443/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 29 Ιανουαρίου 2006, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated443/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): β΄ του ιδίου άρθρου αν δεν επιδοθεί η απόφαση, η προθεσμία της έφεσης είναι τρία χρόνια, που αρχίζουν από τη δημοσίευση της απόφασης που περατώνει τη δίκη. Τέλος, κατά το άρθρο 559 αρ. 9 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο της ουσίας άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως "αίτηση" νοείται κάθε αίτηση που συνιστά ιδιαίτερο κεφάλαιο της δίκης και δημιουργεί εκκρεμοδικία, άρα και κάθε μια από τις συνεκδικαζόμενες αιτήσεις των διαδίκων.
Full text
Απόφαση 443 / 2007 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 443/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χλαμπουτάκη, Αντιπρόεδρο, Ιωάννη Παπανικολάου, Ρένα Ασημακοπούλου, Χαράλαμπο Ζώη και Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 29 Ιανουαρίου 2006, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ..., η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Του αναιρεσιβλήτου: ...., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βύρωνα Βοσκίδη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-5-1998 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 18498/1999 προδικαστική και 18459/2003 οριστικής του ίδιου Δικαστηρίου. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητά η αναιρεσείουσα με την από 17/11/2003 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο ο αναιρεσίβλητος, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Παπανικολάου ανέγνωσε την από 19-1-2007 έκθεσή του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του δικαστηρίου αυτού Αρεοπαγίτη Δημητρίου Δαλιάνη, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο δεύτερος και να απορριφθεί ο πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από την επικαλούμενη και προσκομιζόμενη από τον αναιρεσίβλητο έκθεση επιδόσεως με αριθμό .... του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης .....αποδεικνύεται ότι, με επιμέλειά του, επιδόθηκε, νομοτύπως και εμπροθέσμως, στην αναιρεσείουσα, επικυρωμένο αντίγραφο της υπό κρίση από 17-11-2003 αίτησης αναίρεσης της δεύτερης κατά του πρώτου με τις κάτω από αυτή από 8-5-2006 πράξεις ορισμού του Α2 Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου προς εκδίκασή της και ορισμού δικασίμου της αναφερόμενης στην αρχή της παρούσης, με βεβαίωση εγγραφής της στο πινάκιο και κλήσεως για συζήτηση. Κατά τη νόμιμη, όμως εκφώνηση της υπόθεσης από το πινάκιο δεν εμφανίσθηκε ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο η αναιρεσείουσα, ούτε υπέβαλε την κατά το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ δήλωση μη παράστασης στο ακροατήριο. Επομένως, νομίμως προχώρησε η συζήτηση παρά την απουσία της αναιρεσείουσας (ΚΠολΔ 576 παρ. 2).
ΙΙ. Κατά το άρθρο 553 παρ. 1 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των αποφάσεων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση, ήτοι κατ΄ εκείνων που έγιναν τελεσίδικες ή εξ αρχής ήσαν ανέκκλητες. ΄Όπως δε σαφώς προκύπτει από την ανωτέρω διάταξη ο χαρακτήρας της αποφάσεως της τελεσίδικης ή μη κρίνεται κατά τον χρόνο της ασκήσεως της αναιρέσεως, ήτοι κατά τον χρόνο της κατά το άρθρο 495 του αυτού Κώδικος καταθέσεως του δικογράφου της σε πρωτότυπο στη γραμματεία του εκδόντος την προσβαλλόμενη απόφαση δικαστηρίου.
Επίσης κατά το άρθρο 577 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ, το δικαστήριο πρώτα συζητεί για το παραδεκτό της αναίρεσης και αν η αναίρεση δεν ασκήθηκε νόμιμα ή αν λείπει κάποια προϋπόθεση για να είναι παραδεκτή, ο Άρειος Πάγος την απορρίπτει και αυτεπαγγέλτως. Εξ άλλου, κατά το εδ. α΄ του άρθρου 518 του ΚΠολΔ, αν ο εκκαλών διαμένει στην Ελλάδα η προθεσμία της έφεσης είναι τριάντα ημέρες και αν διαμένει στο εξωτερικό ή η διαμονή του είναι άγνωστη εξήντα ημέρες, ενώ και στις δύο περιπτώσεις η προθεσμία αρχίζει από την επίδοση της απόφασης που περατώνει τη δίκη, κατά δε το εδ.
β΄ του ιδίου άρθρου αν δεν επιδοθεί η απόφαση, η προθεσμία της έφεσης είναι τρία χρόνια, που αρχίζουν από τη δημοσίευση της απόφασης που περατώνει τη δίκη. Τέλος, κατά το άρθρο 559 αρ. 9 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο της ουσίας άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως "αίτηση" νοείται κάθε αίτηση που συνιστά ιδιαίτερο κεφάλαιο της δίκης και δημιουργεί εκκρεμοδικία, άρα και κάθε μια από τις συνεκδικαζόμενες αιτήσεις των διαδίκων.
