Legislator Case Law & Legislation
442/2008 AI generated

442/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 442/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 1 Φεβρουαρίου 2008, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8/9/2003 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων και την από 17/11/2003 αγωγή του 3ου των αναιρεσιβλήτων , που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4836/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 9889/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 25/9/2006 αίτησή τους.

Legislator headnote

AI generated

442/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): ΙΙ.- Από τις διατάξεις των άρθρων 10 του ν. ΓπΝ/1911, 297, 298, 300, 330 και 914 ΑΚ συνάγεται, ότι αναγκαία προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση σε σύγκρουση αυτοκινήτων είναι η υπαιτιότητα του οδηγού που προκάλεσε τη ζημία, καθώς και η ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της πράξης ή παράλειψης του οδηγού αυτού και της σύγκρουσης από την οποία προκλήθηκαν οι ζημίες.

Keywords

AI generated
traffic accident dangerous overtaking rear-end collision excessive speed extreme speeding offence hit-and-run
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 442 / 2008 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 442/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αχιλλέα Νταφούλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (επειδή κωλύεται ο Αντιπρόεδρος Ιωάννης Παπανικολάου), Γεώργιο Πετράκη, Αθανάσιο Πολυζωγόπουλο, Ιωάννη Σίδερη (κωλυομένης της Αρεοπαγίτου Ελένης Μαραμαθά) και Γεωργία Λαλούση, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 1 Φεβρουαρίου 2008, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Χ1 2) Χ2, 3) Χ3 που ενεργούν ως ασκούντες την γονική μέριμνα και για λογαριασμό των ανηλίκων τέκνων τους α) χ3α, β) χ3β γ) χ3γ, δ) χ3δ 4)Χ4 5) Χ5 6) Χ6 7) Χ7 8) Χ8 που ενεργούν ως ασκούντες την γονική μέριμνα και για λογαριασμό του ανηλίκου τέκνου τους χ8α, 9) Χ9 10) Χ10 που ενεργούν ως ασκούντες την γονική μέριμνα και για λογαριασμό του ανηλίκου τέκνου τους χ10α 11) Χ11 12) Χ12 που ενεργούν ως ασκούντες την γονική μέριμνα και για λογαριασμό του ανηλίκων τέκνων τους α) χ12α και β) χ12β, 13) Χ13 14) Χ14, που ενεργούν ως ασκούντες την γονική μέριμνα και για λογαριασμό του ανηλίκου τέκνου τους χ14α . Άπαντες οι αναιρεσείοντες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Μάριο Παυλάκη, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ψ1, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Τσικνα, 2) της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΓΝΑΤΙΑ Α.Α.Ε." της οποίας ανακλήθηκε η άδεια λειτουργίας, για παράβαση νόμου, με την υπ' αριθμόν Κ3-1230/5-2-2007 απόφαση του Υφυπουργού Ανάπτυξης. Ως ειδικός διάδοχος της ανωτέρω (κατ' άρθρο 24 παρ.4 Ν.489/76 και 12α παρ.13 ΝΔ 400/1970), παραστάθηκε το Νομικό Πρόσωπο Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ", το οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Μανουσάκη, 3) Ψ3 ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευάγγελο Παπαλάμπρου, 4) Της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας που εδρεύει στην Αθήνα με την επωνυμία "ΦΟΙΝΙΞ ΜΕΤΡΟΛΑΪΦ ΕΜΠΟΡΙΚΗ Α.Ε.", όπως νόμιμα εκπροσωπείται η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ευάγγελο Παπαλάμπρου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8/9/2003 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων και την από 17/11/2003 αγωγή του 3ου των αναιρεσιβλήτων , που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4836/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 9889/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 25/9/2006 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αχιλλέας Νταφούλης, ανέγνωσε την από 26/9/2007 έκθεση της κωλυομένης να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού Αρεοπαγίτου Ελένης Μαραμαθά, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως. Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων ζήτησαν την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι.- Το νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, με την επωνυμία "Επικουρικό Κεφάλαιο Ασφάλισης Ευθύνης από Ατυχήματα Αυτοκινήτων", ύστερα από σχετική δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου του Γεωργίου Μανουσάκη που καταχωρίστηκε στα πρακτικά, νόμιμα παρίσταται εδώ και συνεχίζει τη δίκη ως ειδικός διάδοχος της ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "Εγνατία ΑΕ", αρχικής διαδίκου, στα δικαιώματα και υποχρεώσεις της οποίας υπεισήλθε, μετά την ανάκληση της άδειας λειτουργίας της τελευταίας για παράβαση νόμου, με την Κ3-1230/5-2-207 απόφαση του Υφυπουργού Ανάπτυξης, γεγονός που δεν αμφισβητείται από τα διάδικα μέρη.

