441/2024 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΜε την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθμό 2022/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, που απέρριψε την έφεση των αναιρεσειόντων και τους πρόσθετους λόγους αυτής κατά της πρωτόδικης αποφάσεως, η οποία είχε απορρίψει την αγωγή τους κατά των αναιρεσιβλήτων, με την οποία ζητούσαν να αναγνωρισθεί η υποχρέωση των τελευταίων να τους καταβάλουν εις ολόκληρο το ποσό των 243.000 ευρώ, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής, λόγω κατάπτωσης της συνομολογηθείσας ποινικής ρήτρας. Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 αρθμ.3 ΚΠολΔ).
Legislator headnote
AI generated441/2024 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Με τον λόγο αυτόν ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 27/1998).
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 441 / 2024 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 441/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασημίνα Υφαντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Ευτύχιο Νικόπουλο και Βαρβάρα Πάπαρη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 18 Σεπτεμβρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Κ. Κ. του Θ., κατοίκου Ω. Θ., 2) Α. Κ. του Θ., κατοίκου Θεσσαλονίκης, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Πρωτοπαππά με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ομόρρυθμης Εταιρείας με την επωνυμία "Σ. Μ. - Π. Α. Ο. Ε." και τον διακριτικό τίτλο "B. P.", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Ε. Μ. του Δ., 3) Π. Α. του Χ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Αϊδηνίδη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30/12/2016 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 8370/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και οι 149/2020 μη οριστική και 2022/2021 οριστική του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 7/2/2022 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθμό 2022/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, που απέρριψε την έφεση των αναιρεσειόντων και τους πρόσθετους λόγους αυτής κατά της πρωτόδικης αποφάσεως, η οποία είχε απορρίψει την αγωγή τους κατά των αναιρεσιβλήτων, με την οποία ζητούσαν να αναγνωρισθεί η υποχρέωση των τελευταίων να τους καταβάλουν εις ολόκληρο το ποσό των 243.000 ευρώ, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής, λόγω κατάπτωσης της συνομολογηθείσας ποινικής ρήτρας. Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 αρθμ.3 ΚΠολΔ).
2. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρ. 681 και 694 του ΑΚ προκύπτει ότι με τη σύμβαση έργου ο ένας συμβαλλόμενος, που καλείται εργολάβος, αναλαμβάνει την υποχρέωση να εκτελέσει το έργο και ο αντισυμβαλλόμενος, που καλείται εργοδότης, να καταβάλει τη συμφωνημένη αμοιβή με την παράδοση του έργου δηλαδή ο εργολάβος, κατ' εξαίρεση όσων με τις γενικές διατάξεις ορίζονται για τις αμφοτεροβαρείς συμβάσεις, υποχρεούται σε προεκπλήρωση της κύριας παροχής του, εκτός αν συμφωνήθηκε διαφορετικά, όπως συμβαίνει όταν ορίσθηκε τμηματική παράδοση του έργου με αντίστοιχη τμηματική καταβολή της οφειλόμενης αμοιβής, αφού η υποχρέωση της προεκπλήρωσης αποτελεί ρύθμιση ενδοτικού δικαίου.
Ως έργο νοείται κάθε τελικό αποτέλεσμα της εργασίας και δραστηριότητας του εργολάβου στο οποίο απέβλεψαν τα μέρη της σύμβασης, ενώ ως παράδοση του έργου νοείται η εκπλήρωση της κύριας υποχρέωσης του εργολάβου, που συνίσταται στην εκτέλεση του έργου και στην προσπόρισή του στον εργοδότη, δηλαδή η περιέλευση του έργου στη σφαίρα εξουσίασης του εργοδότη, με την προϋπόθεση ότι το έργο είναι αυτό που συμφωνήθηκε και όχι εντελώς διαφορετικό, διότι τότε δεν θεωρείται ότι ο εργολάβος προεκπλήρωσε την παροχή του, ώστε να δικαιούται κατά το άρθρ. 694 του ΑΚ τη συμφωνημένη αμοιβή του.
Αντίθετα, η παράδοση έργου με ελλείψεις, είτε πρόκειται για έλλειψη συνομολογημένων ιδιοτήτων είτε για ουσιώδη ή επουσιώδη ελαττώματα του έργου, δεν απαλλάσσει τον εργοδότη από την υποχρέωση καταβολής της αμοιβής, ακόμη και αν πρόκειται για έργο άχρηστο, ούτε μπορεί ο εργοδότης να αποποιηθεί το προσφερόμενο σ` αυτόν ελαττωματικό έργο, ώστε να αποφύγει έτσι την καταβολή αμοιβής, αλλά έχει μόνον τα προβλεπόμενα στα άρθρ. 688-690 του ΑΚ δικαιώματα, εκτός βέβαια διαφορετικής και πάλι συμφωνίας τους (ΑΠ 139/2021, ΑΠ 286/2020, ΑΠ 1142/2019).
Σύμβαση έργου υπάρχει και στην περίπτωση κατά την οποία συμφωνείται μεταξύ οικοπεδούχου και τρίτου, όπως ο τελευταίος ανεγείρει επί του οικοπέδου του οικοδομή, η οποία θα διέπεται από τις περί οριζοντίου ιδιοκτησίας διατάξεις, οπότε η μεν βασική παροχή του εργολάβου συνίσταται στην κατασκευή της οικοδομής, του δε οικοπεδούχου - εργοδότη στην υποχρέωση που αναλαμβάνει να μεταβιβάσει, ως αμοιβή, στον εργολάβο ή στα πρόσωπα που αυτός θα του υποδείξει, ορισμένα ποσοστά εξ αδιαιρέτου επί του οικοπέδου, με τις οριζόντιες ιδιοκτησίες που αντιστοιχούν σ` αυτά, παραμένοντας κύριος των υπολοίπων ποσοστών εξ αδιαιρέτου του οικοπέδου, μετά των αντίστοιχων οριζόντιων ιδιοκτησιών (ΑΠ 1142/2019, ΑΠ 1623/2014, ΑΠ 352/2011).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006).
