Legislator Case Law & Legislation
442/2012 AI generated

442/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 442/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 442 / 2012 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 442 /2012

Legislator headnote

AI generated

442/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 442 / 2012 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 442 /2012

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 442 / 2012 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 442 /2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου και Γεράσιμο Φουρλάνο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 28 Noεμβρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας-καλούσας:Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΥΡΩΠΗ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΓΕΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΕΙΩΝ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αναστάσιο Τσιρώνη.

Της αναιρεσιβλήτου-καθής η κλήση: 1. Ανώνυμης χρηματιστηριακής εταιρείας με την επωνυμία "ΑΛΚΗ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ ΑΕ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7-12-1999 αγωγή 14-1-2000 προσεπίκληση της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 23286/2000 του ίδιου Δικαστηρίου η οποία παρέπεμψε την υπόθεση στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, λόγω αρμοδιότητας, 2355/2005 του Πολυμελούς πρωτοδικείου Αθηνών και 4508/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η αναιρεσείουσα με την από 10-1-2007 αίτησης και τους από 6-11-2008 πρόσθετους λόγους.

Εκδόθηκε η 2216/2009 απόφαση του Αρείου Πάγου που κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση της υπόθεσης. Η υπόθεση επανέρχεται με την από 15-2-2011 κλήση της αναιρεσείουσας-καλούσας.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσείουσα, όπως σημειώνεται πιο πάνω. O εισηγητής Αρεοπαγίτης Χρυσόστομος Ευαγγέλου, ανέγνωσε την από 27-11-2008 έκθεση του ήδη προαχθέντος σε Αντιπρόεδρο Αθανασίου Κουτρομάνου, με την οποία εισηγήθηκε να γίνουν δεκτοί ο δεύτερος αναιρετικός λόγος του κυρίου δικογράφου κατά το τρίτο σκέλος αυτού και αμφότεροι οι λόγοι του προσθέτου δικογράφου, να απορριφθούν δε οι λοιποί.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη της αντιδίκου της στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Όπως προκύπτει από τις υπ' αριθ. 14.978/5-12-2007 και 15.384/7-11-2008 εκθέσεις της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών ... και 1397/17-3-2011 έκθεση της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών ..., ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης από 10-1-2007 αιτήσεως αναιρέσεως, των από 6-11-2008 πρόσθετων λόγων και της από 15-2-2011 κλήσεως της αναιρεσείουσας, με τις κάτω απ' αυτήν Πράξεις του Προέδρου του Α2 Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, καθώς και κλήση για συζήτηση της κρινόμενης αίτησης και των πρόσθετων λόγων κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσης, επιδόθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα στην αναιρεσίβλητη εταιρία με την επωνυμία "ΑΛΚΗ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΉ Α.Ε." Η τελευταία, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά του δικαστηρίου, δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υπόθεσης, ούτε παρέστη με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ. Επομένως, πρέπει να συζητηθεί η υπόθεση χωρίς την παρουσία της (άρθρο 576 παρ.2 ΚΠολΔ).

Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 Κ.Πολ.Δ προκύπτει, ότι λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνος δικαίου ιδρύεται (και) αν αυτός δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του" η παράβαση δε συντελείται και επί παραλείψεως εφαρμογής κανόνος δικαίου ο οποίος είναι εφαρμοστέος κατ' αναλογίαν. Εξάλλου, από το άρθρο 3 παρ. 1 εδ. α Ί 6 εδ. α' και β' και 7 εδ. β' και γ' Ν. 2496/1997 σε συνδυασμό προς το άρθρο 36 παρ. 24 περ. α' του ίδιου νόμου και τα άρθρα 211 επ. και ιδίως 214 ΑΚ συνάγονται τα εξής: Κατά τη σύναψη της ασφαλιστικής συμβάσεως μεταξύ αφενός του ασφαλιστού και αφετέρου του λήπτου της ασφαλίσεως, ο τελευταίος υποχρεούται να δηλώσει σε εκείνον (ασφαλιστή) κάθε περιστατικό που γνωρίζει, το οποίο είναι αντικειμενικά ουσιώδες για την εκτίμηση του ασφαλιστικού κινδύνου, καθώς επίσης να απαντήσει σε κάθε σχετική ερώτηση του ασφαλιστή. Σε περίπτωση δε παραβάσεως εκ μέρους του λήπτη της ως άνω υποχρεώσεως από δόλο, ο ασφαλιστής, λαμβάνοντας βέβαια γνώση της παραβάσεως και σταθμίζοντας τα συμφέροντά του, έχει δικαίωμα είτε να εμμείνει στη σύμβαση, δηλώνοντας ενδεχομένως τούτο ρητά στον λήπτη, είτε να καταγγείλει τη σύμβαση, επιφέροντας ασφαλώς τη λύση της, και έτσι να απαλλαγεί, μάλιστα δε αμέσως μετά την συντέλεση της καταγγελίας, της υποχρεώσεώς του προς καταβολή του ασφαλίσματος. Ωστόσο, το εν λόγω δικαίωμα για καταγγελία υπόκειται σε αποσβεστική προθεσμία, αφού ο ασφαλιστής δικαιούται να προβεί στην καταγγελία μέσα σε προθεσμία ενός μήνα από τότε που έλαβε γνώση της παραβάσεως. Ευνόητο είναι ότι μετά την άπρακτη πάροδο αυτής της προθεσμίας ο ασφαλιστής τεκμαίρεται αμάχητα ότι εμμένει στη σύμβαση. Αν η ασφαλιστική περίπτωση επέλθει εντός της μηνιαίας προθεσμίας, πριν, εννοείται, από την κατά τα ανωτέρω καταγγελία, ο ασφαλιστής απαλλάσσεται, μάλιστα δε αμέσως μετά την επέλευση της ασφαλιστικής περιπτώσεως, της υποχρεώσεώς του προς καταβολή του ασφαλίσματος και, βέβαια, η εκ μέρους τούτου καταγγελία της συμβάσεως δεν απαιτείται πια για να επιφέρει την προαναφερόμενη απαλλαγή. Ποιες, όμως, είναι οι έννομες συνέπειες, αν η ασφαλιστική περίπτωση επέλθει πριν από την εκ μέρους του ασφαλιστή γνώση της παραβάσεως δεν προβλέπεται ρητά στο νόμο. Ενόψει του ότι δεν εναρμονίζεται με τη λογική ούτε το να απαιτείται, προς επέλευση της προμνημονευόμενης απαλλαγής, η εμπρόθεσμη καταγγελία της συμβάσεως εκ μέρους του εν λόγω ασφαλιστή, όταν αυτός αγνοεί την παράβαση, που αποτελεί την αιτία της καταγγελίας, ούτε το να προστατεύεται αυτός, ο μη γνώστης της παραβάσεως ασφαλιστής, μέσω των γενικών διατάξεων του αστικού δικαίου (περί απάτης κ.λ. π.) και έτσι ενδεχομένως να βρίσκεται αυτός, από άποψη έννομης προστασίας, σε χειρότερη θέση έναντι εκείνης του προβλεπόμενου στην τελευταία ως άνω διάταξη ασφαλιστή, που γνωρίζει την παράβαση, πρέπει να γίνει δεκτό ότι, κατά το πνεύμα και το σκοπό των προεκτιθέμενων διατάξεων, επιβάλλεται η αναλογική εφαρμογή της τελευταίας εκ τούτων των διατάξεων (βλ. ΑΠ 1119/2003 και ΑΠ 1450/2006).