ΙΙ.- Από τις διατάξεις των άρθρων 10 του ν. ΓπΝ/1911, 297, 298, 300, 330 και 914 ΑΚ συνάγεται, ότι αναγκαία προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση σε σύγκρουση αυτοκινήτων είναι η υπαιτιότητα του οδηγού που προκάλεσε τη ζημία, καθώς και η ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της πράξης ή παράλειψης του οδηγού αυτού και της σύγκρουσης από την οποία προκλήθηκαν οι ζημίες.

Τέτοιος σύνδεσμος πρόσφορος για την επέλευση του αποτελέσματος υπάρχει όταν η σχετική πράξη ή παράλειψη του ζημιώσαντος ήταν ικανή, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, να προκάλεσε, τη ζημία. Η ύπαρξη του αιτιώδους συνδέσμου σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση είναι ζήτημα καθαρά πραγματικό και κρίνεται από το δικαστήριο της ουσίας.

Όμως η κρίση για το αν τα πραγματικά περιστατικά που κυριαρχικά διαπίστωσε το δικαστήριο της ουσίας επιτρέπουν το συμπέρασμα ότι ορισμένο γεγονός μπορεί αντικειμενικά να θεωρηθεί ως πρόσφορη αιτία του αποτελέσματος που επήλθε υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο. Ακόμη, η ύπαρξη της υπαιτιότητας ή της συνυπαιτιότητας, καθώς και ο βαθμός πταίσματος των υπαίτιων οδηγών των συγκρουσθέντων αυτοκινήτων, δεν αναιρούνται από μόνο το γεγονός ότι ένας από τους οδηγούς αυτούς παραβίασε τις διατάξεις του ΚΟΚ, αφού μόνη η παραβίαση των διατάξεων αυτού από τους οδηγούς δεν θεμελιώνει αυτή καθαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος.

Αποτελεί απλά στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης παράβασης και του αποτελέσματος που επήλθε. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 932 ΑΚ, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει χρηματική ικανοποίηση, λόγω ψυχικής οδύνης, και στο ανήλικο τέκνο ή εγγόνι, σε περίπτωση θανάτωσης του πατέρα ή παππού τους από αδικοπραξία, εφόσον τούτο είχε την ικανότητα να αντιληφθεί το θάνατο αυτό και δοκίμασε πράγματι ψυχική οδύνη, γεγονός που αποτελεί ζήτημα πραγματικό και εξετάζεται σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, η δε κρίση του δικαστηρίου ως προς αυτό δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔικ).

Υπό το πρίσμα της αποκατάστασης μέλλουσας ψυχικής οδύνης, μπορεί να επιδικαστεί από τώρα χρηματική ικανοποίηση ακόμη και σε βρέφος ημερών για την ψυχική οδύνη που κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων θα υποστεί αργότερα, όταν θα φθάσει σε ηλικία που θα αισθάνεται ψυχικό πόνο από την έλλειψη π.χ. του πατέρα (σχ.

ΑΠ 967/2001). Ο προσδιορισμός του ποσού έχει αφεθεί στην ελεύθερη εκτίμηση του δικαστηρίου και άρα η κρίση του για το ποσό αυτό δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, αφού αυτή σχηματίζεται από την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, ώστε να μπορεί να νοηθεί εσφαλμένη εφαρμογή (ευθεία ή εκ πλαγίου) του νόμου (Ολ.

