Legislator Case Law & Legislation
442/2025 AI generated

Supreme Court dismisses appeal as inadmissible because the statute of limitations argument was not raised before the Court of Appeal.

Case Number 442/2025
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal against the final judgment of the Athens Court of Appeal as inadmissible. The appellant argued that the statute of limitations had expired due to the defendant's failure to raise it ex officio, claiming this was a matter of public order. The court rejected this, ruling that the limitation defense was a private law issue between the parties and had not been formally presented to the lower court.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 577 of the Code of Civil Procedure; The court must examine appeals only on grounds raised before the lower court, and arguments regarding private law statutes of limitations are inadmissible if not previously submitted, even if the court could theoretically raise them ex officio.

Keywords

AI generated
inadmissible appeal statute of limitations ex officio duty private law relations public order exception Code of Civil Procedure failure to raise defense

Cited Legislation

AI generated
Articles 495, 552, 553, 556, 558, 560, 564 paragraph 1, 566 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 577 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 577 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 561 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 176, 183, 191 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 281 paragraph 2 of Law 3463/2006

Cited Case Law

AI generated
Case 1813/2011
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 442 / 2025 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 442/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αγάπη Τζουλιαδάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιφιγένεια Ματσούκα, Φωτεινή Μηλιώνη, Ευαγγελία Στεργίου, Ευγενία Μπιτσακάκη-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 4 Δεκεμβρίου 2024, με την παρουσία και του γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ.) - Οργανισμού Τοπικής Αυτοδιοίκησης (Ο.Τ.Α.) με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ ΚΡΩΠΙΑΣ", που εδρεύει στο Κορωπί Αττικής (Βασιλέως Κωνσταντίνου 47), όπως εκπροσωπείται νόμιμα (Α.Φ.Μ.: ... - Δ.Ο.Υ.: Κορωπίου), το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Φανό, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΚΙΝΗΤΩΝ ΤΟΥ ΔΗΜΟΣΙΟΥ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" [όπως μετονομάστηκε η εταιρεία "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΑ ΑΚΙΝΗΤΑ Α.Ε. (ΕΤΑ Α.Ε.), μετά τη συγχώνευσή της με την εταιρεία με την επωνυμία "ΚΤΗΜΑΤΙΚΗ ΥΠΗΡΕΣΙΑ ΤΟΥ ΔΗΜΟΣΙΟΥ Α.Ε."] και το διακριτικό τίτλο "ΕΤΑΔ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα (Βουλής 7), όπως εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ιωάννα Αλεξανδροπούλου, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21-10-2012 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης και της δια των από 4-4-2014 κατατεθειμένων προτάσεων ανταγωγής του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1772/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3641/2019 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί το αναιρεσείον με την από 14-6-2021 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι) Η κρινόμενη από 14-6-2021 αίτηση αναίρεσης με την οποία προσβάλλεται η υπ' αριθμ. 3641/2019 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατά την τακτική διαδικασία, αντιμωλία των διαδίκων, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 495, 552, 553, 556, 558, 560, 564 παρ.1, 566παρ. 1 Κ.Πολ.Δ) Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577παρ.1 Κ.Πολ.Δ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των κατ' ιδίαν λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.).

Η διαδικαστική πορεία της υπόθεσης, κατά το ενδιαφέρον την παρούσα αναιρετική διαδικασία μέρος, κατ' επιτρεπτή κατά το άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, έχει ως εξής: Με την από 21-10-2012 αγωγή, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος και της εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "...", η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη ιστορούσε ότι διαχειριζόταν και εκμεταλλευόταν κατά τον καταστατικό σκοπό της, από το έτος 1998 που συστήθηκε την αναφερόμενη και λεπτομερώς περιγραφόμενη έκταση συνολικής επιφανείας 249.000 τ.μ.

στην περιοχή ... του Δήμου Κρωπίας Αττικής, κυριότητας και νομής του Ελληνικού Οργανισμού Τουρισμού (ΕΟΤ), την οποία με τον τρόπο αυτό κατείχε και ότι ο τελευταίος υπόγραψε με τον πρώτο εναγόμενο Δήμο την από 14-5-1985 αρχική προγραμματική σύμβαση για την εκτέλεση έργων τουριστικής αξιοποίησης στην ανωτέρω έκταση και τη χρηματοδότηση αυτών με οικονομική συμμετοχή του ΕΟΤ, ότι σε εκτέλεση της οι άνω συμβαλλόμενοι υπόγραψαν την από 26-11-1986 σύμβαση παραχώρησης (χρησιδανείου) από τον ΕΟΤ στον αντισυμβαλλόμενο Δήμο χωρίς αντάλλαγμα για πενήντα (50) χρόνια στην οποία σύμβαση περιλήφθηκε όρος περί απαγόρευσης της εκμίσθωσης ή της παραχώρησης χρήσης ολόκληρης ή τμήματος της έκτασης από τον πρώτο των εναγομένων σε τρίτο-με εξαίρεση τυχόν μελλοντικώς συσταθείσα αμιγώς δημοτική επιχείρηση- καθώς και περί δικαιώματος ελέγχου για την τήρηση των όρων της σύμβασης από όργανα του ΕΟΤ, αλλά και όρος περί λύσης της σύμβασης παραχώρησης σε περίπτωση παραβάσεως οποιουδήποτε όρου της, με ταυτόχρονη υποχρέωση αποδόσεως της παραχωρούμενης έκτασης από τον εναγόμενο Δήμο.

Ακολούθησε η υπογραφή μεταξύ των ως άνω συμβαλλομένων της από 27-11-1987 τροποποιητική της αρχικής προγραμματική σύμβαση, στην οποία επαναλαμβανόταν ο ανωτέρω όρος περί απαγόρευσης εκμίσθωσης ή παραχώρησης με οποιονδήποτε τρόπο της έκτασης σε τρίτο -φυσικό ή νομικό πρόσωπο πλην της ως άνω εξαιρέσεως. Ότι κατόπιν διενεργηθέντος ελέγχου, με αφορμή σχετική αναφορά-καταγγελία, από τον Επιθεωρητή-ελεγκτή Δημόσιας Διοίκησης υποβλήθηκε στην ενάγουσα η υπ' αριθμ. ...

έκθεσή του, σύμφωνα με την οποία ο εναγόμενος Δήμος είχε παραβιάσει τους όρους της σύμβασης παραχώρησης, καθώς είχε προβεί κατόπιν διενέργειας πλειοδοτικού διαγωνισμού στη σύναψη του υπ' αριθμ. ... συμφωνητικού (σύμβαση εργολαβίας), δυνάμει του οποίου παραχωρήθηκε από αυτόν στην δεύτερη εναγομένη εταιρεία, η χρήση και εκμετάλλευση των ευρισκομένων στην επίδικη έκταση κτιριακών εγκαταστάσεων, προκειμένου η τελευταία να λειτουργήσει κυλικείο-αναψυκτήριο self service φαγητό αναψυκτικών, ουζερί, εστιατόριο, music bar, ενώ - κατόπιν της υπ' αριθμ. ...