Με τον λόγο αυτόν ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 27/1998).
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στον νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.
Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε τον νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε τον νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 8/2018, ΟλΑΠ 7/2006).
Όπως ήδη εκτέθηκε, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 εδ. α' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και εάν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Οι γενικοί ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ εφαρμόζονται, όταν το δικαστήριο της ουσίας διαπιστώνει ότι υφίσταται κενό στην σύμβαση ή ότι γεννιέται αμφιβολία για την έννοια των δηλώσεων βουλήσεως.
Μέσα από την εφαρμογή των διατάξεων αυτών θα ανευρεθεί και θα κατανοηθεί το πραγματικό περιεχόμενο μιας δικαιοπραξίας κατά τρόπο ώστε τούτο να ανταποκρίνεται στην πραγματική θέληση των δικαιοπρακτούντων (ΑΠ 1324/2018). Ειδικότερα, παράβαση των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών, που περιέχονται στα άρθρ. 173 και 200 του ΑΚ, υφίσταται, όταν το δικαστήριο της ουσίας είτε προσέφυγε στους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες προς συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, μολονότι δέχθηκε, ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας (ΑΠ 426/2010, ΑΠ 355/2007, ΑΠ 1365/2005), κατά την ανέλεγκτη, προς αυτό, κρίση του (ΑΠ 1749/2005), είτε παρέλειψε να προσφύγει στους ίδιους ερμηνευτικούς καvόvες, καίτοι ανέλεγκτα, επίσης, διαπίστωσε, έστω και έμμεσα, την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στις δηλώσεις βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων, οι οποίες έχρηζαν έτσι κατάλληλης συμπλήρωσης ή ερμηνείας με εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ (ΑΠ 1503/2005, ΑΠ 185/2004, ΑΠ 416/1993), είτε προέβη σε κακή εφαρμογή τους, με την έννοια ότι το ερμηνευτικό πόρισμα στο οποίο, μετά από ερμηνεία της δικαιοπραξίας, κατέληξε (το δικαστήριο), δεν είναι σύμφωνο με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη (Ολ ΑΠ 26/2004, ΑΠ 431/2022, ΑΠ 746/2011, ΑΠ 2099/2009, ΑΠ 1183/2007).Επομένως, δεν παραβιάζονται οι ως άνω κανόνες, όταν το δικαστήριο της ουσίας διαπιστώνει στην απόφασή του, ότι η ελεγχόμενη δήλωση βουλήσεως είναι σαφής, χωρίς κενά (ΑΠ 1059/2018, ΑΠ 1164/2015, ΑΠ 115/2013).
Προσφυγή πάντως στις διατάξεις αυτές υπάρχει, έστω και αν αυτές δεν κατονομάζονται ρητά στην απόφαση, εφόσον, από το περιεχόμενο της απόφασης προκύπτει ότι το δικαστήριο, αναζητώντας την αληθινή βούληση των συμβαλλομένων, προσέφυγε τελικά στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρ. 173 και 200 ΑΚ (ΑΠ 355/2004). Η διαπίστωση, εξάλλου, από το δικαστήριο της ουσίας κενού ή ασάφειας στη δικαιοπραξία δεν είναι αναγκαίο να αναφέρεται ρητά στην απόφασή του, αλλά αρκεί να προκύπτει και έμμεσα απ' αυτή, όπως συμβαίνει όταν, παρά την έλλειψη σχετικής διαπίστωσης στην απόφαση, το δικαστήριο της ουσίας προέβη σε συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, γεγονός που αποκαλύπτει ακριβώς ότι το δικαστήριο αντιμετώπισε κενό ή ασάφεια στις δηλώσεις βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων, που το ανάγκασαν να καταφύγει στη συμπλήρωση ή ανάλογα στην ερμηνεία τους (ΑΠ 215/2005).Ιδίως αυτό συμβαίνει όταν το δικαστήριο προβαίνει στο συσχετισμό των όρων της σύμβασης, στη λήψη στοιχείων εκτός της σύμβασης ή αντλεί επιχειρήματα από τον σκοπό της (ΑΠ 37/2021, ΑΠ 84/2020, AΠ 1227/2018, ΑΠ 1258/2004).
Οι ίδιοι κανόνες παραβιάζονται όμως και εκ πλαγίου στην περίπτωση που δεν εκτίθενται στην απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας με σαφήνεια και πληρότητα όλα τα πραγματικά περιστατικά που διαπιστώθηκαν για τους σκοπούς της ερμηνείας ή της συμπλήρωσης της δικαιοπραξίας (ΟλΑΠ 26/2004, ΑΠ 386/2004) και ιδίως η διατύπωση της δήλωσης βουλήσεως (ΑΠ 838/2005, ΑΠ 597/2005, ΑΠ 416/1993) ή όταν στην απόφαση δεν διευκρινίζεται και ούτε προκύπτει αν υπήρχε ή όχι κενό ή ασάφεια στη δικαιοπραξία και επομένως ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας της, την οποία ωστόσο το δικαστήριο πραγματοποίησε ή αναλόγως παρέλειψε να πραγματοποιήσει (ΑΠ 426/2010, ΑΠ 1365/2005), οπότε η απόφαση του στερείται νόμιμης βάσης και υπόκειται στο λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 19 του αρθρ. 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 1093/ 2011, ΑΠ 683/2010).
