442/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Ιανουαρίου 2009, με την παρουσία και του Γραμματέως Βασιλείου Λιβέρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated442/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Περαιτέρω το δικαστήριο δέχθηκε, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, ότι "ο εκκαλών δεν ανήκε στο μόνιμο τακτικό προσωπικό της εφεσιβλήτου, εφόσον δεν διορίσθηκε σε θεσμοθετημένη θέση, προβλεπόμενη από τον κανονισμό της, που να καλύπτει πάγιες και διαρκείς ανάγκες αυτής ούτε καταρτίσθηκε υπαλληλική σχέση με τον διορισμό του από το Δ.Σ.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 442 / 2009 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 442/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Αλεξόπουλο, Αντώνιο Αθηναίο, Γρηγόριο Κουτσόπουλο και Δημήτριο Μουστάκα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Ιανουαρίου 2009, με την παρουσία και του Γραμματέως Βασιλείου Λιβέρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ, κατοίκου ..., που παρέστη μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Δημητρίου Κρίτσανου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Της Ένωσης Αγροτικών Συνεταιρισμών Καρδίτσας που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, που εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους της Ιωάννη Τσίχλη και Ανδρέα Γεωργίου, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 13-9-1993 και 27-12-2001 αγωγές του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Καρδίτσας και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 229/2003 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 76/2007 του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί ο αναιρεσείων με την από 15-6-2007 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Μουστάκας ανέγνωσε την από 9.1.2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της ένδικης αιτήσεως, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 76/2007 αποφάσεως του Εφετείου Λάρισας.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως, οι πληρεξούσιοι της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, με τα άρθρα: α) 3 παρ. 1 εδ. α`, 2 εδ. β` και 5 εδ. β` του κυρωθέντος με την 256/7 Μαΐου 1946 Πράξη του Υπουργικού Συμβουλίου ν. 1859/1944 "περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως του ν. 785/1943 περί καταργήσεως διατάξεων αφορωσών την νομοθεσίαν των γεωργικών συνεταιρισμών", β) 2 παρ. 1 εδ. α` και 3 παρ. 1, 2 και 4 εδ. β του από 23/30 Ιουλίου 1946 β.δ/τος "περί της υπαλληλικής καταστάσεως του προσωπικού των γεωργικών συνεταιριστικών οργανώσεων", όπως το εδ.
α` της παρ. 1 του άρθρου 3 του διατάγματος αυτού αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 παρ. 1 του β.δ/τος της 18 Αυγούστου/2 Σεπτεμβρίου 1953 "περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως του από 23/30-7-1946 Β.Δ. κ.τ.λ.", και γ) 1 παρ. 4, 33 και 72 παρ. 1 και 2 του ν. 1541/1985 "περί αγροτικών συνεταιριστικών οργανώσεων", ορίζονται αντιστοίχως τα εξής: 1) "το προσλαμβανόμενον υπό των πάσης φύσεως και παντός βαθμού γεωργικών συνεταιριστικών οργανώσεων προσωπικόν είναι μόνιμον". "Ο αριθμός των θέσεων και ο τρόπος προσλήψεως των υπαλλήλων και υπηρετών εκάστης γεωργικής συνεταιριστικής οργανώσεως και της Συνομοσπονδίας Γεωργικών Συνεταιρισμών καθορίζονται διά του εσωτερικού κανονισμού αυτών, ψηφιζομένου υπό της γενικής συνελεύσεως και εγκρινομένου κατά τας περί εγκρίσεως των καταστατικών των γεωργικών συνεταιριστικών οργανώσεων διατάξεις του παρόντος νόμου". "Αι αυταί οργανώσεις δύνανται να προσλαμβάνουν διά τας εργασίας των ημερομίσθιον έκτακτον ή επί συμβάσει εργατοτεχνικόν προσωπικόν κατά τα ειδικώτερον διά του εσωτερικού κανονισμού εκάστης οργανώσεως καθορισθησόμενα". 2) "Αι παρ` εκάστη συνεταιριστική οργανώσει μόνιμοι θέσεις ή τυχόν εις υπηρεσίας ή τμήματα υποδιαίρεσης εκάστης οργανώσεως και η ονομασία τούτων και ο αριθμός των δυναμένων να προσληφθώσιν υπαλλήλων καθορίζονται διά του εσωτερικού κανονισμού εκάστης οργανώσεως". "Το προσωπικόν το προσλαμβανόμενον εις τας υπό του κανονισμού προβλεπομένας μονίμους οργανικάς θέσεις είναι μόνιμον.
