Legislator Case Law & Legislation
442/2018 AI generated

442/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 442/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Νοεμβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

442/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Μετά την τυχόν καταγγελία του δανείου, με την επιφύλαξη του άρθρου 4§6 του Ν.3156/2003, κάθε ομολογιούχος θα δύναται να ασκεί μόνος και χωρίς ανάγκη σύμπραξης του εκπροσώπου ή των άλλων ομολογιούχων ή τη λήψη περαιτέρω απόφασης από τη συνέλευση όλες τις σχετικές ληξιπρόθεσμες αξιώσεις του κατά του εκδότη και κάθε δικαίωμά του ως ομολογιούχος των ομολογιών που του ανήκουν".

Keywords

AI generated
debt capital public takeover bid distribution of collective investment schemes fractional ownership share allocation of debt payments third-party beneficiary contract
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 442 / 2018 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 442/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Σακκά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Αβροκόμη Θούα, Μιλτιάδη Χατζηγεωργίου και Κυριάκο Οικονόμου - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Νοεμβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Δ. Π. του Λ., 3) Ν. Π. του Λ., 4) Λ. Π. του Λ., 5) Π. Π. του Λ., 6) Γ. Π. του Λ., κατοίκων ... και 7) Α. χήρας Λ. Π., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκαν από τους πληρεξουσίους δικηγόρους τους: 1) Ειρήνη Δουκακάρου και 2) Φώτιο Κρεμμύδα.

Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "... Α.Ε.", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, εκπροσωπήθηκε δε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Μαρίνα - Χαριτίνη Μηλιώνη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-9-2011 ανακοπή και τους από 27-9-2012 πρόσθετους λόγους ανακοπής των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ζακύνθου και συνεκδικάσθηκαν.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 8/2013 του ίδιου Δικαστηρίου και 170/2016 του Τριμελούς Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 31-3-2017 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσειόντων ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, εισάγεται προς κρίση η από 31-3-2017 αίτηση αναιρέσεως της υπ’ αριθ. 170/2016 αποφάσεως του Εφετείου Πατρών, με την οποία, έγινε δεκτή κατ’ ουσίαν η από 23-9-2014 έφεση της καθ’ ης η ανακοπή - αναιρεσιβλήτου, κατά της υπ` αριθ. 8/2013 οριστικής αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ζακύνθου, εξηφανίσθη η πρωτόδικος και απερρίφθη η από 16-9-2011 ανακοπή των αναιρεσειόντων και οι πρόσθετοι αυτής λόγοι. Με την πρωτοβάθμια απόφαση, είχε γίνει δεκτή η ανακοπή των αναιρεσειόντων και είχε ακυρωθεί η σχετική διαταγή πληρωμής. Η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως κατά της άνω, αντιμωλία των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία εκδοθείσας τελεσίδικης αποφάσεως, έχει ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Επομένως, είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους λόγους της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 374, 378 ΑΚ, συνάγεται ότι με την ένσταση του μη εκπληρωθέντος συναλλάγματος, η οποία αποτελεί εκδήλωση της αλληλεξάρτησης των παροχών επί αμφοτεροβαρούς συμβάσεως, καθιερώνεται από το νομοθέτη η αρχή της ταυτόχρονης εκπληρώσεως παροχής και αντιπαροχής. Πρόκειται για γνήσια αναβλητική ένσταση, η οποία προβάλλεται όταν ο ενάγων δεν εκπληρώνει τις εκ της συμβάσεως υποχρεώσεις του στο σύνολο τους, δηλαδή τόσο τις κύριες, όσο και τις παρεπόμενες, η δε προβολή της δεν συνεπάγεται την απόρριψη της αγωγής, αλλά την καταδίκη του εναγομένου υπό τον όρο της ταυτόχρονης εκ μέρους του αντιδίκου του εκπληρώσεως της βαρύνουσας αυτόν αντιπαροχής. Η ΑΚ 374 δεν εφαρμόζεται, εάν ο οφειλέτης υποχρεούται, κατ’ εξαίρεση, να εκπληρώσει πρώτος την παροχή του. Η υποχρέωση αυτή δυνατόν να προκύπτει από τον νόμο ή από τη σύμβαση. Εξ άλλου, ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α` του ΚΠολΔ προβλεπόμενος λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένως, η δε παράβαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή(ΟλΑΠ 7/2006, 4/2005, ΑΠ 319/2017).

Εν προκειμένω, με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλομένη απόφαση την από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ισχυριζόμενοι ότι το Εφετείο εσφαλμένως ερμήνευσε και εφήρμοσε την ΑΚ 374. Ειδικότερα, διατείνονται ότι η πρώτη τούτων, ως εκδότρια του ομολογιακού δανείου δεν ήταν υποχρεωμένη να καταβάλει τις δόσεις για το τμήμα του δανείου που είχε λάβει (1.400.000 ευρώ), έως ότου η αντίδικος κατέβαλε το συνολικό ποσό του ομολογιακού δανείου (3.500.000 ευρώ), μετά την καταβολή του οποίου είχε υποχρέωση καταβολής των δόσεων επιστροφής τούτου και ότι η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση έπρεπε να κρίνει ως βάσιμη την εκ του άρθρου 374 ΑΚ προβληθείσα υπ’ αυτών ένσταση, εντεύθεν και την ένδικο ανακοπή κατά της διαταγής πληρωμής, εφ’ όσον κατά τον χρόνο εκδόσεως της, δεν υπήρχε ληξιπρόθεσμη απαίτηση της αναιρεσιβλήτου Τράπεζας.

Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφασή του, δέχθηκε ανελέγκτως, ύστερα από εκτίμηση των αποδείξεων, τα ακόλουθα: "...Η Γενική Συνέλευση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..." στη συνεδρίαση της 12.4.2007 αποφάσισε να εκδώσει κοινό ομολογιακό τους δάνειο, με ενσώματες ομολογίες, ύψους 3.500.000 € και διάρκειας πληρωμής 15 ετών και εξουσιοδότησε το Διοικητικό Συμβούλιο της εταιρείας να καθορίσει τους λοιπούς όρους του δανείου και να εξειδικεύσει όλους τους όρους αυτού.

Στη συνέχεια το Διοικητικό Συμβούλιο της εταιρείας στο πλαίσιο της ανωτέρω εντολής και εξουσιοδότησης στη συνεδρίαση της 16.4.2007 προέβη σε καθορισμό, εξειδίκευση και οριστικοποίηση των όρων του ομολογιακού δανείου, στην επιλογή των ομολογιούχων δανειστών στους οποίους θα διατεθεί το ομολογιακό δάνειο και στο διορισμό της "...

ΑΕ" ως εκπροσώπου των ομολογιούχων δανειστών. Ακολούθως, η "... ΑΕ" και η εκδότρια εταιρεία υπέγραψαν τις από 8.5.2007 συμβάσεις α) διοργάνωσης, διαχείρισης και εκπροσώπησης του ομολογιακού δανείου και β) κάλυψης και πρωτογενούς διαθέσεως των ομολογιών, στις οποίες συμπεριλήφθηκαν και οι όροι του προγράμματος έκδοσης κοινού ομολογιακού δανείου 3.500.000 € εκ μέρους της ανώνυμης εταιρείας, όλα στο ίδιο υπό την ανωτέρω ημερομηνία πρόγραμμα μετά συμβάσεων.

Στον όρο 2 προβλέφθηκε ότι η ανώνυμη εταιρία - εκδότρια θα εκδώσει τους τίτλους των ομολογιών σε τρεις σειρές εκ των οποίων η πρώτη σειρά θα περιλαμβάνει τέσσερις ομολογίες, η δεύτερη σειρά τρεις ομολογίες και η τρίτη τρεις ομολογίες και ότι οι ομολογίες της Α’ σειράς θα παραδοθούν στους αρχικούς ομολογιούχους την ημερομηνία έναρξης του δανείου, που είναι η ημερομηνία έκδοσης της Α’ σειράς.

Αρχικοί ομολογιούχοι στη σύμβαση νοούνται οι αρχικοί δικαιούχοι των ομολογιών, όπως αναφέρονται στο παράρτημα II της σύμβασης και συγκεκριμένα η "... ΑΕ". Την κάλυψη, ανάληψη και αγορά των ομολογιών της Α’ σειράς υποσχέθηκε η "...". Οι ομολογίες ήταν ονομαστικές, ελεύθερα μεταβιβάσιμες και ενσώματες και επ’ αυτών αναγραφόταν η υποχρέωση του εκδότη να καταβάλει στον δικαιούχο του ονομαστικού τίτλου τις δόσεις του κεφαλαίου, τους επί του κεφαλαίου τόκους και κάθε φόρο, τέλος, εισφορά και άλλο έξοδο, όπως όλα αναφέρονται στους όρους του ομολογιακού δανείου και στους σχετικούς πίνακες (βλ.

σχέδιο ομολογίας στο από 8.5.2007 πρόγραμμα μετά συμβάσεων). Αναφορικά με την έκδοση των δύο επόμενων σειρών ομολογιών (Β & Γ) συμφωνήθηκε ότι οι ομολογιούχοι δεν υποχρεούνται να καλύψουν, αναλάβουν και να αγοράσουν τις ομολογίες εκάστης σειράς, εάν προηγουμένως δεν έχουν πληρωθεί οι εξής προϋποθέσεις για εκάστη σειρά ομολογιών:

Β’ σειρά ομολογιών: Εφόσον έχει προηγηθεί η έκδοση ομολογίας της Α’ σειράς και το δάνειο εξυπηρετείται κανονικά, επίσης εφόσον έχει προηγηθεί η προσκόμιση στον εκπρόσωπο της πιστοποίησης του μηχανικού του εκπροσώπου, αναφορικά με την ολοκλήρωση του 50% περίπου των εργασιών ανέγερσης των κτιρίων που αναφέρονται ως σκοπός του δανείου (χρηματοδότηση μέρους των δαπανών κατασκευής κτιριακών εγκαταστάσεων - καταστημάτων σε οικόπεδο ιδιοκτησίας του εκδότη στο Δ.Δ. ...), πάντως όχι μετά την 30.11.2007.

