδίκων του στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από τις διατάξεις των άρθρων 335, και 338 έως 341 του ΚΠολΔ συνάγεται ότι το δικαστήριο για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για άμεση και έμμεση απόδειξη, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, κατ' αντιδιαστολή προς τα λοιπά έγγραφα και εν γένει προς τα άλλα αποδεικτικά μέσα, τα οποία φέρονται ότι ελήφθησαν υπόψη προς σχηματισμό της κρίσης του.
Βέβαια δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξαίρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της κατά την ελεύθερη κρίσιν του μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι.
Η παράβαση της υποχρέωσης αυτής ιδρύει το λόγο της αναίρεσης του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' του Κ.Πολ.Δ. υπό την αποκλειστική προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού μόνο ένα τέτοιο (ουσιώδες) γεγονός καθίσταται αντικείμενο απόδειξης (Ολ.ΑΠ 14/2005 και 2/2008).
Με τον πρώτο λόγο του αναιρετηρίου αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' του Κ.Πολ.Δ ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του και δεν εκτίμησε για την απόδειξη των βασικών αγωγικών ισχυρισμών της αναιρεσείουσας ότι: "όταν στις 02-09-1993 ζήτησε η ενάγουσα - αναιρεσείουσα εταιρεία την παράδοση της ποσότητος των 946,542 Μ.Τ.
του πωληθέντος σ'αυτήν πρώτη αναιρεσίβλητη εταιρεία ελαιολάδου ανεκτελώνιστου πλέον καθώς και την αναμεταβίβαση των αποθετηρίων τίτλων που αφορούσαν αυτό, οι εναγόμενοι-αναιρεσίβλητοι παράνομα και υπαίτια αρνήθηκαν να πράξουν τούτο αξιώνοντας για την παράδοση αυτών το ποσόν των 30.000.000 δραχμών, ποσό ίσο με την αξία της εγγυητικής επιστολής την οποία οι ίδιοι είχαν εκδώσει για τον εκτελωνισμό όμως διαφορετικού τύπου ελαιολάδου, συγκεκριμένα τύπου παρθένου και όχι φωτιστικού (ΙΑΜΡΑΝΤΕ) και ενώ προηγουμένως δυνάμει της από 25-8-1993 επιστολής του δευτέρου εκ τούτων προς την αναιρεσείουσα εταιρεία, με την οποία εζητείτο η ανωτέρω επανοπισθογράφηση των αποθετηρίων από το όνομα της ίδιας στο όνομα της πρώτης αναιρεσίβλητης, διαβεβαιώθηκε η πρώτη αναιρεσείουσα αγοράστρια εταιρεία, ότι η οπισθογράφηση αυτή γίνεται προς το σκοπό και μόνο της διευκόλυνσης του εκτελωνισμού του ελαιολάδου και κατά απόλυτη συνέπεια ουσιαστικά υπήρξε άκυρη και εικονική και κατά κανένα απολύτως τρόπο δεν συνεπαγόταν τη μετάθεση της κυριότητας, της νομής και των άλλων δικαιωμάτων της αναιρεσείουσας εταιρείας, προς την αναιρεσίβλητη εταιρεία, ούτε τη δημιουργία άλλων δικαιωμάτων υπέρ αυτής, ούτε την κατάργηση ή αποδυνάμωση κατά τον οποιονδήποτε τρόπο των οποιωνδήποτε δικαιωμάτων της αναιρεσείουσας ούτε οικονομική της επιβάρυνση, πέραν εκείνων που ρητά αναφέρονταν στο ιδιωτικό συμφωνητικό πωλήσεως του ελαιολάδου στα οποία δεν περιλαμβάνοταν η υποχρέωση της αναιρεσείουσας για την καταβολή του ποσού εγγυητικής επιστολής, ενώ παράλληλα αμφότεροι οι αναιρεσίβλητοι την διαβεβαίωναν ότι και μετά την οπισθογράφηση τόσο το ελαιόλαδο στο σύνολο του όσο και οι αποθετήριοι τίτλοι, θα εξακολουθούσαν να ανήκουν αποκλειστικά στην εταιρεία και ότι εκείνοι ανελάμβαναν την υποχρέωση να οπισθογραφηθούν οι ανωτέρω τίτλοι σε διαταγή της ενάγουσας εταιρείας σε πρώτη ζήτηση από αυτήν είτε είχε συντελεσθεί ο εκτελωνισμός είτε όχι, καθώς επίσης ανελάμβαναν την υποχρέωση οι εναγόμενοι να προβούν σε οποιαδήποτε άλλη ενέργεια ζητήσει η αναιρεσείουσα εταιρεία σε σχέση με τους άνω τίτλους και την ποσότητα του πωληθέντος ελαιολάδου.