Κατά την έννοια του λόγου αυτού η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται συνεπώς εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 1/1999, 26/2004).
Για τη διαμόρφωση της σχετικής κρίσεως το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη, πλην άλλων, τα συμφέροντα των μερών και ιδίως εκείνου, την ιδιαίτερη προστασία επιδιώκει ο ερμηνευόμενος όρος (ΑΠ 737/2000 ΑΠ 337/2000), το δικαιοπρακτικό σκοπό, τις συνήθειες και τις άλλες συνθήκες, υπό τις οποίες έγιναν οι δηλώσεις βούλησης, τη φύση της σύμβασης, τις διαπραγματεύσεις και την προηγούμενη συμπεριφορά των μερών.
Το δικαστήριο, όταν ερμηνεύει κατά τα άνω τη δήλωση βουλήσεως α) δεν είναι ανάγκη να αναλύσει και να εξειδικεύσει τις αρχές αυτές, β) δεν δεσμεύεται από τους ισχυρισμούς των διαδίκων (ΑΠ 211/2011) και γ) δεν είναι υποχρεωμένο να αρκεστεί μόνο στο περιεχόμενο της συμβάσεως (ΑΠ 1360/2017, ΑΠ 934/2014). 3. Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε, ως προς τον ερευνώμενο αναιρετικό λόγο, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:"Με το 13762/20-3-2008 "προσύμφωνο μεταβίβασης ποσοστών εξ αδιαιρέτου αγροτεμαχίου και ολόκληρου αγροτεμαχίου μετά δικαιώματος ανοικοδομήσεως κατά τις διατάξεις του ν. 3741/1929 και των άρθρων 1002 και 1117 ΑΚ και προσύμφωνο διανομής και σύμβαση εργολαβίας" της συμβολαιογράφου...., όπως διορθώθηκε και συμπληρώθηκε με την 14924/24-2-2009 πράξη της ίδιας συμβολαιογράφου, η πρώτη εναγόμενη ομόρρυθμη εταιρία (ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη), εργολάβος οικοδομικών έργων, εκπροσωπούμενη από τους δεύτερο και τρίτο εναγόμενους (ήδη δεύτερο και τρίτο των αναιρεσιβλήτων), συμφώνησε με τους ενάγοντες(ήδη αναιρεσείοντες), συγκύριους δύο αγροτεμαχίων στη Ν, Φώκαια του Δήμου Κασσάνδρας Χαλκιδικής, του (α) με αριθμό 237β', εμβαδού 5.855 τ.μ.
στο οποίο ήταν συγκύριος κατά 98/100 ο πρώτος και κατά 2/100 η δεύτερη και του (β) με αριθμό 273α, εμβαδού 4.100 τ.μ. στο οποίο ήταν συγκύριος κατά 95/100 ο πρώτος και κατά 5/100 η δεύτερη, να ανεγείρει με δικά της έξοδα στο πρώτο αγροτεμάχιο, τέσσερις κατοικίες, εκ των οποίων τις κατοικίες με στοιχεία Α και Β για τον πρώτο ενάγοντα, την κατοικία υπό στοιχείο Γ για τον πρώτο ενάγοντα κατά ποσοστό 89, 85/100 και για την δεύτερη ενάγουσα κατά ποσοστό 10, 15/100 εξ αδιαιρέτου, ενώ την κατοικία με στοιχείο Δ και το αγροτεμάχιο (β) θα ελάμβανε η εναγόμενη ως εργολαβικό αντάλλαγμα.
Με την παραπάνω σύμβαση συμφωνήθηκε επίσης, ότι (α) οι ενάγοντες οικοπεδούχοι αναλαμβάνουν την υποχρέωση κατά τον χρόνο υπογραφής των οριστικών συμβολαίων προς μεταβίβαση της αντιπαροχής της εργολάβου, να προσκομίζουν αποδεικτικά φορολογικής ενημερότητας για χρέη στο δημόσιο και αποδεικτικά φορολογικής ενημερότητας (όρος 11) και β) ο ΦΠΑ που θα αντιστοιχεί στους χώρους των οικοπεδούχων θα βαρύνει τους οικοπεδούχους και θα καταβληθεί κατά την παράδοση της αντιπαροχής τους (όρος 6).Σύμφωνα με τον όρο 8 η εργολάβος εναγόμενη εταιρία ανέλαβε να παραδώσει τις κατοικίες των εναγόντων πλήρως αποπερατωμένες και έτοιμες για χρήση εντός 24 μηνών από την έκδοση της οικοδομικής άδειας, ενώ αναφορικά με την παράδοση των χώρων της αντιπαροχής των εναγόντων, συνομολογήθηκε ότι θα γινόταν με πρωτόκολλο παράδοσης και παραλαβής, ενώ ρητά προβλέφθηκε και ότι ως παράδοση της αντιπαροχής τους, έστω και αν δεν θα είχε υπογράφει σχετικό πρωτόκολλο παράδοσης και παραλαβής, θα θεωρούταν και η ιδιοκατοίκηση από αυτούς της κατοικίας της αντιπαροχής τους, ή η εκμίσθωση αυτής σε τρίτους, ή η παραχώρηση, με οιοδήποτε τρόπο, της χρήσης τους σε τρίτους, υπό τον όρο ότι οι οικοπεδούχοι δεν θα έχουν ειδοποιήσει εγγράφως την εργολάβο εταιρία για υφιστάμενες ελλείψεις ή ελαττώματα (βλ.
