Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds, ruling a law requiring tax certificate is procedural, not substantive, barring inadmissibility argument.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal against a First Instance Court decision that granted a right of way. The appellants argued the lower court erred by failing to declare their suit inadmissible due to a missing tax certificate. The court rejected this claim because the relevant statute regulates procedural requirements rather than substantive property rights, and the specific ground for inadmissibility was not listed in the applicable appeal provisions.
Legislator headnote
AI generatedArticles 54A(5) of Law 4174/2013; Article 560(1) of the Code of Civil Procedure: A provision requiring the submission of a tax certificate to proceed with a property suit is a rule of procedural law, not substantive law; therefore, a failure to declare a suit inadmissible based on this provision does not constitute a ground for appeal under Article 560(1) of the Code of Civil Procedure.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 442 / 2021 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 442/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παρασκευή Καλαϊτζή, Γεώργιο Παπανδρέου-Εισηγητή, Αναστασία Περιστεράκη, Μαρία Μουλιανιτάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 13 Ιανουαρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειουσών: 1) Α. συζ. Χ. Κ. το γένος Θ. και Φ. Δ., 2) Σ. θυγ. Θ. και Φ. Δ., κατοίκων …, οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αντώνιο Μαντζαβίνο και κατέθεσαν προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. θυγ. Χ. και Ε. Μ., συζ. Η. Τ., 2) Α. Τ. του Η. και Α., 3) Χ. Π. του Τ. και Μ., 4) Β. Π. του Τ. και Μ., κατοίκων …, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεράσιμο Σπυρόπουλο και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9-11-2016 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αχαρνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 8/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 11371/2019 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 23-12-2019 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειουσών ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 11371/2019 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (τακτικής διαδικασίας) η οποία, αντιμωλία των διαδίκων δέχθηκε τυπικά και ουσιαστικά έφεση των αναιρεσειουσών - εναγομένων κατά της 8/2018 απόφασης του Ειρηνοδικείου Αχαρνών, εξαφάνισε την προσβαλλόμενη απόφαση και δέχθηκε εν μέρει ως ουσιαστικά βάσιμη αγωγή των αναιρεσιβλήτων παροχής διόδου (άρθρ. 1012,1013 ΑΚ). Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566§1 Κ.Πολ.Δ) και καταβλήθηκε το προσήκον παράβολο. Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577§1 Κ.Πολ.Δ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577§3 Κ.Πολ.Δ).
2. Επειδή, κατά το άρθρο 1012 του ΑΚ, αν ακίνητο στερείται την αναγκαία δίοδο προς το δρόμο, έχει δικαίωμα ο κύριος του να απαιτήσει δίοδο από τους γείτονες έναντι ανάλογης αποζημίωσης, κατά δε το άρθρο 1013 του ίδιου Κώδικα, η κατεύθυνση της διόδου και η έκταση του δικαιώματος για χρήση της, καθώς και η αποζημίωση που πρέπει να καταβληθεί, καθορίζονται με δικαστική απόφαση.
Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών συνάγονται, πλην άλλων, τα εξής: α) ως ακίνητο στερούμενο την αναγκαία δίοδο προς την οδό θεωρείται εκείνο που στερείται κάθε επικοινωνία με δημόσια, δημοτική ή κοινοτική οδό, αναγκαία για την εκμετάλλευση ή τη χρησιμοποίηση του, σύμφωνα με τον προορισμό του, καθώς και εκείνο που έχει μεν δίοδο, πλην όμως αυτή εξυπηρετεί ατελώς τις ανάγκες του, ανεξαρτήτως αν πρόκειται για ακίνητο αστικό ή αγροτικό, οικοδομημένο εν μέρει ή ασκεπή χώρο, εντός ή εκτός σχεδίου, β) η έκταση του δικαιώματος προς χρήση διόδου, η οποία πρέπει να ανταποκρίνεται προς την οικονομική χρησιμότητα του, καθώς και η επάρκεια της διόδου, κρίνονται αντικειμενικά, σύμφωνα με τις κατά το χρόνο ασκήσεως της αγωγής συγκεκριμένες συνθήκες, ενόψει και των αναγκών του ακινήτου, του προορισμού του και της θέσεως ή της περιοχής αυτού και γ) στο δικαστήριο της ουσίας παρέχεται η εξουσία, κατά την έρευνα της σχετικής αγωγής, να καθορίζει, εκτιμώντας τις περιστάσεις, τις διαστάσεις της διόδου και την κατεύθυνση που πρέπει να ακολουθεί αυτή, με την επιλογή, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, της προσφορότερης διέλευσης, η οποία θα έχει ως κριτήριο την όσο το δυνατό μικρότερη ζημία των γειτονικών ακινήτων (ΑΠ 568/2012).