Και ότι οι ίδιοι οι αναιρεσίβλητοι-εναγόμενοι είχαν εξαναγκάσει την αναιρεσείουσα και παρά τις ανωτέρω δεσμεύσεις τους παράνομα, υπαίτια και ενάντια στη καλή πίστη και στα συναλλακτικά ήθη, όταν η ίδια τους είχε ζητήσει την επανοπισθογράφηση των αποθετηρίων τίτλων σε αυτήν, να τους καταβάλει το άνω ποσόν των 30.000.000 δραχμών, προς τούτο και προκειμένου να αποκομίσουν σε βάρος της περιουσίας της παράνομο περιουσιακό όφελος με αποτέλεσμα η αναιρεσείουσα εταιρεία να υποστεί ισόποση ζημία με το καταβληθέν αυτό ποσόν και επειδή καλώς εγνώριζαν (και το απέκρυψαν δόλια από την αναιρεσείουσα εταιρεία ότι η εγγύηση θα καταπέσει υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου, για τον λόγο δε τούτο και δεν απέστειλαν αντίγραφο στο Υπουργείο Γεωργίας της διασαφήσεως αποστολής όπως ήταν υποχρεωμένοι να πράξουν" τα ακόλουθα αποδεικτικά στοιχεία που είχε νόμιμα επικαλεσθεί και προσκομίσει με τις προτάσεις της στο Εφετείο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση: 1) Το από 29-7-1993 ιδιωτικό συμφωνητικό πώλησης, 2) τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων που περιλαμβάνονται στις εισηγητικές εκθέσεις 993/1999 του Πρωτοδικείου Αθηνών και 660/2001 της Γενικής Προξένου της Ελλάδος στο Μιλάνο 3) την ένορκη πραγματογνωμοσύνη ενώπιον του Δικαστηρίου της Γένοβα Ιταλίας και 4) τα διάφορα έγγραφα μεταξύ των διαδίκων και με τις Τελωνειακές Αρχές, όπως και εκείνα που αποδείκνυαν την επικαλούμενη ζημία της αναιρεσείουσας εάν ευδοκιμούσε η αγωγή της.
Επί της έφεσης των αναιρεσιβλήτων εκδόθηκε η προσβαλλομένη υπ' αριθ. 6936/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών που την απέρριψε με τις ακόλουθες επί της ουσίας ανέλεγκτες αναιρετικά παραδοχές: "Με σύμβαση πωλήσεως, που καταρτίστηκε στην Αθήνα στις 29-7-1993 μεταξύ της ενάγουσας (αναιρεσείουσας) εταιρείας που εδρεύει στην Τεργέστη Ιταλίας και της πρώτης εναγομένης (αναιρεσίβλητης) εταιρείας, της οποίας ο δεύτερος εναγόμενος (αναιρεσίβλητος) ήταν νόμιμος εκπρόσωπος και για την οποία σύμβαση συντάχθηκε το με την ίδια ημερομηνία ιδιωτικό συμφωνητικό πωλήσεως, η πρώτη εναγόμενη πώλησε στην ενάγουσα 946,542 μετρικούς τόνους (Μ.Τ.) ελαιόλαδο lampante προέλευσης Τουρκίας, εναποτεθειμένους στις δεξαμενές της προνομιούχου ανωνύμου εταιρείας γενικών αποθηκών Ελλάδος (Π.Α.Ε.Γ.Α.Ε.) Ζακύνθου και Λαυρίου αντίστοιχα, αντί τιμήματος 200 και 190 δραχμών το χιλιόγραμμο αντίστοιχα και συνολικά αντί τιμήματος 376.304.300 δραχμών, έναντι του οποίου η ενάγουσα κατέβαλε την ίδια ημέρα 200.000.000 δραχμές και το υπόλοιπο το κατέβαλε στις 31-8-1993.
