Legislator Case Law & Legislation
442/2015 AI generated

442/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 442/2015
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 3 Μαρτίου 2015, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24-7-2008 αγωγή του αρχικώς ενάγοντος και των ήδη αναιρεσειόντων-κληρονόμων του, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:1324/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1815/2013 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 5-5-2014 αίτησή του.

Legislator headnote

AI generated

442/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Με βάση το ιστορικό αυτό ζήτησε κατ’ εφαρμογή των με αριθ. 3,4,5/2007 αποφάσεων του ΑΕΔ με τις οποίες κρίθηκε αντισυνταγματική η διάταξη του άρθρου 57§3 του ν. 2084/1992, να υποχρεωθεί το εναγόμενο Ταμείο να του καταβάλει ποσό 12.0000 ευρώ και να αναγνωρισθεί ότι οφείλει να του καταβάλλει το επιπλέον (684 ευρώ) ως διαφορά καταβληθέντος και καταβλητέου, εφάπαξ, βοηθήματος, νομιμότοκα.

Keywords

AI generated
equal pay agricultural bank satisfaction of claim bank charges changed financial circumstances disputed claim
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 442 / 2015 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 442/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Νικόλαο Λεοντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο, Μιχαήλ Αυγουλέα και Χρήστο Βρυνιώτη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 3 Μαρτίου 2015, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Του νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου με την επωνυμία " Αλληλοβοηθητικό Ταμείο Πρόνοιας Εργαζομένων Α.Τ.Ε." που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεόδωρο Πέππα και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. Θ. χήρας Γ. Α., το γένος Δ. Κ., 2. Δ. Α. του Γ., 3. Β. Α. του Γ., και 4. Ε. Α. του Γ., ως καθολικών διαδόχων ως νομίμων εξ αδιαθέτου κληρονόμων του αποβιώσαντος Γ. Α., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αλέξανδρο Στρίμπερη με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24-7-2008 αγωγή του αρχικώς ενάγοντος και των ήδη αναιρεσειόντων-κληρονόμων του, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:1324/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1815/2013 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 5-5-2014 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Χρήστος Βρυνιώτης, ανέγνωσε την από 9-2-2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται, η αντιμωλία των διαδίκων, εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών (άρθρ. 663 Κ.Πολ.Δ.) υπ’ αριθμ. 1815/2013 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία απέρριψε την έφεση του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος κατά της 1324/2010 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών η οποία είχε δεχθεί την ένδικη αγωγή του αρχικώς ενάγοντος Γ.

Α. στη θέση του οποίου υπεισήλθαν, νομίμως, λόγω θανάτου του, οι ήδη αναιρεσίβλητοι, ως εξ’ αδιαθέτου κληρονόμοι του και με την οποία (αγωγή) ιστορεί ότι αποχώρησε από την Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος, στις 2-11-2000 με τον βαθμό του Τμηματάρχη Α’ έχοντας συμπληρώσει τον Κλάδο Πρόνοιας συνολικό χρόνο εξαρτημένης εργασίας 27 ετών 6 μηνών και 2 ημερών και ότι το εναγόμενο Ταμείο του χορήγησε κατά τη συνταξιοδότησή του, το ποσό των 12.972.082 δρχ. (38069,20 ευρώ), ως εφάπαξ χρηματικό βοήθημα και ότι το εν λόγω ποσό υπολογίστηκε, σύμφωνα με τα άρθρα 34, 35 και 36 του καταστατικού του εναγομένου Ταμείου, σε συνδυασμό με το άρθρο 57§3 του ν. 2084/1992 και το εκεί τιθέμενο πλαφόν, χωρίς το οποίο έπρεπε να του καταβάλει, για την ίδια αιτία, μετά την καταβολή "συμπληρωματικής εφάπαξ παροχής", ποσού 18443,39 ευρώ, επιπλέον ποσό, 12684,70 ευρώ.

Με βάση το ιστορικό αυτό ζήτησε κατ’ εφαρμογή των με αριθ. 3,4,5/2007 αποφάσεων του ΑΕΔ με τις οποίες κρίθηκε αντισυνταγματική η διάταξη του άρθρου 57§3 του ν. 2084/1992, να υποχρεωθεί το εναγόμενο Ταμείο να του καταβάλει ποσό 12.0000 ευρώ και να αναγνωρισθεί ότι οφείλει να του καταβάλλει το επιπλέον (684 ευρώ) ως διαφορά καταβληθέντος και καταβλητέου, εφάπαξ, βοηθήματος, νομιμότοκα.

Η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης είναι παραδεκτή και πρέπει να εξετασθεί ως προς το βάσιμο των λόγων της (άρθ. 577 § § 1, 3 ΚΠολΔ).

Από τις διατάξεις των άρθρων 4§1 και 22§5 του ισχύοντος Συντάγματος, που ορίζουν ότι "οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου και το κράτος μεριμνά για την κοινωνική ασφάλιση των εργαζομένων όπως νόμος ορίζει" (22§5), προκύπτει δέσμευση του νομοθέτη, ο οποίος δεν δύναται, κατά τη ρύθμιση ουσιωδώς όμοιων πραγμάτων σχέσεων ή καταστάσεων και κατηγοριών προσώπων, να μεταχειρίζεται τις περιπτώσεις αυτές κατά τρόπο ανόμοιο, εισάγοντας εξαιρέσεις και κάνοντας διακρίσεις, εκτός αν η διαφορετική ρύθμιση δεν είναι αυθαίρετη, αλλά επιβάλλεται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημόσιου συμφέροντος η συνδρομή του οποίου υπόκειται στον έλεγχο των δικαστηρίων.

Η δέσμευση δε αυτή του νομοθέτη υφίσταται και κατά την εκδήλωση της κρατικής μέριμνας για την κοινωνική ασφάλιση των εργαζομένων και επιβάλλει τη συμμετοχή αυτών στο σύστημα παροχών και αντιπαροχών της κοινωνικής ασφάλισης, μεταξύ των οποίων και η παροχή εφάπαξ βοηθήματος - αποζημίωσης στους εξ αυτών αποχωρούντες από την ενεργό υπηρεσία, με ίσους όρους.

