442/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Ιανουαρίου 2014, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29/3/2010 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1825/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3366/2013 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 25/6/2013 αίτησή του.
Legislator headnote
AI generated442/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση των διαδικαστικών έγγραφων της δίκης, προκύπτουν τα εξής: Ο αναιρεσείων άσκησε κατά του αναιρεσιβλήτου την ένδικη αγωγή, με την οποία (μεταξύ άλλων) ζητούσε χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης, από αδικοπραξία και συγκεκριμένα από ατύχημα, που υπέστη κατά την ώρα της εργασίας του, την οποία παρείχε για λογαριασμό του εναγομένου και ήδη αναιρεσιβλήτου.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 442 / 2014 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 442/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Γιαννούλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημήτριο Μουστάκα, Χριστόφορο Κοσμίδη, Νικόλαο Τρούσα και Ασπασία Καρέλλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Ιανουαρίου 2014, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Α. Α. του Μ. Ρ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Πέτρο Μαρκέτο και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Σ. Ψ.-Δ. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Αναστασίου Οικονόμου και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29/3/2010 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1825/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3366/2013 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 25/6/2013 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Μουστάκας ανέγνωσε την από 16/1/2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της ένδικης αίτησης, κατά τα ειδικότερα στο σκεπτικό της παρούσας αναφερόμενα.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 300 Α.Κ., "Αν εκείνος που ζημιώθηκε, συντέλεσε από δικό του πταίσμα στη ζημία ή στην έκτασή της, το δικαστήριο μπορεί να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της. Το ίδιο ισχύει και όταν εκείνος που ζημιώθηκε, παρέλειψε να αποτρέψει ή να περιορίσει τη ζημία ή δεν επέστησε την προσοχή του οφειλέτη στον κίνδυνο ασυνήθιστα μεγάλης ζημίας, τον οποίο ο οφειλέτης ούτε γνώριζε ούτε όφειλε να γνωρίζει". Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με αυτές των άρθρων 261, 262, 335, 338 Κ.Πολ.Δικ, προκύπτει ότι, ο ισχυρισμός του εναγομένου, ότι στη ζημία συνετέλεσε και ο ενάγων, αποτελεί ένσταση, την οποία οφείλει αυτός να αποδείξει και ότι η ένσταση αυτή, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 106, 591 παρ. 1, 663, 670, 115 παρ. 3, 237 παρ. 1 και 3, 269 παρ. 1 και 2 και 527 Κ.Πολ.Δικ., πρέπει να προτείνεται παραδεκτά, ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας και δεν περιέχεται στην γενική άρνηση, επί της ουσίας, την οποία προβάλλει ο εναγόμενος, ως υπαίτιος της ζημίας.
Συνεπώς, εφόσον δεν προταθεί νόμιμα, δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη αυτεπάγγελτα από το δικαστήριο (Ολ. 2|2005, Ολ. Α.Π. 423|1985). Το ίδιο απαιτείται και στην αγωγή, για επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης, κατ' άρθρο 932 Α.Κ., λόγω αδικοπραξίας, για τον προσδιορισμό του ύψους της οποίας λαμβάνεται μεν υπόψη, μεταξύ άλλων και η τυχόν συνυπαιτιότητα του ενάγοντα στην επέλευση του εκ της αδικοπραξίας αποτελέσματος, υπό την προϋπόθεση, όμως, ότι τέτοιος ισχυρισμός, που, όπως αναφέρθηκε, συνιστά ένσταση, προβλήθηκε από τον εναγόμενο.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δικ., η απόφαση είναι αανιρετέα, "Αν το δικαστήριο, παρά τον νόμο, έλαβε υπόψη του πράγματα, που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη του πράγματα, που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης". Ως "πράγματα" θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος.
Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση των διαδικαστικών έγγραφων της δίκης, προκύπτουν τα εξής: Ο αναιρεσείων άσκησε κατά του αναιρεσιβλήτου την ένδικη αγωγή, με την οποία (μεταξύ άλλων) ζητούσε χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης, από αδικοπραξία και συγκεκριμένα από ατύχημα, που υπέστη κατά την ώρα της εργασίας του, την οποία παρείχε για λογαριασμό του εναγομένου και ήδη αναιρεσιβλήτου.
