Supreme Court dismisses appeal on labor dispute, rejecting distortion of tachograph card evidence.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the single-member Court of Appeal's decision in a labor dispute regarding termination and overtime pay. The appellant argued the lower court distorted a tachograph card printout to classify him as a helper rather than a truck driver, thereby denying his claims. The court rejected this claim, finding the appellate court properly evaluated all evidence collectively and explicitly stated it considered the documents submitted by both parties.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(20) and 559(11g) of the Code of Civil Procedure; The appellate court's finding that it considered all submitted documents and evaluated them in conjunction with other evidence does not constitute a distortion of evidence under the cited provisions.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 442 / 2022 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 442/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Νικολακέα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Θεόδωρο Μαντούβαλο, Καλλιόπη Πανά - Εισηγήτρια, και Παναγιώτη Αθανασόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 19 Ιανουαρίου 2021, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Δ. Λ. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Βάια - Ελισάβετ Λάμπρου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., η οποία κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "....", η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Καρούζο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22/9/2011 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ναυπλίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 874/2013 εν μέρει οριστική, 80/2016 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 60/2018 οριστική του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 7/8/2018 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 7-8-2018 και με αριθμ. κατάθεσης 52/8-8-2018 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών με αριθμό 60/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου. Με την προσβαλλόμενη απόφαση έγινε δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη, η από 26/4/2016 έφεση της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης, κατά της υπ'αριθμ. 874/2013 μη οριστικής ως προς τα θέματα που κρίθηκαν οριστικά μ' αυτήν και 80/2016 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ναυπλίου, ως προς τα λοιπά κεφάλαιά της, που εκδόθηκαν κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, που έκαναν εν μέρει δεκτή την από 22/9/2011 και με αριθμό καταθ. ΕΓ/1295/2011 αγωγή του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος και είχαν επιδικάσει στον ενάγοντα για τις αιτίες που αναλυτικά σ' αυτές αναφέρονται, α) η πρώτη 12000 ΕΥΡΩ καταψηφιστικά και 3.782,63 ΕΥΡΩ αναγνωριστικά για αποζημίωση απόλυσης και β) η δεύτερη 36.866,56 ευρώ αναγνωριστικά για υπερωριακή αμοιβή, με τους νόμιμους τόκους από την επίδοση της αγωγής.
Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, αφού δεν προκύπτει επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 και 144 ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και την βασιμότητα των λόγων αναίρεσης (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Με τη διάταξη του άρθρου 10 του Ν. 3514/1928 ο οποίος κωδικοποιήθηκε με το από 8/13.12.1928 Π.Δ/μα, όπως το άρθρο αυτό τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε με το άρθρ. 7 του Ν. 4558/1930 και αντικαταστάθηκε με το άρθρ. 1 του Ν.Δ/τος \2655/1953, ορίζεται ότι: "Ιδιωτικός υπάλληλος κατά την έννοιαν του παρόντος νόμου θεωρείται παν πρόσωπο κατά κύριον επάγγελμα ασχολούμενον επ' αντιμισθία, ανεξαρτήτως τρόπου πληρωμής, εις υπηρεσίαν ιδιωτικού καταστήματος, γραφείου ή εν γένει επιχειρήσεως ή οιασδήποτε εργασίας και παρέχον εργασίαν αποκλειστικώς ή κατά κύριον χαρακτήρα μη σωματικήν.
Δεν θεωρούνται ιδιωτικοί υπάλληλοι οι υπηρέται πάσης κατηγορίας, καθώς και πάν εν γένει πρόσωπον, το οποίον χρησιμοποιείται εν τη παραγωγή αμέσως ως βιομηχανικός, βιοτεχνικός, μεταλλευτικός ή γεωργικός εργάτης ή ως βοηθός ή μαθητευόμενος των εν λόγω κατηγοριών ή παρέχει υπηρετικός εν γένει υπηρεσίας".
Κατά την έννοια των διατάξεων αυτών, η διάκριση του μισθωτού ως εργάτη ή υπαλλήλου εξαρτάται από το είδος της παρεχόμενης εργασίας και όχι από τον περιεχόμενο στη σύμβαση εργασίας χαρακτηρισμό αυτού ή από |τον τρόπο της αμοιβής του. Εργασία δε εργάτη θεωρείται εκείνη που προέρχεται αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από την καταβολή σωματικής ενέργειας, ενώ, όταν η εργασία είναι προϊόν πνευματικής καταβολής τόσο και εφόσον ο εργαζόμενος έχει την κατάρτιση και εμπειρία που απαιτείται γι' αυτήν και την εκτελεί με υπευθυνότητα θεωρείται εργασία υπαλλήλου και εκείνοι που την ασκούν ανήκουν στην κατηγορία των ιδιωτικών υπαλλήλων.