Σε εκτέλεση της συμβάσεως αυτής, η πρώτη εναγόμενη εταιρεία οπισθογράφησε σε διαταγή της ενάγουσας την ίδια ημέρα τα με αρ. 252/29/6-4-1992 και 83157/115/25-6-1991 αποθετήρια και ενεχυρόγραφα που αντιστοιχούσαν στις παραπάνω ποσότητες ελαιολάδου. Με την οπισθογράφηση και την παράδοση στην ενάγουσα των εν λόγω αποθετηρίων, μεταβιβάστηκε σ' αυτήν η κυριότητα του παραπάνω εμπορεύματος.
Τις δύο αυτές ποσότητες του ελαιολάδου τις είχε αγοράσει την ίδια ημέρα, αντί τιμήματος 170 το χιλιόγραμμο, η πρώτη εναγόμενη από την εταιρεία "Ανώνυμη Βιοτεχνική και Εμπορική Εταιρεία Συσκευασίας Τυποποιήσεως και Διαθέσεως Αγροτικών Προϊόντων "GRUPPO OLIO JELLAS SA.", με σύμβαση πωλήσεως, για την οποία συντάχθηκε το με την ίδια ημερομηνία ιδιωτικό συμφωνητικό.
Η πωλήτρια εταιρεία οπισθογράφησε σε διαταγή της αγοράστριας πρώτης εναγομένης την ίδια ημέρα (29-7-1993) τα ίδια υπ' αριθ. 252/29/6-4-1992 και 83157/115/25-6-1991 αποθετήρια και ενεχυρόγραφα, που αντιστοιχούσαν στις ως άνω ποσότητες και μεταβιβάστηκε σ'αυτήν η κυριότητα του ελαιολάδου. Οι εν λόγω ποσότητες ελαιολάδου δεν είχαν εκτελωνιστεί, αλλά βρίσκονταν αποθηκευμένες σε τελωνειακούς ελεγχόμενους χώρους - ελεύθερες ζώνες.
Κατά το χρόνο της εναπόθεσής τους στα ως άνω αποθετήρια της ΠΑΕΓΑΕ, έφεραν την ιδιότητα "παρθένο ελαιόλαδο" (κωδικός αριθμός 15091090), εξ αιτίας όμως της παραμονής τους στους ως άνω αποθηκευτικούς χώρους για μεγάλο χρονικό διάστημα (δύο ετών περίπου), είχαν μετατραπεί σε (μειονεκτούν) ελαιόλαδο φωτιστικό ή lampante (κωδικός αριθμός 15091010), που δεν ήταν κατάλληλο για ανθρώπινη κατανάλωση.
Τούτο διαπιστώθηκε και κατόπιν ελέγχου που διενήργησε η εταιρεία "Surveillance- Ελληνική Εταιρεία Επιβλέψεων Α.Ε." το Μάιο 1993, κατ' εντολήν της Ιονικής Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε., η οποία είχε ενέχυρο επί των παραπάνω ποσοτήτων του ελαιολάδου. Εξάλλου, με το ως άνω από 29-7-1993 ιδιωτικό συμφωνητικό, η μεν εναγομένη πωλήτρια εταιρεία ανέλαβε την υποχρέωση να προβεί στον εκτελωνισμό του ελαιολάδου με δική της φροντίδα και επιμέλεια, η δε ενάγουσα -αγοράστρια να καταβάλει τους δασμούς και τους φόρους που απαιτούνταν, προκειμένου να καταστεί ελεύθερη η διακίνηση του ελαιολάδου στις χώρες της ΕΟΚ.