Οι το πρώτον εις μονίμους θέσεις των γεωργικών συνεταιριστικών οργανώσεων διοριζόμενοι υπάλληλοι ή υπηρέται τελούσιν υπό δοκιμασίαν, μη δυνάμενοι να μονιμοποιηθώσι προ της παρελεύσεως ενός έτους, καθ` ο αργεί η διά της μονιμότητος καθιερουμένη προστασία". "Κατά το διάστημα τούτο δύνανται οι τοιούτοι υπάλληλοι να απολυθώσι κατά την κρίσιν του κατά τον εσωτερικόν κανονισμόν αρμοδίου οργάνου της συνεταιριστικής οργανώσεως, επί τη καταβολή της αποζημιώσεως της προβλεπομένης υπό της περί καταγγελίας συμβάσεως εργασίας εκάστοτε κειμένης νομοθεσίας". "Αι αυταί οργανώσεις δύνανται να προσλαμβάνωσι διά τας εργασίας των ημερομίσθιον ή επί συμβάσει εργατοτεχνικόν προσωπικόν", και 3) "Συμπληρωματικά, για θέματα που δεν ρυθμίζονται από τον νόμο αυτόν, εφαρμόζονται οι κανόνες του εμπορικού και του αστικού δικαίου". "Η γενική συνέλευση, με την αυξημένη απαρτία και πλειοψηφία του άρθρου 25 παρ. 2, εκδίδει εσωτερικό κανονισμό λειτουργίας του συνεταιρισμού, ο οποίος καθορίζει:
α) τους όρους λειτουργίας του συνεταιρισμού ... . Από τη δημοσίευση του παραπάνω κανονισμού στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως καταργούνται ο ν. 1859/1944 και το β.δ. 23/30-7-1946, όπως τροποποιήθηκαν. Οι διατάξεις του άρθρου 3 παρ. 1 του ν. 1859/1944 και του άρθρου 3 του β.δ. 23/30-7- 1945 εξακολουθούν να ισχύουν". Βάσει της παραπάνω εξουσιοδοτικής διατάξεως εκδόθηκε η υπ` αριθ. 27346/17-10-1990 κοινή Απόφαση των Υπουργών Γεωργίας και Εργασίας που δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (ΦΕΚ β 700/7-11- 1990), με την οποία εγκρίθηκε ο Κανονισμός Υπηρεσιακής Κατάστασης Προσωπικού Αγροτικών Συνεταιριστικών Οργανώσεων ο οποίος ορίζει στο άρθρο 6, ότι το προσωπικό των οργανώσεων διακρίνεται σε τακτικό (μόνιμο) και σε έκτακτο και στο άρθρο 8, ότι για την αντιμετώπιση εκτάκτων ή εποχιακών αναγκών το διοικητικό συμβούλιο της οργάνωσης μπορεί να προσλαμβάνει έκτακτο προσωπικό με σύμβαση ορισμένου χρόνου διαρκείας μέχρι 12 μηνών (παρ. 1).