Γ’ σειρά ομολογιών: Εφόσον έχει προηγηθεί η έκδοση ομολογίας της Β’ σειράς και το δάνειο εξυπηρετείται κανονικά , επίσης εφόσον έχει προηγηθεί η προσκόμιση στον εκπρόσωπο της πιστοποίησης του μηχανικού του εκπροσώπου, αναφορικά με την πλήρη αποπεράτωση των εργασιών ανέγερσης των κτιρίων που αναφέρονται ως σκοπός του δανείου (χρηματοδότηση μέρους των δαπανών κατασκευής κτιριακών εγκαταστάσεων - καταστημάτων σε οικόπεδο ιδιοκτησίας του εκδότη στο Δ.Δ. ...), πάντως όχι μετά την 30.5.2008.

Σε περίπτωση που παρέλθει άπρακτη η προθεσμία έκδοσης της Β’ σειράς θα ματαιούται η έκδοση των ομολογιών της Β’ και Γ’ σειράς και το ποσό του δανείου θα περιορίζεται αυτομάτως και δίχως άλλη ενέργεια ή διατύπωση στο συνολικό ποσό που αντιστοιχεί στην αξία των ομολογιών της Α’ σειράς. Αντίστοιχα σε περίπτωση που παρέλθει άπρακτη η προθεσμία έκδοσης των ομολογιών της Γ’ σειράς, θα ματαιούται η έκδοση των ομολογιών της Γ σειράς και το ποσό του δανείου θα περιορίζεται αυτομάτως και δίχως άλλη ενέργεια η διατύπωση στο συνολικό ποσό που αντιστοιχεί στην αξία των ομολογιών των Α’ και Β’ σειρών.

Ως αυτονόητο στις περιπτώσεις αυτές θα προσαρμόζεται αντίστοιχα το ύψος των δόσεων, ως αυτές προσδιορίζονται στην παρ. 8.1. (όρος 2.1 του από 8.5.2007 προγράμματος μετά συμβάσεων). Ειδικότερα στο άρθρο 8 περί αποπληρωμής του δανείου-γνωστοποίησης τόκου συμφωνήθηκε ότι το κεφάλαιο του δανείου θα εξοφληθεί από τον εκδότη σε πενήντα έξι ισόποσες τριμηνιαίες χρεολυτικές δόσεις ποσού 62.500 €, η πρώτη από τις οποίες θα είναι καταβλητέα 15 μήνες από την ημερομηνία έναρξης, οι επόμενες μετά την πάροδο τριμήνου με τελική ημερομηνία την ημερομηνία λήξης του δανείου, δηλαδή την 15η ετήσια επέτειο από την ημερομηνία έναρξης του δανείου.

Επομένως, με δεδομένο ότι η ημερομηνία έναρξης ήταν η 14.5.2007,η καταβολή της πρώτης δόσης θα έπρεπε να γίνει την 14.8.2008 και κάθε τρεις μήνες μέχρι την 14.5.2022. Το ύψος δε της δόσης κατά τα ανωτέρω αν είχε διατεθεί μόνο η πρώτη σειρά ομολογιών θα ήταν 25.000 € για τις τέσσερις ομολογίες, αν είχε διατεθεί και η δεύτερη σειρά 43.750 € για τις επτά ομολογίες και αν είχε διατεθεί και η τρίτη σειρά 62.500 € και για τις δέκα ομολογίες.

Επίσης συμφωνήθηκε ότι αν η πρώτη από τις δόσεις είναι καταβλητέα οποτεδήποτε μετά τη λήξη της πρώτης περιόδου εκτοκισμού συμφωνείται ότι για τον ενδιάμεσο χρόνο (περίοδος χάριτος), ο εκδότης θα υποχρεούται να καταβάλει μόνο τους αναλογούντες τόκους. ... Για την περίπτωση καθυστέρησης πληρωμής οποιοσδήποτε οφειλής (κεφαλαίου, τόκων ή άλλης επιβάρυνσης) προς τους ομολογιούχος, ο εκδότης θα καθίσταται αυτοδίκαια και χωρίς όχληση με μόνη την πάροδο της ημέρας κατά την οποία ήταν πληρωτέο το ποσό, υπερήμερος και θα βαρύνεται με τόκους που θα υπολογίζονται με το επιτόκιο υπερημερίας, ήτοι το Συμβατικό Επιτόκιο Περιόδου, προσαυξημένο κατά 2,5% με εξάμηνο ανατοκισμό.

Οι καταβολές από τον εκδότη θα γίνονται προς τον εκπρόσωπο των ομολογιούχων, έναντι σχετικού παραστατικού που θα εκδίδει ο εκπρόσωπος. Την εμπρόθεσμη προσήκουσα και ολοσχερή αποπληρωμή του χρέους (κεφάλαιο, τόκους, λοιπές επιβαρύνσεις, έξοδα) προς τους ομολογιούχους από την εκδότρια ανώνυμη εταιρεία εγγυήθηκαν σε ολόκληρο με την εκδότρια τα φυσικά πρόσωπα Λ.

Π. του Δ., Δ. Π. του Λ. και Ν. Π. του Λ., παραιτούμενοι από οποιαδήποτε ένσταση, ενώ η αποπληρωμή συμφωνήθηκε ότι θα ασφαλίζεται και με προσημείωση υποθήκης Α’ τάξης για ποσό 4.200.000 Ε σε ακίνητη περιουσία. Περαιτέρω στον όρο 15 του συμφωνητικού διελήφθη πως "ο εκπρόσωπος θα ανοίξει και τηρεί στο κατάστημα της Ζακύνθου, έναν ή περισσότερους λογαριασμούς παρακολούθησης του δανείου, όπου θα εμφανίζονται τα ποσά που καταβλήθηκαν από τους ομολογιούχους, οι δεδουλευμένοι τόκοι και οι λοιπές χρεώσεις σε βάρος της εκδότριας και όλες οι πληρωμές του χρέους εκ μέρους του τελευταίου αναφορικά με το δάνειο.