Συνεπώς για τον χαρακτηρισμό ως υπαλλήλου προσώπου, απαιτείται εξειδικευμένη εμπειρία, θεωρητική μόρφωση και ιδίως ανάπτυξη πρωτοβουλίας και ανάληψη ευθύνης κατά την εκτέλεση της εργασίας, διότι μόνο όταν συντρέχουν αυτά τα στοιχεία κατά την εκτέλεση της εργασίας το πνευματικό στοιχείο υπερτερεί του σωματικού (ΟλΑΠ 295/1969, ΑΠ 661/2019, ΑΠ 1391/2018, ΑΠ 1114/2017, ΑΠ 1405/2014, ΑΠ 90/2009).
Είναι όμως δυνατόν να συμφωνηθεί με ατομική ή συλλογική σύμβαση εργασίας ότι ο εργάτης θα απολαμβάνει ορισμένα πλεονεκτήματα των υπαλλήλων (ΑΠ 760/1981). 'Ετσι κατά το άρθρο 9 της από 28/7/1945 συλλογικής συμβάσεως εργασίας των βοηθών φορτηγών αυτοκινήτων, η οποία κηρύχθηκε υποχρεωτική με τις υπ'αριθμ. 10022/1952, 22765/1952 αποφάσεις του Υπουργού Εργασίας, οι βοηθοί φορτηγών αυτοκινήτων, στην περίπτωση λύσεως της με τον εργοδότη σχέσης εργασίας, απολαμβάνουν των υπό της κείμενης νομοθεσίας θεσπιζομένων υπέρ των υπαλλήλων ευεργετημάτων.
Ως βοηθοί φορτηγών αυτοκινήτων θεωρούνται εκείνοι που επιβαίνουν στο αυτοκίνητο και βοηθούν τον οδηγό κατά και για την οδήγηση. Σ' αυτή την εργασία εμπίπτει η καθοδήγηση του οδηγού κατά την κίνηση του αυτοκινήτου και την πραγματοποίηση ελιγμών για την ακώλυτη εκκίνηση προσπέλαση ευθυγράμμιση, στάθμευση του αυτοκινήτου και οι συναφείς δευτερεύουσες εργασίες που συντελούν αμέσως ή εμμέσως στην υποβοήθηση του οδηγού του αυτοκινήτου. 'Ετσι δεν είναι βοηθοί φορτηγών αυτοκινήτων εκείνοι που έχουν καθήκον να φορτώνουν και να εκφορτώνουν τα εμπορεύματα, τα οποία μεταφέρονται με το αυτοκίνητο.
Εάν ο μισθωτός εκτελεί αμφότερες τις εργασίες ερευνάται η προέχουσα από απόψεως χρονικής διάρκειας εργασία και επί τη βάση αυτής χαρακτηρίζεται ως βοηθός φορτηγού αυτοκινήτου ή ως φορτοεκφορτωτής (ΑΠ 604/1988, ΑΠ 505/1986, ΑΠ 1451/1982, ΑΠ 480/1975). Τέλος όσο αφορά στην παροχή της εργασίας των οδηγών αυτοκινήτων προέχει το πνευματικό στοιχείο και επομένως αυτοί έχουν την ιδιότητα υπαλλήλου (ΑΠ 250/1977).
Ο προβλεπόμενος από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 εδ. α ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου παραβιάζεται, εάν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή, αντίθετα, αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου (όταν προσδίδεται σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή) είτε ως κακή εφαρμογή (όταν γίνεται εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης), με αποτέλεσμα την κατάληξη σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ενστάσεων των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την αξιοποίηση των ουσιαστικών παραδοχών, ήτοι αποκλειστικά των πραγματικών περιστατικών που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 319/2017, ΑΠ 130/2016).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση χωρεί αν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης Ανεπάρκεια αιτιολογιών, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει όταν δεν προκύπτουν από την απόφαση σαφώς και επαρκώς τα περιστατικά, που είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, ή όταν η απόφαση έχει ελλείψεις, όσον αφορά το νομικό χαρακτηρισμό των κρίσιμων περιστατικών που έγιναν δεκτά.
