442/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παρασκευή Καλαϊτζή-Εισηγήτρια, Αναστασία Περιστεράκη, Λάμπρο Καρέλο, Ανθή Γκάμαρη, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated442/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ακόμη, ως διδάγματα κοινής πείρας νοούνται οι αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων απ' τον καθημερινό βίο, την επαγγελματική ενασχόληση και την επιστημονική έρευνα, που έχουν καταστεί κοινό κτήμα και δύνανται να χρησιμοποιηθούν είτε για έμμεση διαπίστωση της βασιμότητας των αποδεικτέων πραγματικών περιστατικών είτε για την μετά ταύτα υπαγωγή σε κανόνες ουσιαστικού δικαίου.
Full text
Απόφαση 442 / 2020 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 442/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παρασκευή Καλαϊτζή-Εισηγήτρια, Αναστασία Περιστεράκη, Λάμπρο Καρέλο, Ανθή Γκάμαρη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 8η Ιανουαρίου 2020 με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Γ. Ο. του Ε., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Νικόλαο Μπαλατή με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ Του αναιρεσίβλητου: Κ. Λ. του Δ., κατοίκου ..., που δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-2-2015 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ναυπλίου.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 264/2016 οριστική ίδιου Δικαστηρίου, 357/2018 του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 10-1-2019 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατ' άρθρ. 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανιστεί..., ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Σε τέτοια δε περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί (εδ. α, γ της άνω §). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την .../8-3-2019 έκθεση επίδοσης του δικ. Επιμελητή του Πρωτοδικείου Ναυπλίου Α. Ο., που επικαλείται και προσκομίζει ο επισπεύδων αναιρεσείων, στον απολειπόμενο αναιρεσίβλητο έχει επιδοθεί ακριβές αντίγραφο της ένδικης αίτησης αναίρεσης με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση για συζήτηση στην ανωτέρω δικάσιμο. Επομένως, αφού ο αναιρεσίβλητος έχει κλητευθεί νόμιμα κι εμπρόθεσμα και δεν εμφανίστηκε κατά την εκφώνηση της υπόθεσης με τη σειρά του οικείου πινακίου, η συζήτηση θα διεξαχθεί παρά την απουσία του.
ΙΙ. Ο από τον αρ. 1 του αρθρ. 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμοσθεί ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, αντιστοίχως δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του κανόνα δικαίου για την επέλευση της απαγγελθείσας έννομης συνέπειας ή την άρνησή της.
Ακόμη, ως διδάγματα κοινής πείρας νοούνται οι αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων απ' τον καθημερινό βίο, την επαγγελματική ενασχόληση και την επιστημονική έρευνα, που έχουν καταστεί κοινό κτήμα και δύνανται να χρησιμοποιηθούν είτε για έμμεση διαπίστωση της βασιμότητας των αποδεικτέων πραγματικών περιστατικών είτε για την μετά ταύτα υπαγωγή σε κανόνες ουσιαστικού δικαίου.
Ο λόγος στοιχειοθετείται, όταν το δικαστήριο χρησιμοποιεί εσφαλμένα τα εν λόγω διδάγματα, ιδίως για να εξειδικεύσει αόριστες νομικές έννοιες που τυχόν εμπεριέχει ουσιαστικός κανόνας δικαίου. Περαιτέρω, ως "πράγματα", για τα οποία, αν παρά το νόμο λήφθηκαν ή δεν λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας ιδρύεται ο από τον αρ. 8 του άνω άρθρου λόγος αναίρεσης, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που τείνουν στη θεμελίωση αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, όχι δε και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει σ' αυτούς (Ολ.
ΑΠ 14/2004), ούτε οι αρνητικοί ισχυρισμοί που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης και αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση καθεμιάς εξ αυτών, αφού αυτοί αποκρούονται με την παραδοχή, ως βασίμων των θεμελιωτικών τους γεγονότων (Ολ ΑΠ 469/1984), ούτε τέλος τα επιχειρήματα και συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων και το περιεχόμενο αυτών.
Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν ο ισχυρισμός λήφθηκε υπόψη και απορρίφθηκε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό (Ολ. ΑΠ 11/1996, ΑΠ 87/2020). Προσέτι, ο αναιρετικός λόγος του αρ. 11γ του άρθρ. 559 ΚΠολΔ για μη λήψη υπόψη αποδεικτικών μέσων που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν είναι αβάσιμος, όταν το δικαστήριο βεβαιώνει στην απόφασή του ότι έλαβε υπόψη τα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα για τα οποία προτείνεται ο αναιρετικός λόγος ή ότι έλαβε υπόψη όλα τα με επίκληση προσκομιζόμενα έγγραφα, έστω και χωρίς επί μέρους συγκεκριμενοποίησή τους, εκτός εάν, παρά τη βεβαίωση αυτή, από το περιεχόμενο της απόφασης και ιδίως από τις αιτιολογίες, καταλείπονται αμφιβολίες για τη συνεκτίμηση όλων ή ορισμένων εγγράφων, οπότε ο λόγος είναι βάσιμος.
Ωσαύτως, ο προβλεπόμενος απ' τον αρ. 19 του ίδιου άρθρου λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν, κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι εφαρμογής της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.
Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν ορθά εφαρμόσθηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις.
Ως ζητήματα δε, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση ή την κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για την οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο, ούτε και η μη αναφορά και ο προσδιορισμός καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίσθηκαν από τους διαδίκους καθώς και η αξιολόγηση του καθενός από αυτά, διότι αυτό δεν προκύπτει από την επιταγή του άρθρου 340 παρ. 2 εδ.
β ΚΠολΔ.
ΙΙΙ. Στην προσβαλλόμενη, 357/18, απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου, διαλαμβάνονται τα ακόλουθα επιτρεπτώς επισκοπούμενα: "Με τον πρώτο λόγο έφεσης ο ενάγων και ήδη εκκαλών παραπονείται κατ' εκτίμηση του δικογράφου της έφεσης, για εσφαλμένη ερμηνεία του νόμου καθώς το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την εκκαλουμένη απόφαση απέρριψε την αγωγή του κατά το μέρος με το οποίο ζητούσε την αναγνώριση της κυριότητάς, νομής και κατοχής του επί της συνολικής εκτάσεως του περιγραφομένου ακινήτου κυριότητάς του.
Στην προκειμένη περίπτωση, όσον αφορά στη σωρευόμενη αναγνωριστική αγωγή, (επί του συνόλου του επιδίκου ακινήτου) αυτή πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, καθώς στο δικόγραφο αυτής δεν αναφέρεται κανένα περιστατικό αμφισβήτησης του δικαιώματος κυριότητας του ενάγοντος επί του συνόλου του επιδίκου ακινήτου εκ μέρους του εναγομένου, ώστε να θεμελιώνεται το έννομο συμφέρον της για την άσκηση τέτοιας αγωγής.
Κατά συνέπεια, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο περί του αντιθέτου πρώτος λόγος της εφέσεως". "Από την εκτίμηση των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων που εξετάσθηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, οι οποίες περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης και όλα τα έγγραφα που προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι, τις υπ.
αριθμ. ...-11-2015, ...-11-2015, ...11-2015 ένορκες βεβαιώσεις που προσκομίζει και επικαλείται ο εναγόμενος, οι οποίες ελήφθησαν κατόπιν νόμιμης κλήσης του ενάγοντος προ δύο εργάσιμων ημερών (βλ. την υπ. αρίθμ. ...-11-2015 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών Α. Κ.), την από 7-5-2012 προσκομιζόμενη και επικαλούμενη από τον ενάγοντα τεχνική έκθεση του δασολόγου - περιβαλλοντολόγου Ε.
Κ., τις επικαλούμενες και προσκομιζόμενες φωτογραφίες του επίδικου ακινήτου προκειμένου να χρησιμεύσουν ως δικαστικά τεκμήρια (άρθρο 444 αριθμ. 3 ΚΠολΔ), η γνησιότητα των οποίων δεν αμφισβητήθηκε, αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Δυνάμει του υπ' αρίθμ. .../8-9-1990 συμβολαίου γονικής παροχής, που συντάχθηκε από τη συμβολαιογράφο Νεμέας Π.
Τ., ο ενάγων απέκτησε από τον πατέρα του ένα ακίνητο και ειδικότερα έναν αγρό ποτιστικό που έχει έκταση 250 τ.μ. "ή όση και αν είναι", ο οποίος βρίσκεται στη θέση ... της Τοπικής Κοινότητας Σκοτεινής της Δημοτικής Ενότητας Αλέας του Δήμου Αργούς - Μυκηνών της Π.Ε. Αργολίδας. Σύμφωνα με τον ως άνω τίτλο το ακίνητο αυτό συνορεύει με ιδιοκτησίες Σ.
Ο., κληρονόμων Π. Σ., κοινοτική έκταση και κοινοτικό αυλάκι χωρίς να υπάρχει ακριβέστερη περιγραφή του ακινήτου, ούτε πλευρικές διαστάσεις αυτού, ώστε να δύναται να τύχει εφαρμογής επί του εδάφους και γεννάται αμφιβολία σχετικά με την έκταση του. Από την περιγραφή όμως της έκτασης του επιδίκου ακινήτου σαφώς γεννάται αμφιβολία για το κατά πόσο το περιγραφόμενο στο προαναφερθέν συμβόλαιο ακίνητο ταυτίζεται με το περιγραφόμενο στην υπό κρίση αγωγή.
Ειδικότερα, αποδεικνύεται ότι το ακίνητο που απέκτησε ο ενάγων το έτος 1990 είχε έκταση 250 τ.μ., η οποία όμως είναι ουσιωδώς διαφορετική από την περιγραφόμενη με την αγωγή των 1.000,15 τ.μ., που έχει το επίδικο ακίνητο, σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στην υπό κρίση αγωγή, καθώς η έκταση των 1.000,15 τ.μ. που έχει, σύμφωνα με τον ενάγοντα, το ακίνητο κατά την άσκηση της αγωγής είναι τέσσερις και πλέον φορές μεγαλύτερη της αναφερομένης στο ανωτέρω συμβόλαιο.