ΑΠ 9/2005 και ΑΠ 1833/2005, 256/2004). Εξάλλου, ο λόγος αναίρεσης από το εδάφιο 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ για έλλειψη νόμιμης βάσης ιδρύεται όταν από τις αιτιολογίες της απόφασης δεν προκύπτουν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις εκείνα τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν το πραγματικό του κανόνα ουσιαστικού δικαίου ο οποίος εφαρμόστηκε (υπαγωγικός συλλογισμός), ώστε καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής της διάταξης.

Ο λόγος άρα δεν ιδρύεται, όταν οι ελλείψεις αναφέρονται στην αιτιολόγηση απλά του αποδεικτικού πορίσματος, εφόσον αυτό διατυπώνεται με σαφήνεια. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο, ύστερα από αξιολόγηση του όλου αποδεικτικού υλικού (ενόρκων καταθέσεων μαρτύρων, όλων των εγγράφων των διαδίκων και αυτών της ποινικής δικογραφίας, φωτογραφιών και ενόρκων βεβαιώσεων μετά νόμιμη κλήτευση αντιδίκου), δέχθηκε ότι αποδείχτηκαν τα παρακάτω κρίσιμα για την τύχη της αναίρεσης πραγματικά περιστατικά : "Στις 23-5-2003, ώρα 16.30, ο πρώτος εναγόμενος (αναιρεσίβλητος) οδηγώντας το ......

ΙΧΕ αυτοκίνητό του, εργοστασίου ...., τύπου......., ιδιοκτησίας του, ασφαλισμένο για τις από τη λειτουργία του σε τρίτους ζημιές στη δεύτερη εναγόμενη (αναιρεσίβλητη) ασφαλιστική εταιρία "Εγνατία ΑΕ" εκινείτο, στην εθνική οδό..... - ........ με κατεύθυνση προς ......., με επιβαίνοντα σ'αυτό, εκτός άλλων, και το Χ, καθήμενο στο πίσω κάθισμα δεξιά σε σχέση με τον οδηγό του οχήματος.

Κατ' εκείνο το χρόνο ο τρίτος εναγόμενος (αναιρεσίβλητος), οδηγώντας το .......ΔΧΦ, εργοστασίου Volvo, ιδιοκτησίας του, ασφαλισμένο για τις από τη λειτουργία του προξενούμενες ζημιές σε τρίτους στην τέταρτη εναγόμενη ( αναιρεσίβλητη) ασφαλιστική εταιρεία "Φοίνιξ Metrolife Εμπορική ΑΑΕ" εκινείτο στην ίδια οδό, αλλά με αντίθετη κατεύθυνση αυτής του πρώτου εναγομένου, ήτοι προς .....

Η ως άνω οδός είναι διπλής κατευθύνσεως στο 14,05 χιλιόμετρο, αυτή έχει πλάτος οδοστρώματος 9,50 μέτρα, οι αντίθετες λωρίδες κυκλοφορίας (μία ανά κατεύθυνση) διαχωρίζονται με διπλή οριζόντια συνεχή γραμμή, υπάρχει κλειστή στροφή αριστερά και ανηφόρα για την κατεύθυνση προς ..., ενώ υπήρχε κατά τον ως άνω χρόνο φωτισμός ημέρας, υπήρχε πολύ αυξημένη κυκλοφορία προς ...

και αραιή προς ..... Το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας και για τα δύο οχήματα καθορίζονταν με πινακίδες σε 50 χλ/τρα ανά ώρα, ενώ στην πορεία αμφοτέρων των οχημάτων υπήρχαν πινακίδες αναγγελίας κινδύνου για επικίνδυνες στροφές, ήτοι Κ-1α, Κ-1δ, Κ-2α και Κ-2δ. Όταν ο πρώτος εναγόμενος οδηγός πλησίαζε στη 14,05 χιλιομετρική θέση της ως άνω οδού, δεν ρύθμισε την ταχύτητα του οχήματος του με αριθμό κυκλοφορίας .......