Αντίστοιχα δικαιώματα έχουν και ο καθένας από τους ομολογιούχους για την εξυπηρέτηση της λογιστικής του τάξης. ... Προσέτι με τον όρο 18 διορίστηκε από την ανώνυμη εταιρεία ως διοργανωτής του δανείου και εκπρόσωπος των ομολογιούχων η "...", που αποδέχθηκε τον διορισμό και ανέλαβε τη διαχείριση του δανείου, ενώ εκδότρια και διαχειρίστρια συνομολόγησαν ότι ο διορισμός της τράπεζας ως εκπροσώπου των ομολογιούχων αποσκοπεί στη διασφάλιση των ομολογιούχων κατά την άσκηση των οικονομικών και άλλων δικαιωμάτων τους στο πλαίσιο του δανείου και σύμφωνα με τον ν. 3156/2003.

Τέλος, στον όρο 21.2 συμφωνήθηκε ότι "εάν επέλθει οποιοδήποτε από τα παρακάτω γεγονότα καταγγελίας, ο εκπρόσωπος των ομολογιούχων, μετά από απόφαση της Συνέλευσης των Ομολογιούχων, θα καταγγείλει για λογαριασμό όλων των ομολογιούχων εγγράφως το δάνειο. Στην περίπτωση αυτή το σύνολο του χρέους θα καθίσταται αμέσως ληξιπρόθεσμο και απαιτητό, θα είναι τοκοφόρο, μέχρι την ημέρα της πραγματικής αποπληρωμής του και με το επιτόκιο υπερημερίας..." στον όρο 21.3 ότι " Γεγονός καταγγελίας θεωρείται ότι έχει επέλθει ανεξάρτητα από τον γενεσιουργό λόγο αυτού και ανεξάρτητα αν αυτό οφείλεται σε τυχαία γεγονότα ή ανωτέρα βία Α) εάν οποιοδήποτε ποσό του χρέους δεν καταβληθεί εμπροθέσμως, προσηκόντως και ολοσχερώς στον εκπρόσωπο για λογαριασμό των ομολογιούχων και η μη καταβολή συνεχιστεί επί πέντε (5) ημερολογιακές ημέρες από την προβλεπόμενη ημερομηνία πληρωμής,..." και στο άρθρο 22 "Σε περίπτωση που η Συνέλευση των Ομολογιούχων αποφασίσει την καταγγελία του δανείου, ο εκπρόσωπος των ομολογιούχων ενεργώντας για λογαριασμό των ομολογιούχων θα επιδίδει στον εκδότη σχετική εξώδικη καταγγελία του δανείου και θα τον καλεί να καταβάλει στον εκπρόσωπο για λογαριασμό των ομολογιούχων κάθε οφειλόμενο συνεπεία της καταγγελίας ποσό...Με την επιφύλαξη της παραγράφου 6 (γ) του άρθρου 4 του Ν.3156/2003, ο εκπρόσωπος των ομολογιούχων θα ασκεί για λογαριασμό των ομολογιούχων τα κάθε είδους ένδικα μέσα και βοηθήματα για τις κάθε είδους διαδικαστικές πράξεις και ενέργειες.

Μετά την τυχόν καταγγελία του δανείου, με την επιφύλαξη του άρθρου 4§6 του Ν.3156/2003, κάθε ομολογιούχος θα δύναται να ασκεί μόνος και χωρίς ανάγκη σύμπραξης του εκπροσώπου ή των άλλων ομολογιούχων ή τη λήψη περαιτέρω απόφασης από τη συνέλευση όλες τις σχετικές ληξιπρόθεσμες αξιώσεις του κατά του εκδότη και κάθε δικαίωμά του ως ομολογιούχος των ομολογιών που του ανήκουν".

Η εκδότρια εξέδωσε την 14.5.2007 την Α’ σειρά ομολογιών και η "... ΑΕ" ως αρχική ομολογιούχος κάλυψε, ανέλαβε και αγόρασε τις τέσσερις ομολογίες των 350.000 € εκάστης, συνολικής αξίας (350.000 € X 4 =) 1.400.000 €. Άλλη σειρά ομολογιών δεν αποδείχθηκε ότι εξέδωσε η εκδότρια Α.Ε., από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν προέκυψε τούτο, αντιθέτως ο μάρτυς Γ.

Κ., που εξετάστηκε στο ακροατήριο πρωτοδίκως κατέθεσε κατηγορηματικώς ότι εκδόθηκαν μόνο οι τέσσερις ομολογίες, δηλαδή η πρώτη σειρά. Εξάλλου, η έκδοση του ομολογιακού δανείου σε σειρές αυτήν ακριβώς τη δυνατότητα δίνει στον εκδότη, να εκδίδει τόσες σειρές όσο δανεισμό επιθυμεί να λάβει, καθώς στην πορεία της έκδοσης των σειρών του δανείου μπορεί να σταματήσει τον δανεισμό.