Η αγωγή για παροχή διόδου, ως και εκείνη για τροποποίηση αυτής, που υπάρχει σε περίπτωση μη πλήρους εξυπηρετήσεως, ασκείται κατά του κυρίου του γειτονικού ακινήτου από το οποίο επιδιώκεται η δίοδος, χωρίς να είναι ανάγκη για το παραδεκτό της αγωγής να απευθύνεται αυτή και κατά των κυρίων όλων των γειτονικών κτημάτων, από τα οποία μπορεί να διέλθει η δίοδος.
Τέλος ο εναγόμενος μπορεί να ισχυρισθεί και να αποδείξει ότι η διέλευση της διόδου από άλλο γειτονικό ακίνητο, το οποίο πρέπει να προσδιορίζει, είναι λιγότερο επαχθής και επιζήμια σε σύγκριση με το δικό του και (ή) ότι ανταποκρίνεται καλλίτερα στην οικονομική χρησιμότητα του περίκλειστου. Ο ισχυρισμός αυτός συνιστά ένσταση καταλυτική της αγωγής, καθ' όσον, αφενός προϋποθέτει αληθινά τα περιστατικά που αποτελούν τη βάση της αγωγής (1012, 1013 ΑΚ) και, αφετέρου περιλαμβάνει νέα γεγονότα, δηλαδή, την ύπαρξη άλλου γειτονικού ακινήτου από το οποίο προσήκει με βάση τις αντικειμενικές συνθήκες η διέλευση της διόδου (ΑΠ 292/1990).
3. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ, κατά των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά αποφάσεων των ειρηνοδικείων αναίρεση επιτρέπεται και αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως, για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμόστηκε, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, που δίκασε κατ' έφεση, δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση του, σε σχέση με την ένδικη αγωγή των αναιρεσιβλήτων περί παροχής σ' αυτούς διόδου μέσω του ακινήτου των ήδη αναιρεσειουσών - εναγομένων, τα ακόλουθα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά: "...Οι ενάγοντες είναι συγκύριοι, συννομείς και συγκάτοχοι κατά ποσοστό εξ αδιαιρέτου έκαστος, με παράγωγο τρόπο (αγορά η πρώτη και δωρεά οι λοιποί), δύο συνενωμένων αγροτεμαχίων ευρισκόμενων στην κτηματική περιφέρεια του Δήμου Αχαρνών Αττικής, τα οποία είναι εκτός σχεδίου, εκτός ζώνης, μη άρτια και μη οικοδομήσιμα, ήτοι:
α) ενός μη άρτιου και μη οικοδομήσιμου αγρού επιφανείας 500 τ.μ., ευρισκόμενου στη θέση "…" της ιδίας ως άνω περιφέρειας εκτός σχεδίου, ο οποίος συνορεύει γύρωθεν Βόρεια με ιδιοκτησία Γ. Β., Νότια με κληρονόμους Δ. Ν., Ανατολικά με κληρονόμους Ι. Γ. και Δυτικά με ιδιοκτησία Γ. Π. δικαιοπαρόχου των εναγομένων, β) ενός μη άρτιου και μη οικοδομήσιμου αγρού επιφανείας ενός στρέμματος περίπου, ή όσου και αν είναι πλέον ή έλαττον, ευρισκόμενου στη θέση "…" ή "…" της ίδιας κτηματικής περιφέρειας εκτός σχεδίου, οποίος συνορεύει γύρωθεν Ανατολικά με ιδιοκτησία Σ.
Γ., Δυτικά με ιδιοκτησία κληρονόμων Α. Μ., Βόρεια με ιδιοκτησία Γ. Β. και Νότια με ιδιοκτησία κληρονόμων Δ. Ν.. Οι παραπάνω συνενωμένοι αγροί με τα στοιχεία Α1 και Α2 εμφαίνονται στο από Μαρτίου 2016 τοπογραφικό διάγραμμα των Πολιτικών Μηχανικών Σ. Δ. και Θ. Π. με τα κεφαλαία γράμματα Α, Β, Γ, Δ, Α συνολικής επιφανείας 1528 τ.μ., και συνορεύουν γύρωθεν Δυτικά σε πλευρά ΔΑ μήκους μέτρων 30,05 με ιδιοκτησία εναγομένων, Ανατολικά σε πλευρά ΒΓ μήκους μέτρων 27,40 με ιδιοκτησία Σ.