όρο 15, α' σελ. 20ου φύλλου "εργολαβικού"). Η εναγόμενη προς εκπλήρωση της υποχρέωσης που ανέλαβε από την ανωτέρω εργολαβική σύμβαση, εξέδωσε από την αρμόδια πολεοδομία Νέων Μουδανιών Χαλκιδικής τις με αριθμό …..οικοδομικές άδειες, και στην συνέχεια, όφειλε να παραδώσει τα κατοικίες, που συνιστούν την αντιπαροχή των εναγομένων μέχρι την 22-12-2010, δηλαδή 24 μήνες, από 12-12-2008.
Η εναγόμενη, όπως η ίδια συνομολογεί δεν είχε ολοκληρώσει εμπροθέσμως και προσηκόντως το έργο κατά τον συμφωνημένο χρόνο παράδοσης και αιτήθηκε παράταση αυτού, με αναπροσαρμογή του ανταλλάγματος, λόγω των νέων οικονομικών συνθηκών. Δεδομένου ότι, οι μεταξύ των μερών διαπραγματεύσεις δεν είχαν αίσια έκβαση οι ενάγοντες με την από 1-6-2011 εξώδικη δήλωσή τους υπαναχώρησαν από τη σύμβαση δυνάμει του άρθρου 686 ΑΚ, διότι αφενός είχε παρέλθει η συμβατική προθεσμία για την αποπεράτωση των κατοικιών, αφετέρου διότι οι εργασίες είχαν διακοπεί χωρίς λόγο για παραπάνω από 9 μήνες (άρθρο 9ο της σύμβασης).
Πλην, όμως, μετά από νέες διαπραγματεύσεις και εκ νέου σταθμίσεις των οικονομικών τους επιλογών, οι διάδικοι με τη με αριθμό …. συμβολαιογραφική πράξη της ίδιας συμβολαιογράφου, συμφώνησαν τη μη επέλευση των αποτελεσμάτων της υπαναχώρησης αυτής, υπό την αίρεση της εμπρόθεσμης και προσήκουσας ολοκλήρωσης και παράδοσης του έργου, μέχρι την 31-3-2012.
Ειδικότερα, σύμφωνα με το άρθρο 8 της προαναφερόμενης συμβολαιογραφικής πράξης, η εναγόμενη ανέλαβε να ολοκληρώσει τις αναγκαίες εργασίες αποκατάστασης μέχρι την 31-3-2012, οπότε και ήταν υποχρεωμένη να παραδώσει στους ενάγοντες τις κατοικίες, που αντιστοιχούν στην αντιπαροχή τους. Στο φύλλο 6 της σύμβασης, σε συνδυασμό με το άρθρο 9 προβλεπόταν ότι, αν η εργολάβος εταιρία με υπαιτιότητά της και όχι από λόγους, που οφείλονται σε ανωτέρα βία, καθυστερήσει την παράδοση του έργου, κηρύσσεται αυτοδικαίως έκπτωτη με μόνη την παρέλευση 45 ημερών από τη λήξη της προθεσμίας.
Επίσης, συμφωνήθηκε πως, μετά την πάροδο 30 ημερών από οποιαδήποτε παράβαση των προβλεπόμενων προθεσμιών τμηματικής παράδοσης του έργου, η εναγόμενη θα κατέβαλε το ποσό των 4.500 ευρώ για κάθε μία από τις οριζόντιες ιδιοκτησίες, λόγω ποινικής ρήτρας. Η εναγόμενη ισχυρίζεται ότι είχε σχεδόν εξολοκλήρου αποπερατώσει το έργο την 31-12-2011, οπότε και δήλωσε το πέρας των εργασιών στο ΙΚΑ, το οποίο διαπίστωσε θετικά, κατόπιν αυτοψίας των υπαλλήλων του, ότι δεν απαιτούνταν άλλα ημερομίσθια για την ολοκλήρωση του έργου.
Με βάση το δεδομένο αυτό ισχυρίζεται ότι οι κατοικίες είχαν παραδοθεί στους εναγόμενους ήδη από το Δεκέμβριο του έτους 2011. Κατά το Μάρτιο του έτους 2012 ο ενάγων, δεν ήταν σε θέση να καταβάλει το ΦΠΑ του έργου και προκειμένου να μην υποχρεωθεί στην καταβολή του, κωλυσιεργούσε στη διαδικασία επιλογής υλικών....
Όσο εκκρεμούσε η παράδοση των κατοικιών εκ μέρους της εναγόμενης και η καταβολή του ΦΠΑ εκ μέρους των εναγόντων, ο πρώτος ενάγων πώλησε δυνάμει του με αριθμό ….. συμβολαίου της συμβολαιογράφου ....την υπό στοιχείο Β κατοικία της αντιπαροχής του στους Γ. και Ά. Μ. έναντι συνολικού τιμήματος 170.000 ευρώ, εκ οποίων, το ποσό των 50.000 ευρώ πιστώθηκε ενόψει της πλήρους αποπεράτωσης της κατοικίας, μέχρι την 30-5-2012 και ποσό 44.365 ευρώ, μέχρι την 28-2-2013.
Παράλληλα, η εναγόμενη διαπίστωσε ότι ο Σ. Μ. (κουμπάρος του πρώτου ενάγοντος και πρώτος ξάδερφος των ως άνω αγοραστών) και η σύζυγός του Σ. Τ. - Γ., δυνάμει των 308 και 309/2013 διαταγών πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, οι οποίες εκδόθηκαν για την επιδίκαση, φερόμενης οφειλής του πρώτου ενάγοντος, ενέγραψαν προσημείωση υποθήκης ο καθένας από αυτούς, για συνολικό ποσό απαίτησης 250.000 ευρώ, στην υπό στοιχείο Δ κατοικία, η οποία αποτελούσε την αντιπαροχή της εναγομένης.