Η διαφορά αυτή δεν μπορεί να δικαιολογηθεί λογικά, καθώς πρόκειται για σημαντική απόκλιση, η οποία δεν είναι δυνατόν να μην έγινε αντιληπτή από τον ενάγοντα και τον δικαιοπάροχο του, αλλά ούτε και από την κατάθεση του μάρτυρος απόδειξης, με βάση τους οποίο η νεώτερη καταμέτρηση είναι ακριβέστερη και τούτο διότι τα μέσα υπολογισμού των εκτάσεων των ακινήτων κατά το έτος 1990, κατά το οποίο και έγινε η ως άνω μεταβίβαση, δεν ήταν τόσο πενιχρά σε σχέση με τα σημερινά, ώστε να παρουσιάζεται τέτοια απόκλιση στο αποτέλεσμα της μέτρησης με βάση τα σύγχρονα μέσα.
Δεν αποδείχθηκε δε περαιτέρω ότι κατά το χρόνο της μεταβίβασης του επιδίκου ακινήτου το έτος 1990 ο δικαιοπάροχος του ενάγοντος, όπως και ο τελευταίος δεν είχαν τα απαραίτητα τεχνικά μέσα, ώστε να προβούν στην ακριβή μέτρηση του ως άνω ακινήτου και έτσι εμφάνισαν αυτό στο ως άνω συμβόλαιο κατά τέσσερις περίπου φορές μικρότερο από την πραγματική του έκταση.
Περαιτέρω στο ανωτέρω συμβόλαιο ρητώς αναφέρεται η φράση "250 τετραγωνικά μέτρα ή όση και αν είναι", πλην όμως αυτή χρησιμοποιείται, με βάση τα διδάγματα της κοινής πείρας, τα οποία λαμβάνονται υπόψη και αυτεπαγγέλτως, προκειμένου να συμπεριλάβει στην αναφερομένη έκταση μικρές αποκλίσεις, ενώ σε καμία περίπτωση για να συμπεριληφθεί στην έκταση του ακινήτου και το ενδεχόμενο αυτό να είναι τρεις και τέσσερις φορές μεγαλύτερο του αναφερομένου.
Με βάση τα ανωτέρω αναφερόμενα δεν αποδείχτηκε ότι το ακίνητο που περιγράφεται στο ανωτέρω συμβόλαιο ταυτίζεται με το ακίνητο που περιγράφεται στην υπό κρίση αγωγή, ως ακίνητο κυριότητας του ενάγοντος, έκτασης 1.000,15 τ.μ.. Περαιτέρω αφού δεν αποδείχθηκε ότι τα ακίνητα ταυτίζονται δεν αποδείχθηκε περαιτέρω, ότι το ακίνητο επί το οποίο πράγματι απέκτησε ο ενάγων, έκτασης περί των 250 τ.μ.
περιλάμβανε κατά το έτος 1990 και τα σημεία επί των οποίων διενεργήθηκαν οι διαταρακτικές πράξεις του εναγομένου. Ακολούθως αποδείχθηκε ότι ο ενάγων κατά το έτος 2005 προέβη σε έκδοση της με αριθμό .../8-9-2005 κοινοτικής άδειας οικοδόμησης, προκειμένου να κατασκευάσει επί του ακινήτου του μία αποθήκη ενώ για το σκοπό αυτό προέβη στην σύνταξη του από Αύγουστο του 2005 τοπογραφικού διαγράμματος δια του πολιτικού μηχανικού Α.
Π.. Στο εν λόγω τοπογραφικό διάγραμμα το επίδικο ακίνητο παρουσιάζεται να έχει εμβαδό 806,82 τ.μ., δηλαδή και στην περίπτωση αυτή το εμβαδό αυτό διαφέρει ουσιωδώς από το αρχικώς αναφερόμενο των 250 τ.μ., καθώς εμφανίζεται σ' αυτό τρεις και πλέον φορές μεγαλύτερο του αρχικώς περιγραφομένου με το ως άνω συμβόλαιο.
Οι δε διαστάσεις του εμφανίζονται ως ακολούθως 26,44 μ. ως προς τη δυτική πλευρά, 31,59 μ. ως προς τη νότια πλευρά, 58,22 μ. ως προς τη βόρεια πλευρά και 41,37 μ. ως προς την ανατολική πλευρά. Το ίδιο ακίνητο, κατά το προαναφερθέν από Αύγουστο 2005 τοπογραφικό διάγραμμα έχει εμβαδό 806,82 τ.μ.. Επ' αυτού η δυτική πλευρά υπολογίζεται σε 24,70 μ., η νότια πλευρά σε 27,30 μ., η βόρεια πλευρά σε 52,70 μ.
και η ανατολική πλευρά σε 35,80 μ. Επομένως σύμφωνα με τους αναφερομένους στο προαναφερθέν συμβόλαιο όμορους ιδιοκτήτες στη δυτική και νότια πλευρά εμφανίζονται οι Σ. Ο. και Κ. Σ. και καθώς οι ιδιοκτήτες αυτοί παραμένουν σταθεροί σε όλα τα τοπογραφικά διαγράμματα, έπεται ότι το αρχικό ακίνητο, έκτασης 250 τ.μ., το οποίο απέκτησε ο ενάγων είχε την δυτική και νότια πλευρά, στο ίδιο σημείο με τα μεταγενέστερα τοπογραφικά διαγράμματα, εκτεινόταν δε βορείως και ανατολικώς σε συνολική έκταση περί των 250 τ.μ.