Από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο έγινε δεκτή, κατά ένα μέρος η αγωγή και επιδικάσθηκε στον ενάγοντα, ως χρηματική ικανοποίηση το ποσόν των 6.000 ευρώ αφού, όμως, έγινε δεκτό, ότι στον τραυματισμό του συνετέλεσε και δικό του πταίσμα, κατά τα ειδικότερα στην απόφαση αναφερόμενα. Κατά της αποφάσεως αυτής ασκήθηκε έφεση από τον ενάγοντα και ήδη αναιρεσείοντα, με την οποία, πέραν των άλλων λόγων, παραπονέθηκε ότι, παρά το νόμο, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο εφάρμοσε το άρθρο 300 Α.Κ., εφόσον τέτοια ένσταση (περί συνυπαιτιότητας του ενάγοντας) δεν προβλήθηκε από τον εναγόμενο.
Το Εφετείο (Μονομελές) δέχθηκε μεν ότι συντρέχει υπαιτιότητα του εναγομένου στην πρόκληση του ατυχήματος, πλην, προκειμένου να καθορίσει το ύψος της χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ηθικής βλάβης, έλαβε υπόψη του και το άρθρο 300 Α.Κ., αφού δέχθηκε ότι "στην ένσταση αποκλειστικής υπαιτιότητας, που πρόβαλε ο εναγόμενος, η οποία λειτουργεί ως άρνηση της αγωγής, δίδει στο δικαστήριο τη δυνατότητα να ερευνήσει και το έλασσον ζήτημα της συνυπαιτιότητας του ενάγοντος σ' αυτό".
Όμως, ο ισχυρισμός του εναγομένου, ότι αποκλειστικά υπαίτιος για το ατύχημα είναι ο ενάγων δεν αποτελεί ένσταση, αλλά άρνηση της αγωγής, αφενός και αφετέρου, όπως αναφέρθηκε, στην άρνηση αυτή δεν περιλαμβάνεται και η ένσταση της συνυπαιτιότητας του ενάγοντος-παθόντος, η οποία, για να ληφθεί υπόψη, πρέπει να προβληθεί σαφώς και νομίμως (με δήλωση, που καταχωρίζεται στα πρακτικά).
Όμως, τέτοια ένσταση δεν προκύπτει ότι προβλήθηκε από τον εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο. Επομένως, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Εφετείο έλαβε υπόψη του ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα από τον (ήδη) αναιρεσίβλητο, υποπίπτοντας έτσι στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 8α του Κ.Πολ.Δικ.
και, συνεπώς, κατά παραδοχή του συναφούς πρώτου αναιρετικού λόγου, πρέπει η προσβαλλόμενη απόφαση να αναιρεθεί κατά τούτο.
Κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν στο αιτιολογικό που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε. Αντιθέτως η απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσης όταν οι ανωτέρω ελλείψεις αφορούν την εκτίμηση των αποδείξεων(άρθρ. 561 αρ. 1 ΚΠολΔ) και ειδικότερα αναφέρονται στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται από αυτές, αρκεί μόνο το πόρισμα να εκτίθεται με σαφήνεια. Στην προκειμένη περίπτωση, με την ένδικη αγωγή του, ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων ισχυρίσθηκε, ότι, πέρα από το νόμιμο ωράριο, εργαζόταν και κατά τα Σάββατα, επί 9ωρο ημερησίως και προέβαλε αξιώσεις για υπερεργασία και παράνομη υπερωριακή απασχόληση. Το εφετείο, απέρριψε την αγωγή, κατά τούτο, ως ουσιαστικά αβάσιμη. Ειδικότερα, το εφετείο δέχθηκε τα εξής:
"Ο εναγόμενος και ήδη εφεσίβλητος διατηρεί στις … ατομική επιχείρηση εμπορίας οικοδομικών υλικών. Έχει παρακολουθήσει το πρόγραμμα επιμόρφωσης εργοδοτών για θέματα άσκησης καθηκόντων τεχνικού ασφαλείας με τίτλο: Πρόληψη του Επαγγελματικού Κινδύνου, από δε το Ινστιτούτο Εκπαίδευσης και Επιμόρφωσης Μέλους του Τεχνικού Επιμελητηρίου Ελλάδος απέκτησε από 2.12.2001 το δικαίωμα να ασκεί καθήκοντα τεχνικού ασφαλείας στην επιχείρησή του, σύμφωνα με τα άρθρα 4 και 6 του Π.Δ. 17/1996.
