Supreme Court dismisses appeal withdrawal request and partially allows appeal against lower court decision.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court declared the appellant's withdrawal of the appeal inadmissible because it was submitted after the oral debate began. The court found the lower court committed a procedural error by enforcing a seizure for a partial amount while reserving rights for the remainder of the debt. Consequently, the appeal was allowed regarding the second defendant, the case was remitted for retrial, and costs were assigned to the losing party.
Legislator headnote
AI generatedArticles 294, 295, 297, 299 and 495 of the Code of Civil Procedure; Withdrawal of an appeal filed after the start of oral debate is inadmissible without the respondent's consent, whereas an appeal based on a procedural error regarding partial enforcement of a seizure is admissible and warrants remittal for retrial.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 442 / 2024 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 442/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασημίνα Υφαντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Ευτύχιο Νικόπουλο και Βαρβάρα Πάπαρη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 2 Οκτωβρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "Τ. E. Α. Ε." και το διακριτικό τίτλο "….", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της αρχικά καθ' ης η ανακοπή Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "Τ. E. E. Α. Ε.", η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αθανάσιο Τσιμπληνίδη και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ο. Ε. με την επωνυμία «Σ.. Μ. Κ. Υ. Ο..Ε..", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο, 2) Σ. Μ. του Δ., 3) Σ. Μ. του Σ., 4) Δ. Μ. του Σ., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.
Στο σημείο αυτό, ο πληρεξούσιος της ως άνω αναιρεσείουσας, αφού έλαβε το λόγο από την Πρόεδρο, δήλωσε, ότι η αναιρεσείουσα παραιτείται από το δικόγραφο της από 26/8/2020 κρινόμενης αίτησης για αναίρεση της 399/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς, ως προς τους 1η, 3ο και 4ο των αναιρεσιβλήτων.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5/6/2013 ανακοπή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1694/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 399/2020 του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 26/8/2020 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Από τις διατάξεις των άρθρων 294, 295, 297 και 299 ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται, σύμφωνα με το άρθρο 573 παρ. 1 ΚΠολΔ, και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, συνάγεται ότι η παραίτηση από το δικόγραφο του ενδίκου μέσου που έχει ασκηθεί, άρα και από το δικόγραφο της αναίρεσης (ΚΠολΔ 495 παρ. 1), μπορεί να γίνει ή με δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή με δικόγραφο που επιδίδεται στον αντίδικο του παραιτούμενου, πριν αρχίσει η προφορική συζήτηση της ουσίας της υπόθεσης, χωρίς τη συναίνεση του αναιρεσιβλήτου και την κλήτευσή του στην ορισθείσα συζήτηση, αφού αυτός και αν ακόμη είχε κληθεί και παρασταθεί, δεν θα μπορούσε να αντιταχθεί στην παραίτηση αυτή (ΑΠ 624/2022, ΑΠ 1196/2021, ΑΠ 47/2020).
Η παραίτηση από το δικόγραφο της αίτησης αναίρεσης, για την οποία αρκεί η ύπαρξη γενικής μόνο πληρεξουσιότητας στο πρόσωπο του δικηγόρου του παραιτούμενου, έχει ως αποτέλεσμα ότι η αίτηση αναίρεσης θεωρείται πως δεν ασκήθηκε, επιφέρει δε την κατάργηση της δίκης επί του ενδίκου μέσου, χωρίς να απαιτείται η έκδοση σχετικής απόφασης (ΑΠ 1406/2021, ΑΠ 469/2020, ΑΠ 93/2020, ΑΠ 742/2017, ΑΠ 649/2016).Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου και τα διαδικαστικά έγγραφα της παρούσας δίκης, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από το οικείο πινάκιο, εμφανίστηκε στο ακροατήριο, ο πληρεξούσιος δικηγόρος της αναιρεσείουσας Αθανάσιος Τσιμπληνίδης, ο οποίος, δυνάμει του 6670/2020 πληρεξουσίου της συμβολαιογράφου Αθηνών Αικατερίνης Μαυρουδή δήλωσε προφορικά και καταχωρίσθηκε στα πρακτικά συνεδρίασης, ότι η αναιρεσείουσα παραιτείται από το δικόγραφο της ένδικης από 26/8/2020 αίτησης αναίρεσης ως προς τους πρώτη, τρίτο και τέταρτο των αναιρεσιβλήτων.