απόφασης του δημοτικού συμβουλίου- υπεγράφη μεταξύ των εναγομένων ιδιωτικό συμφωνητικό για την εκμίσθωση στην δεύτερη εναγομένη των ανωτέρω κτιριακών εγκαταστάσεων μέχρι την 30-6-2019. Κατόπιν τούτου το Δ.Σ. της ενάγουσας αποφάσισε με την υπ' αριθμ. ... απόφασή του τη λύση της σύμβασης παραχώρησης με τον πρώτο εναγόμενο Δήμο και προέβη σε καταγγελία αυτής με το από 11-8-2011 εξώδικο έγγραφό της καλώντας τον να του αποδώσει την επίδικη έκταση εντός δύο μηνών από της επιδόσεως της εξωδίκου καταγγελίας, μετά δε την παρέλευση άπρακτης της ως άνω ταχθείσας προθεσμίας του απέστειλε το υπ' αριθμ. ...

έγγραφό της, καλώντας τον επίσης να προσέλθει την 18-11-2011 για την παράδοση του επιδίκου ακινήτου, πλην όμως εκείνος δεν προσήλθε, παρακρατώντας έκτοτε την επίδικη έκταση, αντιποιούμενος με τον τρόπο αυτό την νομή του Ελληνικού Οργανισμού Τουρισμού και αντιστοίχως την κατοχή της ενάγουσας. Με βάση τα παραπάνω η ενάγουσα ζήτησε να αναγνωρισθεί η κατοχή της επί της επίδικης εδαφικής έκτασης και να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να της την αποδώσουν.

Η αγωγή αυτή συνεκδικάστηκε ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου με την από 4-4-2014 και δια των προτάσεων ασκηθείσα ανταγωγή του εναγομένου δήμου κατά της ενάγουσας, με την οποία ζήτησε από την άνω αντεναγομένη (Ανώνυμη Εταιρεία ΕΤΑΔ) ως διάδοχο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων του ΕΟΤ, να του καταβάλει το υπόλοιπο ποσό της συμφωνηθείσας συγχρηματοδότησης του ΕΟΤ, ύψους 53.000.000 δρχ.

και την αποζημίωση που υποχρεώθηκε να καταβάλει προς την εργολήπτρια εταιρεία ύψους 8.390.273 δρχ. και συνολικά το ποσό των 61.390.273 δρχ. και εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 1772/2015 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με την οποία απορρίφθηκε ως απαράδεκτη η ανταγωγή διότι εισήχθη αναρμόδια καθ' ύλην προς εκδίκαση ενώπιον του άνω δικαστηρίου, δεδομένου ότι λόγω του αιτούμενου ποσού υπαγόταν στην αρμοδιότητα του Πολυμελούς Πρωτοδικείου και εφόσον είχε ασκηθεί δια των προτάσεων του εναγομένου και όχι με αυτοτελές δικόγραφο, ελλείψει τηρήσεως της σχετικής διαδικασίας, ενώ έγινε δεκτή εν μέρει η αγωγή, αναγνωρίστηκε η ενάγουσα κάτοχος της επίδικης έκτασης και υποχρεώθηκαν οι εναγόμενοι να της την αποδώσουν.

Κατόπιν ασκήσεως εφέσεων από αμφοτέρους τους εναγομένους εκδόθηκε από το Μονομελές Εφετείο Αθηνών η προσβαλλομένη απόφαση με την οποία αυτές (εφέσεις) έγιναν τυπικά δεκτές και απορρίφθηκαν κατ' ουσίαν, επικυρουμένης της πρωτόδικης απόφασης.

ΙΙ) Από τη διάταξη του άρθρου 810 του Α.Κ. προκύπτει, ότι με τη σύμβαση χρησιδανείου, ο χρήστης παραχωρεί στο χρησάμενο, για ορισμένο ή αόριστο χρόνο, χωρίς αντάλλαγμα, πράγμα κινητό ή ακίνητο, ο τελευταίος δε έχει την υποχρέωση να αποδώσει το πράγμα στον χρήστη μετά τη λήξη της σύμβασης. Ο όρος παραχώρησης της χρήσης χωρίς αντάλλαγμα είναι ουσιώδης, διότι, αν συμφωνήθηκε "αντάλλαγμα", η σύμβαση αυτή δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί ως χρησιδάνειο, αλλά συνήθως ή ως μίσθωση ή άλλη μικτή σύμβαση μη ρυθμιζόμενη πάντως από τις διατάξεις περί χρησιδανείου.

Ως αντάλλαγμα, θεωρείται κάθε παροχή, που λαμβάνει ο χρήστης δυνάμει της συμβάσεως, καθώς και κάθε ωφέλεια, που έχει αυτός από τη χρήση του πράγματος από τον χρησάμενο, εφόσον αυτή, υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις είναι τόσο σημαντική, που να αφαιρεί από την πράξη του χρήστη τον χαρακτήρα της αγαθοσύνης, που οριοθετεί το χρησιδάνειο από τις άλλες συμβάσεις.

Το χρησιδάνειο καταρτίζεται με σύμβαση μεταξύ του χρήστη και του χρησάμενου, η οποία δεν υπόκειται σε κανένα τύπο και μπορεί να συνάγεται και σιωπηρώς από πράξεις των συμβαλλομένων και, ανάλογα με το περιεχόμενο της σύμβασης, τη φύση της συγκεκριμένης χρήσης και γενικώς των περιστάσεων, η παροχή του χρήστη συνίσταται συνήθως σε πράξη αυτού και ειδικότερα, στην παράδοση του πράγματος, δηλαδή της φυσικής εξουσίας επ' αυτού, αλλά δεν αποκλείεται να συνίσταται και σε παράλειψη ή ανοχή του χρήστη και μπορεί να συναφθεί είτε για αόριστο, είτε για ορισμένο χρόνο (Α.Π.1133/2018).Περαιτέρω επειδή οι διατάξεις των άρθρων 816 επ.