Στην προκειμένη περίπτωση, η υπόθεση έχει ως εξής : Με την από 7 -12-1999 αγωγή του, ο - εδώ μη διάδικος - Θ. Ν. ζητούσε να υποχρεωθεί η εδώ αναιρεσίβλητη εταιρία να του καταβάλει (νομιμοτόκως) χρηματικό ποσό 398.871.000 δραχμών "ως αποζημίωση λόγω αντισυμβατικής συμπεριφοράς, άλλως βάσει των διατάξεων περί αδικοπραξίας", και συγκεκριμένα επειδή η εναγομένη "προέβη αυθαίρετα και χωρίς καμία εντολή του" στην δια πωλήσεως εκποίηση μετοχών του, που είχε στην κατοχή της για φύλαξη, χωρίς να του αποδώσει το τίμημα. Η εναγομένη (αναιρεσίβλητη) αποδίδοντας την ζημία του ενάγοντος σε ανέντιμες πράξεις του (μη διαδίκου) υπαλλήλου της Λ. Τ. και επικαλούμενη σχετική ασφαλιστική σύμβαση, που είχε συνάψει με την αναιρεσείουσα, άσκησε κατ" αυτής παρεμπίπτουσα αγωγή και ζήτησε να της επιδικασθεί όποιο ποσό τυχόν θα υποχρεωνόταν αυτή να καταβάλει στον κυρίως ενάγοντα Θ. Ν.. Η παρεμπιπτόντως εναγομένη ασφαλιστική εταιρία ισχυρίσθηκε - πλην άλλων και - τα ακόλουθα: (α) ότι η παρεμπιπτόντως ενάγουσα εταιρία, κατά την σύναψη της μεταξύ τους συμβάσεως, προέβη δολίως σε αναληθή ενημέρωσή της δίδοντάς της παραπλανητικές απαντήσεις σε συγκεκριμένες έγγραφες ερωτήσεις της επί θεμάτων αντικειμενικώς ουσιωδών για την εκτίμηση του ασφαλιστικού κινδύνου. Ότι η ασφαλιστική περίπτωση, ήτοι η εκ μέρους του Λ. Τ. υπεξαίρεση, έλαβε χώραν την 15- 7 -1999) η ίδια δε η αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρία έλαβε γνώση της αναληθείας των δηλώσεων της αναιρεσιβλήτου αργότερα. (γ) Ότι στις 12-10-1999 προέβη (η αναιρεσείουσα) σε καταγγελία της συμβάσεως. Υποστήριξε δε, με βάση τους πραγματικούς αυτούς ισχυρισμούς της, η ασφαλιστική εταιρία, ότι η ρηθείσα σύμβαση ασφαλίσεως ήταν άκυρη κατά το άρθρο 174 ΑΚ, άλλως ακυρώσιμη κατά το άρθρο 147 ΑΚ, καθώς και ότι η κατ' αυτής αγωγή είχε ασκηθεί καταχρηστικώς κατά την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ και ότι δεν είχε υποχρέωση καταβολής του αιτουμένου ασφαλίσματος, διότι είχε προβεί (εμπροθέσμως κατά την άποψή της) σε καταγγελία της ασφαλιστικής συμβάσεως. Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ως αποδεδειγμένα : (α) ότι ο Λ. Τ., εκμεταλλευόμενος την θέση του ως διευθυντού του υποκαταστήματος της παρεμπιπτόντως εναγούσης στη Θεσσαλονίκη, πώλησε χωρίς εντολή του Θ. Ν. το σύνολο των μετοχών του και ιδιοποιήθηκε το τίμημα αυτών. Με βάση την παραδοχή αυτή κρίθηκε ότι η αναιρεσίβλητη χρηματιστηριακή εταιρία ενέχεται σε αποζημίωση του κυρίως ενάγοντος, ως προστήσασα τον αδικοπραγήσαντα, (β) Ότι η αναιρεσίβλητη εταιρία όντως είχε προβεί δολίως σε παραπλανητική ενημέρωση της αναιρεσείουσας, όπως η τελευταία υποστήριζε, καθώς και ότι αυτή (η ασφαλίστρια) κατήγγειλε εγγράφως την σύμβαση ασφαλίσεως την 12-10- 1999. Ωστόσο, απέρριψε τη σχετική ένσταση της ασφαλιστικής εταιρίας και δέχθηκε ως βάσιμη την κατ' αυτής παρεμπίπτουσα αγωγή, κρίνοντας αποδεδειγμένο, ότι αυτή είχε λάβει γνώση των αναληθών δηλώσεων της αντιδίκου της την 26-7-1999 και την 17-8-1999 και επομένως, προέβη σε καταγγελία της συμβάσεως εκπροθέσμως, ήτοι μετά την πάροδο της μηνιαίας προθεσμίας του άρθρου 3 παρ. 6 Ν. 2496/1997. Κρίνοντας, όμως, έτσι το Εφετείο παρέλειψε να εφαρμόσει τη διάταξη του δευτέρου εδαφίου της παρ. 6 του άρθρου 3 Ν. 2496/1997, παρόλο που ήταν αναλόγως εφαρμοστέα στην ένδικη περίπτωση, υποπίπτοντας στην εκ του άρθρου 559 αριθμ. 1 Κ. Πολ.Δ πλημμέλεια. Τούτο δε διότι τα διαλαμβανόμενα στις προτάσεις της παρεμπιπτόντως εναγομένης πραγματικά περιστατικά, ήτοι η εκ δόλου αναληθής ενημέρωσή της εκ μέρους της εναγούσης και η επέλευση της ασφαλιστικής περίπτωσης πριν πληροφορηθεί η ασφαλίστρια την γενομένη παραπλάνησή της (τα οποία το εφετείο έκρινε και ουσιαστικώς βάσιμα) θεμελίωναν την περί μη οφειλής του ασφαλίσματος ένσταση της ασφαλιστρίας και το αντίστοιχο αίτημα αυτής ανεξάρτητα από τα νομικά ερείσματα που αυτή επεκαλείτο. Κατά συνέπεια, πρέπει να γίνουν δεκτοί ο δεύτερος λόγος του κυρίου δικογράφου κατά το τρίτο σκέλος του και αμφότεροι οι λόγοι του προσθέτου δικογράφου, με τους οποίους - κατά την εκτίμηση του περιεχομένου τους, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η ανωτέρω πλημμέλεια. Κατόπιν τούτου, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών αναιρετικών λόγων, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά τις διατάξεις της που αναφέρονται στην αναιρεσείουσα και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, η σύνθεση του οποίου από άλλους δικαστές είναι εφικτή (άρθρο 580 παρ.3 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί μερικώς την υπ' αριθ. 4508/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών κατά τα αναφερόμενα στο σκεπτικό.

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων πεντακοσίων (3.500) ευρώ.

Κρίθηκε, αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 8 Φεβρουαρίου 2012 και

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του στην Αθήνα στις 13 Μαρτίου 2012.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