Η αύξηση του εμβαδού που διαπιστώνεται στα μεταγενέστερα τοπογραφικά διαγράμματα οφείλεται, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, όχι σε ακριβέστερη μέτρηση, αλλά σε επέκταση της χρήσης και των αντιστοίχων μετρήσεων προς τα ανατολικά, σε σημεία που αρχικώς δεν περιλαμβάνονταν στο ακίνητο των 250 τ.μ. περίπου.
Το γεγονός αυτό αποδεικνύεται από το ότι οι μεγαλύτερες αποκλείσεις μεταξύ των ανωτέρω τοπογραφικών διαγραμμάτων εντοπίζονται στα μήκη της νότιας, βόρειας και ανατολικής πλευράς, τα οποία παρουσιάζονται αυξανόμενα με την πάροδο των ετών, στοιχείο που καταδεικνύει την σταδιακή επέκταση προς ανατολάς, δεδομένου ότι τα δυτικά σύνορα παραμένουν στο αρχικό σημείο σταθερά, δεν δύναται δε να συναχθεί λογικώς κάποιο συμπέρασμα περί του τρόπου που θα μπορούσαν αυτά να έχουν μεταβληθεί καθώς κανένα στοιχείο δεν εισφέρθηκε προς αυτήν την κατεύθυνση.
Εφόσον όμως η χρήση και οι μετρήσεις του ακινήτου επεκτείνονται, αποδεικνύεται μεν ότι το ακίνητο, έτσι όπως περιγράφεται στην αγωγή και στο από Ιανουάριο του 2015 προαναφερθέν τοπογραφικό διάστημα, περιλαμβάνει και τα σημεία επί των οποίων διενεργήθηκαν οι διαταρακτικές, με βάση τα εκτιθέμενα, πράξεις του εναγομένου, ωστόσο δεν δύναται να αποδειχθεί με ασφάλεια και χωρίς αμφιβολία το ίδιο και σε ό,τι αφορά το ακίνητο, έτσι όπως αυτό περιγράφεται στο από Αύγουστο του 2005 προαναφερθέν τοπογραφικό διάγραμμα, καθώς οι διαστάσεις αυτού είναι σαφώς μικρότερες του από Ιανουάριο του 2015 τοπογραφικού διαγράμματος, τα σημεία δε επί των οποίων διενεργήθηκαν οι διαταρακτικές, με βάση τα εκτιθέμενα, πράξεις του εναγομένου, εντοπίζονται πλησίον των ανατολικών ορίων του ακινήτου, όπως αυτό περιγράφεται στην υπό κρίση αγωγή.
Ακόμη όμως και αν θεωρηθεί ότι ήδη κατά το έτος 2005, ο ενάγων νεμόταν ακίνητο με διαστάσεις όπως και αυτές του από ιδίου έτους τοπογραφικού διαγράμματος και ότι εντός αυτού περιλαμβάνονταν και τα σημεία επί των οποίων διενεργήθηκαν οι διαταρακτικές, με βάση τα εκτιθέμενα, πράξεις του εναγομένου, προκειμένου να συντρέξουν οι προϋποθέσεις κτήσης κυριότητας επί ακινήτου ιδίων διαστάσεων, δυνάμει έκτακτης χρησικτησίας, πρέπει να αποδειχθεί ότι ο ενάγων νεμόταν το ακίνητο με τις ίδιες διαστάσεις τουλάχιστον από το έτος 1993.
Ωστόσο, κάτι τέτοιο δεν αποδεικνύεται από κανένα αποδεικτικό μέσο, δεδομένου ότι όπως ανωτέρω αναφέρθηκε ο ενάγων απέκτησε κατά το έτος 1990 ακίνητο εμβαδού περί των 250 τ.μ., χωρίς να αποδεικνύεται αναμφίβολα ο ακριβής χρόνος επέκτασης της νομής αυτού σε ακίνητο 806,82 τ.μ., καθώς κάτι τέτοιο εμφανίζεται το πρώτον κατά το έτος 2005.
Επιπλέον από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν αποδείχθηκε ότι ο ενάγων προέβη σε φύτευση των ευρισκομένων στη βορειανατολική πλευρά το ακινήτου, δέντρων, όπως αυτό περιγράφεται στην υπό κρίση αγωγή, καθώς η κατάθεση του μάρτυρα απόδειξης δεν ενισχύεται από κανένα αποδεικτικό μέσο. Έτι περαιτέρω, προκειμένου να συντρέξουν οι προϋποθέσεις κτήσης κυριότητας επί ακινήτου ιδίων διαστάσεων με το περιγραφόμενο στην αγωγή, δηλαδή έκτασης 1.000,15 τ.μ., σύμφωνα με το από Ιανουάριο του 2015 τοπογραφικό διάγραμμα, δυνάμει έκτακτης χρησικτησίας, πρέπει να αποδειχθεί ότι ο ενάγων νεμόταν το ακίνητο με τις ίδιες διαστάσεις, τουλάχιστον από το έτος 1993.