Μετά τη λήξη της σύμβασης ορισμένου χρόνου δεν μπορεί να συναφθεί σύμβαση ορισμένου χρόνου πριν από την πάροδο τουλάχιστον 4 μηνών από τη λήξη της. Τέλος, το άρθρο 46 του ν. 2169/1993 (ΦΕΚ Α/149) "Αγροτικές Συνεταιριστικές Οργανώσεις και άλλες διατάξεις", που ισχύει από 10-9-1993, ορίζει στην παρ. 1 ότι το προσωπικό που προσλαμβάνεται από τις αγροτικές συνεταιριστικές οργανώσεις είναι α) τακτικό που καλύπτει πάγιες και διαρκείς ανάγκες της οργάνωσης και καταλαμβάνει θέσεις οι οποίες προβλέπονται από τον εσωτερικό κανονισμό λειτουργίας της και β) προσωπικό με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου που καλύπτει ειδικές, έκτακτες, εποχιακές και πρόσκαιρες ανάγκες της οργάνωσης, και στην παρ. 2, ότι η υπηρεσιακή κατάσταση του προσωπικού των Αγροτικών Συνεταιριστικών Οργανώσεων ρυθμίζεται με την υπ` αριθ. 27346/1990 κοινή απόφαση των Υπουργών Γεωργίας και Εργασίας, όπως τροποποιήθηκε μεταγενέστερα για όσα θέματα δεν αντίκεινται στις διατάξεις του νόμου αυτού.
Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών που ρύθμιζαν τη λειτουργία των Αγροτικών Συνεταιριστικών Οργανώσεων κατά το κρίσιμο, στην προκειμένη περίπτωση, χρονικό διάστημα 1981-1993, προκύπτει ότι το έκτακτο προσωπικό των γεωργικών συνεταιριστικών οργανώσεων, προσλαμβάνεται με σύμβαση εργασίας δωδεκάμηνης διάρκειας, η οποία δεν επιτρέπεται να παραταθεί, και κατά συνέπεια, αν γίνουν διαδοχικές ανανεώσεις της συμβάσεως εκτάκτου υπαλλήλου, δεν έχει εφαρμογή το άρθρο 8 παρ. 3 του ν. 2112/1920, η δε σύμβαση εργασίας του που παρατάθηκε πέραν των δώδεκα μηνών, είναι άκυρη, ως αντικείμενη στις παραπάνω απαγορευτικές διατάξεις (άρθρ. 174 και 180 ΑΚ).
Η ως άνω ακυρότητα είναι απόλυτη και δεν μπορεί γι`αυτό να αποκλεισθεί από την αντίθετη βούληση των μερών, ούτε χωρεί από αυτή παραίτηση της συνεταιριστικής οργανώσεως, λαμβάνεται δε και αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο εφόσον έχουν υποβληθεί σ`αυτό τα στοιχεία που συνιστούν την ακυρότητα. Από τις ίδιες, ως άνω, διατάξεις, εξάλλου, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 2, 6, 7, 8, 14, 16, 17, 26, 41, 42 και 61 της υπ' αριθμ. 27346/1990 υπουργικής αποφάσεως, 669 εδ.β ΑΚ και 5 Ν.3198/1955, προκύπτει ότι η αγροτική συνεταιριστική οργάνωση, που στερείται κανονισμού λειτουργίας της, προβλέποντος γενικώς περί του αριθμού των θέσεων των υπαλλήλων και του τρόπου προσλήψεώς τους, έχει τη δυνατότητα, μετά την έναρξη της ισχύος της εν λόγω υπουργικής αποφάσεως, να προβεί, με νόμιμη καταγγελία (τήρηση εγγράφου τύπου και καταβολή της νόμιμης αποζημιώσεως), στην απόλυση του παρ' αυτής προσληφθέντος, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου εργαζομένου και μη κατέχοντος, ως εκ της ελλείψεως εσωτερικού κανονισμού λειτουργίας, μόνιμη οργανική θέση, χωρίς την τήρηση των άρθρων 14, 56 και 58 της ως άνω αποφάσεως (ΑΠ 981/1996).
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχτηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του τα ακόλουθα: Στις 5-10-1981 η εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη "Ένωση Αγροτικών Συνεταιρισμών Καρδίτσας" προσέλαβε, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, τον ενάγοντα (και ήδη αναιρεσείοντα), ο οποίος έκτοτε απασχολήθηκε σε διάφορες εργασίες και ειδικότερα ως υπάλληλος γραφείου και ως ανειδίκευτος εργάτης στο Γ' Εκκοκιστήριο αυτής, τελευταία δε ως διαχειριστής τροφίμων της κεντρικής αποθήκης, έως την 20-7-1993, οπότε και απολύθηκε από την εναγομένη.