Στις 14.6.2007, ο ενάγων προσλήφθηκε από τον εναγόμενο, για να απασχοληθεί στην ως άνω επιχείρησή του, ως ανειδίκευτος εργάτης γενικών καθηκόντων. Ο ισχυρισμός τούτου ότι προσλήφθηκε από τον εναγόμενο σε προγενέστερο χρονικό διάστημα και συγκεκριμένα από 1.9.2005, δεν αποδείχθηκε βάσιμος. Συγκεκριμένα, πριν από την 14.2.2007, οπότε έγινε για πρώτη φορά, η αίτηση του ενάγοντος για χορήγηση ασύλου, κατά τα προαναφερόμενα, δεν προκύπτει αν αυτός βρισκόταν στην Ελλάδα, πολύ δε περισσότερο δεν προκύπτει διαβίωσή του σ' αυτήν και απασχόλησή του σε οποιονδήποτε εργοδότη.
Άλλωστε, στην ως άνω αρμόδια πρωτοβάθμια απόφαση, που απέρριψε τη χορήγηση ασύλου στον ενάγοντα, γίνεται σαφής μνεία, ότι ο τελευταίος, ο οποίος εγκατέλειψε τη χώρα του προς αναζήτηση εργασίας και βελτίωση των συνθηκών διαβίωσής του, δεν επέδειξε, ούτε παρέδωσε εθνικό διαβατήριο, ή άλλο ταξιδιωτικό έγγραφο, από τα οποία να αποδεικνύονται - βεβαιώνονται τα στοιχεία της ταυτότητάς του, με αποτέλεσμα να μη διαπιστώνεται ο χρόνος εισόδου του στην Ελλάδα.
Η μη ύπαρξη οποιασδήποτε εργασιακής σχέσης μεταξύ των διαδίκων πριν από το έτος 2007, επιβεβαιώνεται σαφώς, τόσο από την κατάσταση προσωπικού του εναγομένου, καθώς και την από 23.4.2008 αναγγελία οικειοθελούς αποχώρησης μισθωτού προς τον ΟΑΕΔ, σύμφωνα με την οποία, που φέρει και τη μη αμφισβητήσιμη υπογραφή του ενάγοντος, αυτός απασχολήθηκε στον εναγόμενο με την ειδικότητα του εργάτη από 20.6.2007 μέχρι 30.4.2008, οπότε αποχώρησε οικειοθελώς, όσο και από την καταγγελία του ίδιου στην αρμόδια Επιθεώρηση Εργασίας, στην οποία αναφέρει μεν ως ημερομηνία προσλήψεώς του στην επιχείρηση του εναγομένου την 1.9.2005, πλην όμως, δεν διεκδικεί δώρα εορτών, αποδοχές και επιδόματα αδείας για το προ του έτους 2008 χρονικό διάστημα.
Σε επίρρωση των παραπάνω γεγονότων, που προκύπτουν από τα αναφερόμενα έγγραφα, ο μάρτυρας της ανταποδείξεως, Η. Η., ο οποίος συνεργάζεται με τον εναγόμενο, προμηθεύοντάς τον υλικά, για την άσκηση της επιχειρηματικής του δραστηριότητας, καταθέτει σαφώς, ότι ουδέποτε είδε τον ενάγοντα στην επιχείρηση του εναγομένου πριν από το έτος 2007.
Το συμπέρασμα του Δικαστηρίου ότι ο ενάγων δεν απασχολήθηκε στην επιχείρηση του εναγομένου, κατά το προ της 14.6.2007, χρονικό διάστημα, που στηρίζεται στα προαναφερόμενα αξιόπιστα αποδεικτικά στοιχεία, δεν μπορεί να ανατραπεί από τις καταθέσεις των μαρτύρων της αποδείξεως, που έχουν μειωμένο βαθμό γνώσεως και αξιοπιστίας, αφού ο ένας είναι αδελφός και ο άλλος συμπατριώτης και φίλος του ενάγοντα, οι οποίοι, ουδόλως αναφέρονται σε περιστατικά, που να πιστοποιούν το χρόνο εισόδου του ενάγοντος στην Ελλάδα και τον τόπο διαμονής του κατά το χρονικό διάστημα, πριν από την αίτηση του για τη χορήγηση πολιτικού ασύλου.
Ενόψει των περιστατικών αυτών που αποδείχθηκαν, όλες οι αξιώσεις του ενάγοντος, που αφορούν το χρονικό διάστημα από 1.9.2005 μέχρι 13.6.2007 (αμοιβή για υπερεργασία, κατ' εξαίρεση υπερωριακή εργασία, δώρα εορτών 2005 μέχρι και 2007, αποδοχές και επιδόματα αδείας των ίδιων ετών) είναι αβάσιμες και απορριπτέες, πρωτίστως για το λόγο, ότι δεν αποδείχθηκε, ότι ο ενάγων εργαζόταν κατά το συγκεκριμένο χρονικό διάστημα στον εναγόμενο.