Γ., Νότια σε πλευρά ΔΓ μήκους μέτρων 53,27 με ιδιοκτησία κληρονόμων Δ. Ν. και Βόρεια σε πλευρά ΑΒ μήκους μέτρων 53,20 με ιδιοκτησία Γ. Β.. Τα ακίνητα των εναγόντων είναι περίκλειστα, δηλ. δεν επικοινωνούν με δημόσιο ή δημοτικό δρόμο, όπως αποδεικνύεται από τις προσκομιζόμενες φωτογραφίες και τις ανωτέρω αναφερόμενες τεχνικές εκθέσεις, ενώ σήμερα εκμισθώνονται, όπως και τα όμορα ακίνητα από την εταιρεία φορτηγών αυτοκινήτων "ΩΚΥΑΛΟΣ ΔΙΕΘΝΕΙΣ ΜΕΤΑΦΟΡΕΣ Α.Ε." ως χώρος στάθμευσης.
Οι εναγόμενες είναι συγκύριες, συννομείς και συγκάτοχοι, κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου εκάστη, του προς δυσμάς όμορου αγροτεμαχίου επιφανείας 1.483,54 τ.μ., που εμφαίνεται στο ανωτέρω αναφερόμενο τοπογραφικό διάγραμμα και συνορεύει Βόρεια σε πλευρά ΘΑ μήκους μέτρων 45,43 με ιδιοκτησία κληρονόμων Σ. Β. και εν μέρει με ιδιοκτησία Γ.
Β., Νότια σε πλευρά ΖΕ μήκους μέτρων 7,66 και ΕΔ μήκους μέτρων 49,90 και συνολική πλευρά ΖΕΔ μήκους μέτρων 54,66 με ιδιοκτησία κληρονόμων Κ. Κ., Ανατολικά σε πλευρά ΔΑ μήκους μέτρων 30,05 με ιδιοκτησία των εναγόντων και Δυτικά σε πλευρά ΖΗ μήκους μέτρων 7,53 και ΗΘ μήκους μέτρων 22,51 και συνολική πλευρά ΖΗΘ μήκους μέτρων 30,04 με ασφαλτοστρωμένη δημοτική οδό ….
Η πρόσβαση στα ακίνητα των εναγόντων, τα οποία ήταν περίκλειστα σε σχέση με την παρακείμενη δημοτική οδό, γινόταν από όμορα ακίνητα, τα οποία δεν ήταν περιφραγμένα. Δεν αποδείχθηκε, όμως, από τις απεικονίσεις των αεροφωτογραφιών που προσκομίζουν οι εκκαλούσες - εναγόμενες διαμορφωμένη δίοδος σε όμορα ακίνητα.
Οι ενάγοντες προτείνουν ως δίοδο αυτή που εμφαίνεται στο από Μαρτίου 2016 τοπογραφικό διάγραμμα των Πολιτικών Μηχανικών Σ. Δ. και Θ. Π. με τα κεφαλαία αλφαβητικά στοιχεία ΔΕΖΗΙΚΔ επιφανείας 226,37 τ.μ. και σε μεταβλητό πλάτος, με κατεύθυνση από το Ανατολικό άκρο της ιδιοκτησίας τους, καταλαμβάνοντας το νότιο άκρο του κτήματος των εναγομένων, που βρίσκονται διαδοχικά το ένα μετά το άλλο προς την κατεύθυνση αυτή, καταλήγοντας στη δημοτική οδό …, η οποία (δίοδος) θα συνορεύει κατά το ανωτέρω αναφερόμενο διάγραμμα, Ανατολικά σε πλευρά ΚΔ μήκους μέτρων 4 με την ιδιοκτησία τους, Νότια σε πλευρά ΔΕ μήκους μέτρων 49,90 και ΖΕ μήκους μέτρων 4,76 και συνολικά σε πλευρά ΔΕΖ μήκους μέτρων54,66 με ιδιοκτησία κληρονόμων Κ.
Κ., Δυτικά σε πλευρά ΖΗ μήκους μέτρων 7,53 με δημοτική οδό … και Βόρεια σε πλευρά ΗΗ μήκους μέτρων 6,29 και ΙΚ μήκους μέτρων 47,32 και συνολική πλευρά ΗΙΚ μήκους μέτρων 53,61 με ιδιοκτησία εναγομένων. Οι εναγόμενες προτείνουν άλλες τέσσερις διόδους, οι οποίες δεν θα διέρχονται από το ακίνητο τους: 1. επικοινωνία του ακινήτου των εναγόντων με την οδό …, μέσω τρίτης ιδιοκτησίας.