Έτσι, η συνταγματικώς επιτρεπτή εισαγωγή, με νόμο, ανώτατου ορίου στο παρεχόμενο από το φορέα εφάπαξ βοήθημα, τελεί υπό την προϋπόθεση, ότι αυτό δεν έχει αμιγώς ανταποδοτικό χαρακτήρα, το ασφαλιστικό δηλαδή κεφάλαιο από το οποίο καταβάλλεται, δεν σχηματίζεται αποκλειστικά, κατά τη νομοθεσία που το διέπει, με κρατήσεις από τις αποδοχές των ασφαλισμένων αλλά συμμετέχουν στο σχηματισμό του και άλλοι, ιδίως κοινωνικοί πόροι ή ουσιώδεις επιβαρύνσεις τρίτων.

Όταν όμως το κεφάλαιο αυτό σχηματίζεται αποκλειστικά με κρατήσεις από τις αποδοχές των ασφαλισμένων και έχει επομένως αμιγώς ανταποδοτικό χαρακτήρα, η επιβολή νομοθετικά ανώτατου ορίου στην παροχή του εφάπαξ βοηθήματος παραβιάζει την κατά το άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος αρχή της ισότητας, αφού ενέχει αδικαιολόγητα δυσμενή διάκριση σε βάρος των υπαλλήλων οι οποίοι, ως εκ του μακρού χρόνου υπηρεσίας τους και των υψηλών αποδοχών τους, υποβλήθηκαν σε μεγαλύτερες κρατήσεις και παρά ταύτα θα λάβουν την ίδια εφάπαξ αποζημίωση με τους συναδέλφους τους, οι οποίοι, ως εκ του μικρού χρόνου υπηρεσίας τους και των χαμηλών αποδοχών τους, υποβλήθηκαν σε μικρότερες κρατήσεις, παρά τον από τις ίδιες διατάξεις του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος κανόνα, ότι το μέγεθος της εφάπαξ αποζημίωσης, υπολογιζόμενο με βάση το χρόνο υπηρεσίας και τις αποδοχές του εργαζομένου είναι ανάλογο προς τις εισφορές που καταβλήθηκαν από αυτόν.

Εξάλλου, η Φ46/3239/23.2.1987 απόφαση του Υπουργού Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, με την οποία ανασυντάχθηκε, τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε το καταστατικό του Ταμείου Συντάξεων και Πρόνοιας Προσωπικού Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος (ΦΕΚ Β’ 108) ορίζει στο άρθρο 2 παρ. 2, ότι η ασφάλιση που ασκείται από το εν λόγω Ταμείο ενεργείται από δύο κλάδους, τον Κλάδο Συντάξεων και τον Κλάδο Πρόνοιας, από τον οποίο χορηγούνται τα εφάπαξ βοηθήματα και στο άρθρο 9 παρ. 3 ότι: "Για τον Κλάδο Πρόνοιας (εφάπαξ βοήθημα) πόροι είναι:

α) εισφορά του ασφαλισμένου ίση με 3% που υπολογίζεται στις πάσης φύσεως αποδοχές του για κάθε πραγματική υπηρεσία στην AT.Ε., β) εισφορά του εργοδότη ίση με 3% που υπολογίζεται στις πάσης φύσεως αποδοχές του ασφαλισμένου για κάθε πραγματική υπηρεσία στην Α.Τ.Ε., γ) ποσοστό από τα έσοδα που προέρχονται από τις ασφαλιστικές εργασίες του εργοδότη ή θυγατρικών των εταιριών.

Το πιο πάνω ποσοστό καθορίζεται μέσα στο πρώτο εξάμηνο κάθε χρόνου με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του εργοδότη, δ) ποσοστό προμήθειας από τις ασφαλιστικές εργασίες της Τράπεζας σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 4 του άρθρου 13 του Ν. 1256/1982. Το ποσό αυτό καθορίζεται κάθε χρόνο με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της Τράπεζας, ε) οι τόκοι και γενικά οι πρόσοδοι των κεφαλαίων και κάθε άλλου περιουσιακού στοιχείου του Κλάδου Πρόνοιας".

Εξάλλου, η ίδια ως άνω υπουργική απόφαση στο άρθρο 34 ορίζει, ότι: "1. Οι ασφαλισμένοι του Κλάδου (νοείται Πρόνοιας) δικαιούνται εφάπαξ βοηθήματος υπό τις προϋποθέσεις: α) ... β) εφόσον αποχωρήσουν από την υπηρεσία της Τράπεζας λόγω συμπλήρωσης του ορίου ηλικίας που προβλέπεται από τον Οργανισμό της ή για οποιουσδήποτε άλλους λόγους, εφόσον έχουν χρόνο πραγματικής υπηρεσίας στην Αγροτική Τράπεζα, ασφαλισμένη στον Κλάδο Πρόνοιας, όχι από αναγνώριση, πέντε (5) τουλάχιστον ετών, 2) το εφάπαξ βοήθημα υπολογίζεται στον τελευταίο ετήσιο μισθό, όπως αυτός καθορίζεται στην επομένη παράγραφο, κατά την ακόλουθη κλίμακα: 4% για κάθε χρόνο ασφάλισης από του 1ου μέχρι και του 10ου, 8% για κάθε χρόνο ασφάλισης από του 1 1ου μέχρι και του 15ου, 10% για κάθε χρόνο ασφάλισης από του 16ου μέχρι και του 32ου, 3) για την εφαρμογή των διατάξεων της προηγούμενης παραγράφου ...

ετήσιος μισθός λογίζεται το άθροισμα δεκατεσσάρων (14) μισθών βάσης, με βάση το μήνα εξόδου του ασφαλισμένου από την υπηρεσία, προσαυξημένων με τα επιδόματα - πολυετούς υπηρεσίας, βαθμού θέσεως, επιστημονικής απόδοσης, γάμου, τέκνων και αυτόματης τιμαριθμικής αναπροσαρμογής (Α.Τ.Α.), 4) αν διακοπεί η χορήγηση των επιδομάτων γάμου, τέκνων και θέσεως πριν από τη συμπλήρωση πενταετίας, για τον καθορισμό του εφάπαξ βοηθήματος λαμβάνονται ποσοστά των επιδομάτων αυτών ως εξής:

Αν ο ασφαλισμένος αποχώρησε από την υπηρεσία μέσα στον πρώτο χρόνο από τη διακοπή, λαμβάνεται υπόψη το 90% του επιδόματος, μέσα στο δεύτερο χρόνο το 80%, μέσα στον τρίτο χρόνο το 70%, μέσα στον τέταρτο χρόνο το 60% και μέσα στον πέμπτο χρόνο το 50%. Μετά τον πέμπτο χρόνο διακοπής του επιδόματος δεν υπολογίζονται τα επιδόματα γάμου, τέκνων και θέσεως για τον καθορισμό του εφάπαξ βοηθήματος".