παρά την ύπαρξη στην πορεία των προειδοποιητικών πινακίδων για επικίνδυνη αριστερά στροφή προ αυτού και παρά την ολισθηρότητα του οδοστρώματος λόγω προκληθείσας βροχής, με αποτέλεσμα να απωλέσει τον έλεγχο του οχήματός του, να παραβιάσει τη συνεχόμενη διπλή διαχωριστική γραμμή του οδοστρώματος και να εισέλθει αιφνίδια στο αντίθετο της κατεύθυνσής του ρεύμα κυκλοφορίας της οδού, ήτοι αυτού προς ...., όπου εκινείτο κανονικά το ......

ΔΧΦ φορτηγό που οδηγούσε ο τρίτος εναγόμενος, στην πορεία του οποίου παρενεβλήθη με συνέπεια να επιπέσει με το εμπρόσθιο τμήμα του στην αριστερή εμπρόσθια γωνία του φορτηγού και στη συνέχεια αφού περιεστράφη περί τον άξονά του η δεξιά του πλευρά επέπεσε με σφοδρότητα στην αριστερή εμπρόσθια πλευρό του φορτηγού, με αποτέλεσμα να τραυματισθούν όλοι οι επιβαίνοντες σ' αυτό, εκ των οποίων ο Χ θανάσιμα και να υποστούν υλικές ζημιές τα ως άνω οχήματα.

Με βάση τα πιο πάνω πραγματικά περιστατικά, αποκλειστικά υπαίτιος του ένδικου ατυχήματος είναι ο πρώτος εναγόμενος Ψ1, οδηγός του ........ IX επιβατηγού αυτοκινήτου, ο οποίος από αμέλεια του, δηλαδή έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλε από τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει ως μέσος συνετός οδηγός, που βρίσκεται κάτω από ανάλογες συνθήκες, δεν πρόβλεψε το αποτέλεσμα που προσήλθε από την πράξη του και ο οποίος οδηγούσε το ως άνω αυτοκίνητο του χωρίς σύνεση και προσοχή και χωρίς να ασκεί τον επιβαλλόμενο έλεγχο επ' αυτού, δεν ρύθμισε την ταχύτητα του οχήματός του ενόψει της προ αυτού αριστερής στροφής και της ολισθηρότητας του οδοστρώματος γι' αυτό απώλεσε τον έλεγχο του οχήματός του, εισήλθε αιφνίδια στο αντίθετο της κατεύθυνσης του ρεύμα κυκλοφορίας της οδού καταλαμβάνοντας περί τα 2,50 μέτρα εντός του ρεύματος αυτού, ήτοι αυτού προς Θήβα, παραβιάζοντας τη συνεχόμενη διπλή διαχωριστική γραμμή με συνέπεια να συγκρουσθεί κατά τα προαναφερόμενα με το κανονικά κινούμενο φορτηγό που οδηγούσε ο τρίτος εναγόμενος.

Το γεγονός ότι η σύγκρουση έλαβε χώρα εντός του προς Θήβα ρεύματος κυκλοφορίας της οδού, εκτός των άλλων στοιχείων, επιβεβαιώνεται από την προανακριτική απολογία του ως άνω εναγομένου οδηγού Ψ1, ο οποίος καταθέτει ότι "ακριβώς στη στροφή..... ξαφνικά αισθάνθηκα το αυτοκίνητο μου να γλυστράει και να βγαίνει από το ρεύμα κυκλοφορίας του, φρενάρισα αλλά δεν υπάκουε, εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα πορείας και συγκρούστηκα μετωπικά με το φορτηγό".

Ο τρίτος εναγόμενος, οδηγός του φορτηγού, έβαινε κανονικά στην οδό, κινούμενος προς το δεξιό άκρο του οδοστρώματος, με ταχύτητα περί τα 61 χλμ/ώρα αντί της επιτρεπόμενης στο σημείο αυτό της οδού των 50 όμως λόγω της αιφνίδιας εισόδου του ως άνω αυτοκινήτου του πρώτου εναγομένου δεν μπόρεσε να το αποφύγει παρά το φρενάρισμα και τον προς τα δεξιά ελιγμό.