Αντιφατικότητα αιτιολογιών υπάρχει, όταν εξαιτίας της δεν προκύπτει ποια πραγματικά περιστατικά δέχθηκε το δικαστήριο για να στηρίξει το διατακτικό, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί, αν σωστά εφάρμοσε το νόμο. Η αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια πρέπει να έχει σχέση με ουσιώδεις ισχυρισμούς και κεφάλαια παροχής έννομης προστασίας και επιθετικά ή αμυντικά μέσα και όχι με την επιχειρηματολογία των διαδίκων ή του δικαστηρίου, ούτε την εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή διατυπώνεται σαφώς (ΟλΑΠ 24/1992, ΑΠ 681/2014).
3. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (ΚΠολΔ 561 παρ.2), το Μονομελές Εφετείο Ναυπλίου εκτιμώντας όλα τα αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη του και κατά το μέρος που ενδιαφέρει τον αναιρετικό έλεγχο, τα εξής ουσιώδη: "Ο ενάγων προσλήφθηκε την 3/1/1995 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου στην εναγομένη εταιρεία, η οποία δραστηριοποιείται στον κλάδο της παραγωγής και εμπορίας φακέλων και φωτοτυπικού υλικού, προκειμένου να εργαστεί ως χειριστής φακελοποιητικής - τυπωτικής μηχανής στις εγκαταστάσεις της στην ....
Οι όροι της εργασίας του συμφωνήθηκε να διέπονται από τις εκάστοτε ισχύουσες συλλογικές συμβάσεις εργασίας των εργαζομένων στις επιχειρήσεις χαρτοβιομηχανίας και χαρτοποιίας που υπογράφονταν από το οικείο εργοδοτικό σωματείο με την επωνυμία "ΣΥΝΔΕΣΜΟΣ ΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΩΝ ΧΑΡΤΟΥ" και της αντίστοιχης κλαδικής συνδικαλιστικής συνομοσπονδίας με την επωνυμία "ΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑ ΜΙΣΘΩΤΩΝ ΤΥΠΟΥ ΚΑΙ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑΣ ΧΑΡΤΟΥ".
Το ωράριο του είχε συμφωνηθεί από ώρα 07:00' έως ώρα 15:00' σε καθεστώς πενθήμερης εβδομαδιαίας απασχόλησης. Ο ενάγων εργάστηκε στην εναγομένη μέχρι την 7.6.2011, οπότε και καταγγέλθηκε νομίμως η σύμβαση εργασίας του και του καταβλήθηκε ως αποζημίωση απόλυσης εργάτη το ποσό των 7.891,33 ευρώ. Ισχυρίζεται ο ενάγων ότι από τις αρχές του έτους 2003 εργάστηκε στην εναγομένη με την ειδικότητα του χειριστή μηχανήματος ΚΛΑΡΚ, ενώ στις αρχές του 2006 τοποθετήθηκε από την εναγομένη στη θέση του οδηγού φορτηγού και με την ιδιότητα αυτή απασχολήθηκε μέχρι και την ημέρα καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του.
Κατά την κρίση του Δικαστηρίου, αποδεικνύεται ότι κατά το χρόνο καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του, την 7.6.2011, και τουλάχιστον από το έτος 2008, ο ενάγων είχε τοποθετηθεί από την εναγομένη στη θέση βοηθού του οδηγού του με αριθμ.κυκλοφ.... φορτηγού αυτοκινήτου. Όμως τούτο δεν σημαίνει ότι ο ενάγων οδηγούσε το ανωτέρω όχημα, παρότι διέθετε άδεια οδήγησης επαγγελματικού αυτοκινήτου.
Όπως σαφώς προκύπτει από τα αντίγραφα φύλλων από το ημερήσιο βιβλίο δρομολογίων, που και οι δύο διάδικοι προσκομίζουν, και αναφέρονται στα έτη 2008 - 2011, σε όλα αναγράφεται ως οδηγός του με αριθμ.κυκλοφ.... φορτηγού αυτοκινήτου ο κ. Κ., ενώ ο ενάγων αναγράφεται μόνον ως βοηθός. Δεν υπήρχε δε ανάγκη οδήγησης από αυτόν του προαναφερομένου φορτηγού αυτοκινήτου, διότι το εν λόγω αυτοκίνητο ξεκινούσε το δρομολόγιο του από την ...