Περαιτέρω, το άρθρο 37 του Ν. 2084/1992 (ΦΕΚ Α’ 165), το οποίο εντάσσεται στο Δ’ Κεφάλαιο του έχοντος τον τίτλο "Ρυθμίσεις για τους ασφαλιζόμενους στους φορείς κοινωνικής ασφάλισης από 1.1.1993" Τρίτου Μέρους του εν λόγω νόμου, ορίζει ότι: "Η συνολική εισφορά ασφάλισης για εφάπαξ βοήθημα σε φορείς ασφάλισης πρόνοιας ορίζεται σε ποσοστό 4% και βαρύνει αποκλειστικά τους ασφαλισμένους".

Εξάλλου, ο ίδιος Ν. 2084/1992 στο άρθρο 57 του Δ’ Κεφαλαίου του Τετάρτου Μέρους του, έχοντος τον τίτλο "Ρυθμίσεις για τους ασφαλισμένους μέχρι 31.12.1992", ορίζει τα εξής: "1. Η προβλεπομένη από τις οικείες διατάξεις των φορέων ασφαλίσεως πρόνοιας των Υπαλλήλων των Τραπεζών: Εθνικής, Ελλάδος και Κτηματικής, Αγροτικής, Ε.Τ.Β.Α., Ιονικής και Λαϊκής και Εμπορικής, του Ο.Τ.Ε.

και του Κλάδου Πρόνοιας του Ταμείου Ασφαλίσεως Προσωπικού Ασφαλιστικής Εταιρίας "Η Εθνική" που χορηγούν εφάπαξ βοηθήματα, η εισφορά του εργοδότη μειώνεται προοδευτικά αρχής γενομένης από 1.1.1993 κατά το 1/10 για κάθε έτος. Η κατά τα άνω μειούμενη εισφορά προστίθεται αντίστοιχα στην εργοδοτική εισφορά υπέρ του φορέα κύριας σύνταξης, στον οποίο υπάγονται ασφαλισμένοι των φορέων ή κλάδων ασφάλισης πρόνοιας πλην του Κλάδου Πρόνοιας του Ταμείου Ασφαλίσεως Προσωπικού Εμπορικής Τράπεζας, η οποία προστίθεται στην εργοδοτική εισφορά υπέρ του Ταμείου Επικουρικής Ασφαλίσεως Προσωπικού Εμπορικής Τράπεζας της Ελλάδος 2) ... 3) Το ακαθάριστο ποσό του εφάπαξ βοηθήματος που χορηγούν οι φορείς ασφάλισης πρόνοιας της παρ. 1 του άρθρου αυτού για 35 έτη ασφάλισης, δεν μπορεί να υπερβαίνει το ποσό των 10.000.000 δραχμών.

Επιπλέον ποσό εφάπαξ βοηθήματος προβλεπόμενο από τις καταστατικές διατάξεις των φορέων χορηγείται μειωμένο κατά το 1/6 για κάθε έτος από 1.1.1993 και μετά. Για χρόνο ασφάλισης μικρότερο ή μεγαλύτερο των 35 ετών, το παραπάνω ποσό μειούται ή αυξάνεται αναλόγως των ετών ασφάλισης, 4) (όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο εν προκειμένω χρόνο, πριν, δηλαδή, αντικατασταθεί με την παρ. 4 του άρθρου 84 του Ν. 2676/ 99 ΦΕΚ Α’ 1).

Με απόφαση του Υπουργού Υγείας Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων αναπροσαρμόζεται κάθε φορά το ανώτατο όριο του εφάπαξ βοηθήματος της προηγουμένης παραγράφου μέχρι του εκάστοτε ποσοστού αύξησης των συντάξεων των δημοσίων υπαλλήλων". Κατ’ εξουσιοδότηση της τελευταίας αυτής διατάξεως της παρ. 4 του άρθρου 57 του Ν. 2084/92, εκδόθηκαν υπουργικές αποφάσεις και, ειδικότερα, η απόφαση του Υπουργού Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων (7/οικ. 1231/1.6.93 (ΦΕΚ Β’ 404) και οι αποφάσεις του Υφυπουργού Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων 7/οικ. 1490/24.8.94 (ΦΕΚ Β’ 653) και 7/οικ. 1237/6.7.95 (ΦΕΚ Β’ 646)), με τις οποίες αναπροσαρμόσθηκε το ανώτατο όριο του εφάπαξ βοηθήματος για τα έτη 1993, 1994 και 1995, αντιστοίχως.

Επειδή, από τις εκτεθείσες στην προηγούμενη σκέψη διατάξεις συνάγεται ότι το παρεχόμενο εφάπαξ βοήθημα έχει αμιγώς ανταποδοτικό χαρακτήρα, αφού το ασφαλιστικό Κεφάλαιο του Κλάδου Πρόνοιας του ανωτέρω Ταμείου σχηματιζόταν καθ’ όλο το χρόνο ασφαλίσεως της εφεσίβλητης μόνο από ασφαλιστικές εισφορές και όχι από άλλους πόρους και, ειδικότερα, σχηματιζόταν αρχικώς μεν από ισόποσες ασφαλιστικές εισφορές των ασφαλισμένων και της εργοδότριας Τράπεζας, οι οποίες υπολογίζονταν επί των αυτών αποδοχών των ασφαλισμένων, από δε 1.1.1993 και έως την έξοδο του εφεσίβλητου από την ενεργό ασφάλιση και πάλι από εισφορές τόσο των ασφαλισμένων, όσο και της εργοδότριας Τράπεζας, με τη διαφορά ότι οι εισφορές της εργοδότριας Τράπεζας έβαιναν συνεχώς μειούμενες.