Ακολούθως, καθώς είχε συμφωνηθεί (όρος 2.1) ότι η "... ΑΕ" ως ομολογιούχος δεν θα υποχρεούτο να καλύψει, αναλάβει και να αγοράσει τις ομολογίες της Β’ σειράς αν το δάνειο δεν εξυπηρετείται κανονικά και δεν έχει προηγηθεί η προσκόμιση στην Εκπρόσωπο - "... ΑΕ" της πιστοποίησης του μηχανικού της Εκπροσώπου, αναφορικά με την ολοκλήρωση του 50% των κτιριακών εγκαταστάσεων στο ΔΔ ...

για την εκτέλεση του οποίου εξέδωσε η ΑΕ το ομολογιακά δάνειο, και δεν αποδείχθηκε ότι υπήρξε πιστοποίηση του μηχανικού της εκπροσώπου περί αυτού η "... ΑΕ" ακόμη και επί εκδόσεως των ομολογιών της Β’ σειράς από την εκδότρια - η οποία πάντως δεν έγινε, δεν θα υποχρεούτο ως ομολογιούχος να αναλάβει τις ομολογίες.

Άλλωστε το δικαστήριο κρίνει ότι η εκδότρια εταιρεία δεν ζήτησε την πιστοποίηση της προόδου του έργου από τον μηχανικό της εκπροσώπου. Τούτο προκύπτει από την κατάθεση του μάρτυρα Γ. Κ., Διευθυντή του καταστήματος της εκκαλούσας στη Ζάκυνθο, ο οποίος κατηγορηματικώς κατέθεσε ότι δεν ζητήθηκε από την εκδότρια πιστοποίηση των εργασιών.

Η κατάθεση αυτή δεν αναιρείται από την κατάθεση του μάρτυρα Σ. Μ., ο οποίος κατέθεσε ότι ζητείται προφορικά από την τράπεζα να στείλει τον μηχανικό της για την πιστοποίηση των εργασιών και ότι δεν πήγε ο μηχανικός. Και τούτο διότι, παρότι όπως κατέθεσε ο ίδιος, η εκδότρια είχε, κατά τον μάρτυρα, ανάγκη για τη δεύτερη τουλάχιστον δόση, ουδέποτε διαμαρτυρήθηκε εγγράφως για τη μη πιστοποίηση των εργασιών από τον μηχανικό της εκπροσώπου και ουδέποτε την κάλεσε εγγράφως να προβεί στην πιστοποίηση, παρότι γνώριζε ότι τούτο ήταν προαπαιτούμενο για την ανάληψη, κάλυψη και αγορά της δεύτερης σειράς ομολογιών.

Έτσι η απώτερη ημερομηνία διάθεσης και αντίστοιχα κάλυψης, ανάληψης και αγοράς των ομολογιών της Β’ σειράς (30.11.2007) και συνακόλουθα και της Γ’ (την 30.5.2008), η έκδοση της οποίας είχε σαν προαπαιτούμενο την έκδοση της Β’ παρήλθαν χωρίς αυτές να διατεθούν. Ακολούθως, επειδή η εκδότρια δεν κατέβαλε κατά τις ημερομηνίες καταβολής των τριμηνιαίων δόσεων που άρχισαν από 14.8.2008,

το ποσό της δόσης που αντιστοιχούσε στις τέσσερις αναληφθείσες ομολογίες, ήτοι το ποσό των 25.000 € για κάθε δόση και για τις τέσσερις ομολογίες, τους συμβατικούς τόκους και τους τόκους υπερημερίας, όπως οι οφειλές της προκύπτουν από το αντίγραφο της καρτέλλας της κίνησης του λογαριασμού του δανείου υπογεγραμμένο από υπαλλήλους της τράπεζας και επικυρωμένο από δικηγόρο, το οποίο συμφωνήθηκε ότι θα αποτελεί πλήρη απόδειξη για τις οφειλές της εκδότριας (όρος 15 του από 8.5.2007 προγράμματος μετά συμβάσεων) και το περιεχόμενό του δεν αναιρείται από οποιοδήποτε άλλο αποδεικτικό μέσο, γεγονός που συμφωνήθηκε ως λόγος καταγγελίας της σύμβασης ανεξάρτητα από τον γενεσιουργό λόγο αυτού (21.3.Α όρος του από 8.5.2007 συμφωνητικού), η συνέλευση των ομολογιούχων την 23.12.2010 αποφάσισε την καταγγελία του ομολογιακού δανείου, την οποία γνωστοποίησε με την από 9.2.2011 εξώδικη δήλωση που επέδωσε στους εφεσίβλητους την 25.2.2011.

Στη συνέχεια η "... ΑΕ" με την από 5.7.2011 αίτησή της ζήτησε και πέτυχε την έκδοση της ...2011 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ζακύνθου με την οποία υποχρεώθηκαν να καταβάλουν αλληλεγγύως και σε ολόκληρο η μεν πρώτη (εκδότρια), ο δεύτερος και ο τρίτος (εγγυητές) το ποσό του 1.540.941,74 €, οι δε λοιποί εκ του ποσού αυτού το αντιστοιχούν στην κληρονομική τους μερίδα από την κληρονομιά του αποβιώσαντος εγγυητή Λ.