Ωστόσο, κάτι τέτοιο δεν αποδεικνύεται από κανένα αποδεικτικό μέσο, δεδομένου ότι όπως ανωτέρω αναφέρθηκε ο ενάγων απέκτησε κατά το έτος 1990 ακίνητο εμβαδού περί των 250 τ.μ., χωρίς να αποδεικνύεται αναμφίβολα ο ακριβής χρόνος επέκτασης της νομής αυτού σε ακίνητο έκτασης 806,82 τ.μ., σύμφωνα με το από Αύγουστο του 2005 τοπογραφικό διάγραμμα, για τα έτη προ του 2005 και σε ακίνητο έκτασης 1.000,15 τ.μ.
σύμφωνα με το από 2015 τοπογραφικό διάγραμμα, δεδομένου και του ότι κατά το 2005 νεμόταν περιορισμένη έκταση 806,82 τ.μ. σύμφωνα με τα ανωτέρω αναφερόμενα. Με βάση λοιπόν τα ανωτέρω αποδειχθέντα δεν αποδείχτηκε ότι ο ενάγων έχει αποκτήσει κυριότητα επί του επιδίκου ακινήτου σε έκταση ανώτερη της αρχικής των 250 τ.μ., δεδομένου και του ότι δεν υφίσταται με την υπό κρίση αγωγή βάση κτήσης κυριότητας με τακτική χρησικτησία, καθώς ελλείπει αφενός η ρητή αναφορά στο είδος αυτό χρησικτησίας, αφετέρου η έκθεση των στοιχείων αυτής και δη της καλής πίστης.
Περαιτέρω, εφόσον δεν αποδείχθηκε η απόκτηση κυριότητας εκ μέρους του ενάγοντα σε έκταση ανώτερη της αρχικής των 250 τ.μ., δεν αποδείχτηκε περαιτέρω ότι ο ενάγων έχει αποκτήσει κυριότητα επί των σημείων επί των οποίων διενεργήθηκαν οι διαταρακτικές, με βάση τα εκτιθέμενα, πράξεις του εναγομένου, καθώς τα σημεία αυτά, εντοπίζονται πλησίον των ανατολικών ορίων του ακινήτου, όπως αυτό περιγράφεται στην υπό κρίση αγωγή, σύμφωνα με τα ανωτέρω αναφερόμενα.
Συνεπώς, καθώς δεν δύναται να αποδειχθεί η ύπαρξη πράξεων διατάραξης επί ακινήτου κυριότητας του ενάγοντος πρέπει να απορριφθούν τα αιτήματα αναγνώρισης της κυριότητας του ενάγοντος, της άρσης της διατάραξης της κυριότητας του και της απαγόρευσης της στο μέλλον, ως αβάσιμα κατ' ουσία. Ωστόσο, όπως δέχθηκε το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με την εκκαλούμενη απόφαση, η οποία, όπως προαναφέρθηκε δεν προσβάλλεται κατά τούτο, ο ενάγων ασκούσε κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής πράξεις νομής επί της εδαφικής λωρίδας με τα στοιχ... (διόδου), όπως αυτή αποτυπώνεται στο από Ιανουάριο 2015 τοπογραφικό διάγραμμα του αγρονόμου τοπογράφου μηχανικού Σ.
Π.". Μετά ταύτα το Εφετείο απέρριψε στην ουσία την έφεση του νυν αναιρεσείοντος κατά της 264/2016 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ναυπλίου, με την οποία ο ενάγων (ήδη αναιρεσείων), κατά παραδοχή εν μέρει της αγωγής του, αναγνωρίσθηκε νομέας της εκεί αναφερόμενης εδαφικής λωρίδας, μετ' απόρριψη των αγωγικών βάσεων για αναγνώριση της κυριότητάς του επί του επιδίκου ακινήτου (παραγώγως ως απαράδεκτης και πρωτοτύπως ως κατ' ουσία αβάσιμης) και για άρση της διατάραξής της επ' αυτού από τον αναιρεσίβλητο.
IV. Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων προσάπτει στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο την κατ' άρθρ. 559 αρ.8β ΚΠολΔ πλημμέλεια, διότι, όπως ισχυρίζεται, με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε κατ' ουσία τον πρώτο λόγο της έφεσής του για την (κατ' αυτόν) εσφαλμένη απόρριψη με την πρωτόδικη απόφαση ως απαράδεκτου του αγωγικού αιτήματος για την αναγνώρισή του (αναιρεσείοντος) ως αποκλειστικού κυρίου, νομέα και κατόχου της συνολικής επιφάνειας του επιδίκου αγρού λόγω έλλειψης εννόμου συμφέροντος.
Η κρίση, όμως αυτή, όπως υποστηρίζει ο αναιρεσείων, είναι εσφαλμένη, εξαιτίας της αναφερόμενης στην ένδικη αγωγή (λεκτικής και έμπρακτης) αμφισβήτησης από τον εναγόμενο (ήδη αναιρεσίβλητο) της κυριότητάς του (αναιρεσείοντος) επί του επιδίκου ακινήτου. Γι' αυτό, (κατά τον αναιρεσείοντα), η προσβαλλομένη είναι αντιστοίχως, αναιρετέα, γιατί δεν έλαβε υπόψη της πράγματα που νόμιμα προτάθηκαν.