Και ναι μεν στις περιπτώσεις γ’ έως ε’ της παραγράφου 3 του άρθρου 9 του Καταστατικού του ανωτέρω Ταμείου προβλέπονταν ως πόροι του Κλάδου Πρόνοιας και άλλα έσοδα (από τις ασφαλιστικές εργασίες της εργοδότριας Τράπεζας ή θυγατρικών της εταιριών, τόκοι και γενικά πρόσοδοι των κεφαλαίων και κάθε άλλου περιουσιακού στοιχείου του Κλάδου Πρόνοιας του εν λόγω Ταμείου) πλην των ασφαλιστικών εισφορών, τα έσοδα όμως αυτά, εν πολλοίς αόριστα και υποθετικά, δεν μπορούν να αποτελέσουν ασφαλές κριτήριο για το χαρακτηρισμό του επιδίκου εφ’ άπαξ βοηθήματος ως ανταποδοτικού ή μη, διότι δεν προκύπτει ότι συνέβαλαν, κατά τρόπο σταθερό και μόνιμο, στο σχηματισμό του ασφαλιστικού κεφαλαίου του ανωτέρω Κλάδου Πρόνοιας.

Συνεπώς, οι διατάξεις του άρθρου 57 παρ. 3 του Ν. 2084/1992, κατά το μέρος που θεσπίζουν περιορισμό του ανωτάτου ορίου του εφάπαξ βοηθήματος που χορηγείται στους ασφαλισμένους του ανωτέρω Ταμείου, οι οποίοι εξέρχονται από την ενεργό ασφάλιση κατά το χρονικό διάστημα από 1.1.1993 έως την πλήρη κατάργηση της καταβαλλομένης στον Κλάδο Πρόνοιας του Ταμείου εργοδοτικής εισφοράς, αντίκεινται στα άρθρα 4 παρ. 1 και 22 παρ. 5 του Συντάγματος. Εξάλλου, η ως άνω διάκριση, εν όψει του αμιγώς ανταποδοτικού χαρακτήρα της παροχής, σύμφωνα με όσα έχουν γίνει δεκτά, δεν δικαιολογείται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος, λαμβανομένης υπόψη και της δίκαιης στάθμισης, η οποία πρέπει να υφίσταται μεταξύ του γενικού συμφέροντος και του συμφέροντος του ατόμου για καταβολή της ασφαλιστικής παροχής, όταν αυτή, ως περιουσιακό δικαίωμα, προέρχεται, όπως στην προκειμένη περίπτωση, από τις ασφαλιστικές εισφορές του ασφαλισμένου έτσι, ώστε βασίμως να προσδοκάται από αυτόν και στο πλαίσιο της κρατικής μέριμνας για την κοινωνική ασφάλιση των εργαζομένων, η αποχή από κάθε επέμβαση και η προστασία του εν λόγω δικαιώματος του (ΑΕΔ 5/2007).

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά, περί πραγμάτων κρίση του, δέχθηκε τα ακόλουθα: Ο εφεσίβλητος υπήρξε πρώην υπάλληλος της Αγροτικής Τράπεζας Ελλάδος και αποχώρησε από την ενεργό υπηρεσία στις 2-11-2000, έχοντας συνολικά 28 έτη υπηρεσίας αναγνωρισμένα στον κλάδο Πρόνοιας.

Με την υπ’ αριθμ. 10916/218/13-11-2000 απόφαση του Διευθυντή του τότε Ταμείου Συντάξεων και Προνοίας Προσωπικού Α.Τ.Ε. (ΤΣΠ-ΑΤΕ), καθολικός διάδοχος του οποίου τυγχάνει το εκκαλούν Ταμείο με την επωνυμία "ΑΛΛΗΛΟΒΟΗΘΗΤΙΚΟ ΤΑΜΕΙΟ ΠΡΟΝΟΙΑΣ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΩΝ Α.Τ.Ε." (άρθρ. 6 παρ. 20 Ν. 3029/02) και με σκοπό, μεταξύ άλλων, τη χορήγηση εφάπαξ βοηθήματος στους ασφαλισμένους σ’ αυτό υπαλλήλους της ΑΤΕ, χορηγήθηκε σ’ αυτόν, δυνάμει των άρθρων 34, 35 και 36 του Καταστατικού του και κατ’ εφαρμογή των διατάξεων των παρ. 3 και 4 του άρθρου 57 του Ν. 2084/1992, που θέτει νομοθετικά ανώτατο όριο (πλαφόν), ποσό εφάπαξ χρηματικής παροχής ύψους 12.972.082 δραχμών (38.069,20 ευρώ), αντί του ποσού των 23.578.976 δραχμών (69.197,29 ευρώ), που θα ελάμβανε, χωρίς την ύπαρξη του άνω περιορισμού.

Στη συνέχεια, πολλοί υπάλληλοι της παραπάνω Τράπεζας, οι οποίοι είχαν αποχωρήσει από την υπηρεσία τους λαμβάνοντας μειωμένο εφάπαξ βοήθημα, σύμφωνα με το προαναφερόμενο πλαφόν, άσκησαν αγωγές ενώπιον των πολιτικών και διοικητικών δικαστηρίων, με τις οποίες επεδίωκαν να υποχρεωθεί το εναγόμενο Ταμείο να τους καταβάλει τη διαφορά μεταξύ του δικαιούμενου ποσού εφάπαξ βοηθήματος, χωρίς τον περιορισμό του πλαφόν του άρθρου 57 του Ν. 2084/1992 και αυτού που τους καταβλήθηκε με την εφαρμογή του περιορισμού αυτού.

Ενόψει των δικαστικών αυτών διενέξεων, το Διοικητικό Συμβούλιο του εκκαλούντος Ταμείου με την 6/16-1 1-2004 απόφασή του αποφάσισε να καταβληθεί στους υπαλλήλους της Αγροτικής Τράπεζας, που συνταξιοδοτήθηκαν από 1-1-1993 μέχρι 8-2-2004, συμπληρωματικό εφάπαξ βοήθημα, που ανερχόταν σε ποσοστό της δικαιούμενης διαφοράς, μεταξύ των προαναφερομένων δικαιούμενου και καταβληθέντος ποσού.