Στις 2-8-1993 η ενάγουσα έδωσε εντολή στην εναγομένη να προχωρήσει στον εκτελωνισμό 575 ΜΤ ελαιολάδου, από εκείνο που βρισκόταν εναποτεθειμένο στα αποθετήρια της ΠΑΕΓΑΕ στα Ντουρέικα Ζακύνθου, με δασμολογική κλάση 15091010 (lampante), καθόσον καλώς γνώριζε, από την κατάρτιση της επίμαχης σύμβασης πωλήσεως, τόσο την ιδιότητα με την οποία είχε αποθηκευτεί το ελαιόλαδο στα αποθετήρια της ΠΑΑΕΓΑΕ (παρθένο), όσο και την κατάσταση που βρισκόταν όταν περιήλθε στην ίδια (φωτιστικό - lampante ).
Η εναγομένη υπέβαλε προς τη ΔΙΔΑΓΕΠ: α)την από 3-8-1993 δήλωση περί εισαγωγής 946.542 ΜΤ παρθένου ελαιολάδου (15091090) προελεύσεως Τυνησίας και β)την από 10-8-1993 δήλωση της περί εισαγωγής 599 ΜΤ παρθένου ελαιολάδου (15091090) προελεύσεως Τυνησίας. Στις δηλώσεις αυτές αναγράφηκε η δασμολογική κλάση 15091090, διότι το συγκεκριμένο ελαιόλαδο είχε αποταμιευτεί, σύμφωνα με την 290/8-7-1991 διασάφηση αποταμίευσης ως παρθένο.
Παρότι δε κατά το χρονικό διάστημα της τελωνειακής αποταμίευσης του είχε μετατραπεί σε φωτιστικό (lampante), ο εκτελωνισμός του στην Ελλάδα έπρεπε να γίνει με τον χαρακτηρισμό "παρθένο" και στη συνέχεια να γίνει χημική ανάλυση από τον παραλήπτη, οπότε στα συνοδευτικά του προϊόντος έγγραφα θα αναφερόταν ως λάδι φωτιστικό ((lampante) (βλ.
σχετ. το από 14-10-1993 έγγραφο του Τελωνείου Ζακύνθου). Για τις ανάγκες του ως άνω εκτελωνισμού η εναγομένη κατέθεσε ακόμα στη ΔΙΔΑΓΕΠ την με αριθμό Α-10417073/3-8-1993 εγγυητική επιστολή της Ιονικής Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε., ύψους 30.200.500 δραχμών, αντλώντας το ποσόν αυτής από εκείνο που είχε υπολογιστεί ως τίμημα για το ελαιόλαδο, παρόλο που επρόκειτο για εισαγωγική εισφορά και βάρυνε την ενάγουσα, συμφωνά με τη σύμβαση τους.
Και τούτο διότι η ΔΙΔΑΓΕΠ δεν είχε δεχτεί το "πιστοποιητικό εισαγωγής" ποσού 498.372.200 λιρεττών Ιταλίας (75.000.000 δραχμών) που είχε προσκομίσει η ενάγουσα, ως εγγύηση περί του ότι η ποσότητα του ελαιολάδου που θα εισαγόταν δεν θα τύγχανε κοινοτικής ενίσχυσης στην κατανάλωση. Περαιτέρω η ενάγουσα οπισθογράφησε εκ νέου, την 25/8/93, τον με αριθμό 252/29/6-4-92 αποθετήριο τίτλο της ΠΑΕΓΑΕ στην πρώτη εναγομένη, η οποία, δια του νομίμου εκπροσώπου της δευτέρου εναγομένου, με το από 25-8-93 ιδιωτικό έγγραφο, αναγνώριζε ότι η οπισθογράφηση του εν λόγω τίτλου προς αυτήν έγινε μόνο για τις ανάγκες του εκτελωνισμού του ελαιολάδου και αναλάμβανε την υποχρέωση της εκ νέου οπισθογράφησης του τίτλου στην ενάγουσα.