Αυτή η δίοδος δεν είναι η προσφορότερη, δεδομένου ότι η δίοδος αυτή σχηματίζει "Γ", οπότε θα είναι δύσκολο για τη σημερινή χρήση ως χώρου στάθμευσης μεγάλων φορτηγών (νταλικών). Σημειωτέον δε ότι από την αεροφωτογραφία του 1992 φαίνεται ότι η δίοδος αυτή κλείνει με την ύπαρξη θάμνων, 2. επικοινωνία του ακινήτου με δίοδο κατά το ήμισυ από το δικό τους ακίνητο και κατά το ήμισυ από ακίνητο δεξιά του ακινήτου τους;
όπως βλέπει κάποιος το ακίνητο των εναγομένων από την οδό …. Η δίοδος αυτή δεν κρίνεται πρόσφορη, διότι η πλευρά των ακινήτων των εναγόντων "έρχεται" πιο μέσα σε σχέση με το όριο του ακινήτου των εναγομένων (βλ. πιστοποιητικό κτηματογραφουμένου ακινήτου, όπως προσκομίζεται από τους εφεσίβλητους, σχετ. 9), 3.
δίοδος προς την οδό … που επίσης κρίνεται απορριπτέα, διότι όπως διαφαίνεται στο (προσκομιζόμενο από τους εφεσίβλητους) απόσπασμα κτηματολογικού διαγράμματος προσαρτημένου στο ΚΑΕΚ …/0/0 υπάρχουν μετά το ακίνητο των εναγόντων τέσσερις λωρίδες γης (λαχίδια), τρίτων ιδιοκτητών, από τα οποία αν διέλθει δίοδος θα τα καταστήσει μη χρήσιμα και 4.
δίοδος προς την οδό … που επίσης κρίνεται απορριπτέα, διότι διαπερνά περισσότερες ιδιοκτησίες και είναι μεγαλύτερη σε μήκος από την προτεινόμενη δίοδο από τους ενάγοντες. Η επιβάρυνση που δέχεται η ιδιοκτησία των εναγομένων είναι εύλογη και θεμιτή στα όρια της αρχής της αναλογικότητας και των αρχών της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, που συνάγονται από τις διατάξεις των άρθρων 200, 281 και 288 ΑΚ και 25 παρ.1 και 3 του Συντάγματος, όπως εξειδικεύονται στις ρυθμίσεις των άρθρων 1012-1013 ΑΚ, προκειμένου να εξυπηρετηθούν οι περίκλειστες όμορες ιδιοκτησίες των εναγόντων για τη διέλευσή τους από τη συγκεκριμένη δίοδο, που προκρίνεται ως η πλέον πρόσφορη λύση για την ανεπάρκεια των αγροτεμαχίων, ενώ δεν επιφέρει υπέρμετρη και δυσανάλογη βλάβη σε βάρος της ιδιοκτησίας των εναγομένων, με βάση τις παρούσες περιστάσεις που λαμβάνονται υπόψη, συγκριτικά με τις λοιπές όμορες ιδιοκτησίες, δεδομένου ότι συνιστά τη λιγότερο δαπανηρή και επαχθή επιλογή για τα όμορα ακίνητα, χωρίς να θίγεται έτσι αφόρητα και καταχρηστικά η ιδιοκτησία των εναγομένων, στις οποίες άλλωστε θα καταβληθεί ανάλογη αποζημίωση, απορριπτομένης της ένστασης των εναγομένων περί καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος από την πλευρά των εναγόντων (2ος λόγος έφεσης).
Πρέπει να σημειωθεί δε ότι όπως αποδεικνύεται από τις φωτογραφίες του αρμόδιου γραφείου κτηματογράφησης (φωτοληψία 2007 ως 2009, πιστοποιητικό κτηματογραφουμένου ακινήτου, όπως προσκομίζεται από τους εφεσίβλητους, σχετ. 9), υφίσταται μονοπάτι που διέρχεται από το ακίνητο των εναγομένων (ΚΑΕΚ …) προς το ακίνητο των εναγόντων (ΚΑΕΚ …).
Η δε ωφέλεια προς εξυπηρέτηση των αναγκών των εναγόντων κρίνεται ως αναμφίβολη και επιβεβλημένη, με βάση τη στάθμιση των συμφερόντων των διαδίκων και των σύγχρονων κοινωνικοοικονομικών συνθηκών που επιβάλλουν τη διευκόλυνση της δημόσιας πρόσβασης στα περίκλειστα ακίνητα, σύμφωνα με τον προορισμό, τη θέση και την ευρύτερη (εμπορική) περιοχή τους.