Επομένως, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, πρέπει να θεωρηθεί ότι η αίτηση αναιρέσεως δεν ασκήθηκε και να καταργηθεί η παρούσα δίκη ως προς τους ανωτέρω αναιρεσιβλήτους.
2. Από το άρθρο 576 παρ. 1-2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολειπόμενος διάδικος, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, τότε ερευνάται αν ο απολειπόμενος ή ο μη παριστάμενος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος διάδικος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.
Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε ή επιδόθηκε αλλά όχι νόμιμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήση. Στην αντίθετη περίπτωση, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί (ΑΠ 696/2021, ΑΠ 206/2017).Στην προκειμένη περίπτωση, από την υπ' αριθ. 329ΣΤ'/30.11.2020 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στην περιφέρεια του Εφετείου Αθηνών Π.
Ρ., την οποία προσκομίζει η αναιρεσείουσα, προκύπτει ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, με την πράξη καταθέσεως και ορισμού δικασίμου, καθώς και κλήση προς συζήτηση για την δικάσιμο της 4.4.2022, που ορίσθηκε αρχικά οπότε αναβλήθηκε η συζήτηση της υπόθεσης από το πινάκιο για την αναφερόμενη στην αρχή της απόφασης αυτής δικάσιμο, επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, με επιμέλεια της αναιρεσείουσας, η οποία επισπεύδει τη συζήτηση της υπόθεσης, στον δεύτερο αναιρεσίβλητο.
Επομένως, εφόσον αυτός δεν εμφανίσθηκε στην δικάσιμο αυτή, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά της στο πινάκιο, ούτε εκπροσωπήθηκε με δήλωση πληρεξούσιου δικηγόρου του, κατά το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία του.
3. Η κρινόμενη από 26.8.2020 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 399/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495, 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ).Είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ 577 παρ.3 ΚΠολΔ). Σημειώνεται, ότι η αναιρεσείουσα τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "Τράπεζα Eurobank Ανώνυμη Εταιρεία" και διακριτικό τίτλο "Eurobank", άσκησε την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και παρίσταται στο Δικαστήριο τούτο ως καθολική διάδοχος της εφεσίβλητης-καθ'ης η ανακοπή τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τ. E..Ε..", λόγω διάσπασης της τελευταίας με απόσχιση του κλάδου τραπεζικής δραστηριότητας και σύσταση της ήδη αναιρεσείουσας εταιρείας.
4. Από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, που παραδεκτά επισκοπούνται κατ' άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ από το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου, προκύπτουν επί της διαδικαστικής πορείας της υποθέσεως τα ακόλουθα: Οι αναιρεσίβλητοι με την από 5.6.2013 ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς ανακοπή τους, που απηύθυναν κατά της αναιρεσείουσας, ζήτησαν την ακύρωση της υπ' αριθ. 616/2013 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς και της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτέλεσης, που επισπεύδεται με την από 30-4-2013 επιταγή προς πληρωμή σε βάρος τους και με την υπ'αριθμ.1764/2013 έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης ακινήτων της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Αθηνών Κ. Δ., με την οποία εκτίθενται σε πλειστηριασμό ακίνητα της ιδιοκτησίας του δευτέρου αναιρεσιβλήτου.
Εκδόθηκε η υπ' αριθ. 1694/2015 οριστική απόφαση του ανωτέρω δικαστηρίου, που απέρριψε στο σύνολό τους τις σωρευόμενες ανακοπές. Κατά της απόφασης αυτής οι αναιρεσίβλητοι-ανακόπτοντες άσκησαν έφεση, που έγινε εν μέρει δεκτή με την υπ' αριθ. 399/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς, το οποίο εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση κατά το μέρος που αφορούσε την ως άνω κατασχετήρια έκθεση και, αφού κράτησε και δίκασε την υπόθεση ως προς το μέρος αυτό, ακύρωσε την ανακοπτόμενη κατασχετήρια έκθεση.
5. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 904, 915 και 916 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η δυνάμει εκτελεστού τίτλου, μεταξύ των οποίων και η διαταγή πληρωμής, αναγκαστική εκτέλεση, προϋποθέτει να είναι βέβαιη και εκκαθαρισμένη η απαίτηση. Εκκαθαρισμένη είναι η απαίτηση όταν από τον εκτελεστό τίτλο προκύπτει η ποσότητα και η ποιότητα της παροχής (ΑΠ 1016/2018, ΑΠ 1543/2014).
Η δε χρηματική απαίτηση είναι εκκαθαρισμένη, ακόμη και όταν το ποσό αυτής δεν είναι ακριβώς καθορισμένο, αλλά μπορεί να εξευρεθεί με τη διενέργεια μαθηματικών πράξεων (ΑΠ 1016/2018, ΑΠ 1543/2014, ΑΠ 653/2013). Στην αντίθετη περίπτωση, η με έγγραφο διαπιστουμένη αξίωση του επισπεύδοντος δεν είναι επιδεκτική εκτελέσεως.
Αναγκαία, συνεπώς, προϋπόθεση της εγκυρότητας της αναγκαστικής εκτέλεσης είναι ο πλήρης προσδιορισμός στον ίδιο τον εκτελεστό τίτλο της εκτάσεως, του είδους και του περιεχομένου της αξιώσεως που ενσωματώνει. Κατά συνέπεια αναγκαστική εκτέλεση με τίτλο, από τον οποίο δεν προκύπτει απαίτηση εκκαθαρισμένη είναι άκυρη, χωρίς να χρειάζεται να αποδεικνύεται βλάβη (ΑΠ 758/2014, ΑΠ 905/2011, ΑΠ 1124/2010).
Εξάλλου, η κατάσχεση δεν πάσχει, επειδή αυτή επιβλήθηκε για ποσό μικρότερο από το πράγματι οφειλόμενο, λόγω περιορισμού της απαίτησης, εφόσον βεβαίως ο περιορισμός είναι ορισμένος και δεν επιφέρει μετάπτωση της παροχής σε ανεκκαθάριστη, αφού, όπως προκύπτει από τα άρθρα 904, 915, 916 και 924 ΚΠολΔ, ακυρότητα δεν υπάρχει και αν ακόμα η κατάσχεση έχει επιβληθεί για ποσό μεγαλύτερο του πράγματι οφειλόμενου (ΑΠ 1016/2018, ΑΠ 1543/2014, ΑΠ 758/2014).
Ο περιορισμός αυτός δεν προσβάλλει τα συμφέροντα του οφειλέτη, αφού συνεπάγεται τη μείωση των εξόδων που τον βαρύνουν. Για την αποτροπή, όμως, του κινδύνου προβολής μεταγενέστερα του ισχυρισμού του ότι χώρησε παραίτηση του δανειστή από το υπόλοιπο μέρος της απαίτησής του, καθώς και επίσης και του κινδύνου προσβολής της εκτέλεσης για αοριστία, σε σχέση με το ζήτημα για ποιά κονδύλια της απαίτησης διενεργήθηκε, θα πρέπει να γίνεται αφενός μεν ειδική αναφορά σε συγκεκριμένα κονδύλια για τα οποία αυτή επισπεύδεται έκτοτε, αφετέρου δε ρητή επιφύλαξη για το υπόλοιπο μέρος της απαίτησης.
Έτσι, ο περιορισμός στην έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης της απαίτησης για την οποία επισπεύδεται αναγκαστική εκτέλεση, χωρίς να προσδιορίζεται σε τι συνίσταται επακριβώς ο εν λόγω περιορισμός, ήτοι τα ακριβή κονδύλια για τα οποία επισπεύδεται η εκτέλεση, είναι αόριστος, επιφέροντας στην ουσία την μετάπτωση της παροχής σε ανεκκαθάριστη και συνακόλουθα καθιστά άκυρη την έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης λόγω έλλειψης στην ουσία της προϋπόθεσης του εκκαθαρισμένου της απαίτησης.
Τέλος, ο από το άρθρο 559 αρ. 14 λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αφορά σε ακυρότητες, απαράδεκτα και εκπτώσεις, που χαρακτηρίζονται ως δικονομικές, σχετίζονται δε με τα εισαγωγικά της δίκης έγγραφα (αγωγές, ανακοπές κ.λ.π.) ή δημιουργούνται κατά την ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας διαδικασία (Ολ.