Επί πλέον, όσον αφορά τα δώρα εορτών του έτους 2007, καθώς και τα επιδόματα και αποδοχές αδείας του ίδιου έτους, ήδη αναφέρθηκε, ότι ο ενάγων, όταν μετά την οικειοθελή του αποχώρηση από την εργασία του, που έγινε στις 23.4.2008, προσέφυγε στις 30.5.2008, στην αρμόδια Επιθεώρηση Εργασίας, δεν διεκδίκησε τέτοιες αξιώσεις για προηγούμενα έτη, παρά μόνο δώρο Πάσχα του έτους 2008 και αποδοχές αδείας του έτους 2008.
Διεκδίκησε επίσης, οφειλή υπερωριών και αμοιβή για εργασία εβδομαδιαίας αναπαύσεως, εντελώς αόριστα, χωρίς να προσδιορίζει το χρονικό διάστημα, που αφορούσαν οι προβαλλόμενες αυτές αξιώσεις του. Σε κάθε δε περίπτωση, χαρακτηριστικό είναι το γεγονός, ότι κατά την προσδιορισθείσα από την ως άνω Επιθεώρηση Εργασίας δεύτερη συνάντηση των διαδίκων, που έλαβε χώρα στις 11.6.2008, αυτοί δήλωσαν ότι "η διαφορά τους διευθετήθηκε και ο εργαζόμενος θα συνεχίσει να απασχολείται στην ανωτέρω επιχείρηση".
Από το περιεχόμενο της δηλώσεως αυτής, η οποία περιέχεται στο 152/30.5.2008 Δελτίο Εργατικής Διαφοράς του Τμήματος Επιθεώρησης Άνοιξης, της Περιφερειακής Διεύθυνσης Αν. Αττικής του Σώματος Επιθεώρησης Εργασίας του Υπουργείου Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας, και υπογράφεται από την Επιθεωρήτρια της ως άνω Υπηρεσίας και από αμφοτέρους τους διαδίκους, σαφώς συνάγεται, ότι ο ενάγων (κατά το χρόνο της δηλώσεως αυτής) δεν είχε οποιεσδήποτε αξιώσεις για το προηγούμενο χρονικό διάστημα της εργασίας του, καθώς αυτή την έννοια έχει η κοινή δήλωση των διαδίκων, ότι η συγκεκριμένη διαφορά τους διευθετήθηκε.
Με βάση τα παραπάνω, ο ενάγων ο οποίος φέρει το βάρος αποδείξεως των αγωγικών του ισχυρισμών, δεν απέδειξε ότι του οφείλεται αμοιβή για οποιεσδήποτε αξιώσεις του που αφορούν και το χρονικό διάστημα μέχρι 11.6.2008 και τα δώρα εορτών (Χριστουγέννων, Πάσχα) του έτους 2007 και τα επιδόματα και αποδοχές αδείας του ίδιου έτους, αξιώσεις, άλλωστε, που όπως ήδη εκτέθηκε, ο ενάγων ουδόλως διεκδίκησε στην καταγγελία του στην ως άνω Επιθεώρηση Εργασίας.
Σημειώνεται, εξάλλου, για τη πληρότητα της αποφάσεως, ότι ο ενάγων ομολογεί στο δικόγραφο της αγωγής του, ότι έλαβε για δώρο Χριστουγέννων 2007, το ποσό των 522,41 ευρώ και για δώρο Πάσχα το ποσό των 249,49 ευρώ και διεκδικεί τις επικαλούμενες διαφορές των 212,34 ευρώ και των 169,91 ευρώ αντίστοιχα, υποστηρίζοντας, ότι έπρεπε να λάβει για κάθε μία από τις ως άνω αιτίες τα ποσά των 734,75 ευρώ και 419,40 ευρώ, ουδόλως όμως απέδειξε, κατά τα προαναφερόμενα, ότι του οφείλονται αυτές οι αποδοχές.