Το πλάτος των 4μ. συνολικά για τη διέλευση των εναγόντων είναι αναγκαίο, συνεκτιμώντας τις σύγχρονες ανάγκες εξυπηρέτησης της διέλευσης με οχήματα και μεγάλα φορτηγά (νταλίκες), που πρέπει να εξυπηρετηθούν από τη δίοδο που θα παραχωρηθεί από την ιδιοκτησία των εναγομένων. Αναφορικά δε με την καταβλητέα αποζημίωση για τη ζημία που υφίσταται η ιδιοκτησία των εναγομένων από την παραχώρηση εδαφικής λωρίδας της στη χρήση και διέλευση των εναγόντων, λόγω της μείωσης της αξίας του ακινήτου της και της επακόλουθης αύξησης της αξίας των ακινήτων των εναγόντων, τα οποία θα παύσουν έτσι να είναι περίκλειστα, αποδείχθηκαν τα εξής:
Η αξία του ακινήτου των εναγομένων, λαμβάνοντας υπόψη όλες τις μαρτυρικές καταθέσεις και τα στοιχεία της δικογραφίας, εκτιμάται σε ποσό 20 €/τ.μ. Η αποζημίωση περιλαμβάνει τη μείωση της αξίας του γειτονικού ακινήτου από τη σύσταση της δουλείας και υπολογίζεται στο 1/2 της αξίας της κυριότητας, κατ' άρθρα 7, 8 και 11 αρ. 3 ΚΠολΔ δηλ.
σε 10 €/τ.μ. και συνολικά πρέπει να ανέρχεται στην προκειμένη περίπτωση σε ποσό (226,37 τ.μ. - που είναι το εμβαδόν όλης της διόδου - Χ 10€) = 2.263,7 € για έκαστο εκ των εναγόντων που θα κάνει χρήση επωφελούμενος της νέας διόδου. Ως προς την πόρτα, η οποία κόστισε στις εναγόμενες κατά τους ισχυρισμούς τους, 2.800 ευρώ, σήμερα υπολογίζεται το κόστος της στα 1.000 €, ενώ ως προς τα 55 μ.
συρμάτινης περίφραξης (συρματόπλεγμα με πασσάλους), το κόστος υπολογίζεται στα 600 €. Άλλα επικείμενα που θα καταστραφούν στην ιδιοκτησία της εναγομένης από τη δημιουργία της επίδικης διόδου και πρέπει να αποζημιωθούν εκ μέρους των εναγόντων, δεν αποδείχθηκαν ούτε από τους μάρτυρες ούτε από τις ένορκες βεβαιώσεις κατά τρόπο σαφή και πειστικό, πλην των προαναφερόμενων ζημιωθέντων πραγμάτων που αποδείχθηκαν και βάσει των προσκομιζομένων από τις εναγόμενες φωτογραφιών, απορριπτομένης κάθε άλλης απαίτησης τους ως αβάσιμης κατ' ουσίαν.
Έτσι, για τη ζημία που θα υποστούν οι εναγόμενες στην ιδιοκτησία τους από τη σχεδίαση και υλοποίηση της εν λόγω διόδου υπέρ των ακινήτων των εναγόντων, πέραν της αποζημίωσης για την εδαφική λωρίδα του ακινήτου τους, πρέπει οι ενάγοντες να τις καταβάλουν συνολικά το ποσόν των 1.600€ και έκαστος εξ αυτών το ποσόν των 400 €, Συνακόλουθα, ο καθένας από τους ενάγοντες πρέπει να καταβάλει στις εναγόμενες το συνολικό ποσό των (2.263,7 + 400) = 2.663,7 € ή (2.663,7 : 2=) 1.331,85 Ευρώ σε εκάστη εξ αυτών, το οποίο συμποσούται σε 10.654,80 ευρώ συνολικά για όλους τους ενάγοντες και ως προς όλες τις εναγόμενες, ως ανάλογη αποζημίωση για την παροχή της αναγκαίας διόδου από την ιδιοκτησία της υπέρ των ιδιοκτησιών τους.