Έτσι, με την υπ’ αριθμ. 550/28-2-2005 πράξη του Διευθυντή του εκκαλούντος Ταμείου κατεβλήθη στον εφεσίβλητο συμπληρωματικό εφάπαξ βοήθημα εκ ποσού 18.443,39 ευρώ, παραμένοντας, ωστόσο, ένα υπόλοιπο διαφοράς του δικαιούμενου ποσού εφάπαξ βοηθήματος, χωρίς τον περιορισμό του πλαφόν του άρθρου 57 του Ν. 2084/1992, εκ ποσού 12.684,70 ευρώ.

Η καταβολή του ως άνω συμπληρωματικού ποσού, έγινε με βάση τη μεταβατική διάταξη του άρθρου 24 παρ. 1 του καταστατικού του εκκαλούντος Ταμείου, κατόπιν υπογραφής υπεύθυνης δήλωσης, που έθετε ως προϋπόθεση η ως άνω 6/2004 απόφαση του Δ.Σ. αυτού (εκκαλούντος), με το ακόλουθο περιεχόμενο "Δηλώνω ελευθέρως και αβιάστως και προς το συμφέρον μου, ότι αποδέχομαι πλήρως την υπ’ αριθμ. 6/16-11-2004 απόφαση του Δ.Σ.

του Αλληλοβοηθητικού Ταμείου Προνοίας Εργαζομένων ΑΤΕ, δεχόμενος να λάβω το αναλογούν ποσόν, σύμφωνα με αυτήν την απόφαση. Επίσης δηλώνω ότι ικανοποιούμαι πλήρως και δεν θα προσβάλω για κανένα λόγο την ως άνω απόφαση του Δ.Σ. παραιτούμενος από τώρα πάσης ενδεχόμενης, περαιτέρω απαιτήσεώς μου". Πράγματι δε ο εφεσίβλητος προέβη στην υπογραφή της δήλωσης αυτής και με βάση την ως άνω απόφαση του Δ.Σ.

του εκκαλούντος έλαβε το προαναφερόμενο συμπληρωματικό ποσό του εφάπαξ βοηθήματος. Όπως, όμως, προεκτέθηκε, στην προηγηθείσα νομική σκέψη, οι διατάξεις του άρθρου 57 παρ. 3 του Ν. 2084/ 1992, με τις οποίες επιβάλλεται νομοθετικά ανώτατο όριο στην παροχή του εφάπαξ βοηθήματος των ασφαλισμένων του εκκαλούντος Ταμείου, οι οποίοι εξέρχονται από την ενεργό ασφάλιση κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-1993 μέχρι την πλήρη κατάργηση της καταβαλλόμενης στο τελευταίο εργοδοτικής εισφοράς, εισάγουν, ενόψει του ανταποδοτικού χαρακτήρα της παροχής, δυσμενή διάκριση που δεν δικαιολογείται από λόγους κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος, παραβιάζουν δε τη συνταγματικά κατοχυρωμένη αρχή της ισότητας και ως εκ τούτου αντίκεινται στις διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1 και 22 παρ. 5 του Συντάγματος.

Συνεπώς ο ενάγων δικαιούταν να λάβει κατά την αποχώρησή του από την υπηρεσία, λόγω συνταξιοδότησής του, εφάπαξ βοήθημα, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 34 του ως άνω Καταστατικού του ΤΣΠ- ΑΤΕ, δίχως τον περιορισμό της κριθείσας ως αντισυνταγματικής άνω διάταξης, το οποίο (πλήρες εφάπαξ βοήθημα) ανέρχεται στο ποσό των 23.578.976 δραχμών και ήδη 69.197,29 ευρώ (το ύψος του οποίου δεν αμφισβητεί το εκκαλούν) και συνεπώς δικαιούταν να λάβει την προκύπτουσα διαφορά, η οποία ανέρχεται στο ποσό των 31.128,09 (69.197,29 - 38.069,20) ευρώ, όπως ορθά δέχθηκε και το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την εκκαλουμένη απόφασή του, με αιτιολογίες, που συμπληρώνονται με αυτές της παρούσας απόφασης (άρθρ. 534 ΚΠολ Δ).

Συνεπώς τα όσα περί του αντιθέτου διατείνεται το εκκαλούν με το σχετικό συναφές τμήμα του πρώτου λόγου της έφεσής του είναι αβάσιμα κατά νόμον και πρέπει ν’ απορριφθούν.

Με τον έκτο λόγο της έφεσής του το εκκαλούν παραπονείται διότι η εκκαλουμένη δεν έλαβε υπόψη της ότι οι σχετικές 3/2007, 4/2007 και 5/2007 αποφάσεις του ΑΕΔ, που κήρυξαν αντισυνταγματικές τις διατάξεις του άρθρου 57 παρ. 3 του Ν. 2084/1992, εφόσον δεν ορίζουν χρόνο προγενέστερης ισχύος, δεν έχουν αναδρομική εφαρμογή και δεν καταλαμβάνουν τις περιπτώσεις των ασφαλισμένων που αποχώρησαν από την υπηρεσία πριν από τη δημοσίευση των εν λόγω αποφάσεων.

Ο παραπάνω λόγος κρίνεται, επίσης, απορριπτέος ως αβάσιμος, δεδομένου ότι, σύμφωνα με το άρθρο 21 του Ν. 345/1976, οι αποφάσεις του Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου είναι, κατά το άρθρο 100 του Συντάγματος, αμετάκλητες και αποκλείεται η άσκηση κατ’ αυτών τριτανακοπής, ισχύουν δε από της επ’ ακροατηρίου δημοσιεύσεώς τους έναντι όλων, εκτός αν με ειδική διάταξη ορίζεται διαφορετικά, ενώ, περαιτέρω η διάταξη του άρθρου 51 παρ.1 του ίδιου Νόμου ορίζει ότι η απόφαση του Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου, με την οποία έχει αρθεί αμφισβήτηση σχετικά με την ουσιαστική αντισυνταγματικότητα τυπικού νόμου, ισχύει έναντι όλων από τη δημοσίευσή της σε δημόσια συνεδρίαση, ήτοι από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι οι αποφάσεις του Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου:

α) δεσμεύουν και τα Δικαστήρια όλων των βαθμίδων και δικαιοδοσιών της Ελληνικής επικράτειας, ακόμη και για τις εκκρεμείς ενώπιον εφετείου ή του Αρείου Πάγου υποθέσεις για το ζήτημα της αντισυνταγματικότητας του νόμου, το οποίο έλυσαν, β) όταν κηρύσσουν αναδρομικώς νόμο ως αντισυνταγματικό, αποτελούν λόγο αναψηλάφησης κάθε απόφασης, έστω και αμετάκλητης, που εκδόθηκε εντός του χρονικού διαστήματος της αναδρομής, γ) ισοδυναμούν προς νομοθετική μεταβολή και επάγονται εφεξής κατάργηση του δεδικασμένου και της εκτελεστότητας.