Περαιτέρω το δικαστήριο δέχθηκε, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, ότι "ο εκκαλών δεν ανήκε στο μόνιμο τακτικό προσωπικό της εφεσιβλήτου, εφόσον δεν διορίσθηκε σε θεσμοθετημένη θέση, προβλεπόμενη από τον κανονισμό της, που να καλύπτει πάγιες και διαρκείς ανάγκες αυτής ούτε καταρτίσθηκε υπαλληλική σχέση με τον διορισμό του από το Δ.Σ.
της εφεσίβλητης και την αποδοχή του από τον ίδιο, όπως συνομολογεί εμμέσως με την έφεσή του. Αντίθετα, όπως γίνεται δεκτό με την προσβαλλόμενη απόφαση, ο εκκαλών-ενάγων ανήκε στο έκτακτο προσωπικό της εφεσίβλητης και η εργασιακή του σχέση με αυτήν ήταν ορισμένου χρόνου, διάρκειας αρχικώς ενός έτους. Η σύμβαση αυτή...δεν μετατράπηκε σε αορίστου χρόνου, παρά τις διαδοχικές (παράνομες) ανανεώσεις της και (παρά) το γεγονός ότι ο εκκαλών εχρησιμοποιείτο για την κάλυψη πάγιων και διαρκών αναγκών της επιχείρησης της εφεσίβλητης (και ήδη αναιρεσίβλητης), καθόσον από το νόμο επιβάλλεται, ως αγροτική συνεταιριστική οργάνωση, πρόσληψη εκτάκτου προσωπικού, μόνο με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου.
Η σύμβαση αυτή έληξε, κατά τον κανονισμό της εναγομένης-εφεσίβλητης, μετά την πάροδο δωδεκαμήνου. Η απασχόληση όμως του εκκαλούντος εξακολούθησε και μετά τη λήξη της διάρκειας της σύμβασης, πλην αυτή δεν ήταν έγκυρη, διότι δεν τηρήθηκαν οι διατυπώσεις, για τη σύναψη νέας έγκυρης σύμβασης ορισμένου χρόνου, μετά τη λήξη της προηγούμενης κ.ο.κ ούτε, άλλωστε, επιτρέπεται σιωπηρή παράταση της σύμβασης ούτε μπορεί να μετατραπεί σε σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου.
Η ακυρότητα αυτή (δέχεται το δικαστήριο) εξακολούθησε να υπάρχει για ολόκληρο το χρονικό διάστημα, από την πάροδο έτους από την πρόσληψή του και μέχρι την απόλυσή του. Επομένως, πρόκειται για απλή εργασιακή σχέση, επί της οποίας δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις του Ν. 2112/1920, περί καταγγελίας της σύμβασης και καταβολής της προβλεπόμενης αποζημίωσης, οι οποίες προϋποθέτουν σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου.
Το γεγονός, εξάλλου, ότι η εφεσίβλητη κατήγγειλε την ως άνω σύμβαση, ως τέτοια αορίστου χρόνου και κατέβαλε στον ενάγοντα-εκκαλούντα, όπως ο ίδιος συνομολογεί, την αναλογούσα αποζημίωση, δεν καθιστά την ένδικη σύμβαση, ως αορίστου χρόνου ...". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, απέρριψε ως αβάσιμη κατ' ουσίαν την έφεση του ενάγοντος (και ήδη αναιρεσείοντος) κατά της υπ' αριθμ. 229/2003 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καρδίτσας και με την οποία απορρίφθηκαν αγωγές του, για αναγνώριση της ακυρότητας καταγγελίας της ως άνω εργασιακής σχέσης και την καταβολή μισθών υπερημερίας.