Το γεγονός ότι ο ως άνω οδηγός εκινείτο στο άκρο δεξιό της οδού προκύπτει από το ότι η σύγκρουση έγινε προς το κέντρο σχεδόν του ρεύματος κυκλοφορίας του, ενώ ακόμη το γεγονός ότι αυτός έβαινε με μεγαλύτερη ταχύτητα της επιτρεπομένης δεν συνέβαλε στο ένδικο ατύχημα και στις εντεύθεν συνέπειες του, καθόσον και αν ακόμη αυτός έβαινε με 50 και πάλι δεν θα μπορούσε να αποφύγει τη σύγκρουση λόγω της απρόβλεπτης και αιφνίδιας εισόδου του αυτοκινήτου του πρώτου εναγομένου στο δικό του ρεύμα κυκλοφορίας.

Άλλωστε, για την πράξη της ανθρωποκτονίας από αμέλεια σε βάρος του ως άνω Χ παραπέμφθηκε να δικαστεί ως υπαίτιος ο πρώτος εναγόμενος ενώπιον του ακροατηρίου του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών με το 1776/2004 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημ/κών Αθηνών, ενώ το ίδιο βούλευμα αποφαίνεται να μη γίνει κατηγορία για την πράξη αυτή σε βάρος του τρίτου εναγομένου.

Κατ' ακολουθίαν των ως άνω γενόμενων δεκτών αποκλειστικά υπαίτιος της ένδικης σύγκρουσης και των εντεύθεν συνεπειών της είναι ο πρώτος εναγόμενος Ψ1 ενώ ουδεμία υπαιτιότητα βαρύνει τον τρίτο εναγόμενο Ψ3. Ως εκ τούτου, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που με την εκκαλούμενη απόφαση του έκρινε ότι σ' αυτό συνέβαλε και η αμελής συμπεριφορά του τελευταίου κατά 30% έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων.

Πρέπει, επομένως, να γίνει δεκτός ως βάσιμος κατ' ουσίαν ο σχετικός με τις συνθήκες του ατυχήματος λόγος έφεσης των Ψ3 και της ασφαλιστικής εταιρείας "Φοίνιξ Metrolife AE" και αφού εξαφανισθεί στο σημείο αυτό ως προς αυτούς η εκκαλούμενη απόφαση, να κρατηθεί η υπόθεση στο δικαστήριο τούτο και να ερευνηθούν οι υπό κρίση από 8-9-2003 (των αναιρεσειόντων) και από 17-11-2003 (τουΨ3) αγωγές.

Και σύμφωνα με τα προαναφερόμενα η πρώτη ως άνω αγωγή πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη ως προς τον πρώτο εναγόμενο Ψ3 και την τρίτη εναγόμενη ασφαλιστική του εταιρεία "Φοίνιξ Metrolife". Στη συνέχεια, οι λόγοι έφεσης των εκ των εκκαλούντων ασφαλιστικής εταιρείας "Εγνατία ΑΕ" καθώς και του Ψ1, με τους οποίους η πρώτη αναφέρει ισχυρισμό για συνυπαιτιότητα τουΨ3 ποσοστού 95% και ο δεύτερος 50% στην επέλευση του ως άνω ατυχήματος, είναι αβάσιμοι κατ' ουσίαν και πρέπει να απορριφθούν.

Κατά το ατύχημα ο Χ υπέστη κρανιοεγκεφαλικές κακώσεις, καθολικά συντριπτικά κατάγματα θόλου κρανίου συνεπεία των οποίων κατέληξε μεταφερόμενος στο Θριάσειο Νοσοκομείο. 'Ηταν ηλικίας 63 ετών, ελαιοχρωματιστής, κατέλιπε ως πλησιέστερους συγγενείς του την πρώτη ενάγουσα σύζυγό του, που γεννήθηκε το έτος 1947, τα τέκνα του χ2, χ4, χ7, χ9, χ11 και χ14 που απέκτησε από το γάμο του με την πρώτη ενάγουσα και τα εγγόνια του χ3α που γεννήθηκε το έτος 1987, χ3β που γεννήθηκε το έτος 1989, τη χ3γ που γεννήθηκε το έτος 2000, το χ3δ που γεννήθηκε το 2001, τον χ5 και χ6 που γεννήθηκαν αντίστοιχα το 1982 και 1983, τον χ8α που γεννήθηκε το 1989, το χ10α που γεννήθηκε το 2003, το χ12α κα, χ12β που γεννήθηκαν το 1994 και 1996 αντίστοιχα και τον χ14α που γεννήθηκε το 2000.