Α.Κ. που ρυθμίζουν το είδος και τη διάρκεια της χρήσης του χρησιδανειζόμενου πράγματος είναι ενδοτικού δικαίου, είναι δυνατό να συμφωνηθεί στην οικεία σύμβαση χρησιδανείου ότι ο χρήστης μπορεί να αναζητήσει την επιστροφή του πράγματος οποτεδήποτε το θελήσει, οπότε ο χρησάμενος, άσχετα αν έκανε ή όχι χρήση αυτού, υποχρεούται σε άμεση παράδοση, ακόμη και αν δεν ολοκλήρωσε τη χρήση του.

Ο χρησάμενος δεν αποκτά τη νομή επί του πράγματος, αλλά μόνο την κατοχή αυτού και ασκεί τη νομή, η οποία παραμένει στο χρήστη, στο όνομα του τελευταίου. Μετά τη λήξη ή λύση της σύμβασης χρησιδανείου, αν ο χρήστης είναι κύριος του πράγματος που χρησιδανείστηκε, μπορεί να αναζητήσει αυτό είτε με την αγωγή από το χρησιδάνειο, είτε με διεκδικητική, που βασίζεται στο δικαίωμα κυριότητας, ενώ, αν είναι νομέας, μπορεί να προστατευθεί και με την αγωγή αποβολής από τη νομή, κατά τις διατάξεις των άρθρων 810, 816 επ., 980, 982, 984 παρ. 1, 987 και 998 Α.Κ.

σε περίπτωση άρνησης του χρησάμενου να αποδώσει το πράγμα στο χρήστη- παραχωρητή κατά τη λήξη του χρησιδανείου, ή όταν αντιποιείται τη νομή του (Α.Π. 463/2004, 1045/2003). Από το συνδυασμό δε των διατάξεων των άρθρων 974, 984 παρ. 1, 987, 989 ΑΚ προκύπτει ότι η προσβολή της νομής, δηλαδή, της φυσικής εξουσίας προσώπου πάνω σε πράγμα η οποία ασκείται με διάνοια κυρίου, αν είναι παράνομη και γίνεται χωρίς τη βούληση του νομέα, παρέχει αγωγή στο νομέα, που τείνει σε αποκατάσταση της πριν από την προσβολή καταστάσεως.

Προσβολή της νομής αποτελεί κάθε θετική πράξη ή παράλειψη του προσβολέα που επάγει είτε αποβολή του νομέα εκ της νομής είτε διατάραξη του νομέα στην άσκηση της νομής του. Εξάλλου από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 987 και 998 Α.Κ. προκύπτει ότι εναντίον εκείνων που απέκτησαν την κατοχή του πράγματος ή του δικαιώματος από τον νομέα ως μισθωτές ή θεματοφύλακες ή με άλλη παρόμοια σχέση (όπως χρησιδάνειο), ο νομέας έχει, εφόσον συντρέχουν οι όροι του νόμου, τις αγωγές για τη νομή.

Προϋποθέσεις εφαρμογής της διατάξεως 998 ΑΚ. είναι ο κάτοχος να έλαβε την κατοχή από το νομέα δυνάμει ορισμένης ενοχικής σχέσης και να προσέβαλε τη νομή κατά την έννοια της Α.Κ. 984, ήτοι με αποβολή ή διατάραξη. Αποβολή υπάρχει όταν ο κάτοχος αντιποιείται τη νομή αρνούμενος μετά τη λήξη της ενοχικής σχέσης να αποδώσει το πράγμα με τον ισχυρισμό ότι είναι νομέας ο ίδιος.

Εξάλλου κατά το άρθρο 997 Α.Κ., προκύπτει ότι σε περίπτωση παράνομης διατάραξης της νομής πράγματος ή δικαιώματος ή αποβολής απ αυτήν έχει κατά τρίτων τις αγωγές της νομής και εκείνος που απέκτησε την κατοχή του πράγματος ή του δικαιώματος από το νομέα ως μισθωτής ή θεματοφύλακας ή με άλλη παρόμοια σχέση.

Ασκώντας δε την περί νομής αγωγή ο πιο πάνω κάτοχος την ασκεί παραλλήλως με τον νομέα, εξ ιδίου δικαίου και συμφέροντος, νομιμοποιούμενος έτσι σε περίπτωση αποβολής να ζητήσει την προς αυτόν απόδοση του πράγματος, από την κατοχή, αλλά και την από τον ίδιο ασκούμενη για λογαριασμό του αληθούς νομέα, νομή, του οποίου αποβλήθηκε παρανόμως.

Από την διάταξη δηλαδή αυτή προκύπτει ότι ο κάτοχος απολαύει της ίδιας με το νομέα προστασίας, εφόσον η προσβολή της κατοχής προέρχεται από τρίτο. Ως τρίτος δε μπορεί να θεωρηθεί οποιοσδήποτε, ακόμη και ο κύριος του πράγματος, εκτός του νομέα, από τον οποίο ο κάτοχος έλαβε ή έλκει την κατοχή (Α.Π. 1328/2019). Η παραγραφή είναι ο θεσμός του δικαίου, εξαιτίας του οποίου μία αξίωση παραλύει, επειδή ο δικαιούχος της παρέλειψε να την ασκήσει εντός ορισμένου χρονικού διαστήματος που προβλέπεται στο νόμο.

Με τη συμπλήρωση του χρόνου της παραγραφής η αξίωση δεν αποσβήνεται, αλλά εξακολουθεί να εκδηλώνει σημεία ζωής, υπάρχουσας ως φυσική ή ατελής ενοχή. Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 992 ΑΚ, οι αξιώσεις από την αποβολή και διατάραξη (της νομής) παραγράφονται μετά ένα έτος από την αποβολή ή τη διατάραξη.

Από τη διάταξη αυτή και το συνδυασμό της προς τις αντίστοιχες των άρθρων 984 παρ. 1, 987, 989 ΑΚ, προκύπτει ότι αφετήριος χρόνος της ενιαύσιας παραγραφής των αξιώσεων του νομέα από την αποβολή ή διατάραξη, είναι η αποβολή ή η διατάραξη, αντίστοιχα. Αρχίζει δε, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 241 παρ. 1, 242, 243 παρ. 3 ΑΚ, από την επόμενη ημέρα κατά την οποία συμπληρώθηκε η αποβολή ή από την επόμενη ημέρα κατά την οποία έλαβε χώρα η διατάραξη, αντίστοιχα, και λήγει, κάθε μία από αυτές, όταν παρέλθει η τελευταία ημέρα, ήτοι η αντίστοιχη προς την ημέρα έναρξης ημέρα του έτους και ανεξαρτήτως γνώσης ή άγνοιας του νομέα.

Μόνο δε στην περίπτωση αντιποίησης της νομής ακινήτου, η διάταξη του άρθρου 982 ΑΚ εξαρτά την απώλειά της από τη γνώση του νομέα, αν η αντιποίηση γίνεται από τον κάτοχο, όταν, δηλαδή, εκείνος εξωτερικεύσει τη θέλησή του να έχει εφεξής το πράγμα όχι για το νομέα, αλλά για τον εαυτό του ή για κάποιον τρίτο (Α.Π. 647/2016).