Κατόπιν αυτών πρέπει να γίνει δεκτή εν μέρει η αγωγή ως κατ' ουσίαν βάσιμη, καθόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 1012 ΑΚ, απορριπτομένων των αντίθετων ισχυρισμών των εναγομένων, για τους διαλαμβανόμενους στο σκεπτικό της παρούσας απόφασης λόγους, και να υποχρεωθούν οι εναγόμενες να παραχωρήσουν στους ενάγοντες σε βάρος της ιδιοκτησίας τους και υπέρ των ακινήτων τους εδαφική λωρίδα, ως δίοδο, προκειμένου να εξυπηρετηθεί η πρόσβαση και επικοινωνία τους από τα περίκλειστα ακίνητά τους από και προς την παρακείμενη οδό …., όπως αυτή κατά θέση, έκταση, κατεύθυνση, διαστάσεις και όρια περιγράφεται στο σκεπτικό και καθορίζεται στο διατακτικό της απόφασης, έναντι υποχρέωσης καταβολής, εφάπαξ εκ μέρους εκάστου ενάγοντος προς εκάστη εναγομένη, ανάλογης αποζημίωσης, συνολικού ποσού 1.331,85 €, για την κατάληψη της επιπλέον εδαφικής έκτασης και την καταστροφή των προαναφερομένων επικειμένων και συστατικών εντός της ιδιοκτησίας τους για την αναγκαία διάνοιξη του χώρου αυτού για τον σχηματισμό της διόδου, προκαταβλητέου δε του ποσού αποζημίωσης πριν τη χρήση της παραχωρηθείσας διόδου, όπως ορίζεται στο διατακτικό της απόφασης" Με βάση τις παραδοχές αυτές το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών που δίκασε ως Εφετείο, αφού απέρριψε την ένσταση έλλειψης (αποκλειστικής) παθητικής νομιμοποίησης των εναγομένων, επειδή η αγωγή δεν απευθύνονταν και κατά των ιδιοκτητών ετέρου ακινήτου, γειτονικού προς το ακίνητο των εναγομένων, δεδομένου ότι οι ενάγοντες με το δικόγραφο της αγωγής δεν ζητούσαν η δίοδος να διέρχεται από άλλα ακίνητα πλην του ακινήτου των εναγομένων και την ένσταση ελλείψεως ενεργητικής νομιμοποίησης των εναγόντων, στη συνέχεια, έκρινε ως ορισμένη και δέχθηκε ως κατ' ουσίαν βάσιμη την ένδικη αγωγή αφού δέχθηκε την έφεση που άσκησαν οι εναγόμενοι και εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, η οποία είχε εκδοθεί ερήμην των εναγομένων - εκκαλούντων και είχε δεχθεί την αγωγή, ως εκ του συναγομένου τεκμηρίου ομολογίας της, λόγω της ερημοδικίας των τελευταίων.
Με το να αποφανθεί έτσι το Μονομελές Πρωτοδικείο δεν παραβίασε, με εσφαλμένη εφαρμογή, τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1012 και 1013 ΑΚ, αφού υπό τα ως άνω δεκτά γενόμενα πραγματικά περιστατικά συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους. Ειδικότερα, ορθώς το Μονομελές Πρωτοδικείο ερμήνευσε και εφάρμοσε τις εν λόγω διατάξεις του ΑΚ, αφού (ανελέγκτως) δέχθηκε ότι το ακίνητο των εναγόντων είναι περίκλειστο και ότι για την επικοινωνία του με την ως άνω δημοτική οδό είναι αναγκαία η παραχώρηση σ' αυτούς της προαναφερόμενης διόδου, μέσα από το ακίνητο των εναγομένων, την οποία και έκρινε, αφενός ως προσφορότερη για την επικοινωνία αυτού (ακινήτου των εναγόντων) με τη δημοτική οδό και, αφετέρου ως λιγότερο επαχθή για το βαρυνόμενο ακίνητο των εναγομένων, με την αναιρετικά ανέλεγκτη, ως απορρέουσα από πραγματική εκτίμηση, επιλογή της προσφορότερης διελεύσεως, που έχει ως κριτήριο την, όσο το δυνατό, μικρότερη ζημία των γειτονικών ακινήτων.
Επομένως, οι πρώτος, και δεύτερος, κατά το δεύτερο μέρος του, λόγοι αναίρεσης, από το άρθρο 560 αριθ. 1 ΚΠολΔ, με τους οποίους οι αναιρεσείουσες προβάλλουν τ' αντίθετα είναι αβάσιμοι.