Οι ενάγοντες, σύζυγος, τέκνα και οι εκ των εγγονών του ως άνω αποβιώσαντος χ3α, χ3β, χ5 και χ6, χ8α, χ12α και χ12β, με τους οποίους τον συνέδεαν αισθήματα αγάπης, στοργής και αλληλεγγύης, υπέστησαν από τον αιφνίδιο θάνατο του ψυχικό άλγος. Λαμβάνοντας δε υπόψη τις συνθήκες κάτω από τις οποίες έλαβε χώρα το ένδικο τροχαίο ατύχημα, οι οποίες περιγράφονται πιο πάνω, την αποκλειστική υπαιτιότητα του εναγόμενου υπαίτιου οδηγού στο θανάσιμο τραυματισμό του, την ηλικία αυτού, το βαθμό συγγένειας κάθε ενάγοντος μ' αυτόν, τον ψυχικό δεσμό και τα αισθήματα αγάπης, στοργής και αλληλεγγύης που τους συνέδεαν και την κοινωνική και οικονομική κατάσταση των διαδίκων μερών φυσικών προσώπων, το δικαστήριο κρίνει ότι πρέπει να επιδικασθεί στην ενάγουσα σύζυγο του θανόντος ποσό 75.000 ευρώ, σε καθένα από τα τέκνα του ποσό 20.000 ευρώ και σε καθένα από τα ως άνω αναφερόμενα εγγόνια του ποσό 3.000 ευρώ.

Όσον αφορά τα ανήλικα εγγόνια του θανόντος χ3γ, χ3δ, χ10α και χ14α, τα οποία κατά το χρόνο του θανάτου του ήταν νήπια, ήτοι δεν είχαν συμπληρώσει κανένα από τα πιο πάνω το τρίτο έτος της ηλικίας τους, δεν δοκίμασαν ψυχική οδύνη από το θάνατο αυτού, διότι λόγω της ηλικίας τους δεν είχαν ακόμη σχηματίσει ώριμη ηθική και πνευματική προσωπικότητα.

Ούτε, άλλωστε, αυτοί κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων θα υποστούν αργότερα ψυχική οδύνη όταν θα φθάσουν σε ηλικία που θα αισθάνονταν ψυχικό πόνο από την έλλειψη του παππού των. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που έκρινε διαφορετικά και επιδίκασε χρηματικά ποσά στα ως άνω ανήλικα -νήπια εγγόνια του θανόντος ως χρηματική τους ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, καθώς και στους λοιπούς ενάγοντες μεγαλύτερα ποσά των ως άνω προαναφερομένων μικρότερων ποσών έσφαλε.

Γι' αυτό και πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτός κατ ουσίαν ο σχετικός με το κεφάλαιο αυτό λόγος έφεσης των εκκαλούντων εναγομένων Ψ1 και ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "Εγνατία ΑΕ". Με τις αιτιολογίες αυτές δέχτηκε εν μέρει τις συνεκδικασθείσες από 17-1-2005, 3-1-2005 και 24-1-2005 εφέσεις, εξαφάνισε κατά ένα μέρος την εκκληθείσα 4836/2004 απόφαση του μονομελούς πρωτοδικείου Αθηνών και κατόπιν δίκασε την από 8-9-2003 αγωγή των αναιρεσειόντων, την οποία και απέρριψε, ως προς τους εναγομένους Ψ3 και ασφαλιστική εταιρεία "Φοίνιξ Metrolife Εμπ.ΑΕ", καθώς και ως προς τους ενάγοντες (εγγόνια - νήπια του θανόντος) χ3γ, χ3δ, χ10α και χ14α.

Την ίδια από 8-9-2003 αγωγή δέχτηκε εν μέρει ως προς τους λοιπούς ενάγοντες (αναιρεσείοντες) και υποχρέωσε τους πρώτο και δεύτερη εναγόμενους (αναιρεσίβλητους), καθένα σε ολόκληρο, να καταβάλουν τα αναφερόμενα στο διατακτικό της προσβαλλομένης χρηματικά ποσά, ως χρηματική ικανοποίηση από ψυχική οδύνη που υπέστησαν.