Ο λόγος αυτός, σύμφωνα και με την αντίστοιχη, νομική σκέψη, είναι αβάσιμος, αφού το Εφετείο με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, όπως προκύπτει από το περιεχόμενό της που προπαρατέθηκε, έλαβε υπόψη τον σχετικό πρώτο λόγο έφεσης και τον απέρριψε από ουσιαστικής άποψης, όπως άλλωστε ο ίδιος ο αναιρεσείων αναφέρει στο δικόγραφο της αίτησης αναίρεσης, κατά την ανάπτυξη του περιεχομένου του λόγου.
Με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων αιτιάται ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του αρ.11γ του άνω άρθρου, διότι δεν έλαβε υπόψη με την προσβαλλόμενη απόφασή του την 732/2013 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου 'Αργους, με την οποία αυτός κηρύχθηκε αθώος του αδικήματος της αυτογνώμονης κατάληψης δημόσιας (της επίδικης) έκτασης, καθώς και την από 7-5-2012 τεχνική έκθεση φωτοερμηνείας του δασολόγου-περιβαλλοντολόγου-μελετητή Ε.
Κ., στην οποία αναφέρεται, ότι δεν υπήρχε οποιοσδήποτε δρόμος ή μονοπάτι στο εσωτερικό της έκτασης, ιδιοκτησίας του αναιρεσείοντος στις χρονικές περιόδους 1945, 1960,1996 και 2007-2009, έγγραφα που κατά τον αναιρεσείοντα ουσιωδώς επηρειάζουν την έκβαση της προκείμενης υπόθεσης. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι, (σύμφωνα και με την οικεία μείζονα σκέψη), από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και ειδικότερα, από την ενυπάρχουσα σε αυτή διαβεβαίωση ότι κατά το σχηματισμό της αποδεικτικής κρίσης του το Εφετείο έλαβε υπόψη, μεταξύ άλλων, και όλα τα έγγραφα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, σε συνδυασμό με τις αιτιολογίες της απόφασης αυτής καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, ότι τα πιο πάνω έγγραφα λήφθηκαν υπόψη.
Η δε έκθεση φωτοερμηνείας ρητά αναφέρεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση. Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, υπό στοιχ. Ι., ο αναιρεσείων αποδίδει στο Εφετείο, ότι με την προσβαλλόμενη απόφασή του υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρ. 1 του άνω άρθρου, ως προς την εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των άρθρων 1033, 513, 540, 550 ΑΚ που (κατά τον αναιρεσείοντα) συναρτώνται με τον παράγωγο τρόπο, που αυτός, (όπως ισχυρίζεται στην επισκοπηθείσα ένδικη αγωγή του), απέκτησε με γονική παροχή από τον πατέρα του την κυριότητα της επίδικης έκτασης, κατά τα ειδικότερα στο περιεχόμενο του λόγου εκτιθέμενα.
Ο λόγος κατά το μέρος αυτό είναι αβάσιμος, γιατί στηρίζεται σε λανθασμένη προϋπόθεση. Συγκεκριμένα, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του διερεύνησε κατ' ουσία μόνο την υπ' αυτού (αναιρεσείοντος) συνδρομή (ή μη) των προϋποθέσεων της κτήσης κυριότητας επί του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία, όχι δε και τον παράγωγο τρόπο, όπως εσφαλμένα υπολαμβάνει ο αναιρεσείων, σε σχέση με τον οποίο απέρριψε το σχετικό λόγο έφεσης, κρίνοντας ότι η ένδικη αγωγή είναι αόριστη και απορριπτέα ως απαράδεκτη, κατά το μέρος που στηρίζεται στον παράγωγο τρόπο κτήσης κυριότητας του ενάγοντος.
Με τον ίδιο λόγο, υπό στοιχ.
ΙΙ ο αναιρεσείων προσάπτει στο Εφετείο, ότι υπέπεσε (και) στην πλημμέλεια του αρ. 19 του ίδιου άρθρου, διότι υφίσταται έλλειψη νόμιμης βάσης ως προς τις αιτιολογίες, με τις οποίες η προσβαλλομένη αναφέρει στο αποδεικτικό πόρισμα, ότι η διαφορά στην έκταση του επιδίκου, δηλαδή ανάμεσα στα 250 τ.μ. που αναφέρονται στο συμβόλαιο του 1990 της γονικής παροχής και στα 1000,15 τ.μ. (της νεώτερης καταμέτρησης), δεν μπορεί να δικαιολογηθεί λογικά, καθώς είναι σημαντική απόκλιση, η οποία δεν είναι δυνατό να μην έγινε αντιληπτή από τον αναιρεσείοντα και τον δικαιοπάροχο πατέρα του, αφού τα μέσα υπολογισμού των εκτάσεων κατά την εποχή εκείνη δεν ήταν τόσο πενιχρά και ότι τότε (1990) δεν αποδείχθηκε ότι οι ανωτέρω (αναιρεσείων και πατέρας αυτού) δεν είχαν τα απαραίτητα τεχνικά μέσα να προβούν σε ακριβή μέτρηση του ακινήτου κι έτσι στο συμβόλαιο εμφάνισαν το ακίνητο περίπου τέσσερεις φορές μικρότερο από την πραγματική του έκταση. Κατά το μέρος αυτό ο λόγος είναι απαράδεκτος, διότι τα προαναφερόμενα είναι (πραγματικά) επιχειρήματα, που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων και δεν ιδρύουν τον από το άρθ. 559 αρ.19 λόγο αναίρεσης, όπως αναλύεται παραπάνω στην αντίστοιχη μείζονα σκέψη. Με τον ίδιο λόγο υπό στοιχ.