Επί της βραχυπρόσθεσμης δε αυτής παραγραφής εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 260 - 270 ΑΚ που αφορούν την αναστολή και διακοπή αυτής για τους αναφερόμενους στις διατάξεις των άρθρων αυτών λόγους. (Α.Π. 9/2024, ΑΠ 95/2019). Επιπροσθέτως, σύμφωνα με το άρθρο 277 ΑΚ η παραγραφή δεν λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως, αλλά μόνο κατόπιν πρότασής της με ένσταση από τον οφειλέτη, ο οποίος, κατ' άρθρο 272 ΑΚ, λόγω της συμπλήρωσής της, μπορεί ως προελέχθη να αρνηθεί να εκπληρώσει την παροχή (ΑΠ 1603/2022, ΑΠ 876/2022, Α.Π. 148/2017), ενώ η παραγραφή αυτή μπορεί να συμπληρωθεί και "εν επιδικία" που συνιστά ειδικότερη εκδήλωση του θεσμού της παραγραφής.

Κατά το άρθρο 559 αριθμός 1 Κ.Πολ.Δ., αναιρετικός λόγος για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται, αν το δικαστήριο της ουσίας ερμήνευσε εσφαλμένα τον κανόνα αυτό, του προσέδωσε δηλαδή έννοια διαφορετική από την αληθινή ή δεν τον εφάρμοσε ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις εφαρμογής του ή τον εφάρμοσε, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, απαιτώντας περισσότερα ή αρκούμενο σε λιγότερα, αντίστοιχα, στοιχεία από όσα αξιώνει ο νόμος για την εφαρμογή του ή αν τον εφάρμοσε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 10/2011 ΟλΑΠ 7/2006).

Αν το δικαστήριο απεφάνθη για την ουσία της υπόθεσης, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται βάσει των πραγματικών περιστατικών που ανέλεγκτα δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο. Ιδρύεται δε ο παραπάνω λόγος, αν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή αν δεν τον εφάρμοσε, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 4/2018, 1/2013 ).Με τον παραπάνω λόγο ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση της νομιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς.

Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, κυρία παρέμβαση, ένσταση κλπ ορθά απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή στην ουσία (ΟλΑΠ 10/2011, ΑΠ 1717/2022, ΑΠ 652/2022, 561/2022, ΑΠ 334/2021, ΑΠ 65/2020). Επί πλέον λόγος αναίρεσης ιδρύεται από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στη έκβαση της δίκης.

Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναίρεσης της έλλειψης νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται σύμφωνα με το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε, ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (ΑΠ 175/2020, ΑΠ4979/2020, ΑΠ 103/2011).Η ως άνω διάταξη δεν έχει εφαρμογή όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ιδίως στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος από αυτήν, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως κατ άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., εκτός εάν δεν είναι σαφές και πλήρες το αποδεικτικό πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.

Δηλαδή, μόνο τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε (Α.Π 717/2023, ΑΠ 664/2023, ΑΠ 76/2023, ΑΠ 1485/2022, ΑΠ 1754/2022). Τέλος κατά το άρθρο 562 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται:

α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη ή το δεδικασμένο. Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναιρέσεως, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.

Πρέπει δηλαδή να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναιρέσεως είχε προταθεί στο δικαστήριο το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και αν ο εν λόγω ισχυρισμός ερευνάται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο. Εξάλλου ο όρος "Δημόσια Τάξη" υποδηλώνει τον κανόνα αναγκαστικού δικαίου, που τέθηκε για εξυπηρέτηση γενικού σκοπού ή του συμφέροντος της κοινωνίας, η εφαρμογή του οποίου δεν μπορεί να αποκλεισθεί με την ιδιωτική βούληση (Α.Π.183/2014), ενώ οι αυτεπάγγελτα ερευνώμενοι ισχυρισμοί δεν είναι κατ' ανάγκη δημοσίας τάξεως (Α.Π. 20/2011).

ΙΙΙ) Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. επισκόπηση για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου της προσβαλλομένης υπ' αριθμ. 3641/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, προκύπτει ότι τούτο δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του, τα ακόλουθα: "Η ενάγουσα συστάθηκε δυνάμει του αρθρ. 12 του ν. 2636/1998 αρχικώς με την επωνυμία "Ανώνυμη Εταιρία Αξιοποίησης Περιουσίας ΕΟΤ", η οποία ήδη έχει μετονομασθεί με το άρθρο 1 της υπ' αριθ. ..., σε "Εταιρεία Ακινήτων Δημοσίου Ανώνυμη Εταιρεία" (ΕΤΑΔ Α.Ε.) έχουσα τη διοίκηση, διαχείριση και εκμετάλλευση της περιουσίας του EOT, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 13 παρ.

Ια, β, παρ. 2α και παρ. 5 ιβ του Ν. 2636/1998, όπως αυτό τροποποιήθηκε με την διάταξη του άρθρου 9 παρ. 6 του Ν. 2837/2000.....Μεταξύ των περιουσιακών στοιχείων του EOT, των οποίων την διοίκηση, διαχείριση και εκμετάλλευση έχει η ενάγουσα, συγκαταλέγεται και η έκταση, η οποία ευρίσκεται κάτωθεν της παραλιακής οδού Αθηνών- Σουνίου, στο ...

αυτής, στην περιοχή ... του Δήμου Κρωπίας Αττικής, εμβαδού συνολικά 249.000 τ.μ (ακολουθεί περιγραφή της έκτασης)........ Η ενάγουσα ως διαχειρίστρια των ακινήτων του ΕΟΤ έχει την κατοχή τους, βάσει των διατάξεων του ανωτέρω Ν. 2336/1998. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο EOT υπέγραψε την από 14.05.1985 αρχική προγραμματική σύμβαση με το πρώτο των εναγομένων, η οποία έληγε την 31.12.1989 και προέβλεπε την εκτέλεση έργων για την τουριστική αξιοποίηση και την χρηματοδότηση αυτών με την οικονομική συμμετοχή του EOT και του πρώτου των εναγομένων με το ποσό των 100.000.000 δρχ.