περίπου ώρα 06:00' και εντός δίωρου (εκτός ελαχίστων περιπτώσεων) έφθανε στην Αθήνα, όπου έκανε τις προγραμματισμένες διανομές των προϊόντων της εναγομένης, και επέστρεφε στην ..., κατά μέσο όρο, περί ώρα 16:30'- 17:00'. Έτσι, προκειμένου ο οδηγός του να μπορεί να ξεκουράζεται στις ενδιάμεσες στάσεις που πραγματοποιούσε το φορτηγό αυτοκίνητο στην Αθήνα, προκειμένου για την παράδοση των εμπορευμάτων, ώστε ο συνολικός χρόνος της οδήγησης εκ μέρους του να μην ξεπερνά τις 8 ώρες ημερησίως, η εναγομένη εταιρεία είχε αναθέσει στον ενάγοντα την εκφόρτωση των εμπορευμάτων της και την παράδοση αυτών στους πελάτες της.
Σημειώνεται ότι στα προαναφερόμενα αντίγραφα φύλλων ο ενάγων αναγράφεται ως βοηθός κι όχι ως (συν)οδηγός, γεγονός που ενισχύει την κρίση του Δικαστηρίου περί των προλεχθέντων καθηκόντων του ενάγοντα. Τόσο ο μάρτυρας του ενάγοντα στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, Γ. Κ., εργαζόμενος στην εναγομένη και κουμπάρος του ενάγοντα, όσο και ο μάρτυρας του τελευταίου στην υπ'αριθμ.2925/2013 ένορκη βεβαίωση της συμβ/φου Αθηνών Βασιλικής Λαλουντα, Α.
Κ., καταθέτουν ότι ο ενάγων εργαζόταν στην εναγομένη ως οδηγός φορτηγού αυτοκινήτου επί 10 ώρες καθημερινά, όμως ουδένα έγγραφο στοιχείο προσκομίζεται στο οποίο να αναγράφεται η ιδιότητα τούτη του ενάγοντα με έτερο εργαζόμενο της εναγομένης ως βοηθό. Αντιθέτως, όπως ήδη προαναφέρθηκε, προσκομίζονται συνολικά 254 σχετικά έγγραφα στα οποία η ιδιότητα του ενάγοντα είναι αυτή του βοηθού.
Ο δε μάρτυρας Ε. Κ. στην υπ'αριθμ.6727/2013 ένορκη βεβαίωση του συμβ/φου Ναυπλίου Θεόδωρου Μπελέζου, καταθέτει ότι "Ειδικότερα οδηγούσαμε το φορτηγό τις μισές ώρες εγώ και τις υπόλοιπες ο Λ., όπως ορίζεται και από τη νομοθεσία για τους οδηγούς φορτηγού. Δηλαδή κάθε 4 ώρες εναλλασσόμασταν στο τιμόνι". Πράγματι, κατά την κείμενη νομοθεσία (κοινοτική και εθνική), "Μετά από περίοδο οδήγησης τεσσερισήμισι ωρών, ο οδηγός κάνει διάλειμμα 45 τουλάχιστον λεπτών χωρίς διακοπή, εκτός εάν λάβει περίοδο ανάπαυσης.
Το διάλειμμα αυτό μπορεί να αντικαθίσταται από διάλειμμα τουλάχιστον 15 λεπτών, που ακολουθείται από διάλειμμα τουλάχιστον 30 λεπτών, τα οποία κατανέμονται μέσα στην περίοδο οδήγησης". Όμως, εν προκειμένω, το ανώτατο όριο συνεχούς οδήγησης του φορτηγού αυτοκινήτου ήταν 2 ώρες (από ... προς Αθήνα το πρωί και από Αθήνα προς ...