4. Εξάλλου για να είναι ορισμένος ο από το άρθρο 560 αρ.6 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης εξ αιτίας ανεπαρκών αιτιολογιών πρέπει στο αναιρετήριο, πλην των παραπάνω, να αναφέρεται σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια αιτιολογιών, δηλαδή ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση. Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο, μέρος δεύτερο, λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείουσες, κατ' επίκληση παραβιάσεων από το άρθρο 560 αρ. και 6 ΚΠολΔ αποδίδουν στο Πρωτοδικείο που δίκασε ως Εφετείο την αιτίαση ότι δεν διέλαβε επαρκείς αιτιολογίες και απέρριψε την προταθείσα από αυτές δίοδο του ακινήτου των εναγόντων προς την οδό …. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αόριστος, διότι οι αναιρεσείουσες δεν εκθέτουν με πληρότητα, αλλά εντελώς αποσπασματικά κατ' επιλογή, τις παραδοχές του δικαστηρίου, υπό τις οποίες συντελέστηκε η ως άνω προβαλλόμενη παραβίαση.
5. Επειδή κατά το άρθρο 560 αρ. 5 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα κατά την έννοια της διάταξης, αυτής θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, οι οποίοι υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους θεμελιώνουν κατά νόμο το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, κυρίας παρεμβάσεως, ενστάσεως ή αντενστάσεως ή άλλη αυτοτελή αίτηση ή ανταίτηση των διαδίκων προς παροχή έννομης προστασίας.
Με τον δεύτερο, μέρος πρώτο, λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αιτίαση από τον αρ. 5β του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ., συνιστάμενη στο ότι το Πρωτοδικείο που δίκασε ως Εφετείο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν νόμιμα και ασκούσαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Ειδικότερα, η παράβαση αυτή συντελέσθηκε, κατά τις αναιρεσείουσες, επειδή το δικαστήριο της ουσίας παρέλειψε να ερευνήσει τους ισχυρισμούς τους, τους οποίους είχαν προτείνει νομότυπα: 1)περί έλλειψης ενεργητικής νομιμοποίησης των εναγόντων, επειδή α)το αναφερόμενο στην αγωγή ακίνητο των εναγόντων με ΚΑΕΚ … δεν συνορεύει με το ακίνητο των εναγομένων με ΚΑΕΚ …., όπως προκύπτει από τα προσκομιζόμενα κτηματολογικά στοιχεία, β) το περίκλειστο ακίνητο ανήκει στην πρώτη ενάγουσα σε ποσοστό 25/% εξ αδιαιρέτου ενώ κατά ποσοστό 75% ανήκει σε άγνωστους ιδιοκτήτες, με συνέπεια οι υπόλοιποι τρείς ενάγοντες να μην νομιμοποιούνται ενεργητικά στην άσκηση της ένδικης αγωγής, και γ) ένσταση αοριστίας της αγωγής, επειδή δεν έλαβε υπόψη του τα επικαλούμενα κτηματολογικά έγγραφα και τους ανωτέρω ισχυρισμούς οι οποίοι είχαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης ως προς τις υπό στοιχ. (α) και (β) αιτιάσεις είναι απαράδεκτος, διότι ο ισχυρισμός του εναγομένου περί ελλείψεως ενεργητικής και παθητικής νομιμοποίησης δεν αποτελεί πράγμα, αλλά άρνηση της αγωγής (ΑΠ 137/2008), και ως προς την υπό στοιχ. (γ) αιτίαση είναι αβάσιμος, διότι, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Πρωτοδικείο που δίκασε ως Εφετείο, τον ισχυρισμό περί αοριστίας τον έλαβε υπόψη και τον απέρριψε εκ του πράγματος, με την κρίση του ότι η ένδικη αγωγή είναι ορισμένη.
Περαιτέρω με τον τρίτο, μέρος πρώτο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια άρθρου 560 παρ. 5α ΚΠολΔ, επειδή έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και, ειδικότερα, απέρριψε την προτεινόμενη από τις αναιρεσείουσες δίοδο προς την οδό … με την αιτιολογία ότι "υπάρχουν μετά το ακίνητο των εναγόντων τέσσερις λωρίδες γης (λαχίδια), τρίτων ιδιοκτητών, από τα οποία αν διέλθει δίοδος θα τα καταστήσει μη χρήσιμα" καθόσον "δεν προτάθηκε από καμία πλευρά ότι τα 4 αυτά λαχίδια είναι ξεχωριστά αγροτεμάχια και ανήκουν σε τρίτους ιδιοκτήτες και ότι δεν πρόκειται περί ενός ενοποιημένου αγροτεμαχίου, το οποίο ανήκει σε έναν ιδιοκτήτη, οπότε μπορεί να διέλθει η δίοδος προς την οδό … χωρίς να κατά στήσει το αγροτεμάχιο αυτό μη χρήσιμο".