Τελικά, με το υπ' αριθμ. 4ΛΑ/01/16-8-1993 πιστοποιητικό εισαγωγής της ΔΙΔΑΓΕΠ, εγκρίθηκε ο εκτελωνισμός 599.000 χιλιόγραμμων "ελαίου ελαιών παρθένου" (15091090) προέλευσης και καταγωγής Τυνησίας. Όμως ο εκτελωνισμός του ως άνω ελαιολάδου παρθένου και η εν συνεχεία μετατροπή του ως φωτιστικού, με τη διαδικασία της χημικής ανάλυσης που θα πιστοποιούσε την αλλοίωση του αυτή, προϋπέθετε καταβολή μεγάλων δασμών (πέραν των 250.000.000 δρχ.) και φόρων (πέραν των 30.000.000 δρχ).
Η ενάγουσα, προκείμενου να αποφύγει την καταβολή των εν λόγω δασμών και φόρων, αποφάσισε να παραλάβει το ελαιόλαδο TRANSIT και να το εκτελωνίσει σε άλλη χώρα της ΕΟΚ. Η χρονική διάρκεια αποθήκευσης τούτου έληγε οριστικά στις 30 Σεπτεμβρίου 1993, οπότε θα δημευόταν από το Τελωνείο Ζακύνθου ως αζήτητο. Στις 2-9-1993 η ενάγουσα ζήτησε από την εναγομένη την προς αυτήν εκ νέου οπισθογράφηση του 252/29/6-4-92 τίτλου της ΠΑΕΓΑΕ.
Προηγουμένως όμως η τελευταία, με εξώδικη δήλωση της που λήφθηκε από την ενάγουσα στις 30-8-1993, είχε κάνει γνωστό σ' αυτήν ότι θα της επαναοπισθογραφούσε και θα της παρέδιδε το αποθετήριο, εφόσον κατέβαλε το υπόλοιπο της αξίας του ελαιολάδου, που είχε καταστεί ληξιπρόθεσμο και απαιτητό στις 29-8-1993 και ανερχόταν σε 191.304.500 δρχ.
Την επομένη ημέρα (31-8-93) η ενάγουσα κατέβαλε συνολικά 161.304.500 δρχ., αρνήθηκε όμως να καταβάλει το υπόλοιπο των 30.000.000 δρχ. Το τελευταίο αυτό ποσόν δεν υπήρχε περίπτωση να εισπράξει η εναγομένη με ρευστοποίηση της ως άνω εγγυητικής επιστολής, καθόσον δεν θα συντελούνταν η εισαγωγή του ελαιολάδου στην Ελλάδα και η εγγυητική επιστολή θα κατέπιπτε υπέρ της ΔΙΔΑΓΕΠ, όπως τελικά και συνέβη.
Στις 24-9-1993 οι διάδικοι ήλθαν σε συμφωνία, παραδόθηκαν σε πληρεξούσιο της εναγομένης επιταγές ίσες με το ως άνω υπόλοιπο του τιμήματος και η τελευταία οπισθογράφησε στην ενάγουσα το 252/29/6-4-92 αποθετήριο. Με τα δεδομένα αυτά και συνοψίζοντας, η εναγομένη : ενήργησε σύννομα όσον αφορά την διαδικασία εκτελωνισμού του ελαιολάδου, ακολουθώντας τις υποδείξεις των αρμοδίων οργάνων και τον Τελωνειακό Κώδικα που ίσχυε την εποχή εκείνη.