Έτσι, όπως έκρινε το Εφετείο και με τις, επί της ουσίας, ανέλεγκτες, ως άνω παραδοχές του, σύμφωνα με τις οποίες, ο (ήδη) αναιρεσείων ανήκε στο έκτακτο προσωπικό της αναιρεσίβλητης, δηλαδή σε θέση, που δεν προβλεπόταν από τον Κανονισμό της εναγομένης και η εργασιακή του σχέση ήταν ορισμένου χρόνου, δεν παρεβίασε τις ως άνω, στη μείζονα σκέψη της παρούσας αναφερόμενες διατάξεις, σχετικά με τα όσα ίσχυαν, κατά τον χρόνο πρόσληψης και απόλυσης του αναιρεσείοντα από την αναιρεσίβλητη, τα δε προβλεπόμενα από το άρθρο 3 του Β.Δ.
της 23-7-1946, σύμφωνα με το οποίο, "οι μη απολυόμενοι εντός του έτους καθίστανται μόνιμοι υπάλληλοι", αναφέρεται ακριβώς στους προσλαμβανομένους, ως μονίμους υπαλλήλους, κατά την παρ. 1 του εν λόγω άρθρου, προς κάλυψη προβλεπόμενων από τον Κανονισμό θέσεων μονίμων υπαλλήλων και οι οποίοι, με βάση τη διάταξη αυτή, τελούσαν υπό ενιαύσια δοκιμασία, πριν τη μονιμοποίησή τους.
Η επικαλούμενη, εξάλλου, από τον αναιρεσείοντα υπ' αριθμ. 99/70/ΕΚ από 28-6-1999 Κοινοτική Οδηγία, σε κάθε περίπτωση, δεν έχει εφαρμογή στη επίδικη εργασιακή σχέση, την οποία δεν καταλαμβάνει. Επομένως, οι με τους πρώτο, δεύτερο και τρίτο λόγους προβαλλόμενοι και στηριζόμενοι στο άρθρο 559 περ. 1 Κ.Πολ.Δικ. ισχυρισμοί του αιτούντος, για παράβαση εκ μέρους του Εφετείου των διατάξεων ουσιαστικού δικαίου, των σχετικών με την ένδικη εργασιακή σύμβαση και την καταγγελία αυτής εκ μέρους της εναγομένης-εργοδότιδος, τους οποίους, κατά τον αναιρεσείοντα, δεν εφήρμοσε ορθά, είναι απορριπτέοι, ως αβάσιμοι.
Επίσης το Εφετείο, δεν παρεβίασε τις συνταγματικές διατάξεις, που καθιερώνουν την αρχή της ισότητας (4), της κοινωνικής και οικονομικής ελευθερίας (5) και αυτή, που κατοχυρώνει το δικαίωμα της εργασίας (22 παρ.1), καθόσον εφήρμοσε τις πιο πάνω διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου, οι οποίες δεν έρχονται σε αντίθεση με το Σύνταγμα και με τις οποίες αποσκοπείται η διασφάλιση των συμφερόντων των ως άνω νομικών προσώπων και την προστασία τους από τυχόν αυθαίρετες και παράνομες πράξεις των διευθυνόντων αυτά.
Συνεπώς, ο υπό στοιχ. δ' σχετικός λόγος του αναιρεσείοντος, στηριζόμενος στη διάταξη του άρθρου 559 περ. 1 Κ.Πολ.Δικ. είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος.
Επειδή ο στην ίδια διάταξη του άρθρου 559 περ. 1 Κ.Πολ.Δικ. στηριζόμενος, υπό στοιχ. δε ε' λόγος της αίτησης, σύμφωνα με τον οποίο το δικαστήριο παρεβίασε τις κανονιστικές διατάξεις των ΣΣΕ 1989, 1990 και 1993, οι οποίες προβλέπουν την αναγνώριση του χρόνου προϋπηρεσίας των εργαζομένων, με σύμβαση ορισμένου ή αορίστου χρόνου, σε οποιαδήποτε άλλη ή και στην ίδια αγροτική συνεταιριστική οργάνωση και, συνεπώς, έμμεσα με αυτές αναγνωρίζεται η νομιμότητα της πρόσληψης υπαλλήλων, με σύμβαση είτε ορισμένου είτε αορίστου χρόνου, είναι απορριπέος, ως αβάσιμος, διότι οι σχετικές διατάξεις αφορούν τον τρόπο υπολογισμού των αποδοχών και της αποζημιώσεως των εν λόγω εργαζομένων, χωρίς να καταργούν τις προαναφερόμενες διατάξεις, με τις οποίες καθορίζεται ο χαρακτήρας της εργασιακής σχέσεως του προσωπικού.