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, γιατί οι ανωτέρω ισχυρισμοί δεν αποτελούν "πράγμα", αλλά υπό την επίκληση του ανωτέρω λόγου επιχειρείται ανεπίτρεπτα (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ) ο έλεγχος της αναιρετικά ανέλεγκτης ουσιαστικής κρίσης του δικαστηρίου, ως προς την επιλογή της επίδικης διόδου, αφενός ως προσφορότερης για την επικοινωνία του ακινήτου των εναγόντων με τη δημοτική οδό και αφετέρου ως λιγότερο επαχθούς για το βαρυνόμενο ακίνητο των εναγομένων.
6. Από τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει, ότι λόγος αναιρέσεως για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένως, η δε παράβαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΑΠ 319/2017).Η αναιρετική πλημμέλεια από το άρθρο 560 αριθ. 1 ΚΠολΔ ιδρύεται, μόνο, σε περίπτωση που ο φερόμενος ως παραβιαζόμενος κανόνας είναι ουσιαστικού δικαίου, δηλαδή, κανόνας που ρυθμίζει τις βιοτικές σχέσεις, την κτήση των δικαιωμάτων και τη γένεση των υποχρεώσεων (ΑΠ 868/2018).
Άρα, δεν ιδρύεται η ίδια αυτή πλημμέλεια επί παραβάσεων κανόνων δικονομικού δικαίου, ήτοι κανόνων που καθορίζουν τον τρόπο, τα όργανα και τη μορφή της ένδικης προστασίας. Τέτοια διάταξη είναι και αυτή του άρθρου 54 Α παρ. 5 του Ν. 4174/2013 κατά την οποία "είναι απαράδεκτη η συζήτηση ενώπιον δικαστηρίου εμπράγματης αγωγής επί ακινήτου, πλην της μονομερούς εγγραφής υποθήκης ή προσημείωσης υποθήκης ή της άρσης κατάσχεσης, αν δεν προσκομισθεί από υπόχρεο σε ΕΝΦΙΑ, το πιστοποιητικό των παραγράφων 1 και 3 του άρθρου αυτού" [περί καταβολής του φόρου ή απαλλαγής της σχετικής υποχρέωσης]. (ΑΠ 757/2017).
Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 14 ΚΠολΔικ υπάρχει λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από το δικαίωμα ή απαράδεκτο, αντίστοιχος όμως αναιρετικός λόγος δεν προβλέπεται στους περιοριστικά αναφερόμενους λόγους του άρθρου 560 ΚΠολΔ που αφορά αναιρέσεις κατά αποφάσεων των Πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, όπως στην κρινόμενη υπόθεση.
Με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης ισχυρίζονται οι αναιρεσείουσες ότι η προσβαλλόμενη απόφαση υπέπεσε στην από τον αριθμ. 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ πλημμέλεια ότι, κατά παράβαση του άρθρου 54Α παρ.5 Ν. 4174/2013,δεν κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση της ένδικης εμπράγματης αγωγής επί ακινήτου, επειδή οι ενάγοντες δεν προσκόμισαν το σχετικό πιστοποιητικό Ε.Ν.Φ.Ι.Α.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, προεχόντως ως απαράδεκτος, διότι η φερόμενη ως παραβιασθείσα διάταξη είναι τοιαύτη δικονομικού και όχι ουσιαστικού δικαίου. Ο λόγος αυτός, εκτιμώμενος ως πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ της παρά το νόμο απόρριψης του ισχυρισμού του αναιρεσείοντος περί απαραδέκτου της συζήτησης της ένδικης αγωγής, πρέπει να απορριφθεί, γιατί δεν περιλαμβάνεται στους περιοριστικά αναφερόμενους λόγους του άρθρου 560 ΚΠολΔ που αφορά αναιρέσεις κατά αποφάσεων των Πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, όπως στην κρινόμενη υπόθεση.
Κατόπιν αυτών, πρέπει ν' απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης στο σύνολο της, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ.3 ΚΠολΔ,) και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων σε βάρος των αναιρεσειουσών, λόγω της ήττας τους (άρθρα 176,183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 23/12/2019 αίτηση αναίρεσης κατά της 11371/2019 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που δίκασε ως Εφετείο.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.
Επιβάλλει τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων σε βάρος των αναιρεσειουσών, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Μαρτίου 2021.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 5 Απριλίου 2021.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