Π., ήτοι ο τέταρτος, πέμπτη και έκτος ποσό 231.141,26 € και η έβδομη 385.235,44 €, πλέον τόκων και εξόδων. Την ακύρωση της διαταγής πληρωμής ζήτησαν οι ανακόπτοντες-εφεσίβλητοι με την ανακοπή τους και τους πρόσθετους λόγους αυτής, μεταξύ άλλων και επειδή παρότι η καθ’ ης η ανακοπή γνώριζε ότι το ομολογιακό δάνειο εκδόθηκε για την ολοκλήρωση των κτιριακών εγκαταστάσεων της εκδότριας στο ...

από την αποπεράτωση του οποίου και την εκμετάλλευσή του ανέμενε έσοδα η εκδότρια, αρνήθηκε αδικαιολόγητα να προβεί στην κάλυψη του υπόλοιπου δανείου, αν και η εκδότρια είχε ολοκληρώσει την κατασκευή του 50% του έργου, η δε μη εκπλήρωση των υποχρεώσεών της, ήτοι η εκταμίευση του συνόλου του δανείου, αναίρεσε και σε κάθε περίπτωση ανέστειλε την υποχρέωση της εκδότριας να καταβάλει οποιαδήποτε δόση του δανείου (τόκου, κεφαλαίου), σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 374, 288 ΑΚ και ως εκ τούτου η καθ’ ης παράνομα, αντισυμβατικά και καταχρηστικά (281 ΑΚ) κατήγγειλε τη σύμβαση του δανείου (2ος λόγος ανακοπής και 2ος πρόσθετος λόγος).

Όμως με βάση τα όσα ως ανωτέρω αποδείχθηκαν δεν υπήρξε ούτε έκδοση της δεύτερης σειράς ομολογιών εκ μέρους της εκδότριας, ούτε έγινε η πιστοποίηση της προόδου των εργασιών (ως προϋπόθεση της κάλυψης τέθηκε η πιστοποίηση από τον μηχανικό της εκπροσώπου και όχι η απόδειξη της προόδου του έργου με άλλον τρόπο), ούτε ζητήθηκε αυτή από την εκδότρια, ώστε η ομολογιούχος τράπεζα να μην συνάγεται ότι αν και είχε υποχρέωση να καλύψει την Β ‘ σειρά ομολογιών δεν το έκανε, ούτε ότι παρέβη οποιαδήποτε συμβατική της υποχρέωση.

Εξάλλου παρήλθαν οι προθεσμίες έκδοσης των λοιπών δύο σειρών ομολογιών και η εκδότρια ουδέποτε διαμαρτυρήθηκε περί της μη κάλυψης. Προσέτι η υποχρέωση καταβολής δόσης και τόκων που απαίτησε η καθ’ ης η ανακοπή αφορά όχι το σύνολο των ομολογιών των τριών σειρών, αλλά αναλογεί στο ποσό των τεσσάρων ομολογιών και οι τόκοι υπολογίζονται επί του ιδίου ποσού, η αναλογική δε με την αξία των τεσσάρων ομολογιών δόση δεν αποτελεί βεβαίως παροχή για το μη καλυφθέν μέρος του ομολογιακού δανείου (σειρές Β και Γ) που δίνει δικαίωμα στους ανακόπτοντες να προβάλλουν την ένσταση του μη εκπληρωθέντος συναλλάγματος, όπως ισχυρίζονται (374 ΑΚ), η οποία σημειωτέον ένσταση ως αναβλητική ένσταση δεν απαλλάσσει τον προτείναντα αυτή από την υποχρέωση παροχής, αλλά υποχρεώνει τους αντισυμβαλλόμενους σε ταυτόχρονη εκπλήρωση, η οποία μετά την παρέλευση του απώτερου χρόνου ανάληψης της Β’ και Γ’ σειράς ομολογιών που τάχθηκε από τους συμβαλλόμενους (30.11.2007 και 30.5.2008 δεν έχει έδαφος εφαρμογής..".

Υπό τις ως άνω παραδοχές, το Εφετείο ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε την διάταξη του άρθρου 374 ΑΚ, εφ’ όσον βάσει των συμβατικών όρων που περιελήφθησαν στο σχετικό Πρόγραμμα εκδόσεως κοινού ομολογιακού δανείου, η εκδότρια εταιρεία υπεχρεούτο σε προεκπλήρωση της παροχής της. Τούτο δε διότι, κατά τις ανέλεγκτες παραδοχές, συνεφωνήθη μεταξύ των διαδίκων ότι οι ομολογιούχοι δεν υποχρεούνται να καλύψουν, αναλάβουν και αγοράσουν τις ομολογίες εκάστης των δύο επόμενων σειρών ομολογιών (Β & Γ), εάν προηγουμένως δεν έχουν πληρωθεί οι προϋποθέσεις για εκάστη σειρά ομολογιών (κανονική εξυπηρέτηση δανείου, προσκόμιση πιστοποίησης εργασιών).

Κατά ταύτα, εφ’ όσον η πρώτη των αναιρεσειόντων ως εκδότρια του ομολογιακού δανείου εταιρεία υπεχρεούτο εκ της συμβάσεως σε προεκπλήρωση της ως άνω παροχής της δεν ηδύνατο να προβάλλει βασίμως την εκ του άρθρου 374 ΑΚ αναβλητική ένσταση. Επομένως, ο ανωτέρω λόγος, συμφώνως και προς τα εκτεθέντα στην μείζονα πρόταση, είναι αβάσιμος.