Σχετικά δε με τις αποδοχές αδείας του έτους 2007, σημειώνεται επίσης, επί πλέον, εκτός των όσων εκτέθηκαν για τη μη απόδειξη ύπαρξης τέτοιας οφειλής στον ενάγοντα, επίσης για τη πληρότητα της αποφάσεως, ότι ο τελευταίος διεκδικεί για την αιτία αυτή το ποσό των 705,40 ευρώ, υποστηρίζοντας ότι δικαιούταν αποδοχές αδείας 24 ημερών (29,39 ημερομίσθιο Χ 24 ημέρες), ενώ, σε κάθε περίπτωση, για το έτος 2007, δεδομένου ότι η εργασιακή του σχέση δεν είχε διαρκέσει επί δώδεκα συνεχείς μήνες, ώστε να δικαιούται άδεια 24 ημερών, αλλά περίπου επί εξάμηνο, από 14.6.2007 μέχρι 31.12.2007, οι αποδοχές αδείας που θα δικαιούταν, αν δεν είχε αποδειχθεί, ότι δεν του οφείλονται τέτοιες αποδοχές, θα ήταν αποδοχές δώδεκα (12) ημερών ( άρθρο 2 του α.ν. 539/1945, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 παρ. 1 Ν. 1346/1983).
Από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ,ότι ο ενάγων, μετά τη διευθέτηση της ως άνω διαφοράς, στην Επιθεώρηση Εργασίας, προσλήφθηκε εκ νέου στην επιχείρηση του εναγομένου στις 2.6.2008 με έγγραφη σύμβαση εργασίας. Γνωστοποιήθηκαν δε σ' αυτόν οι όροι της ως άνω συμβάσεως, οι οποίοι, σύμφωνα με το σχετικό προσκομιζόμενο μετ' επικλήσεως έγγραφο, που φέρει και την υπογραφή του ενάγοντος, αφορούσαν εργασία επί πέντε ημέρες εβδομαδιαίως από Δευτέρα μέχρι Παρασκευή και επί σαράντα (40) ώρες εβδομαδιαίως, με ωράριο 8.00 π.μ.
μέχρι 16.30 μ.μ., με διακοπή 1|2 ώρας από 12.00 μέχρι 12.30 μ.μ.. Η ειδικότητα του ενάγοντος ήταν η ίδια, όπως και κατά το προηγούμενο διάστημα της εργασίας του, δηλαδή εκείνη του εργάτη γενικών καθηκόντων και το μικτό ημερομίσθιο του συμφωνήθηκε στο ποσό των 30,40 ευρώ, ενώ κατά τα λοιπά συμφωνήθηκε η ισχύς των διατάξεων της ΕΓΣΣΕ.
Ο ενάγων, στον οποίο, όπως ήδη εκτέθηκε ,είχαν ανακοινωθεί οι όροι αυτοί εργασίας του, καθώς έχει υπογράψει το αποδεικτικό γνωστοποιήσεώς τους, συνέχισε να εργάζεται στην επιχείρηση του εναγομένου και αποχώρησε μετά από εργατικό ατύχημα που του συνέβη κατά τη διάρκεια της εργασίας του, όπως θα λεχθεί στη συνέχεια.
Από τα παραπάνω περιστατικά που αποδείχθηκαν, καθίσταται σαφές, ότι ο ενάγων, κατά το δεύτερο διάστημα εργασίας του, προσλήφθηκε να εργασθεί από 12.6.2008 στον εναγόμενο, για πενθήμερη εργασία και επί σαράντα (40) ώρες εβδομαδιαίως. Ο ίδιος όμως στην αγωγή του, όπως ήδη εκτέθηκε στα πλαίσια της έρευνας της νομιμότητάς της, έχει υπολογίσει τις αξιώσεις του για υπερεργασία και υπερωριακή εργασία, με βάση εξαήμερη εβδομαδιαία εργασία, στην οποία περιλαμβάνει και την ημέρα του Σαββάτου.
Ανεξάρτητα όμως από το γεγονός αυτό, δεν αποδείχθηκε ότι αυτός εργαζόταν πλέον του νομίμου ωραρίου του, χωρίς να αμείβεται, ο ίδιος δε ουδέποτε διαμαρτυρήθηκε για μη καταβολή τέτοιας αμοιβής, την οποία και διεκδίκησε μόνο μετά το ατύχημα που του συνέβη ένα (1) έτος μετά. Επί πλέον, καθόλο το χρονικό αυτό διάστημα εργασίας του, που έληξε, μετά το ατύχημα που του συνέβη, ο ίδιος υπέγραφε ανεπιφύλακτα τις αποδείξεις εισπράξεως των αποδοχών του.