ΙΙΙ. ο αναιρεσείων καταλογίζει στο Εφετείο, ότι στο αποδεικτικό του πόρισμα διαλαμβάνει ελλιπείς και αντιφατικές αιτιολογίες, με τις οποίες έκρινε ότι "αυτός (αναιρεσείων) επέκτεινε την "αρχική" έκταση του ακινήτου προς ανατολάς, αλλά σε σημεία που αρχικώς δεν περιλαμβάνονται στην αρχική έκταση". Ειδικότερα, ο αναιρεσείων αιτιάται, ότι "η προσβαλλομένη δεν αποτύπωσε τα 250 τ.μ.
στα κατά την κρίση της σταθερά όρια ΔΥΤ. και Ν., προς τις ιδιοκτησίες Σ. Ο. και κληρονόμων Σ. αντίστοιχα, αλλά προέβη σε σύγκριση του από 2005 τοπογραφικού του Α. Π., όπου η έκταση του ακινήτου είναι 806,82 τ.μ., (τοπογραφικό άσχετο με τον τίτλο κτήσης του αναιρεσείοντος), και του από Ιανουαρίου 2015 τοπογραφικού της αγωγής.
Όπως δε περαιτέρω ισχυρίζεται ο αναιρεσείων, αντί η προσβαλλομένη να προβεί στην εξαγωγή κρίσης με αλληλοεφαρμογή των δύο (ανωτέρω) τοπογραφικών, ώστε να προκύψει αδιαμφισβήτητη διάγνωση των μεταβολών των επιφανειών και να αποδειχθεί ως προς ποια κατεύθυνση επεκτάθηκε το ακίνητο, προβαίνει σε αντιπαραβολή των ορίων, (που αναλυτικά παρατίθεται στο περιεχόμενο του λόγου), και καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η αρχική έκταση επεκτάθηκε προς ανατολάς, ενώ ταυτόχρονα δέχεται ότι οι μεγαλύτερες αποκλίσεις εντοπίζονται στα μήκη της Ν., Β.
και ΑΝ. πλευράς". Έτι περαιτέρω, στον ίδιο λόγο, υπό στοιχ. IV. ο αναιρεσείων υποστηρίζει, ότι "είναι ελλιπής η αιτιολογία της προσβαλλομένης, με την οποία θεμελιώθηκε η κρίση της για την προσβολή του επίδικου ακινήτου σε εδαφικά σημεία εκτός της δικής του (αναιρεσείοντος) ιδιοκτησίας. Το πόρισμα, κατά τον αναιρεσείοντα, εξάγεται απ' τον επαγωγικό συλλογισμό, ότι αυτός δεν απέκτησε κυριότητα σε έκταση μεγαλύτερη των 250 τ.μ.
και συνεπώς δεν απέκτησε κυριότητα επί των σημείων που έγιναν οι επίδικες πράξεις, οι οποίες κατέλαβαν σημεία στο ανατολικό όριο του ακινήτου. Ο συλλογισμός, σύμφωνα με τον αναιρεσείοντα, είναι υποθετικός, διότι δεν προσδιορίζεται επακριβώς η αρχική έκταση (μέχρι ποιου εδαφικού τμήματος εκτεινόταν ανατολικά η αρχική του ιδιοκτησία), καθώς και σε ποια επακριβώς σημεία ευρίσκεται η δίοδος, ώστε να εξάγεται το συμπέρασμα αυτό, η βεβαιότητα, δηλαδή, ότι η επίδικη προσβολή με τη διάνοιξη διόδου ευρίσκεται εκτός των ορίων της "αρχικής" έκτασης του ακινήτου και η αβεβαιότητα για το σημείο που ευρίσκεται το φρεάτιο άρδευσης σε σχέση με την αρχική του (αναιρεσείοντος) ιδιοκτησία, αφού στην αγωγή του δεν προσδιόρισε την επίδικη εδαφική λωρίδα στην ανατολική πλευρά του οικοπέδου του, αλλά προσδιόρισε την επιχωμάτωση και την τοποθέτηση συρματοπλέγματος στη νοτιοανατολική πλευρά της επίδικης λωρίδας και την κατασκευή φρεατίου στη δυτική πλευρά της εδαφικής λωρίδας".
Ο λόγος, κατά τα υπό τα στοιχ.