το απόγευμα), ενώ, όπως ήδη προελέχθη, ο οδηγός του ξεκουραζόταν στις ενδιάμεσες στάσεις οπότε παραδίδονταν τα εμπορεύματα. Το γεγονός δε ότι ο ενάγων είναι κάτοχος ψηφιακού (ηλεκτρονικού) ταχογράφου ουδεμία έννομη επιρροή ασκεί εν προκειμένω, καθώς δεν αποδείχθηκε εάν το με αριθμ.κυκλοφ.... φορτηγό αυτοκίνητο διέθετε το κατάλληλο σύστημα για τοποθέτηση και λειτουργία ψηφιακού ταχογράφου, δεδομένου ότι ο ψηφιακός ταχογράφος εισήχθη περί το έτος 2006 (δεν προέκυψε εάν το επίδικο φορτηγό ήταν παλαιό μοντέλο που λειτουργούσε με αναλογικό ταχογράφο ή εάν ήταν καινούργιο όχημα) - σε κάθε περίπτωση η κάρτα ψηφιακού ταχογράφου παραδόθηκε στον ενάγοντα μόλις την 3.8.2009 και δεν προέκυψε ότι ο ενάγων, ως κάτοχος αυτής, τη χρησιμοποίησε στην οδήγηση του προαναφερομένου οχήματος.
Άλλωστε, ενώ, κατά τους ισχυρισμούς του ενάγοντα, από το έτος 2006 αυτός εργαζόταν ως οδηγός φορτηγού αυτοκινήτου, όμως ουδέποτε του κατεβλήθη ο ανάλογος μισθός χωρίς ποτέ να διαμαρτυρηθεί περί τούτου μέχρι και την καταγγελία της συμβάσεώς του. Επομένως, κατόπιν των προαναφερθέντων, ο ενάγων κατά το χρόνο καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του δεν είχε την ιδιότητα του οδηγού φορτηγού αυτοκινήτου και άρα και την ιδιότητα του υπαλλήλου και ορθά του καταβλήθηκε αποζημίωση απόλυσης εργάτη, δεδομένου ότι ο ενάγων συναρτά την υπαλληλική ιδιότητα με αυτήν του οδηγού φορτηγού αυτοκινήτου, ενώ δεν του οφείλεται, βεβαίως, αποζημίωση για υπερεργασία και υπερωριακή απασχόληση υπό την ιδιότητα πάντα του οδηγού φορτηγού αυτοκινήτου".
Μετά απ' αυτά που έκρινε, έκανε δεκτή την έφεση της αναιρεσίβλητης - εναγομένης, εξαφάνισε τις εκκαλουμένες με αριθμούς 874/2013 (μη οριστική) και 80/2016 (οριστική) αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ναυπλίου, και απέρριψε τν αγωγή ως αβάσιμη.
Με βάση τις άνω παραδοχές το Εφετείο δέχθηκε ότι ο ενάγων - αναιρεσείων απασχολήθηκε στην επιχείρηση της εναγομένης - αναιρεσίβλητης με διάφορες ειδικότητες και από 1/1/2006 έως την απόλυσή του ως βοηθός οδηγού φορτηγού με αποκλειστική απασχόληση στις φορτοεκφορτώσεις που ήταν το κύριο καθήκον του, χωρίς ν' ασχολείται καθόλου με την οδήγηση του φορτηγού αυτοκινήτου, είχε δηλαδή την ιδιότητα του εργάτη και όχι υπαλλήλου αφού στην εργασία του υπερείχε το σωματικό στοιχείο και απέρριψε την αγωγή του με βάση την οποία αιτούντο για την αιτία αυτή οι ένδικες διαφορές αποζημίωσης απόλυσης και υπερωριακής αμοιβής, κάνοντας δεκτό σχετικό λόγο έφεσης.
'Ετσι που έκρινε το δικαστήριο της ουσίας εφάρμοσε ορθώς τις διατάξεις που αναφέρθηκαν ανωτέρω και υπήγαγε προσηκόντως σ' αυτές τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία κατά τις αναιρετικώς ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές του εξέλαβε ως αληθινά. Ούτε παραβίασε μ' αυτές (άνω παραδοχές) εκ πλαγίου ως ουσιαστικού δικαίου αυτές διατάξεις διότι αιτιολόγησε επαρκώς και χωρίς αντιφάσεις την κρίση του και κατέληξε στο αποδεικτικό πόρισμα του, διαλαμβάνοντας στην απόφασή του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς το ότι ο ενάγων κατά την παροχή της εργασίας του είχε την ιδιότητα του εργάτη, απασχολούμενος καθ' όλο το χρόνο αυτής με τις φορτοεκφορτώσεις απορρίπτοντας τις αξιώσεις του α) για διαφορά αποζημίωσης απόλυσης εργάτη με εκείνη του υπαλλήλου που ζήτησε και β) διαφοράς υπερωριακής αμοιβής και αμοιβής για υπερεργασία που ζητούσε με βάση αυτές και έτσι μπορεί να ελεγχθεί η ορθή εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων στη συγκεκριμένη περίπτωση. Επομένως ο πρώτος και τέταρτος από τους λόγους της αιτήσεως, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα και προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ είναι αβάσιμοι. Κατά τα λοιπά, με τους ίδιους λόγους πλήττονται απαραδέκτως (ΚΠολΔ 561 παρ.1), οι ουσιαστικές παραδοχές του Εφετείου.