Αναφορικά με την ανωτέρω εξέλιξη, κατά την κρίση του Δικαστηρίου δεν αποδεικνύεται η πραγματική ύπαρξη της απαίτησης των εν λόγω δανειστών, καθώς από κανένα τραπεζικό έμβασμα ή άλλου είδους έγγραφο δεν προκύπτει η προέλευση και η μεταφορά ενός τόσο μεγάλου χρηματικού ποσού, χωρίς κάτι τέτοιο να δικαιολογείται από τις εν γένει συναλλαγές μεταξύ τους ή την οικονομική τους θέση.
Η δε προσωπική σχέση εμπιστοσύνης που επικαλούνται οι ενάγοντες, δεν είναι δυνατό να λειτουργεί μονομερώς ως προς την έλλειψη έγγραφης συμφωνίας για την καταβολή του ποσού, αλλά να παροράται αναφορικά με την επιδίωξη της είσπραξης του, και μάλιστα με ιδιαιτέρως επιθετικές νομικά ενέργειες. Άλλωστε, ο Ε.
Τ., στενός φίλος του ενάγοντος, που ενήργησε ως πληρεξούσιος δικηγόρος του ίδιου και της ενάγουσας, κατά τη σύνταξη του εργολαβικού, σε όλη τη διάρκεια της εκτέλεσης του έργου, ήταν και πληρεξούσιος των δανειστών του πρώτου ενάγοντος, κατά τη σύνταξη των προαναφερομένων διαταγών πληρωμής και κατά την εγγραφή της προσημειώσεως.
Επομένως, καθίσταται σαφές ότι η εγγραφή προσημείωσης στην υπό στοιχείο Δ κατοικία, που ανήκε στο εργολαβικό αντάλλαγμα της εναγομένης, δεν έγινε από παραδρομή, αλλά σκόπιμα, ώστε να χρησιμοποιηθεί ως μέσο πίεσης για την απαλλαγή των εναγόντων από την καταβολή του ΦΠΑ. Έτσι, προκειμένου να αρθεί η προσημείωση υποθήκης από την κατοικία της αντιπαροχής, της εναγόμενης εργολάβου, ώστε να μεταβιβαστεί στην ίδια ή σε τρίτο, που εκείνη θα υποδείκνυε, συμφώνησε την 12-12-2013 με τους ενάγοντες, υπογράφοντας ιδιωτικό συμφωνητικό, να καταβάλει η εναγόμενη τον ΦΠΑ, που αντιστοιχούσε στις κατοικίες τους και εντός δέκα ημερών από την υπογραφή της σύμβασης, να προβεί στην αποκατάσταση λειτουργίας της κεντρικής πόρτας του αγροτεμαχίου 273β με σύνδεση remotecontrol, στην τοποθέτηση επτά φωτιστικών σωμάτων στον κοινόχρηστο διάδρομο και στη στερέωση των ορθοστατών στην περίφραξη του ίδιου αγροτεμαχίου.
Με το ίδιο συμφωνητικό, οι ενάγοντες παρέλαβαν τις υπό στοιχείο A, Β και Γ κατοικίες τους, με την επιφύλαξη μόνο της εκτέλεσης των παραπάνω εργασιών, ανέλαβαν την υποχρέωση να ενεργήσουν ώστε να εξαλειφθούν οι προσημειώσεις των δανειστών του πρώτου εναγομένου (ενν.ενάγοντος) στην κατοικία Δ και δεσμεύτηκαν να συμπράξουν στην μεταβίβαση της κατοικίας Δ εντός 5 ημερών από την ολοκλήρωση των εργασιών.
Ομοίως, προβλέφθηκε ότι σε περίπτωση, που δεν τηρηθούν οι υποχρεώσεις που ανέλαβαν οι ενάγοντες, δηλαδή να προσέλθουν εντός πέντε ημερών από την εκτέλεση των εργασιών για μεταβίβαση της κατοικίας Δ και να εξαλείψουν τις προσημειώσεις, τότε θα υποχρεωθούν να καταβάλουν στην εναγόμενη ό, τι ποσό κατέβαλε για ΦΠΑ και να την αποζημιώσουν για οποιαδήποτε ζημία, που αυτή έχει υποστεί από την αθέτηση της υποχρέωσης τους.
Επίσης, στο άρθρο 3 του ιδίου συμφωνητικού προβλέφθηκε ότι μετά την ολοκλήρωση των τεχνικών εργασιών, οι ενάγοντες δεν θα έχουν καμία απαίτηση κατά της εναγόμενης λόγω της εκπρόθεσμης παράδοσης των εργασιών. Μετά τη σύναψη του ανωτέρω συμφωνητικού, οι φερόμενοι, κατά τα προαναφερόμενα, ως δανειστές του πρώτου ενάγοντος, έσπευσαν να συναινέσουν στην εξάλειψη των προσημειώσεων.
Περαιτέρω, μετά την παράδοση των κατοικιών στους ενάγοντες, η εναγόμενη κατέβαλε τον αναλογούντα ΦΠΑ και κάλεσε τους ενάγοντες, με την από 22-9-2014 εξώδικο δήλωση, που επιδόθηκε την 24-9-2014 να προσέλθουν στη συμβολαιογράφο Θεσσαλονίκης ....την 15-10-2014 ώρα 11.00 π.μ. για να συμπράξουν στη μεταβίβαση της κατοικίας Δ.