ΑΠ 1/2019, Ολ.ΑΠ 25/2008, ΑΠ 1383/2021). Με την ως άνω διάταξη εισάγεται γενικός δικονομικός λόγος αναίρεσης, με τον οποίο ελέγχεται κάθε μορφή ανισχύρου των διαδικαστικών πράξεων, που πηγάζει από άμεση παραβίαση διάταξης δικονομικής φύσης (Ολ ΑΠ 2/2001, ΑΠ 933/2019). Ειδικότερα, με τον όρο "απαράδεκτο" νοείται το δικονομικό απαράδεκτο, δηλαδή αυτό που δημιουργείται από την αθέτηση - παραβίαση δικονομικής διάταξης, με αποτέλεσμα η δικονομική ενέργεια να στερείται των αναγκαίων προϋποθέσεων του κύρους της (Ολ ΑΠ 2/2001, ΑΠ 480/2020, ΑΠ 175/2019, ΑΠ 1496/2017).
6. Με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ.14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο παρά το νόμο ακύρωσε την προσβαλλόμενη έκθεση κατασχέσεως, δεχόμενο εσφαλμένα ότι ήταν ανεκκαθάριστη η απαίτηση βάσει της οποίας επισπεύδεται η αναγκαστική εκτέλεση.Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε ως προς τον ερευνώμενο αναιρετικό λόγο τα ακόλουθα: "Εν προκειμένω, από την επισκόπηση των εγγράφων που προσκομίζονται και, μεταξύ αυτών της υπ' αριθμ….
Α' Επαναληπτικής και … Β Επαναληπτικής Περίληψης της προσβαλλόμενης υπ'αριθμ…. Κατασχετήριας Έκθεσης Ακινήτου της ως άνω δικαστικής επιμελήτριας, Κ. Δ., η οποία δεν προσκομίζεται αλλά το περιεχόμενό της δεν αμφισβητείται από τις διάδικες πλευρές, αποδεικνύεται καταρχήν ότι το ποσό που οι ανακόπτοντες (αναιρεσίβλητοι) επιτάχθηκαν να καταβάλουν στην καθ'ής (αναιρεσείουσα), με την από 30-4-2013 επιταγή, αναλύεται σε: 1/ 288.266, 55 ευρώ για κεφάλαιο, έντοκα από τις 27-11-2012, οπότε και έκλεισε ο τηρούμενος λογαριασμός, πλέον του συμβατικού επιτοκίου υπερημερίας, που υπερβαίνει το ενήμερο συμβατικό κατά 2, 5 εκατοστιαίες μονάδες, 2/ 5.600 ευρώ για επιδικασθείσα δικαστική δαπάνη, 3/10 ευρώ για έκδοση και χαρτοσήμανση του αντιγράφου της προσβαλλομένης διαταγής πληρωμής, παρά πόδας της οποίας έχει αυτή συνταχθεί, 4/ 60 ευρώ για έξοδα κοινοποίησής της και 5/ 40 ευρώ για τη σύνταξή της.
Δηλαδή, η απαίτηση για την ικανοποίηση της οποίας επισπεύστηκε αναγκαστική εκτέλεση συντίθετο από κεφάλαιο και έξοδα, εντόκως, με διαφοροποίηση του ποσού και της χρονικής αφετηρίας του ποσού των τόκων, ανά είδος. Στη συνέχεια, με την προσβαλλομένη κατασχετήρια έκθεση επιβλήθηκε κατάσχεση στο ειδικότερα περιγραφόμενο ακίνητο, του δεύτερου των ανακοπτόντων (δευτέρου αναιρεσιβλήτου), για το ποσό των 205.000 ευρώ, με τη μνεία στο κείμενο και των επαναληπτικών περιλήψεων ότι το υπόλοιπο ποσό της απαίτησης παραμένει απαιτητό, χωρίς, ωστόσο, να προσδιορίζεται σε τι αφορά ο περιορισμός, ώστε να καθίσταται σαφές για ποια ακριβώς κονδύλια διενεργείται έκτοτε η εκτέλεση.
Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο κατέληξε στο εσφαλμένο συμπέρασμα ότι ο προσδιορισμός της ποιότητας της παροχής πλέον ήταν δυνατός με απλή μαθηματική εφαρμογή όσων επιτάσσει το άρθρο 423 του ΑΚ, η οποία όμως αφορά άλλο ζήτημα και συγκεκριμένα τον τρόπο καταλογισμού των καταβολών, σε περίπτωση περισσότερων χρεών του οφειλέτη έναντι του ιδίου δανειστή.
Επομένως, έσφαλε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και πρέπει, κατά παραδοχή του σχετικού λόγου της έφεσης, με τον οποίο επαναφέρεται ο άνω λόγος της ανακοπής, να ακυρωθεί η διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης που επισπεύδεται με την άνω κατασχετήρια έκθεση σε βάρος του 2ουεκκαλούντος". Έτσι που έκρινε το Εφετείο, υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αριθμ.14 ΚΠολΔ πλημμέλεια της παράνομης ακύρωσης πράξεως της εκτελεστικής διαδικασίας.
Τούτο διότι, η απαίτηση της δικαιοπαρόχου της αναιρεσείουσας, για την ικανοποίηση της οποίας επέβαλε αναγκαστική κατάσχεση στο ακίνητο του δευτέρου αναιρεσιβλήτου, δεν ήταν ανεκκαθάριστη, αλλά εγκύρως προχώρησε η εκτέλεση για το ποσό των 205.000 ευρώ, που είναι μέρος από την συνολική απαίτηση της επισπεύδουσας, ύψους 288.266, 55 ευρώ, το δε υπόλοιπο ποσό της απαιτήσεως παραμένει απαιτητό, ρητώς επιφυλασσομένης της επισπεύδουσας των δικαιωμάτων της για την είσπραξη του υπολοίπου ποσού της διαταγής πληρωμής, πλέον τόκων και λοιπών εξόδων, όπως προκύπτει σαφώς από τις παραδεκτά επισκοπούμενες Α' και Β' Επαναληπτικές περιλήψεις της …κατασχετήριας εκθέσεως ακινήτου της δικαστικής επιμελήτριας Κ.
Δ.. Επομένως, ο πρώτος λόγος της αναιρέσεως από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 είναι βάσιμος.
7. Κατ' ακολουθίαν τούτων, παρελκούσης της έρευνας του δευτέρου λόγου αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται αιτίαση από τον αριθ.20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ο οποίος καλύπτεται από την αναιρετική εμβέλεια του ως άνω κριθέντος ως βασίμου πρώτου λόγου αναίρεσης, πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το ως άνω μέρος της. Στη συνέχεια δε, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση, ως προς το παραπάνω μέρος της, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο που δίκασε, συντιθέμενο από άλλον δικαστή, εκτός εκείνου που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση (άρθρο 580 παρ.3 ΚΠολΔ). Τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματός της, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος του δευτέρου αναιρεσιβλήτου λόγω της ήττας του (άρθρα 176, 183, 189 αριθ.1, 191 αριθ.2 ΚΠολΔ), όπως ορίζονται ειδικότερα στο διατακτικό. Τέλος, πρέπει να διαταχθεί κατά την παρ. 3 του άρθρ. 495 ΚΠολΔ η επιστροφή στην αναιρεσείουσα του παραβόλου που κατατέθηκε απ' αυτήν.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Θεωρεί ότι δεν ασκήθηκε η από 26/8/2020 αίτηση της αναιρεσείουσας ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τ. E. Α. «Ε. και τον διακριτικό τίτλο «E.", καθολικής διαδόχου διά συγχωνεύσεως με απορρόφηση της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τ. E. E. Α.Ε.", για αναίρεση της με αριθμό 399/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς, ως προς τους πρώτη, τρίτο και τέταρτο των αναιρεσιβλήτων. Και
Κηρύσσει κατηργημένη τη δίκη ως προς αυτούς.
Αναιρεί την υπ'αριθμ.399/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς, ως προς τον δεύτερο αναιρεσίβλητο, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος της.
Παραπέμπει την υπόθεση κατά το ως άνω αναιρούμενο μέρος της, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλον δικαστή, εκτός εκείνου, ο οποίος εξέδωσε την παραπάνω απόφαση.
Διατάσσει την επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου στην αναιρεσείουσα.
Καταδικάζει τον δεύτερο αναιρεσίβλητο, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 8 Ιανουαρίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 22 Μαρτίου 2024.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