Συνεπώς, ο ενάγων δεν δικαιούται αμοιβή για υπερεργασία και υπερωριακή εργασία και οι σχετικές αξιώσεις του είναι αβάσιμες και απορριπτέες". Σύμφωνα με τις παραδοχές αυτές το δικαστήριο ορθά οδηγήθηκε στο ως άνω αποδεικτικό πόρισμά του, απορρίπτοντας τις σχετικές απαιτήσεις του ενάγοντα, για καταβολή δεδουλευμένων καθώς και αμοιβής για υπερεργασία και υπερωριακή εργασία, αφού με πληρότητα και σαφήνεια δέχεται: α) ότι η επίδικη εργασιακή σύμβαση καταρτίσθηκε την 14-6-2007 και όχι σε προγενέστερο χρονικό σημείο και έκτοτε λειτούργησε, μέχρι την λήξη της, κατά τα άνω και β) ότι ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων δεν δικαιούται αμοιβής για υπερεργασία και υπερωριακή απασχόληση, αφού δεν αποδείχθηκε ότι εργαζόταν επί πλέον του κανονικού του ωραρίου και ότι, σε κάθε περίπτωση και αν ακόμη εργαζόταν υπερωριακά, του καταβαλλόταν η σχετική αμοιβή και ουδέν από τις αιτίες αυτές ή από δώρα εορτών του οφείλεται από τον εναγόμενο.
Συνεπώς, ο περί του αντιθέτου, δεύτερος αναιρετικός λόγος, με τον οποίο αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση αναιρετικές πλημμέλειες από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ., είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος κατ' ουσίαν.
Ο από τον αριθμό 13 του άρθρου 559 Κ. Πολ. Δικ., αναιρετικός λόγος, σύμφωνα με τον οποίο επιτρέπεται αναίρεση, "αν το δικαστήριο εσφαλμένα εφήρμοσε τους ορισμούς του νόμου, ως προς το βάρος απόδειξης", δεν ιδρύεται στις ειδικές διαδικασίες, μεταξύ των οποίων και αυτή της εκδίκασης εργατικών διαφορών (άρθρο 663 επ. Κ.Πολ.Δικ.), εφόσον δεν εκδίδεται προδικαστική απόφαση και δεν επιβάλλεται σε βάρος κάποιου διαδίκου το βάρος της απόδειξης, εκτός εάν διάδικος υπέρ του οποίου υπάρχει τεκμήριο αποδείξεως επιβαρυνθεί με τις συνέπειες της μη αποδείξεως πραγματικών περιστατικών, για τα οποία υπάρχει τεκμήριο αποδείξεως.
Εν προκειμένω, με τον "επικουρικό λόγο αναιρέσεως", ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες από τον αριθμό 13 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ., αφού το δικαστήριο διέλαβε σ' αυτήν ότι "δεν αποδείχθηκε ότι ο ενάγων εργάσθηκε πλέον του νομίμου ωραρίου του, χωρίς να αμείβεται, ήτοι μετέθεσε το βάρος αποδείξεως για την αμοιβή από υπεραπασχόληση του στον ενάγοντα, καίτοι το βάρος αυτό φέρει ο εναγόμενος". Όμως και ανεξάρτητα από το γεγονός ότι το βάρος για την απόδειξη της υπερωριακής απασχόλησής του, φέρει ο ενάγων, στην προκειμένη περίπτωση, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, εφόσον, όπως αναφέρθηκε, δεν ιδρύεται στην ένδικη διαδικασία ούτε συντρέχει, στην προκειμένη περίπτωση κάποιο τεκμήριο αποδείξεως υπέρ του αναιρεσείοντα για τα γεγονότα για τα οποία κρίθηκε ότι δεν αποδείχθηκαν.
Σύμφωνα με τα ανωτέρω και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει να γίνει δεκτή η ένδικη αίτηση, κατά τον πρώτο, ως άνω, λόγο της, να αναιρεθεί κατά τούτο η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο δικαστήριο, που θα απαρτισθεί από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δικ.). Τέλος ο αναιρεσίβλητος πρέπει να καταδικασθεί στη μερική δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντα (άρθρο 179 Κ.Πολ.Δικ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 3366|2013 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, κατά τα ειδικότερα στο σκεπτικό αναφερόμενα.
Παραπέμπει την υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο δικαστήριο, που θα συντεθεί από άλλον δικαστή και
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στη μερική δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντα, εκ χιλίων διακοσίων (1.200) ευρώ.-
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 18 Φεβρουαρίου 2014.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 27 Φεβρουαρίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