Σημειώνεται ότι και η ενάγουσα δεν ήταν άπειρη των διαδικασιών του εκτελωνισμού, λόγω του αντικειμένου των εργασιών της, μάλιστα δε υποστήριξε τις ενέργειες της εναγομένης κατά το αρχικό στάδιο, ζητώντας μείωση του ποσού της εισφοράς από τις αρμόδιες υπηρεσίες της ΕΟΚ, β) δεν περιήλθε σε υπερημερία ως προς τη συμβατική της υποχρέωση της ολοκλήρωσης της εισαγωγής του ελαιολάδου, αφού η ενάγουσα, που θα βαρυνόταν με την πληρωμή των δασμών και των φόρων, επέλεξε να μην καταβάλει αυτούς, λόγω του ύψους τους, αλλά να παραλάβει το ελαιόλαδο TRANSIT και να ενεργήσει εξωτερική αποστολή στη Γαλλία, και γ) απέτρεψε την υπερημερία της ως προς την επαναοπισθογράφηση του αποθετηρίου τίτλου, ασκώντας εξωδίκως νόμιμο δικαίωμα επίσχεσης της δικής της παροχής, μέχρι να εξοφληθεί ολοσχερώς το ληξιπρόθεσμο ήδη τίμημα της πώλησης.
Η εκκαλούμενη απόφαση που έκρινε τα αντίθετα και δέχτηκε ότι συνέτρεχε υπερημερία των εναγομένων και αδικοπρακτική συμπεριφορά αυτών, έσφαλε κατά τούτο και πρέπει, κατά παραδοχή των σχετικών λόγων της έφεσης να εξαφανιστεί καθόσον έκανε δεκτή την αγωγή. Αφού δε διακρατηθεί η υπόθεση από το παρόν Δικαστήριο και ερευνηθεί από ουσιαστική άποψη η αγωγή, πρέπει αυτή ν' απορριφθεί στο σύνολό της".
Από την περιλαμβανόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση ρητή βεβαίωση του Εφετείου, ότι στο αποδεικτικό του πόρισμα κατέληξε, αφού έλαβε υπόψη, πλην άλλων αποδεικτικών μέσων, όλα ανεξαιρέτως τα αποδεικτικά στοιχεία (καταθέσεις μαρτύρων και έγγραφα) που του είχαν επικαλεσθεί και προσκομίσει νομίμως οι διάδικοι, και από το όλο περιεχόμενο εκείνης της απόφασης και τις παραδοχές της που προαναφέρθηκαν αναλυτικά, με την οποία απορρίφθηκε ρητά ο αγωγικός ισχυρισμός της αναιρεσείουσας για την προαναφερθείσα υπαίτια αντισυμβατική και αδικοπρακτική συμπεριφορά των αναιρεσιβλήτων πωλητών καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις, και τα πιο πάνω αποδεικτικά στοιχεία (καταθέσεις και έγγραφα) για να καταλήξει στο απορριπτικό αποδεικτικό του πόρισμα, ο δε σχετικός λόγος αναίρεσης κρίνεται αβάσιμος.
ΙΙ. Ο λόγος αναίρεσης του αριθ.8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ δίδεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν, ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, ή λόγου έφεσης όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων αλλά ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί (Ολ.
ΑΠ 3/1997 ΑΠ 1933/2006). Εξ άλλου, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό(πράγμα) και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ.ΑΠ 12/1997) αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (Ολ.ΑΠ 11/1996).
Με το δεύτερο λόγο του αναιρετηρίου αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ.8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του 1) προαναφερθέντες στην προηγούμενη παράγραφο της παρούσας θεμελιώδεις αγωγικούς ισχυρισμούς της για την υπαίτια αντισυμβατική και αδικοπρακτική συμπεριφορά των αναιρεσιβλήτων εναγομένων. 2) Ότι η εγγύηση δεν επιστράφηκε στον καταβαλούτα αυτήν επειδή δεν συμφωνούσε η κλάση των αποταμιευθέντων με την κλάση του αναληθεύντος ελαιολάδου. 3) Ότι από το από 29-7-1993 ιδιωτικό συμφωνητικό μεταξύ των αντιδίκων δεν προκύπτει πουθενά ότι υπόχρεος στην καταβολή της εγγύησης είναι ο τελικός αγοραστής, 4) ότι η πρώτη αναιρεσίβλητη παρά τις οδηγίες της και εντολές της προχώρησε στη διαδικασία εκτελωνισμού ποσότητας 599 Μ.Τ.