Όμως, οι ενάγοντες δεν εμφανίστηκαν και συντάχθηκε από την παραπάνω συμβολαιογράφο η με αριθμό …/15-10-2014 πράξη μη εμφάνισης. Στη συνέχεια, την 6-11-2014 επιδόθηκε στην εναγόμενη η από 3-10-2014 εξώδικη δήλωση των εναγόντων, σύμφωνα με την οποία ο πρώτος ενάγων δήλωνε ότι αδυνατούσε να εφοδιαστεί με ασφαλιστική και φορολογική ενημερότητα λόγω χρεών, που έχουν βεβαιωθεί στο όνομά του, τους τελευταίους μήνες συνολικού ύψους 19.000 ευρώ.
Αποδείχθηκε περαιτέρω, αναφορικά με το αγωγικό αίτημα αναγνώρισης κατάπτωσης της ποινής, ότι η εναγόμενη-εργολάβος, ολοκλήρωσε τις παραπάνω τεχνικές εργασίες που ανέλαβε, οι οποίες μάλιστα, ήταν ήσσονος οικονομικής αξίας σε σχέση με το οικονομικό μέγεθος του έργου (κατασκευή τεσσάρων κατοικιών, έναντι αποκατάστασης λειτουργίας κεντρικής πόρτας με σύνδεση remotecontrol, τοποθέτησης επτά φωτιστικών σωμάτων στον κοινόχρηστο διάδρομο και στερέωσης των ορθοστατών περίφραξης).
Σημειώνεται, ότι στον όρο 3 του εν λόγω ιδιωτικού συμφωνητικού αναφέρεται ότι μόνο μετά την εκτέλεση των συγκεκριμένων τεχνικών εργασιών θα υποχρεούνται οι ενάγοντες να συνδράμουν στη μεταβίβαση της με αριθμό Δ κατοικίας στην εναγόμενη. Ο ισχυρισμός ότι, οι συγκεκριμένες, προαναφερόμενες εργασίες, ουδέποτε εκπληρώθηκαν, κρίνεται όψιμος και αναληθής, δεδομένου ότι έρχεται σε ευθεία αντίθεση με τη θέση των εναγόντων, ότι επίμονα, μέχρι το Σεπτέμβριο του έτους 2014 καλούσαν την εναγόμενη να προσέλθει για την υπογραφή του συμβολαίου μεταβίβασης και η τελευταία κωλυσιεργούσε.
Το συμπέρασμα αυτό ενισχύεται από το γεγονός ότι, στην από 3-10-2014 εξώδικη δήλωση των εναγόντων (που κοινοποιήθηκε την 6-11-2014), προκειμένου οι τελευταίοι να δικαιολογήσουν τη μη εμφάνισή τους για τη μεταβίβαση της υπό στοιχείο Δ κατοικίας, δεν γίνεται καμία αναφορά σε μη εκπλήρωση των ως άνω τεχνικών εργασιών, αλλά σε αδυναμία του πρώτου ενάγοντος, να λάβει φορολογική ενημερότητα λόγω οφειλών του που σωρεύτηκαν τους τελευταίους μήνες.
Επιπλέον, πρέπει να σημειωθεί, ότι κατά το Μάρτιο του έτους 2013, οι κατοικίες, που συνιστούσαν την αντιπαροχή των εναγομένων είχαν ολοκληρωθεί κατά το μεγαλύτερο μέρος τους και παρέμεναν σε εκκρεμότητα ήσσονος σημασίας κατασκευές οι οποίες δεν είχαν λάβει χώρα, λόγω της απροθυμίας των εναγόντων να επιλέξουν τα υλικά της επιλογής τους και να καταβάλουν το ποσό του ΦΠΑ του αντιστοιχούσε σε αυτές.
Ακόμη και αν υπήρχαν ελλείψεις και κακοτεχνίες στο έργο κατά την 31-3-2012, αυτές ουδόλως αναφέρονται ειδικώς στην αγωγή, ώστε να κριθεί αν ήταν τόσο σημαντικές, ποιοτικά ή ποσοτικά, που να καθιστούν το έργο διαφορετικό από το συμφωνημένο ή αν καθιστούσαν αυτό απλώς ελαττωματικό, παρέχοντας στους ενάγοντες τα ειδικά δικαιώματα διόρθωσης των ελαττωμάτων του, ανάλογης μείωσης της αμοιβής, υπαναχώρησης από τη σύμβαση ή αποζημίωσης για τις υπαίτιες ελλείψεις του (άρθρα 688-690 ΑΚ).
Επομένως, σύμφωνα με όσα ως άνω αποδείχθηκαν ο ισχυρισμός, των εναγόντων ότι η εναγομένη καθυστερούσε την παράδοση σ' αυτούς των ιδιοκτησιών, που τους αναλογούσαν μετά των κοινόχρηστων χώρων, επί των οποίων και η εγκατάσταση του remotecontrol, των φωτιστικών και των ορθοστατών της περίφραξης, και ότι συνεπώς η τελευταία τους οφείλει τη συνομολογηθείσα κατά τα προεκτεθέντα ποινική ρήτρα, τυγχάνει απορριπτέος.