Δηλαδή, η μη αναδρομικότητα της ισχύος των αποφάσεων του ΑΕΔ (οι οποίες, ωστόσο, ισοδυναμούν με νομοθετική μεταβολή και συνεπάγονται κατάργηση του δεδικασμένου και της εκτελεστότητας) δεν εμποδίζει τη δικαστική διεκδίκηση και προστασία της αξίωσης του δικαιούχου περί καταβολής (συμπλήρωσης) του εφάπαξ βοηθήματος του, που έχει γεννηθεί σε προγενέστερο της δημοσίευσης των ως άνω αποφάσεων του ΑΕΔ χρονικό διάσημα, υπό την προϋπόθεση, ότι η εν λόγω αξίωση δεν έχει υποπέσει σε παραγραφή, κατά τις αντίστοιχες εφαρμοστέες διατάξεις, ήτοι εφόσον έχει ασκηθεί εντός του αναγκαίου χρόνου από τον δικαιούχο κατά του υπόχρεου, διότι υπό αντίθετη ερμηνεία, η προστασία της σχετικής αξίωσης του ασφαλισμένου θα συναρτάτο αποκλειστικώς με ξένη προς αυτόν (δικαιούχο) προϋπόθεση (ήτοι το χρόνο δημοσίευσης της απόφασης του ΑΕΔ), γεγονός που έρχεται σε σύγκρουση και με το άρθρο 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, στην έννοια της οποίας εμπίπτουν και οι απαιτήσεις (ενοχικά δικαιώματα) του εργατικού δικαίου, όπως παγίως γίνεται δεκτό Επίσης, αφού η ως άνω διάταξη (άρθρο 57 παρ. 3 του Ν. 2084/1992) έχει κηρυχθεί αντισυνταγματική, ισχύουσα έναντι πάντων και υφίσταται δέσμευση του Δικαστηρίου για τη μη εφαρμογή της, κατά τα προεκτεθέντα, αλυσιτελώς προβάλλεται από το εκκαλούν με το αντίστοιχο συναφές τμήμα του πρώτου λόγου και πέμπτο λόγο της έφεσής του, που ομοίως είναι απορριπτέοι, ο ισχυρισμός του ότι, μετά τη μετατροπή του από Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου σε Νομικό Πρόσωπο Ιδιωτικού Δικαίου δεν δεσμεύεται από το άρθρο 22 παρ. 5 του Συντάγματος, που ορίζει ότι "το κράτος μεριμνά για την κοινωνική ασφάλιση των εργαζομένων όπως νόμος ορίζει", ανεξάρτητα από τη νομική του αβασιμότητα, καθώς, αφενός μεν η συγκεκριμένη ως άνω διάταξη του Ν. 2084/ 1992 κηρύχθηκε ως αντιβαίνουσα κατ’ αρχήν και κυρίως στο άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος, σε συνδυασμό με το άρθρο 22 παρ. 5, αφετέρου δε η μέριμνα του Κράτους για την κοινωνική ασφάλιση, αφορά όλους τους εργαζόμενους, είτε του δημόσιου είτε του ιδιωτικού τομέα.

Με το δεύτερο λόγο της έφεσής του το εκκαλούν παραπονείται διότι η εκκαλουμένη εσφαλμένα δέχτηκε, σιωπηρά, ότι η προαναφερθείσα παραίτηση-συμβιβασμός του εφεσιβλήτου υπήρξε άκυρη, υποστηρίζοντας ότι, αντίθετα, η σχετική δήλωση του τελευταίου έπρεπε να γίνει δεκτή από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, καθόσον υπήρξε έγκυρη και ισχυρή.

Ο ισχυρισμός, όμως, αυτός του εκκαλούντος ότι ο εφεσίβλητος, με το να αποδεχθεί να λάβει το προαναφερθέν προσφερθέν συμπληρωματικό ποσό του εφάπαξ βοηθήματος, το οποίο, τελικά, και του καταβλήθηκε, σε εφαρμογή της ως άνω 6/16-1 1-2004 απόφασης του Δ.Σ. αυτού (εκκαλούντος), παραιτούμενος από οποιαδήποτε περαιτέρω αξίωσή του στο μέλλον σχετικά με την εν λόγω αξίωση, συνιστά εξώδικο συμβιβασμό, δεν μπορεί να ευσταθήσει και είναι απορριπτέος, αφού η ανωτέρω δήλωση παραίτησης του ενάγοντος από τη διεκδίκηση τυχόν υπολοίπου εφάπαξ αποζημιώσεως, που έγινε στα πλαίσια της εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 57 του Ν. 2084/1992, η οποία κρίθηκε ως αντισυνταγματική από το Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο με τις 3, 4 και 5/2007 αποφάσεις του, είναι ανίσχυρη, καθόσον συνιστά παραίτηση, από δικαίωμα που πηγάζει από κοινωνικοασφαλιστικές διατάξεις αναγκαστικού χαρακτήρα (δημόσιας τάξης), των οποίων η ιδιωτική βούληση δεν μπορεί να αποκλείσει την εφαρμογή (άρθρο 3 ΑΚ) με ιδιωτικές συμφωνίες, όπως στην προκειμένη περίπτωση.