και 30.000.000 δρχ. αντίστοιχα. Σε εκτέλεση της ως άνω αρχικής Προγραμματικής Σύμβασης, υπεγράφη την 26.11.1986, σύμβαση παραχώρησης (χρησιδανείου), με την οποία ο EOT παραχώρησε στον Δήμο Κρωπίας τη χρήση της παραπάνω έκτασης (χερσαία έκταση και αιγιαλός), συνολικού εμβαδού 249.000 τ.μ. περίπου, χωρίς αντάλλαγμα και για πενήντα (50) χρόνια (έως 26.11.2036), με σκοπό την αξιοποίησή τους βάσει του σχεδίου της Προγραμματικής Σύμβασης.

Στην πιο πάνω σύμβαση, συμφωνήθηκαν, μεταξύ άλλων, και τα εξής: "α. Απαγορεύεται σε όλη τη διάρκειά της η εκμίσθωση ή η παραχώρηση της χρήσης ολόκληρης ή τμήματος της έκτασης σε τρίτο, φυσικό ή νομικό πρόσωπο, με οποιοδήποτε τρόπο ή μορφή και οποιαδήποτε παραχώρηση χωρίς την τήρηση της προϋπόθεσης αυτής είναι άκυρη και δεν δεσμεύει τον EOT, εκτός από την περίπτωση της σύστασης αμιγούς δημοτικής επιχείρησης με μεταγενέστερη συμφωνία μεταξύ του EOT και Δήμου (όρος 3 της σύμβασης), β.

Ο EOT διατηρεί το δικαίωμα, σε όλη τη διάρκεια της παραχώρησης, να προβαίνει με όργανά του σε έλεγχο για την τήρηση από μέρους του Δήμου των όρων της σύμβασης και δικαιούται να τη λύσει με καταγγελία και πριν από τη λήξη της σε περίπτωση μη υλοποίησης για οποιοδήποτε λόγο, των όρων της προγραμματικής σύμβασης και να ζητήσει την επαναφορά σ' αυτόν της παραχωρούμενης έκτασης (όρος 5 της σύμβασης), γ.

κάθε παράβαση οποιουδήποτε όρου της παρούσας (σύμβασης παραχώρησης), έχει σαν αποτέλεσμα της λύση της παρούσας σύμβασης και την υποχρέωση του Δήμου Κρωπίας προς απόδοση της παραχωρούμενης έκτασης με τα κάθε φύσεως κτίσματα, εγκαταστάσεις, εξοπλισμό, φυτείες, έργα κλπ. αυτής στον EOT, μετά προηγούμενη δίμηνη ειδοποίηση (όρος 9 της σύμβασης)".

Εν συνεχεία, την 27.11.1987 υπεγράφη μεταξύ των ιδίων πιο πάνω συμβαλλομένων νέα προγραμματική σύμβαση που τροποποιούσε την αρχική, ως προς το αρχικό πρόγραμμα της καθώς και το χρονοδιάγραμμα εφαρμογής του, με προβλεπόμενη λήξη την 31.12.1989. Σύμφωνα με το άρθρο 6 παρ. 2 εδ. ε περ. 5 αυτής ο Δήμος Κρωπίας ανέλαβε την υποχρέωση να μην εκμισθώσει ή παραχωρήσει με οποιονδήποτε τρόπο άλλο τρόπο τμήματα χώρων ή, εγκαταστάσεων του προγράμματος σε τρίτο, φυσικό ή νομικό πρόσωπο, με μόνη εξαίρεση την αμιγή δημοτική επιχείρηση, που θα συσταθεί με μεταγενέστερη συμφωνία μεταξύ του EOT και Δήμου κατά την πρόβλεψη του άρθρου 10 της προγραμματικής σύμβασης.".......

Ακολούθως, την 24.02.2011 υποβλήθηκε στην ενάγουσα η υπ' αρ. ... έκθεση ελέγχου της Επιθεωρητού - Ελεγκτού Δημόσιας Διοίκησης, η οποία διενήργησε έλεγχο στο πρώτο των εναγόμενων, μετά την υπ'αριθμ. πρωτ. ... αναφορά/καταγγελία του Δημοτικού Συνδυασμού Κορωπί Νέο Ξεκίνημα", στην οποία αναφέρεται ότι το πρώτο των εναγομένων παραβίασε τους όρους που είχαν τεθεί τόσο με την από 26.11.1986 σύμβαση παραχώρησης όσο και με την από 27.11.1987 τροποποιητική προγραμματική σύμβαση περί απαγόρευσης εκμίσθωσης ή παραχώρησης της επίδικης εδαφικής έκτασης σε τρίτους (με εξαίρεση αμιγή δημοτική επιχείρηση).

Ειδικότερα αποδείχθηκε ότι το πρώτο των εναγομένων το έτος 1996, κατόπιν διενέργειας πλειοδοτικού διαγωνισμού, ανέθεσε με το υπ' αριθμ. ... συμφωνητικό (σύμβαση εργολαβίας), στη δεύτερη των εναγόμενων εταιρεία περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "... - ...", για πέντε (5) χρόνια (από 01.07.1996 έως 30.06.2001, τη λειτουργία των κτιριακών (τουριστικών) εγκαταστάσεων επιφάνειας 260 τ.μ.

με τον περιβάλλοντα αυτών χώρο, χωρίς προηγούμενη έγκριση από τον EOT. ............ Ακολούθως δε, ......... η δεύτερη των εναγόμενων υπέβαλε νέα πρόταση για την υπογραφή σύμβασης μίσθωσης για το παραχωρηθέν ακίνητο, την οποία το Δημοτικό Συμβούλιο του πρώτου των εναγομένων, με την υπ' αριθμ, ... απόφασή του, ενέκρινε κατά πλειοψηφία, υπεγράφη δε το από 22.01.2009 ιδιωτικό συμφωνητικό "τροποποίησης μίσθωσης", το οποίο προέβλεπε:

α) την παράταση της διάρκειας της μίσθωσης έως 30.06.2019, με ετήσιο μίσθωμα 300.000,00 Ευρώ, σταθερό για τα τρία πρώτα έτη και αναπροσαρμοζόμενο κατ' έτος μετά την πρώτη τριετία και με έναρξη καταβολής την 01.05.2009, σε δύο δόσεις κατ' έτος β) την παροχή δυνατότητας στους εταίρους της μισθώτριας να μεταβιβάσουν τα εταιρικά τους μερίδια, και να προβούν σε μετατροπή της εταιρικής μορφής και σε αλλαγή εταιρικής επωνυμίας.

Το Διοικητικό Συμβούλιο της ενάγουσας, αφού έλαβε υπόψη του τα ως άνω αναφερόμενα στην υπ' αρ. ... της Επιθεωρητού - Ελεγκτού Δημόσιας Διοίκησης, αποφάσισε κατά την με αριθμ. ... συνεδρίασή του, την διά καταγγελίας λύση της από 26.11.1986 σύμβασης παραχώρησης (χρησιδανείου) της χρήσης της επίδικης έκτασης του EOT, λόγω παράβασης ουσιώδους όρου της σύμβασης αυτής, ήτοι του όρου περί απαγόρευσης παραχώρησης ή εκμίσθωσης της επίδικης έκτασης σε τρίτους.