ΙΙΙ και IV αναφερόμενα είναι απαράδεκτος, διότι, υπό την επίφαση της πλημμέλειας του αρ. 19 του άνω άρθρου, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Με τον ίδιο λόγο, υπό στοιχ. V. o αναιρεσείων προσάπτει, ότι το Εφετείο υπέπεσε στις πλημμέλειες των αρ. 1β και 19 του ίδιου (559 ΚΠολΔ άρθρου), διότι ειδικότερα:
Καθόσον αφορά στην υπ' αρ. 19 πλημμέλεια, διαλαμβάνει ελλιπή αιτιολογία ως προς την παραδοχή, ότι "δεν αποδείχθηκε ο ακριβής χρόνος επέκτασης της νομής του (αναιρεσείοντος) επί του ακινήτου από τα 250 τ.μ. στα 806 τ.μ. και ακολούθως σε 1000,15 τ.μ., καθόσον δεν προσδιορίζεται εάν η υπόλοιπη των 250 τ.μ. έκταση ήταν ιδιωτική ή κοινοτική.
Εφόσον δε, όπως ισχυρίζεται ο αναιρεσείων, δεν νοείται η άσκηση πράξεων νομής επί κοινοχρήστων χώρων (αλώνι) και η προσβαλλομένη έκρινε ότι η αρχική έκταση ανερχόταν μόνο σε 250 τ.μ., όφειλε να προσδιορίσει το χαρακτήρα της υπόλοιπης ιδιοκτησίας, ώστε να είναι σαφές ότι το υπόλοιπο τμήμα των 750 τ.μ. δεν αποτελεί ενιαίο όλο με τη δική του (αναιρεσείοντος) ιδιοκτησία, αλλά διαφορετική και διακριτή ιδιοκτησία, ιδιωτικού χαρακτήρα, επί της οποίας σταδιακά διενεργούσε πράξεις νομής.
Γι' αυτό, υπό τα ως άνω, οι αιτιολογίες, με τις οποίες απορρίφθηκε η αρνητική αγωγή του, διότι δεν είχε αποκτήσει κυριότητα σε 1000,15 τ.μ., αλλά μόνο σε 250 τ.μ., (κατά τον αναιρεσείοντα), είναι ελλιπείς και αντιφατικές και ακόμη, εσφαλμένα ερμηνεύθηκαν από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο τα διδάγματα της κοινής πείρας, αναφορικά με την περιγραφή των ακινήτων και την έκτασή τους στα μεταβιβαστικά συμβόλαια".
Ο λόγος είναι απαράδεκτος και δη: Κατά το μέρος που αναφέρεται στην πλημμέλεια του αρ. 19, γιατί πλήττεται η περί τα πράγματα αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Κατά δε το μέρος που συνέχεται με τη φερόμενη παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, γιατί τα υπό το περιεχόμενό του εκτιθέμενα δεν αποτελούν τέτοια διδάγματα, σύμφωνα και με την αναφερόμενη στην αρχή νομική σκέψη.
Με τον τέταρτο (τελευταίο) λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων αιτιάται, ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του αρ. 8β του άνω άρθρου, αφού, παρά το ότι με την έφεσή του προσέβαλε την πρωτόδικη απόφαση όχι μόνο για την απόρριψη της αναγνωριστικής κυριότητας αγωγής του, αλλά και για την απόρριψη της αρνητικής αγωγής του, με την προσβαλλόμενη απόφασή του "δεν ασχολήθηκε με το ζήτημα της κυριότητας επί της εδαφικής αυτής λωρίδας, αλλά μόνο για το εάν έχει καταστεί νομέας και έτι περαιτέρω δεν υποχρέωσε τον αναιρεσίβλητο να άρει τις επίδικες κατασκευές από το ακίνητο ούτε επίσης χορήγησε σε αυτόν (αναιρεσείοντα) το δικαίωμα αυτό".
Ο λόγος, κατά τα εκτενέστερα στο περιεχόμενό του εκτιθέμενα είναι αβάσιμος, διότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αντίθετα από τις πιο πάνω αναιρετικές αιτιάσεις, ρητά μνημονεύει (στη σελίδα 10 της απόφασής του), ότι δεν μεταβιβάσθηκε (με αντίστοιχο λόγο έφεσης) το μέρος της αγωγής, το οποίο στον πρώτο βαθμό έγινε δεκτό περί προστασίας της νομής του ενάγοντος επί του επιδίκου ακινήτου.
Επίσης δέχθηκε ότι "εξαιτίας του ότι δεν αποδείχθηκε η κυριότητα του ενάγοντος επί της επίδικης εδαφικής λωρίδας δεν γεννάται θέμα διατάραξης της κυριότητας αυτού", (βλ. σελ. 22 της προσβαλλομένης) και επομένως το Εφετείο έλαβε υπόψη το σχετικό λόγο έφεσης ως προς την απόρριψη της αρνητικής αγωγής και τον απέρριψε κατ' ουσία.
V. Κατά συνέπεια, μη υπάρχοντος ετέρου λόγου προς διερεύνηση, πρέπει, σύμφωνα με το διατακτικό, να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος παραβόλου. Τέλος σημειώνεται, ότι δικαστικά έξοδα δεν θα επιβληθούν στον ηττώμενο αναιρεσείοντα, (κατά τα άρθρ. 176, 183 ΚΠολΔ), λόγω της ερημοδικίας του αναιρεσιβλήτου.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ -
Απορρίπτει την από 10-1-2019 αίτηση του Γ. Ο. του Κ. Λ. για αναίρεση της 357/2018 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου.
Και
Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος παραβόλου.- ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 11 Μαρτίου 2020.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 29 Απριλίου 2020.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