ελαιολάδου παρθένου με αριθμό δασμολογικής κλάσης 15.09.90 δηλαδή διαφορετικού από το πωληθέν που είχε αριθμό δασμολογικής κλάσης 15.09.10, 5) ότι η διαδικασία εκτελωνισμού δεν προχωρούσε γιατί αφορούσε ξένο ελαιόλαδο σε σχέση με το εισαχθέν η δε αρμόδια Τελωνειακή Δ/νση (ΔΙΔΑΓΕΜ) δεν δεχόταν την Ιταλική εγγυοδοσία που αναφερόταν σε ελαιόλαδο LAMPANTE όπως εκείνο που πωλήθηκε.
Το Εφετείο, τα πιο πάνω περιστατικά που συγκροτούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τα απέρριψε ειδικά με τις προαναφερθείσες επι της ουσίας παραδοχές του αλλά και εκ του πράγματος ως αβάσιμα αφού δέχθηκε ως αποδειχθέντα γεγονότα αντίθετα προς αυτά που συγκροτούν τους ισχυρισμούς αυτούς δηλαδή ότι: 1) η αναιρεσείουσα αγοράστρια είχε αναλάβει με το από 29-7-1993 συμφωνητικό πώλησης την υποχρέωση να καταβάλει τους δασμούς και τους φόρους που απαιτούνταν, προκειμένου να καταστεί η διακίνηση ελαιολάδου ελεύθερη στις χώρες της ΕΟΚ, μετά τον εκτελωνισμό του ως προερχομένου από τρίτες χώρες εκτός Ε.Ο.Κ., 2) Η διαδικασία εκτελωνισμού που ζήτησε η αναιρεσείουσα, θα γινόταν όχι για λάδι τύπου LAMPANTE όπως ζήτησε η αναιρεσείουσα, αλλά για παρθένο όπως είχε εισαχθεί και δηλωθεί στη διασάφηση αποταμίευσης, στη συνέχεια δε μετά από χημική ανάλυση θα αναφερόταν στα συνοδευτικά έγγραφα ως λάδι φωτιστικό, όπως είχε αποφανθεί το Τελωνείο Ζακύνθου εγγράφως. 3) Η καταβληθείσα εγγύηση των 30.000.500 δρχ.
αποτελούσε εισαγωγική εισφορά που βάρυνε την αναιρεσείουσα σύμφωνα με την από 29-7-1993 σύμβαση. 4) Ότι η επανεξαγωγή χωρίς εκτελωνισμό οφείλεται σε πρωτοβουλία της αναιρεσείουσας γιατί ο εκτελωνισμός και η εν συνεχεία μετατροπή του λαδιού σε φωτιστικό με τη διαδικασία της χημικής ανάλυσης προϋπέθετε την καταβολή μεγάλων δασμών πέραν των 250.000.000 δρχ.
και 5) ότι η αναιρεσίβλητη πρώτη εναγομένη ενήργησε σύννομα όσον αφορά τη διαδικασία εκτελωνισμού του ελαιολάδου ακολουθώντας τις υποδείξεις των αρμοδίων οργάνων και του Τελωνειακού Κώδικα που ίσχυε τότε, η δε αναιρεσείουσα δεν ήταν άπειρη των διαδικασιών εκτελωνισμού και υποστήριξε τις προσπάθειες της πρώτης αναιρεσίβλητης μείωσης του ποσού της εισφοράς από τις αρμόδιες υπηρεσίες της Ε.Ο.Κ.. 6) Ότι η πρώτη αναιρεσίβλητη εναγόμενη δεν περιήλθε σε υπερημερία ασκώντας νόμιμο δικαίωμα επίσχεσης.
Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης κρίνεται αβάσιμος.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αναίρεση και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων (άρθρ. 176, 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 5 Ιανουαρίου 2009 αίτηση της εταιρίας με την επωνυμία "SOCIETA FATTORIA AGRICOLA ALIMENTARE S.R.L." για αναίρεση της υπ' αριθμ. 6936/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Φεβρουαρίου 2012. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Μαρτίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