Σε εκτέλεση της πιο πάνω απόφασης του Διοικητικού Συμβουλίου της η ενάγουσα κατήγγειλε δυνάμει του από 11.08.2011 εξωδίκου εγγράφου της προς το πρώτο των εναγομένων - το οποίο επιδόθηκε σ' αυτό την 16.08.2011, όπως προκύπτει από την υπ' αρ. αριθμ. ... έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Ι.

Χ. - την από 26.11.1986 σύμβαση παραχώρησης της επίδικης έκτασης, ως ισχύει, και τον κάλεσε, εντός δύο (2) μηνών από την επίδοση του εν λόγω εξωδίκου εγγράφου της (ήτοι μέχρι την 16.10.2011) να της αποδώσει τις παραχωρημένες ως άνω εκτάσεις, με τα κάθε φύσεως κτίσματα, εγκαταστάσεις, εξοπλισμό, φυτείες, έργα κλπ. επ' αυτών, άλλως δήλωσε ότι σε περίπτωση άπρακτης παρέλευσης της ως άνω, ότι θα ασκήσει κάθε νόμιμο μέσο για την αποβολή από τις εκτάσεις αυτές.

Η κατά τα άνω ταχθείσα προθεσμία παρήλθε άπρακτη, χωρίς ο πρώτος των εναγομένων να παραδώσει το ακίνητο, για το λόγο αυτό, η ενάγουσα με το με αριθμ. πρωτ. ... έγγραφό της - που επιδόθηκε στον πρώτο των εναγομένων στις 02.11.2011, όπως προκύπτει από την αριθμ. ... έκθεση επίδοσης του ίδιου πιο πάνω δικαστικού επιμελητή - κάλεσε το πρώτο των εναγόμενων να προσέλθει την 18-11- 2011 και ώρα 11.00 π.μ., προκειμένου να παραδώσει στην ενάγουσα το επίδικο ακίνητο και να υπογράψει το σχετικό πρωτόκολλο παραλαβής- παράδοσης.

Πλην όμως ο Δήμος δεν προσήλθε κατά την παραπάνω ορισθείσα ημέρα και ώρα, συνταχθέντος προς τούτο του από 18-11-2011 πρωτοκόλλου μη παραλαβής. Κατά συνέπεια, από την ως άνω ημερομηνία (18.11.2011) και εντεύθεν, οι εναγόμενοι, κατέχουν την επίδικη εδαφική έκταση επιλήψιμα - ήτοι χωρίς να έχουν προς τούτο δικαίωμα, αφού μετά την ως άνω καταγγελία έχει παύσει η ενοχική σχέση που απέρρεε εκ της από 26.11.1986 σύμβασης παραχώρησης (χρησιδανείου) - και ειδικότερα το μεν πρώτο των εναγομένων κατέχει παράνομα το σύνολο της επίδικης εδαφικής έκτασης, η δε δεύτερη των εναγομένων το επιμέρους εδαφικό τμήμα που της παραχωρήθηκε από το πρώτο των εναγομένων δυνάμει του από 22.01.2009 ιδιωτικού συμφωνητικού τροποποίησης μίσθωσης και το οποίο εντοπίζεται στο με αριθμ.

σχεδίου ... τοπογραφικό διάγραμμα της ΕΤΑΔ Α.Ε. στη θέση 1 του υπό Α τμήματος της όλης έκτασης. Εξάλλου δεν αποδείχθηκε ότι αξίωση της ενάγουσας έχει υποπέσει στην κατ' αρθρ. 992 ΑΚ ενιαύσια παραγραφή, όπως ισχυρίζεται ο πρώτος των εναγόμενων, δεδομένου ότι η επιλήψιμη κατοχή εκ μέρους αυτού εκκίνησε την 18.11.2011 - όταν είχε πλέον λυθεί δια καταγγελίας η από 26.11.1986 σύμβασης παραχώρησης (χρησιδανείου) και είχαν παρέλθει άπρακτες άπασες οι προθεσμίες που είχε τάξει η ενάγουσα στον εναγόμενων για παράδοση του ακινήτου, ενώ η κρινόμενη αγωγή ασκήθηκε την 02.11.2012, με επίδοση αυτής στους εναγόμενους, όπως προκύπτει από τις υπ' αρ. ...

εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Ι. Χ., απορριπτομένου του τρίτου λόγου της δεύτερης έφεσης περί ένστασης παραγραφής. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ανεξαρτήτως συμπερίληψης του όρου περί απαγόρευσης εκμίσθωσης ή παραχώρησης με οποιονδήποτε άλλο τρόπο τμήματος της παραχωρηθείσας έκτασης ή κάποιου χώρου ή εγκατάστασης αυτής σε τρίτο φυσικό ή νομικό πρόσωπο (πλην αμιγούς δημοτικής επιχείρησης) στην από 27.11.1987 τροποιητική προγραμματική σύμβαση - η οποία έληγε την 31.12.1989 - ο ίδιος ως άνω όρος είχε περιληφθεί επίσης και στο άρθρο 3 της από 26.11.1986 σύμβασης παραχώρησης (χρησιδανείου), δυνάμει της οποίας ο EOT παραχωρούσε στο πρώτο των εναγομένων την επίδικη έκταση για πενήντα (50) χρόνια, επομένως η ισχύς της σύμβασης αυτής συναφώς και του εν λόγω όρου εκτεινόταν μέχρι και το έτος 2036.

Εξάλλου με τον όρο 9 της ίδιας σύμβασης είχε συμφωνηθεί ότι κάθε παράβαση οποιουδήποτε όρου της σύμβασης αυτής - επομένως και του όρου 3 αυτής - έχει ως αποτέλεσμα τη λύση της σύμβασης, με βάση δε τον ως άνω όρο νομίμως η ενάγουσα προέβη στην καταγγελία της σύμβασης παραχώρησης. Αντιστοίχως δεν προέκυψε η ύπαρξη οποιοσδήποτε συναίνεσης ή μεταγενέστερης έγκρισης από την ενάγουσα αναφορικά με την παραχώρηση της επίδικης έκτασης από τον πρώτο των εναγομένων στη δεύτερη των εναγομένων...........".