Επιπλέον, με βάση τα ανωτέρω εκτιθέμενα, η ποινική ρήτρα συμφωνήθηκε μεταξύ των διαδίκων για την περίπτωση της μη εμπρόθεσμης παράδοσης του έργου, από την εργολάβο στους ενάγοντες και όχι και για την περίπτωση της μη προσήκουσας παράδοσής του στους τελευταίους, ήτοι της παράδοσης αυτού χωρίς ελαττώματα και ελλείψεις, εφόσον το έργο είχε εκτελεστεί και προσφερθεί από την νυν εναγόμενη εργολάβο, έστω και με ελαττώματα, τα οποία, με βάση την καλή πίστη και τα διδάγματα της κοινής πείρας, ενόψει της, κατά προορισμό χρήσης του έργου, που εκτελέσθηκε και προσφέρθηκε για παράδοση, δεν αναιρούν τη χρήση του, ούτε καθιστούν το έργο διάφορο από εκείνο που είχε συμφωνηθεί, δεν συντρέχει περίπτωση κατάπτωσης της συμφωνηθείσας ποινής και επιδίκασης στους ενάγοντες του αιτηθέντος από την αιτία αυτή, χρηματικού ποσού.
Επομένως, η ένδικη αγωγή πρέπει να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμη....Στα ίδια ακριβώς καταλήγοντας και η εκκαλουμένη, με τις ίδιες ακριβώς αιτιολογίες, δεν έσφαλε αλλά ορθά το νόμο εφάρμοσε και τις αποδείξεις εκτίμησε, απορριπτομένης της έφεσης και των πρόσθετων λόγων αυτής ως ουσιαστικά αβάσιμων".
4. Με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως, κατ'ορθή εκτίμηση του περιεχομένου του, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο παραβίασε, ευθέως και εκ πλαγίου, τους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, καθόσον, αφού διαπίστωσε, έμμεσα, ότι υπάρχει κενό και ασάφεια στις δηλώσεις βουλήσεως των διαδίκων στους υπ'αριθμ.2β και 3 όρους του από 12-12-2013 "ιδιωτικού συμφωνητικού οριστικής επίλυσης της διαφοράς υπό όρο" και προσέφυγε στους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες, προέβη σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τους και στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσεως, διότι το ερμηνευτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε, ότι η ποινική ρήτρα συμφωνήθηκε για την περίπτωση της μη εμπρόθεσμης παραδόσεως του έργου από την εργολάβο στους ενάγοντες και όχι για την περίπτωση της μη προσήκουσας παραδόσεώς του (χωρίς ελαττώματα και ελλείψεις) και ενόψει του ότι το έργο εκτελέστηκε και προσφέρθηκε για παράδοση, δεν συντρέχει περίπτωση καταπτώσεως της συμφωνηθείσης ποινής και επιδικάσεως στους ενάγοντες του αιτηθέντος χρηματικού ποσού, δεν είναι σύμφωνο με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη.
Από τις ανωτέρω παραδοχές προκύπτει ότι το Εφετείο δεν διαπίστωσε, ούτε έμμεσα, κενό ή ασάφεια στις δηλώσεις βουλήσεως των συμβαλλομένων μερών στο επίμαχο ιδιωτικό συμφωνητικό, ούτε προέβη σε ερμηνεία αυτών με το να δεχθεί ότι:α) η εργολάβος συμφώνησε με τους ενάγοντες εντός δέκα ημερών από την υπογραφή του συμφωνητικού να προβεί στην αποκατάσταση λειτουργίας της κεντρικής πόρτας του αγροτεμαχίου 273 β με σύνδεση remote control, στην τοποθέτηση επτά φωτιστικών σωμάτων στον κοινόχρηστο διάδρομο και στη στερέωση των ορθοστατών στην περίφραξη, β) οι ενάγοντες παρέλαβαν τις Α, Β, Γ κατοικίες τους με την επιφύλαξη μόνο της εκτελέσεως των ως άνω εργασιών και δεσμεύτηκαν να συμπράξουν στη μεταβίβαση της κατοικίας Δ εντός 5 ημερών από την ολοκλήρωση των εργασιών και γ) στο άρθρο 3 του συμφωνητικού προβλέφθηκε ότι μετά την ολοκλήρωση των εν λόγω εργασιών, οι ενάγοντες δεν θα έχουν καμία απαίτηση κατά της εργολάβου λόγω εκπρόθεσμης παραδόσεως των εργασιών.Το γεγονός ότι το Εφετείο δεν προέβη σε ερμηνεία των δηλώσεων βουλήσεως των συμβαλλομένων μερών προκύπτει και από το ότι δεν προέβη σε ερμηνεία του άρθρου 3 του συμφωνητικού, συσχετίζοντας αυτό με άλλους όρους του συμφωνητικού, ούτε κατέφυγε σε άλλα αποδεικτικά μέσα ή σε στοιχεία εκτός του συμφωνητικού, ούτε χρησιμοποίησε ενδοιαστικές εκφράσεις.
Αντίθετα, τα ως άνω γενόμενα δεκτά από το Εφετείο προέκυψαν κατά τρόπο σαφή από το κείμενο του επίμαχου ιδιωτικού συμφωνητικού και τους περιεχόμενους σ'αυτό όρους, χωρίς να δημιουργείται καμία αμφιβολία, ώστε να παρίσταται ανάγκη προσφυγής στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, στους οποίους και δεν προσέφυγε.
Στο ως άνω δε πόρισμα, ότι ποινική ρήτρα συμφωνήθηκε μεταξύ των διαδίκων για την περίπτωση της μη εμπρόθεσμης παραδόσεως του έργου και όχι για την περίπτωση της μη προσήκουσας παραδόσεώς του χωρίς ελαττώματα και ελλείψεις και ενόψει του ότι το έργο εκτελέστηκε και προσφέρθηκε για παράδοση και δεν συντρέχει περίπτωση καταπτώσεως της συμφωνηθείσας ποινής, κατέληξε το Εφετείο αποκλειστικά από την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων και την αξιολόγηση των αποδείξεων.