Εξ άλλου, "αδίκαστη" μένει μια αίτηση, όταν το δικαστήριο, καίτοι υπεχρεούτο, παρέλειψε να αποφανθεί επί αυτής, δηλαδή να την δεχθεί ή να την απορρίψει. Η ίδρυση έτσι του αναιρετικού αυτού λόγου, που οπωσδήποτε συνιστά και λόγο εφέσεως, προϋποθέτει παντελή σιωπή του δικαστηρίου, τόσο στο αιτιολογικό όσο και στο διατακτικό της αποφάσεώς του, επί αυτοτελούς αιτήσεως του διαδίκου.
Εν προκειμένω, από την επιτρεπτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης από τον Άρειο Πάγο (ΚΠολΔ 561 παρ. 2) προκύπτουν τα εξής: Με τη 18498/1999 απόφασή του το Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, συνεκδίκασε τη με αριθμό 18583/27-5-1998 αγωγή του αναιρεσιβλήτου περί λύσεως του γάμου του με την αναιρεσείουσα λόγω τετραετούς διαστάσεώς τους και τη με αριθμό 37314/3-11-1998 αγωγή της αναιρεσείουσας περί λύσεως του ίδιου γάμου λόγω ισχυρού κλονισμού οφειλόμενου στη συμπεριφορά του αναιρεσιβλήτου, δέχθηκε ως κατ΄ουσίαν βάσιμη την αγωγή του αναιρεσιβλήτου και κήρυξε τη λύση του γάμου, ενώ ως προς την αγωγή της αναιρείουσας, διέταξε τη διεξαγωγή αποδείξεως.
Μετά τη διενέργεια της αποδείξεως, ο αναιρεσίβλητος επανέφερε με σχετική κλήση την αγωγή της αναιρεσείουσας προς συζήτηση στο ίδιο Πολυμελές Πρωτοδικείο, το οποίο, με την προσβαλλόμενη 18459/2003 κατ΄ αντιμωλία απόφασή του, κατ΄ ορθή νοηματική απόδοση του περιεχομένου της, πέραν των γραφικών παραδρομών της, με την αιτιολογία στο σκεπτικό της ότι, παρέλκει η εξέταση της αγωγής διαζυγίου της αναιρεσείουσας, με λόγο εκείνον του ισχυρού κλονισμού του γάμου, ελλείψει εννόμου συμφέροντος των διαδίκων, διότι έγινε δεκτή η αγωγή διαζυγίου του αναιρεσιβλήτου, η οποία αναφέρεται στην τετραετή διάσταση, και λύθηκε ο γάμος των διαδίκων, ανεκάλεσε την πρώτη απόφασή του (18498/1999) ως προς το μη οριστικό μέρος της, δηλαδή μόνο κατά το μέρος που διετάσσετο απόδειξη επί της αγωγής της αναιρεσείουσας, χωρίς να περιλάβει στο διατακτικό διάταξη, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στο σκεπτικό, απορριπτική της αγωγής της αναιρεσείουσας.
Η απόφαση αυτή υποκειμένη σε διόρθωση κατά τις 315 επ. ΚΠολΔ, αλλά και σε έφεση κατά το άρθρο 511 ΚΠολΔ, δημοσιεύθηκε, όπως προκύπτει από την ίδια, στις 3-7-2003, η δε υπό κρίση από 17-11-2003 αίτηση αναιρέσεως κατ΄ αυτής της ενάγουσας κατατέθηκε στο Γραμματέα του εκδόντος αυτή Πρωτοδικείου την 17-11-2003, αλλά δεν αποδεικνύεται και μάλιστα με την προσαγωγή του οικείου αποδεικτικού επιδόσεως δικαστικού επιμελητή ή από βεβαίωση αυτού επί του επιδοθέντος δικογράφου, ότι η απόφαση αυτή επιδόθηκε από την αναιρεσείουσα στον αναιρεσίβλητο ή από τον δεύτερο στην πρώτη (ΚΠολΔ 144 παρ. 2) και συνεπώς ότι είχε καταστεί τελεσίδικη κατά τον χρόνο της ασκήσεως της αιτήσεως αναιρέσεως, ουδέ μάλιστα συνομολογείται τελεσιδικία της ανωτέρω αποφάσεως, της αναιρεσείουσας απλώς ισχυριζομένης στην αίτησή της αναιρέσεως, ότι κατέστη αυτή τελεσίδικη, λόγω απωλείας της προθεσμίας εφέσεως, το οποίο, όμως, δεν αποδεικνύεται από κανένα έγγραφο στοιχείο.
Κατ΄ ακολουθίαν τούτων, και εφόσον το εντεύθεν απαράδεκτο ερευνάται και αυτεπαγγέλτως, πρέπει η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως κατά της εν λόγω αποφάσεως, η οποία ούτε ανέκκλητος ήταν ούτε τελεσίδικη κατέστη κατά τον χρόνο ασκήσεως αυτής, να απορριφθεί ως απαράδεκτη.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 17-11-2003 αίτηση της ..... για αναίρεση της 18459/2003 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων εκατόν εβδομήντα (1.170) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 21 Φεβρουαρίου 2007.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Μαρτίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