Ακολούθως, απέρριψε αμφότερες τις εφέσεις, επικυρώνοντας την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου. Με βάση τις άνω παραδοχές το Εφετείο δέχθηκε ότι η ενάγουσα- αναιρεσίβλητη ως διαχειρίστρια της περιουσίας του ΕΟΤ, είχε την κατοχή βάσει των διατάξεων του Ν. 2636/1998 των αναφερομένων εδαφικών εκτάσεων, ότι δυνάμει της αναφερομένης σύμβασης παραχώρησης (χρησιδανείου) παραχώρησε στο πρώτο εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ. (Δήμο Κρωπίας) τη χρήση αυτών άνευ ανταλλάγματος για πενήντα χρόνια (έως 26-11-2036) με σκοπό την αξιοποίησή τους με τους συμφωνηθέντες όρους, μεταξύ των οποίων ο όρος της απαγόρευσης καθ' όλη τη διάρκειά της της παραχώρησης της χρήσης ολόκληρης ή τμήματος της έκτασης σε τρίτο, αλλά και ο όρος ότι κάθε παράβαση οποιουδήποτε όρου θα είχε ως αποτέλεσμα τη λύση της σύμβασης και την υποχρέωση του Δήμου Κρωπίας προς απόδοση της παραχωρούμενης έκτασης με τα κάθε φύσεως κτίσματα, εγκαταστάσεις, εξοπλισμό, φυτείες, έργα κ.λ.π.

στον ΕΟΤ, μετά προηγούμενη δίμηνη ειδοποίηση, όροι που επαναλήφθηκαν και στην από 27-11-1987 νέα τροποποιητική της αρχικής προγραμματική σύμβαση που υπογράφηκε μεταξύ των ιδίων ως άνω συμβαλλομένων, ότι όπως διαπιστώθηκε με την υπ' αριθμ. ... έκθεση ελέγχου του Επιθεωρητού- Ελεγκτού Δημόσιας Διοίκησης το πρώτο εναγόμενο Ν.Π.Δ.Δ.

το έτος 1996 κατόπιν διενέργειας πλειοδοτικού διαγωνισμού ανέθεσε με την αναφερόμενη σύμβαση εργολαβίας στην δεύτερη των εναγομένων εταιρεία τη λειτουργία των αναφερομένων κτιριακών τουριστικών εγκαταστάσεων με τον περιβάλλοντα αυτών χώρο, αρχικά για χρονικό διάστημα πέντε ετών και κατόπιν με το από 22-1-2009 ιδιωτικό συμφωνητικό μίσθωσης έως 30-6-2019 με το αναφερόμενο ετήσιο μίσθωμα, χωρίς προηγούμενη έγκριση του ΕΟΤ, προς εκμετάλλευση, παραβιάζοντας τους όρους των ρηθέντων προγραμματικών συμβάσεων και ότι κατόπιν τούτου το Δ.Σ.

της ενάγουσας αποφάσισε στην υπ' αριθμ. ... συνεδρίασή του την δια καταγγελίας λύση της σύμβασης παραχώρησης (χρησιδανείου) της χρήσης της επίδικης έκτασης λόγω παραβίασης του ουσιώδους όρου αυτής περί απαγόρευσης παραχώρησης ή εκμίσθωσης της επίδικης έκτασης σε τρίτους, ότι ακολούθως η ενάγουσα κατήγγειλε με το επιδοθέν την 16-8-2011 από 11-8-2011 εξώδικο έγγραφό της προς το πρώτο των εναγομένων, την σύμβαση παραχώρησης της επίδικης έκτασης και το κάλεσε, εντός δύο (2) μηνών από την επίδοση του εν λόγω εξωδίκου εγγράφου της (ήτοι μέχρι την 16.10.2011) να της αποδώσει τις παραχωρημένες ως άνω εκτάσεις, ότι η κατά τα άνω ταχθείσα προθεσμία παρήλθε άπρακτη, για το λόγο αυτό, η ενάγουσα με το με αριθμ.

πρωτ. ... έγγραφό της που επιδόθηκε στο άνω εναγόμενο στις 2-11-2011, κάλεσε το τελευταίο να προσέλθει την 18-11-2011 και ώρα 11.00 π.μ., προκειμένου να παραδώσει στην ενάγουσα το επίδικο ακίνητο και να υπογράψει το σχετικό πρωτόκολλο παραλαβής- παράδοσης, πλην όμως εκείνο δεν προσήλθε κατά την παραπάνω ορισθείσα ημέρα και ώρα, συνταχθέντος προς τούτο του από 18-11-2011 πρωτοκόλλου μη παραλαβής και κατά συνέπεια, από την ως άνω ημερομηνία (18.11.2011) και εντεύθεν, οι εναγόμενοι, κατέχουν την επίδικη εδαφική έκταση επιλήψιμα - ήτοι χωρίς να έχουν προς τούτο δικαίωμα, αφού μετά την ως άνω καταγγελία έχει παύσει η ενοχική σχέση που απέρρεε εκ της από 26.11.1986 σύμβασης παραχώρησης (χρησιδανείου) - και ειδικότερα το μεν πρώτο των εναγομένων κατέχει παράνομα το σύνολο της επίδικης εδαφικής έκτασης, η δε δεύτερη των εναγομένων το επιμέρους εδαφικό τμήμα που της παραχωρήθηκε από το πρώτο των εναγομένων δυνάμει του από 22.01.2009 ιδιωτικού συμφωνητικού τροποποίησης μίσθωσης.

Ακολούθως απέρριψε τον περί (ενιαύσιας) παραγραφής της ένδικης αξίωσης της ενάγουσας κατ' άρθρο 992 Α.Κ, ισχυρισμό του πρώτου εναγομένου- αναιρεσείοντα (που επανέφερε με σχετικό λόγο εφέσεως) με την αιτιολογία ότι η επιλήψιμη κατοχή εκ μέρους του εκκίνησε την 18-11-2011, όταν είχε πλέον λυθεί δια καταγγελίας η από 26-11-1986 σύμβαση παραχώρησης (χρησιδανείου) και είχαν παρέλθει άπρακτες άπασες οι προθεσμίες που είχε τάξει η ενάγουσα στον πρώτο των εναγομένων για παράδοση του ακινήτου, ενώ η κρινόμενη αγωγή ασκήθηκε την 2-11-2012, με επίδοση αυτής στους εναγόμενους, όπως προκύπτει από τις υπ' αριθμ. ...

εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Ι. Χ.. Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ του πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 240,241, 242, 243 εδ.γ, 251 και 992 Α.Κ., στις οποίες στηριζόταν η ως άνω περί παραγραφής ένστασή του, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε σε συνδυασμό με την Α.Κ. 982, ενόψει του ότι στην απόφασή του υπάρχει νομική ακολουθία μεταξύ των πραγματικών γεγονότων που έγιναν δεκτά απ' αυτήν και υπήχθησαν στις παραπάνω διατάξεις όπως η έννοιά τους αναλύθηκε στη νομική σκέψη που προαναφέρθηκε και του συμπεράσματος του νομικού της συλλογισμού ότι η ένδικη αξίωση της ενάγουσας προς απόδοση της κατοχής των επίδικων εδαφικών εκτάσεων από τον ενιστάμενο-εναγόμενο, επιλήψιμο κάτοχο αυτής, δεν έχει υποπέσει στην εκ του άνω άρθρου προβλεπόμενη παραγραφή, δεδομένου ότι της αντιποιήσεως γενομένης από τον κάτοχο, η επιλήψιμη κατοχή εκ μέρους του εκκίνησε την 18-11-2011 όταν, δηλαδή, εκείνος εξωτερίκευσε τη θέλησή του να έχει εφεξής το πράγμα για τον εαυτό του, με την μη προσέλευσή του για παράδοση του ακινήτου την ορισθείσα ημέρα και ώρα, και η ένδικη εναντίον του αγωγή ασκήθηκε τη 2-11-2012, ήτοι προ της παρελεύσεως του έτους.

Επίσης με τις άνω παραδοχές το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του από τη νόμιμη βάση της, αλλά με σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα ότι η ένδικη αξίωση δεν υπέπεσε στην ενιαύσια παραγραφή της Α.Κ. 992 Α.Κ. απορρίπτοντας τον σχετικό ισχυρισμό του εναγομένου αναιρεσείοντα.

Συνεπώς, είναι αβάσιμοι οι σχετικοί λόγοι αναιρέσεως με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες από τους αριθμούς και 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. με τους οποίους το αναιρεσείον αιτιάται ότι το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις παραπάνω διατάξεις ουσιαστικού δικαίου και στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον κατέληξε στο ως άνω συμπέρασμά του με ανεπαρκείς αιτιολογίες, ισχυριζόμενο ειδικότερα ότι εσφαλμένα εφάρμοσε τις ρηθείσες ως άνω διατάξεις του Α.Κ., δεχόμενη ότι η ένδικη αξίωση της ενάγουσας- αναιρεσίβλητης δεν έχει υποπέσει σε παραγραφή, αν και από τον αφετήριο χρόνο της γεννήσεως της αξιώσεως για προστασία της κατοχής της που τοποθετείται την 17-8-2011, επομένη ημέρα της καταγγελίας της σύμβασης παραχώρησης, άλλως την 16-10-2011 με την πάροδο της τεθείσας σε αυτόν προθεσμίας με τη ρηθείσα καταγγελία και όχι την 18-11-2011(ημερομηνία που κλήθηκε να παραδώσει την επίδικη εδαφική έκταση), μέχρι της ασκήσεως της αγωγής (2-11-2012) είχε παρέλθει χρονικό διάστημα μεγαλύτερο του έτους, και ότι με ανεπαρκείς ελλιπείς και αντιφατικές αιτιολογίες, απέρριψε την σχετική περί παραγραφής ένστασή του.

IV) Με το δεύτερο λόγο αναίρεσης αποδίδονται στην προσβαλλομένη απόφαση οι εκ των αριθμ. 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλειες της ευθείας και εκ του πλαγίου παραβιάσεως των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 992 και 260-270 Α.Κ., και των άρθρων 90 παρ.1, 91, 93 του προϊσχύσαντος ν. 2362/1995 "περί Δημοσίου Λογιστικού", όπως ίσχυε κατά το χρόνο ασκήσεως της αγωγής, άρθρο 144 του ν. 4270/2014 και 276 αρ. 2 ν. 3463/2006, συνιστάμενες στο ότι αν και η ένδικη αξίωση της ενάγουσας είχε υποπέσει στην ενιαύσια παραγραφή "εν επιδικία", καθώς η διακοπείσα με την έγερση της αγωγής παραγραφή άρχισε εκ νέου την επομένη ημέρα της επιδόσεως της από 22-10-2015 εφέσεώς του και μέχρι της συζητήσεώς της την 9-10-2018, είχε παρέλθει χρονικό διάστημα μεγαλύτερο του έτους, χωρίς να μεσολαβήσει κάποια ανασταλτική της παραγραφής ενέργεια, ισχυρισμός που έπρεπε να ληφθεί υπόψη αυτεπάγγελτα από το Εφετείο και για τον επιπρόσθετο λόγο ότι κατά τις ρηθείσες ως άνω διατάξεις, που αφορούν στη δημόσια τάξη, η παραγραφή ενοχικής αξίωσης κατά Ο.Τ.Α., όπως και η επίδικη, λαμβάνεται υπόψη και αυτεπάγγελτα από το δικαστήριο της ουσίας εν τούτοις η αγωγή έγινε δεκτή, χωρίς το δικαστήριο της ουσίας να λάβει υπ' όψη, όπως είχε αυτεπάγγελτη υποχρέωση, την εν λόγω παραγραφή.

Με το περιεχόμενο αυτό, οι άνω λόγοι αναίρεσης είναι απορριπτέοι, ως απαράδεκτοι, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο εν λόγω, περί παραγραφής "εν επιδικία", ισχυρισμός προβλήθηκε στο δικαστήριο, που δίκασε κατ' έφεση, ακόμη και στην περίπτωση που όπως διατείνεται λαμβανόταν υπ' όψη και αυτεπάγγελτα, κατ εφαρμογή των ως άνω επικαλούμενων διατάξεων, καθόσον αυτός δεν αφορά στη δημόσια τάξη, με την ανωτέρω έννοια, αλλά (αφορά) στις (ιδιωτικού δικαίου) σχέσεις μεταξύ του Δήμου και της ενάγουσας Α.Ε. (ΑΠ 1813/2011).

Εξ άλλου, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των προτάσεων που κατέθεσε νομίμως το αναιρεσείον ενώπιον του Εφετείου κατά τη συζήτηση της εφέσεως, τέτοιος ισχυρισμός ουδόλως είχε προβληθεί.

V) Συνακόλουθα και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ.3641/2019 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών και να καταδικαστεί το αναιρεσείον, ως ηττηθείς διάδικος, στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το σχετικό αίτημά της (άρθρα 176,183,191 παρ. 2 ΚΠολΔ), πλην όμως θα επιβληθεί μειωμένη κατ' άρθρο 281 παρ. 2 του Ν. 3463/2006 "Κύρωση του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων", σύμφωνα με τα οριζόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 14-6-2021 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 3641/2019 τελεσίδικης αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ το αναιρεσείον στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει στο ποσό των οκτακοσίων (800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Φεβρουαρίου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Μαρτίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