Επειδή, ο εκ του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, γενικοί (άρθρα 173 και 200 ΑΚ) και ειδικοί, όταν ο νόμος αποδίδει ορισμένη έννοια σε σιωπηρή δήλωση βουλήσεως. Παραβιάζονται δε οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών όταν το δικαστήριο, παρά τη διαπίστωση, έστω και έμμεσα, κενού ή αμφιβολίας, σχετικά με την έννοια της δηλώσεως βουλήσεως, παραλείπει να προσφύγει σε αυτούς, για τη διαπίστωση της αληθούς εννοίας των δηλώσεων, καθώς και όταν το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε κενό ή ασάφεια της ερμηνευομένης δικαιοπραξίας και προσέφυγε στους κανόνες της καλής πίστεως και των συναλλακτικών ηθών, με την ερμηνεία όμως που έδωσε παρεβίασε τους κανόνες αυτούς (ΑΠ 1728/2008, ΑΠ 1703/2008).

Εν προκειμένω, το Εφετείο, όπως προκύπτει από τις προπαρατεθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, δεν διεπίστωσε κενό ή ασάφεια ή αμφιβολίες, σχετικά με την έννοια δηλώσεως βουλήσεως κάποιου όρου του προγράμματος εκδόσεως κοινού ομολογιακού δανείου εξ εκείνων των όρων οι οποίοι περιελήφθησαν στις υπογραφείσες μεταξύ τω διαδίκων από 8-5-2007 συμβάσεις και ειδικότερα του υπ’ αριθ. (2.1) όρου του εν λόγω προγράμματος ούτε προέβη στον συσχετισμό των όρων της συμβάσεως ή στην λήψη υπ’ όψη στοιχείων εκτός αυτής ή άντλησε επιχειρήματα από τον σκοπό της, ώστε ορθώς δεν προσέφυγε στους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών. Περαιτέρω, με τις ως άνω παραδοχές του το ως άνω δικαστήριο, δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσεως, αφού προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου, στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της διατάξεως που εφαρμόσθηκε, ενώ έχει σαφείς και πλήρεις αιτιολογίες ως προς τον νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ιδίως δε όσον αφορά στη διαδικασία πιστοποίησης του μηχανικού της Τράπεζας.

Συνεπώς, ο δεύτερος, εκ του άρθρου 559 αρ.1 και 19 ΚΠολΔ αντίθετος λόγος αναιρέσεως, είναι αβάσιμος. Επειδή, με τον τρίτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως και κατά το πρώτο σκέλος αυτού αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια και ειδικότερα ότι η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση παρεβίασε τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, καθ’ όσον ενώ τα διαλαμβανόμενα στην ανακοπή και στον πρόσθετο λόγο συνιστούν πραγματικά περιστατικά, τα οποία στο σύνολό τους και αθροιστικά εκτιμώμενα συνθέτουν την έννοια της καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος κατ’ ΑΚ 281, η αναιρεσιβαλλομένη έκρινε αντίθετα ότι ούτε η συμπεριφορά της Τράπεζας ήταν καταχρηστική ούτε και η καταγγελία της συμβάσεως είναι άκυρη ως καταχρηστική.

Ο ανωτέρω ισχυρισμός είναι απαράδεκτος, καθ’ όσον αφορά ούτος στην ουσιαστική κρίση του Εφετείου επί του ως άνω ζητήματος, αναφέρεται δηλαδή στην εκτίμηση της ουσίας πραγματικών γεγονότων και ως εκ τούτου ανάγεται στην ανέλεγκτη αναιρετικώς περί πραγμάτων σχετική κρίση του Εφετείου (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ).

Επίσης, κατά το τρίτο σκέλος αυτού αποδίδεται επικουρικώς στην προσβαλλομένη απόφαση η από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια και ειδικότερα ότι η αναιρεσιβαλλομένη περιέχει ανεπαρκείς και ασαφείς αιτιολογίες επί θέματος που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, (το έγκυρο ή μη της μη εκταμιεύσεως των επόμενων δόσεων και της καταγγελίας της δανειακής συμβάσεως, καθ’ όσον δεν εξηγεί γιατί οι πράξεις και παραλείψεις της Τράπεζας δεν αντίκεινται στα κριτήρια που ορίζει η ΑΚ 281, ενώ οι αιτιολογίες που χρησιμοποιεί δεν απαντούν στους ισχυρισμούς των αναιρεσειόντων, ούτε αξιολογούν τα πραγματικά περιστατικά υπό το πρίσμα των κριτηρίων της καλής πίστεως και των συναλλακτικών ηθών και των εν γένει κριτηρίων της ΑΚ 281.

Επειδή, ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπ’ όψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και στηρίζουν το αίτημα της αγωγής ενστάσεως ή αντενστάσεως, καθώς και οι λόγοι εφέσεως που αφορούν πραγματικούς ισχυρισμούς, όχι δε και οι αιτιολογημένες αρνήσεις ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων αλλά ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί (Ολ ΑΠ 14/2004, ΑΠ 841/2017, 118/2017).