Επιπλέον, δεν μπορεί να γίνει δεκτό, ότι στην παρούσα περίπτωση υφίσταται εξαίρεση από τον προηγούμενο κανόνα, με συνέπεια να είναι έγκυρος ο επικαλούμενος ως άνω συμβιβασμός, λόγω του ότι οι διάδικοι επέλυσαν τη διαφορά τους με αμοιβαίες υποχωρήσεις, ενώ ήταν αμφισβητούμενη η νομιμότητα του ενδίκου δικαιώματος.

Τούτο δε διότι, αφενός μεν το εκκαλούν Ταμείο έσπευσε, ενώ εκκρεμούσαν αγωγές, σχετικά με την αμφισβήτηση της νομιμότητας της διάταξης του άρθρου 57 του Ν. 2084/1992, να επιλύσει εξώδικα τις σχετικές διαφορές με τους ασφαλισμένους του, που δεν είχαν προβεί σε δικαστικούς αγώνες, καταβάλλοντας σ’ αυτούς μέρος των αξιούμενων ποσών, ώστε να απαλλαγεί από την καταβολή του υπολοίπου ποσού, επικαλούμενο στη συνέχεια εξώδικο συμβιβασμό, αφετέρου δε ο εφεσίβλητος, σε σχέση με το εκκαλούν Ταμείο, είναι το ασθενέστερο συμβαλλόμενο μέρος, το οποίο φείδεται οικονομικών μέσων να διεξάγει δικαστικούς αγώνες για τη διεκδίκηση των δικαιωμάτων του, ενώ, παράλληλα, δεν αντιλαμβάνεται με ακρίβεια τις νομικές συνέπειες των δηλώσεών του, ούτε είναι σε θέση να γνωρίζει την πορεία των εκκρεμών υποθέσεων, αλλά αντίθετα, έχει άμεση ανάγκη από τις παροχές που δικαιούται και για τις οποίες έχει καταβάλει εισφορές.

Με τις παραδοχές αυτές το παρόν Δικαστήριο οδηγείται στην κρίση, ότι η θυσία στην οποία υποβλήθηκε ο εφεσίβλητος, να λάβει μέρος του δικαιούμενου ποσού κατά το κρίσιμο ως άνω χρονικό διάστημα και υπό τα προαναφερόμενα δεδομένα, είναι δυσανάλογα μεγαλύτερη σε σχέση με την αντίστοιχη υποχώρηση του εκκαλούντος Ταμείου, να καταβάλει μέρος του επιπλέον οφειλομένου ποσού και να απαλλαγεί από την καταβολή του υπολοίπου ποσού, με συνέπεια, οι υποχωρήσεις αυτές αμφοτέρων των διαδίκων μερών να μη τελούν σε σχέση αμοιβαιότητας, με αποτέλεσμα ο εν λόγω επικαλούμενος συμβιβασμός να είναι άκυρος, αφού αντιβαίνει στις διατάξεις των άρθρων 679 ΑΚ, 8 Ν. 2112/1920, όπως ερμηνεύτηκε αυθεντικά με το άρθρο 11 Α.Ν. 547/1937, 8 παρ. 2 και 4 Ν.Δ. 4020/1959, 2 και 5 παρ. 3 Ν. 3198/ 1955.

Σε κάθε δε περίπτωση, το ποσό που έχει καταβάλει συμπληρωματικά το εκκαλούν Ταμείο, καταλογίζεται στο συνολικό οφειλόμενο ποσό, ώστε να οφείλεται μόνο το υπόλοιπο, το οποίο δεν είναι τέτοιου ύψους, ώστε να υφίσταται το τελευταίο ζημία και να κλονίζεται η αναλογική βάση τούτου, γεγονός που άλλωστε δεν αποδείχθηκε.

Αντίθετα, ο εφεσίβλητος - και ήδη οι νόμιμοι κληρονόμοι αυτού-, αν γίνει δεκτός ο ισχυρισμός του εκκαλούντος περί προϋπάρξαντος συμβιβασμού μεταξύ των διαδίκων μερών και περί παραίτησης του ως άνω αντιδίκου ασφαλισμένου του από μελλοντικές αξιώσεις του, θα απολέσουν τη δυνατότητα να λάβουν ολόκληρη την παροχή που δικαιούνται και η οποία τους παρακρατήθηκε αυθαίρετα από αυτό (εκκαλούν), με βάση νόμο που κρίθηκε αντισυνταγματικός.

Ακολούθως το Εφετείο δέχθηκε ότι με βάση τις παραπάνω παραδοχές απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος, επικύρωσαν έτσι την πρωτόδικη απόφαση, που είχε δεχθεί την αγωγή. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο, δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία η εφαρμογή τις αναφερθείσες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου που εφάρμοσε, αφού σύμφωνα με τις παραδοχές του και με βάση την εφαρμοσθείσα στην ως άνω μεταβατική διάταξη του ισχύοντος καταστατικού του αναιρεσείοντος, οι αναιρεσίβλητοι δικαιούνται τα επιδικασθέντα σ’ αυτούς ποσά, χωρίς να ληφθεί υπόψη για τον υπολογισμό τους ο προβλεπόμενος από το άρθρο 57 § 3 του ν. 2084/1992 περιορισμός (πλαφόν).

Επομένως οι τα αντίθετα υποστηρίζοντες πρώτος, δεύτερος και τρίτος λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ενιαίως εκτιμώμενοι, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 562 § 2 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.

Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.

Πρέπει δηλαδή ν’ αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης, είχε προταθεί στο δικαστήριο το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, και μάλιστα ότι είχε προταθεί παραδεκτώς και νομίμως.

Συνεπώς ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, να αναφέρεται δε και ο χρόνος και τρόπος πρότασής του, ή επαναφοράς του στο ανωτέρω δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί, αν ήταν νόμιμος και παραδεκτός, αν δε συντρέχει εξαιρετική περίπτωση των εδαφ.