Περαιτέρω με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 9 του ΚΠολΔ ορίζεται ότι η αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν ή άφησε αίτηση αδίκαστη. Για να ιδρυθεί ο λόγος αυτός αναιρέσεως πρέπει το δικαστήριο να επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε από τον αναιρεσείοντα και όχι από τον αναιρεσίβλητο, ή να επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν από τον αναιρεσείοντα και τέλος να άφησε αίτηση αδίκαστη του αναιρεσείοντος (ΑΠ 1206/2019, ΑΠ 582/2018, ΑΠ 341/2016).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από την άνω διάταξη πλημμέλεια ότι στην σελίδα 8 των από 2/4/2017 προτάσεων της αναιρεσίβλητης ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου αυτή τον χαρακτηρίζει ως συνοδηγό και όχι βοηθό, ενώ αντίθετα η προσβαλλόμενη απόφαση στην σελίδα 5 αυτής αναφέρει ακριβώς τα εξής: "Σημειώνεται ότι στα προαναφερόμενα αντίγραφα φύλλων ο ενάγων αναγράφεται ως βοηθός και όχι ως (συν)οδηγός γεγονός που ενισχύει την κρίση του δικαστηρίου περί των προλεχθέντων καθηκόντων του ενάγοντα".
Αντίθετα η ίδια η αναιρεσίβλητη τον χαρακτηρίζει συνοδηγό. Δηλαδή ότι αντί να περιοριστεί η αναιρεσιβαλλόμενη στην κρίση ότι ήταν συνοδηγός (κατά τους ισχυρισμούς της αντιδίκου του) έκρινε ότι ήταν βοηθός χωρίς περαιτέρω εξειδίκευση, δηλαδή χωρίς να εξετάσει αν οδηγούσε φορτηγό, αν έκανε φορτοεκφορτώσεις ή και τα δύο και ποια εργασία υπερτερούσε.
Ο λόγος αυτός, ανεξαρτήτως του ότι είναι απαράδεκτος, διότι, υπό την κατ' επίφαση επίκληση των πλημμελειών αυτών (αριθμ. 9) πλήττει την εκτίμηση το Εφετείο των συνιστώντων την ουσία της υποθέσεως πραγματικών περιστατικών, η οποία κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, είναι απορριπτέος επιπλέον ως αβάσιμος γιατί η αναιρεσίβλητη στις πρωτόδικες προτάσεις αναφέρει ειδικά για τον ενάγοντα ότι υπηρέτησε τα τελευταία χρόνια πριν την καταγγελία της συμβάσεώς του ως συνοδηγός βοηθός οδηγού φορτηγού αυτοκινήτου επιφορτισμένος μόνο με την φορτοεκφόρτωση των εμπορευμάτων.
Τον ισχυρισμό αυτό επανέφερε επίσης με λόγο έφεσης. Το γεγονός αυτό δέχθηκε το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως προκύπτει από τις προαναφερθείσες ανωτέρω παραδοχές του και απέρριψε τις αιτούμενες ένδικες διαφορές.
Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ, παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας από εσφαλμένη ανάγνωση του κειμένου του εγγράφου, στο οποίο στήριξε αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο την κρίση του, απέδωσε σε αυτό περιεχόμενο καταδήλως διάφορο του αληθινού, με αποτέλεσμα να καταλήξει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα. Αντιθέτως, δεν υπάρχει παραμόρφωση όταν το δικαστήριο σχημάτισε την κρίση του από την συνεκτίμηση περισσοτέρων αποδεικτικών μέσων, μεταξύ των οποίων και το επίμαχο έγγραφο, αφού η κρίση αυτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 972/2015, ΑΠ 272/2009).
Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 γ ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα τα οποία οι διάδικοι νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό και με τις διατάξεις των άρθρων 335, 338 έως 340 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα τα οποία επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, χωρίς να επιβάλλεται να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, αρκεί να καθίσταται απολύτως βέβαιο από όλο το περιεχόμενο της απόφασης, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που με επίκληση προσκομίστηκαν από τους διαδίκους, αρκεί δηλαδή η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου που έλαβε υπόψη το δικαστήριο (ΑΠ 192/2020, ΑΠ 341/2016).
Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων με τον τρίτο λόγο αναίρεσης κατά το πρώτο σκέλος του προβάλλει την αιτίαση από το άρθρο 59 αριθ. 20 ΚΠολΔ ότι δηλαδή το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο της φωτοτυπίας από την εκτύπωση της κάρτας του από το ηλεκτρονικό ταχογράφο της 3/6/2011 που επικαλέστηκε και προσκόμισε με την ένδειξη σχετ. 4 ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, από το οποίο προκύπτουν οι ώρες απασχόλησής του ως οδηγού την συγκεκριμένη ημέρα, δεχθέν ότι αυτό ουδεμία ασκεί επιρροή στην έκβαση της δίκης, ενώ, αν ορθώς διάβαζε τα στοιχεία του εγγράφου, θα έκρινε ότι την ημέρα εκείνη οδηγούσε φορτηγό αυτοκίνητο.
Όπως διαπιστώθηκε όμως από το σύνολο των παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης (βλ. ανωτέρω) το Εφετείο κατέληξε στο άνω πόρισμά του "ότι ήταν βοηθός οδηγού με καθήκοντα φορτοεκφορτωτή" αποκλειστικά από την συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων, που είχαν τεθεί υπό την κρίση του, μεταξύ των οποίων άλλα έγγραφα και καταθέσεις μαρτύρων αξιολογώντας και εκτιμώντας αυτά συνολικά και τα οποία εξειδικεύει.
Επομένως δεν πρόκειται περί παραμορφώσεως εγγράφου κατά την έννοια που αναφέρθηκε και ο εξεταζόμενος λόγος, με τον οποίο, κατά το πρώτο σκέλος του προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος. Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, κατά το δεύτερο επικουρικό σκέλος του, από το άρθρο 559 αριθ. 11γ ΚΠολΔ ο αναιρεσείων μέμφεται, το Εφετείο ότι δεν έλαβε υπόψη τα εξής έγγραφα και έτσι έκρινε ότι δεν ήταν οδηγός φορτηγού αυτοκινήτου δηλαδή υπάλληλος, αλλά βοηθός οδηγού δηλαδή εργάτης, με αποτέλεσμα ν' απορρίψει τις αιτούμενες με την αγωγή ένδικες διαφορές:
α) τη φωτοτυπία της κάρτας οδηγού για τον ηλεκτρονικό ταχογράφο που έχει εκδοθεί από το Υπουργείο Μεταφορών και Επικοινωνιών, β) τη φωτοτυπία από την εκτύπωση της κάρτας του από τον ηλεκτρονικό ταχογράφο της 3/6/2011, γ) επιστολή από το Υπουργείο Μεταφορών και Επικοινωνιών, στην οποία αναφέρεται ότι του παραδόθηκε η κάρτα ψηφιακού (ηλεκτρονικού ταχογράφου και δ) οδηγίες για οδηγούς σχετικά με τον ηλεκτρονικό ταχογράφο.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι από τη ρητή διαβεβαίωση της προσβαλλόμενης απόφασης ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη "... όλων των εγγράφων που οι διάδικοι προσκομίζουν, είτε για να ληφθούν υπόψη ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα είτε για να χρησιμεύσουν ως δικαστικά τεκμήρια....", μερικά των οποίων αναφέρει ειδικά και αξιολογεί σε συνδυασμό με τα υπόλοιπα, σε συνδυασμό δε με τις προαναφερθείσες παραδοχές του, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο προς σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τα λοιπά έγγραφα και τα παραπάνω έγγραφα του αναιρεσείοντα.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και καταδικασθεί ο ηττηθείς αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης (άρθρ. 176, 183, 191 ΚΠολΔ), που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμο αίτημά της, όπως ορίζονται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 7/8/2018 αίτηση για αναίρεση της υπ'αριθμ. 60/2018 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, το ποσό των οποίων ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 18 Ιουνίου 2021.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 18 Μαρτίου 2022.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