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως δεν στοιχειοθετείται, όταν το δικαστήριο έλαβε υπ’ όψη προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ ΑΠ 12/1997) αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (Ολ ΑΠ 11/1996, ΑΠ 177/2016, 644/2013).

Με τον τρίτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια. Ειδικότερα καταλογίζεται στην προσβαλλομένη ότι δεν έλαβε υπ’ όψη τους εξής ισχυρισμούς που προέβαλαν οι αναιρεσείοντες, πρωτοδίκως και επανέφεραν με σχετικό λόγο εφέσεως ενώπιον του Εφετείου και θα είχαν ως συνέπεια, αν γίνονταν δεκτοί, την απόρριψη της αγωγής:

α) Ότι η Τράπεζα δια του εκπροσώπου της, τότε περιφερειακού διευθυντή Στερεάς Ελλάδος και Ιονίων Νήσων, που εκείνη την ώρα εκτελούσε και χρέη διευθυντή του υποκαταστήματος της Τράπεζας, ανακοίνωσε τον Σεπτέμβριο του 2007 στον δεύτερο και τρίτο αναιρεσειόντων, ως νομίμων εκπροσώπων της εκδότριας, ότι δεν θα χορηγήσει το υπόλοιπο του δανείου, β) Ότι είχαν ολοκληρωθεί εμπρόθεσμα οι εργασίες που αφορούσαν την Α’ σειρά ομολογιών, ποσού 1.400.000 ευρώ, γ) Ότι η εκταμίευση του συνόλου του δανείου (δηλαδή και των τριών σειρών ομολογιών) ήταν αναγκαία, γνωστή στην Τράπεζα και συνομολογηθείσα προϋπόθεση για την εξυπηρέτηση του δανείου και δεν υπήρχε κανένας λόγος για τη μη εκταμίευση και εν συνεχεία την καταγγελία του δανείου.

Η Τράπεζα γνώριζε ότι χωρίς την εκταμίευση του συνόλου του δανείου και την ολοκλήρωση της επένδυσης δεν υπήρχε δυνατότητα εξυπηρετήσεως του δανείου και παρ’ όλα αυτά επέλεξε, αυθαιρέτως να επιφέρει στην πρωτοφειλέτιδα και στους συνεγγυητές τεράστια οικονομική ζημία, εφ’ όσον η εκδότρια απώλεσε τα έσοδα από την εκμετάλλευση του κτιριακού συγκροτήματος και δεν κατέστη δυνατή η εξόφληση του δανείου και δ) Ότι εάν η αναιρεσιβαλλομένη λάμβανε υπ’ όψη της τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά, θα έκρινε ότι αυτά συγκροτούν το πραγματικό της ΑΚ 281 και η συμπεριφορά της Τράπεζας είναι καταχρηστική θα έκρινε κατά βάσιμους τους λόγους της ανακοπής.

Ο λόγος αυτός, ως προς τις υπό στοιχεία α’ και β’ αιτιάσεις, είναι προεχόντως απαράδεκτος, εφ’ όσον πρόκειται περί μη νομίμου ισχυρισμού, υπό τα εκτιθέμενα περιστατικά, που προτάθηκαν για τη θεμελίωση της καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος της αναιρεσιβλήτου, όσον αφορά στην μη εκταμίευση των υπολοίπων δόσεων του δανείου και την καταγγελία της συμβάσεως, ενώ ως προς την υπό στοιχείο γ’ αιτίαση ως αβάσιμος, αφού το Εφετείο έλαβε υπ’ όψη του τον σχετικό ισχυρισμό και τον απέρριψε με τις αιτιολογίες που παρατίθενται στην προηγούμενη σκέψη, κατά την διερεύνηση του πρώτου λόγου της αναιρέσεως.

Οι περαιτέρω στον ίδιο λόγο ως προς το υπό στοιχείο δ’ σκέλος του, αιτιάσεις με τις οποίες αποδίδεται στην προσβαλλομένη η πλημμέλεια ότι δεν έλαβε υπ’ όψη της τα εκτιθέμενα περιστατικά που αποδεικνύουν τη βασιμότητα του σχετικού περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος του αναιρεσιβλήτου ισχυρισμού των αναιρεσειόντων, είναι απαράδεκτες διότι αφορούν στην ουσιαστική κρίση του Εφετείου επί του ανωτέρω ζητήματος, αναφέρονται δηλαδή στην εκτίμηση της ουσίας πραγματικών γεγονότων και ως εκ τούτου ανάγονται στην ανέλεγκτη αναιρετικώς περί πραγμάτων σχετική κρίση του Εφετείου (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ) (ΑΠ 118/2017).

Συνεπώς, είναι αβάσιμος ο τρίτος λόγος του δικογράφου αναιρέσεως, από τους αριθμούς 8, 9 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.

Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση ως αβάσιμη, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου, λόγω της ήττας τους, στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ) και να καταδικασθούν αυτοί, ως ηττηθέντες, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσιβλήτου, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα της τελευταίας (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2), όπως ειδικότερα αναφέρεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 31-3-2017 αίτηση για αναίρεση της υπ’ αριθ. 170/2016 αποφάσεως του Εφετείου Πατρών.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δυο χιλιάδων επτακοσίων (2700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 13 Φεβρουαρίου 2018.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 1 Μαρτίου 2018.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