α’ - γ’ της παρ. 2 του άρθρου 562 να εκτίθεται στο αναιρετήριο ο λόγος αυτός. Περαιτέρω από τα άρθρα 591 παρ. 1 β’ , 666 παρ. 1, 115 παρ. 3 και 256 παρ. 1 δ’ του ΚΠολΔ. προκύπτει ότι στη διαδικασία των εργατικών διαφορών, κατά την οποία δεν είναι υποχρεωτική η κατάθεση προτάσεων ενώπιον του μονομελούς πρωτοδικείου, οι διάδικοι οφείλουν να προτείνουν όλους τους αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς τους προφορικά κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο και επιπλέον οι ισχυρισμοί αυτοί πρέπει να καταχωρηθούν στα πρακτικά, με συνοπτική έκθεση των γεγονότων που τους θεμελιώνουν, εκτός αν τα γεγονότα αυτά περιέχονται στις κατατιθέμενες προτάσεις, απαιτείται δηλονότι, σε κάθε περίπτωση προφορική πρόταση των ισχυρισμών που, "ως γενόμενο κατά τη συζήτηση" σημειώνεται στα πρακτικά και έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν τους αυτοτελείς ισχυρισμούς στις κατατιθέμενες προτάσεις.

Κατά το άρθρο 871 ΑΚ με τη σύμβαση του συμβιβασμού, οι συμβαλλόμενοι διαλύουν με αμοιβαίες υποχωρήσεις, μία φιλονικία τους ή μία αβεβαιότητα, για κάποια έννομη σχέση, αρκεί το αντικείμενο της συμβάσεως αυτής να μην έχει εξαιρεθεί από την ιδιωτική πρωτοβουλία, γιατί, στην αντίθετη περίπτωση, η εν λόγω σύμβαση θεωρείται ως μη γενόμενη (ΑΚ 174 και 180).

Ειδικά για τα δικαιώματα των εργαζομένων που πηγάζουν από διατάξεις αναγκαστικού δικαίου, γίνεται δεκτό, ότι επιτρέπεται η έπίλυση και των διαφορών αυτών με συμβιβασμό, όπου όμως υπάρχει σοβαρή αμφισβήτηση ή αβεβαιότητα, είτε σε σχέση με τις νομικές και πραγματικές προϋποθέσεις, είτε ως προς την έννοια των δικαιωμάτων αυτών και με αμοιβαίες υποχωρήσεις, επιλύονται αυτές, οπότε, στην περίπτωση αυτή, δεν θεωρείται πως αντιβαίνει ο συμβιβασμός στο άρθρο 679 ΑΚ, 8 ν. 2112/1920, όπως ισχύει, 8 παρ. 2 και 4 ν.δ. 4020/1959, 2 και 5 παρ. 3 ν. 3198/1955 και επομένως είναι έγκυρος, διότι έτσι αποφεύγει ο εργαζόμενος ν’ αποδυθεί σε δικαστικό αγώνα αβέβαιης διάρκειας και έκβασης.

Στην αντίθετη περίπτωση, όταν δεν είναι αμοιβαίες οι υποχωρήσεις και γίνονται μόνο από τον ένα των συμβαλλομένων, τότε δεν υπάρχει συμβιβασμός με την ανωτέρω έννοια, αλλά τυχόν άλλη σχέση (άφεση χρέους ή αναγνώριση αξιώσεως) και είναι αδιάφορο αν οι συμβαλλόμενοι χαρακτήρισαν τη μεταξύ της σύμβαση ως συμβιβασμό. (ΑΠ 376/2012).

Εξ άλλου κατά το άρθρο 559 παρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για εφαρμογή του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί σφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.

Στην προκειμένη περίπτωση, το αναιρεσείον ΝΠΙΔ με τον τέταρτο λόγο της αναίρεσής του, προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την, εκ του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ πλημμέλεια με ην αιτίαση ότι το δικαστήριο της ουσίας, δεχόμενο ότι ο επικαλούμενος συμβιβασμός - παραίτηση του αναιρεσιβλήτου με αυτό είναι άκυρος, παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 3 και 679 ΑΚ, 8 Ν. 2112/1920, όπως ισχύει, 8 § 2 και 4 ΝΔ 4020/1959, 2 και 5 παρ. 3 Ν. 3198/1955.

Ο λόγος αυτός είναι προεχόντως απορριπτέος ως απαράδεκτος, κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, καθόσον, προκειμένης διαφοράς εκδικαζόμενης κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, το αναιρεσείον δεν επικαλείται παραδεκτή προβολή του ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας, με καταχώρισή του στα πρακτικά συνεδρίασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και επαναφορά του, κατά νόμιμο τρόπο, ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου κατά τα προεκτεθέντα, ενώ από την παραδεκτή, κατά το άρθρο 561 § 2 Κ.Πολ.Δ.

επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, δεν προκύπτει ότι προβλήθηκε παραδεκτά ούτος ειδικότερα ο ισχυρισμός αυτός (περί συμβιβασμού) που συνιστά γνήσια αυτοτελή καταλυτική του δικαιώματος ένσταση, είναι απαράδεκτος καθόσον δεν είχε προταθεί προφορικά κατά τη συζήτηση στο ακροατήριό του όπως απαιτείται, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 256 § 1, 591 § 1 εδ.

β και 663 έως 669 ΚΠολΔ ούτε και είχαν εκτεθεί οι προϋποθέσεις αυτού (συμβιβασμού), ήτοι αν υφίστατο και ποια φιλονικία και αβεβαιότητα μεταξύ των διαδίκων και αν υπήρξαν και από μέρους αμφοτέρων αμοιβαίες υποχωρήσεις ή έγιναν μόνο εκ μέρους ενός των διαδίκων.

Επομένως, το Εφετείο, που αν και με εσφαλμένη αιτιολογία απέρριψε τον παραπάνω ισχυρισμό (ένσταση συμψηφισμού) ως ουσιαστικά αβάσιμο, ενώ κατά τα παραπάνω έπρεπε να απορρίψει αυτόν ως απαράδεκτο, ορθά κατ’ αποτέλεσμα έκρινε και για το λόγο αυτό πρέπει αφού αντικατασταθούν οι αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης, να απορριφθεί ο εκ του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ τέταρτος λόγος της αναίρεσης.

Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστεί το αναιρεσείον, που ηττήθηκε στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων (άρθρ. 176, 183 Κ.Πολ.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 5-5-2014 αίτηση αναιρέσεως κατά της 1815/2013 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 17 Μαρτίου 2015.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 21 Απριλίου 2015.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