Τέλος έκανε δεκτή εν μέρει και την από 17-11-2003 αγωγή του Ψ3 και υποχρέωσε τους σ' αυτή εναγομένους, καθένα σε ολόκληρο, να καταβάλουν στον ενάγοντα τα αναφερόμενα επίσης στο διατακτικό της αναιρεσιβαλλομένης χρηματικά ποσά. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες στα κρίσιμα ως άνω ζητήματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ανάμεσα σα οποία και αυτό της υπαιτιότητας των παραπάνω οδηγών των συγκρουσθέντων οχημάτων, σε σχέση με την κίνηση και τη θέση τους κατά το χρόνο της σύγκρουσης, καθώς και με τα σημεία της σύγκρουσης.

Ορθά υπήγαγε τα δεκτά γενόμενα απ' αυτό πραγματικά περιστατικά στις έννοιες της αιτιώδους συνάφειας και της αμέλειας. Δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση. Ούτε δέχτηκε παρά το νόμο πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Αντίθετα στήριξε την κρίση του στα μνημονευόμενα ως άνω αποδεικτικά μέσα, δηλαδή στις ένορκες καταθέσεις μαρτύρων, ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων μετά νομότυπη κλήτευση αντιδίκων και σε όλα τα έγγραφα που προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι (μεταξύ των οποίων φωτογραφίες και έγγραφα ποινικής δικογραφίας που σχημάτισε για το ατύχημα αυτό).

Δεν παραβίασε τις πιο πάνω διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, ούτε τα διδάγματα της κοινής πείρας που αφορούν την ερμηνεία των κανόνων αυτών του δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς. 'Ελαβε υπόψη τους προσδιοριστικούς παράγοντες (συνθήκες ατυχήματος ηλικία θανόντος, βαθμό συγγένειας και αγάπης των εναγόντων, αποκλειστική υπαιτιότητα του πρώτου αναιρεσιβλήτου στην πρόκληση του ατυχήματος και στην οικονομική κατάσταση εν γένει των διαδίκων φυσικών προσώπων) για την επιδίκαση των ως άνω χρηματικών ποσών στους ενάγοντες λόγω ψυχικής οδύνης.

Οι αιτιολογίες αυτές επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή όχι εφαρμογή των διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκαν. 'Ετσι δεν υπέπεσε στις αποδιδόμενες πλημμέλειες από τα εδάφια 1, 10 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, οι δε αντίθετες αιτιάσεις του πρώτου λόγου αναίρεσης, πέραν της αοριστίας τους για μη αναφορά με σαφήνεια και πληρότητα όλων των αναγκαίων στοιχείων στο αναιρετήριο για τη θεμελίωσή τους (δεν εξειδικεύονται τα νομικά σφάλματα, ούτε προσδιορίζονται οι ασάφειες και οι αντιφάσεις σε σχέση με τους ισχυρισμούς, δεν αναφέρονται οι παραβιασθείσες διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου καθώς και τα συγκεκριμένα διδάγματα της κοινής πείρας που παραβιάστηκαν, ούτε η έννομη συνέπεια, που με βάση τις πραγματικές διαπιστώσεις της προσβαλλομένης διαγνώστηκε -σχ.

Ολ. ΑΠ 18/2005, 28/ 1998 και 32/1996), πρέπει να απορριφθούν σε κάθε περίπτωση ως αβάσιμες. Επίσης, η αιτίαση του ίδιου λόγου αναίρεσης από το εδάφιο 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, είναι απορριπτέα προεχόντως ως αόριστη διότι παρατίθεται εδώ μόνο η διάταξη που προβλέπει την αποδιδόμενη πλημμέλεια, σε κάθε δε περίπτωση ως απαράδεκτη, διότι δεν ιδρύεται ο λόγος στην ειδική διαδικασία των άρθρων 666, 667 και 670 έως 676 ΚΠολΔικ, που δικάζονται οι διαφορές για ζημίες από αυτοκίνητο, όπου το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου και κρίνει ελεύθερα κατά τον κανόνα του άρθρου 340 ΚΠολΔικ (ΑΠ 2121/2007).

Ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται στην αναιρεσιβαλλομένη η πλημμέλεια από το εδάφιο 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, για παραβίαση του άρθρου 932 ΑΚ, λόγω απόρριψης στην ουσία του αιτήματος για επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης από ψυχική οδύνη στα ανήλικα εγγόνια που ήταν νήπια (μη συμπληρώσαντα το τρίτο έτος της ηλικίας τους) κατά ο χρόνο θανάτου του παππού τους, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν.

Τέλος και ο τρίτος -τελευταίος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται ότι το Εφετείο παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 932 ΑΚ και 25 παρ. 1 του Συντάγματος και υπέπεσε στην πλημμέλεια από το εδάφιο 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, γιατί "μείωσε υπερμέτρως και ασυνήθως, σε σχέση με τα επιδικαζόμενα σε παρόμοιες περιπτώσεις, τα ποσά χρηματικής ικανοποίησης καθενός των συζύγου, τέκνων και εγγονών του αναίτια θανόντος συζύγου, πατρός και παππού επιδικάζοντας αποζημίωση ευρώ 75.000 στη σύζυγο, 20.000 σε κάθε τέκνο του θύματος και 3.000 σε κάθε εγγονό του", είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος και σε κάθε περίπτωση ως αβάσιμος.

Αυτό διότι α) ο προσδιορισμός του ύψους της οφειλόμενης χρηματικής ικανοποίησης συνιστά κρίση πραγμάτων, η οποία εκφέρεται ελεύθερα από το δικαστή και ως τέτοια δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (Ολ. ΑΠ 9/2005), β) η αρχή της αναλογικότητας οριοθετεί τον περιοριστικό του δικαιώματος νόμο, άρα πρέπει να τηρείται από το νομοθέτη, οι δικαστές μπορούν και οφείλουν να ελέγξουν απλά αν η αρχή αυτή τηρήθηκε και σε αρνητική περίπτωση να αρνηθούν την εφαρμογή του νόμου που ενέχει δυσανάλογο περιορισμό του ατομικού δικαιώματος, δηλαδή η αρχή αυτή δεν εφαρμόζεται απ' ευθείας από τα δικαστήρια, παρά μόνο για τον έλεγχο της συνταγματικότητας νόμων που περιορίζουν δικαιώματα των ανθρώπων (ΑΠ 769, 762/2007, 1644 και 1670/2006) και γ) σε κάθε περίπτωση, στην παρούσα υπόθεση που εξετάζεται, με βάση τις παραπάνω σχετικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, το ποσό που επιδικάστηκε σε καθένα από τους αναιρεσείοντες δεν είναι υπερμέτρως χαμηλό και ασήμαντο για την εκπλήρωση του σκοπού της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης, ούτε διαπιστώθηκε εδώ υπέρβαση των ακραίων ορίων της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου της ουσίας, προϋπόθεση που δεν την επικαλούνται ούτε οι αναιρεσείοντες, γιατί πράγματι δεν συνέτρεξε (ΑΠ 776/2007 και 1670/2006).

Τέλος, όλοι οι λόγοι αναίρεσης, κατά το μέρος που πλήττουν με πρόσχημα την απλή επίκληση αναιρετικών πλημμελειών, την αναιρετικά ανέλεγκτη από το δικαστήριο ουσιαστική εκτίμηση, ανάλωση, στάθμιση και αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔικ).-

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

-

Απορρίπτει την από 25-9-2006 αίτηση των Χ1 κ.λ.π., για αναίρεση της 9889/2005 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και

-

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, που ορίζει, σε ευρώ χίλια οκτακόσια (1.800) για καθένα από τους δύο πρώτους αναιρεσίβλητους και σε ευρώ χίλια οκτακόσια (1.800) συνολικά για τους τρίτο και τέταρτη αναιρεσίβλητους.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 27 Φεβρουαρίου 2008. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Μαρτίου 2008.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