Επειδή, περαιτέρω, απορριπτέος είναι και ο υπό στοιχ. Δ', στο άρθρο δε 559 περ. 1 Κ.Πολ.Δικ. στηριζόμενος λόγος της αίτησης, σύμφωνα με τον οποίο το δικαστήριο παρά τον νόμο απέρριψε τον περί καταχρηστικής ασκήσεως της επίδικης καταγγελίας εκ μέρους της εναγομένης-αναιρεσίβλητης αγωγικό ισχυρισμό του, σύμφωνα με τον οποίο, η απόλυσή του έγινε για λόγους εκδικήσεως, κατά τα αναφερόμενα ειδικότερα στην πρώτη αγωγή του, άλλως με ανεπαρκείς αιτιολογίες απέρριψε αυτόν, καθόσον στην πραγματικότητα δεν πρόκειται περί ασκήσεως δικαιώματος εκ μέρους της εναγομένης, με την απόλυση του ενάγοντα, αλλά περί υποχρεώσεώς της, επιβαλλόμενης από το νόμο, να μη δέχεται την παροχή της εργασίας εκ μέρους του ενάγοντα, δοθέντος ότι, όπως αναφέρθηκε, η εν λόγω σύμβασή του ήταν άκυρη, ως αντίθετη στο νόμο. Σε κάθε, πάντως, περίπτωση, δεν αναφέρεται ότι η εναγομένη - εργοδότιδα γνώριζε την ακυρότητα της συμβάσεως.
Συνεπώς, δεν μπορεί να θεμελιωθεί η εκ του άρθρου 281 ΑΚ ένσταση, εν προκειμένω, άσχετα με το εάν η εναγομένη έχει (όπως ισχυρίζεται ο ενάγων) προσλάβει, με τον ίδιο τρόπο και άλλους, που εργάζονται για λογαριασμό της ούτε μπορεί να απαιτηθεί η διατήρηση μιας παράνομης κατάστασης. Απορριπτέος, επίσης, είναι, ως λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 11 Κ.Πολ.Δικ., ότι, σχετικά με τον ως άνω αγωγικό, περί καταχρήσεως ισχυρισμό του, το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα που αυτός επικαλέσθηκε και προσκόμισε, σχετικά με την απόδειξη του περί καταχρηστικής απολύσεώς του ισχυρισμού του αφού δεν προσδιορίζονται τα μη ληφθέντα υπόψη αποδεικτικά μέσα.
Επειδή, τέλος, απορριπτέος, ως αβάσιμος, είναι και ο υπό στοιχ. Ε' εκ του άρθρου δε 559 αριθ. 9 Κ.Πολ.Δικ., λόγος της αιτήσεως, ότι δηλαδή το Εφετείο άφησε αδίκαστο αίτημά του και ειδικότερα αυτό της επιδίκασης των δεδουλευμένων μισθών των μηνών Ιουνίου και Ιουλίου 1993, νομιμοτόκως, καθόσον, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των δικογράφων της υπόθεσης, τέτοια διάταξη δεν έχει περιληφθεί ούτε στην πρωτόδικη απόφαση, ο δε αναιρεσείων δεν επικαλείται ότι υπέβαλε σχετικό αίτημα-παράπονο ενώπιον του Εφετείου (ούτε από το εφετήριο προκύπτει ότι έχει υποβληθεί σχετικός λόγος εφέσεως).
Επειδή, μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, κατά το διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 15 Ιουνίου 2007 αίτηση του Χ για αναίρεση της υπ' αριθμ. 76/2007 οριστικής αποφάσεως του Εφετείου Λαρίσης και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, εξ χιλίων διακοσίων (1200) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Φεβρουαρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 24 Φεβρουαρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ H ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