Επομένως, ο ως άνω πρώτος αναιρετικός λόγος από τους αρ.1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. 5. Από τις διατάξεις των άρθρων 404, 405 και 407 ΑΚ προκύπτει ότι, επί συμφωνημένης με τη σύμβαση έργου ποινικής ρήτρας για την περίπτωση της μη προσήκουσας και ιδίως της μη έγκαιρης εκπλήρωσης της παροχής, ο δανειστής, εφόσον απαιτεί την ποινή που έχει καταπέσει, λόγω περιέλευσης του οφειλέτη σε υπερημερία, οφείλει να επικαλεσθεί και να αποδείξει τη σύμβαση (κύρια και παρεπόμενη περί ποινικής ρήτρας) και τις προϋποθέσεις της υπερημερίας του οφειλέτη.
Οφείλει επίσης να επικαλεσθεί, όχι όμως και να αποδείξει, τη μη εκπλήρωση της παροχής. Στον οφειλέτη απόκειται να ισχυρισθεί και αποδείξει ότι έχει εκπληρώσει την παροχή ή ότι δεν έχει υπαιτιότητα για την καθυστέρηση. Κατά την έννοια δε των άρθρων 340, 341, 342 ΑΚ, ο οφειλέτης καθίσταται υπερήμερος με μόνη την παρέλευση της προς εκπλήρωση της παροχής ημέρας, εκτός αν η καθυστέρηση οφείλεται σε γεγονός για το οποίο δεν υπέχει ευθύνη.
Έτσι, το πταίσμα του οφειλέτη δεν αποτελεί προϋπόθεση της αξίωσης του δανειστή, αλλ` αντιθέτως, η έλλειψη υπαιτιότητας του οφειλέτη θεμελιώνει καταλυτική ένσταση της αγωγικής αξίωσης, την οποία οφείλει ο τελευταίος να επικαλεσθεί και αποδείξει, οπότε θα θεωρηθεί ότι αυτός δεν περιήλθε σε υπερημερία, καθόσον η έλλειψη πταίσματος δεν είναι λόγος άρσης της υπερημερίας, αφού το πταίσμα του τεκμαίρεται, αλλά λόγος μη επέλευσής της (ΑΠ 863/2022, ΑΠ 139/2021, ΑΠ 692/2020, ΑΠ 1142/2019, ΑΠ 1623/2014).Επίσης, κατά το άρθρο 201 του ΑΚ, αν με τη δικαιοπραξία τα αποτελέσματά της εξαρτήθηκαν από γεγονός μελλοντικό και αβέβαιο (αίρεση αναβλητική), τα αποτελέσματα αυτά επέρχονται μόλις συμβεί το γεγονός (πλήρωση της αίρεσης).
Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι με την πλήρωση της αναβλητικής αίρεσης που τέθηκε σε δικαιοπραξία, καθίσταται οριστικά ενεργός η δικαιοπραξία αυτή και επέρχονται τα αποτελέσματα της, επομένως όποιος ασκεί δικαίωμα από δικαιοπραξία το οποίο εξαρτήθηκε με αυτήν (δικαιοπραξία) από αναβλητική αίρεση, που πληρώθηκε, αυτός (που ασκεί το δικαίωμα) οφείλει να επικαλεσθεί στην αγωγή του και να αποδείξει τα ανωτέρω περιστατικά της πραγματικής πλήρωσης της αίρεσης, από την οποία και γεννάται (εξαρτάται) το δικαίωμά του, ως αποτέλεσμα της υπό αναβλητική αίρεση δικαιοπραξίας(ΑΠ 122/2014).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Έλλειψη νόμιμης βάσης της αποφάσεως, η οποία στοιχειοθετεί τον προβλεπόμενο από τις ανωτέρω διατάξεις λόγο αναιρέσεως, συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος, αλλά δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 6/2006).
Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ` αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά, που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και τον νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης (ΟλΑΠ 2/2019, ΑΠ10/2021, ΑΠ 2090/2017).
Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (Ολ ΑΠ 18/08, ΟλΑΠ 15/2006).
Τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 645/2023, ΑΠ 50/2020, ΑΠ 1075/2019, ΑΠ 708/2017, ΑΠ 667/2016).
6. Με τον δεύτερο λόγο της αναιρέσεως, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο παραβίασε εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 201, 341, 404 και 405 ΑΚ, διότι με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, δέχθηκε ότι δεν κατέπεσε η συμφωνηθείσα ποινική ρήτρα και απέρριψε την ένδικη αγωγή.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι το Εφετείο, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές του, δεν στέρησε την προσβαλλομένη απόφασή του από νόμιμη βάση, ως προς το ουσιώδες ζήτημα της καταπτώσεως της συνομολογηθείσης ποινικής ρήτρας, καθόσον διέλαβε σ' αυτήν πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή των πιο πάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, παραθέτοντας όλα τα περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί μη συνδρομής των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων των ανωτέρω διατάξεων, και τα οποία δικαιολογούν την ανωτέρω κρίση του, ότι δεν πληρώθηκαν οι προϋποθέσεις(αίρεση) για την γέννηση του δικαιώματος των εναγόντων, λόγω μη κατάπτωσης της συμφωνηθείσας ποινικής ρήτρας, με τις υποστηρίζουσες την κρίση του αυτή παραδοχές:
α) ότι οι διάδικοι συμφώνησαν την 12-12-2013, υπογράφοντας ιδιωτικό συμφωνητικό, να καταβάλει η πρώτη εναγόμενη τον ΦΠΑ, που αντιστοιχούσε στις κατοικίες τους και εντός δέκα ημερών από την υπογραφή της σύμβασης, να προβεί στην αποκατάσταση λειτουργίας της κεντρικής πόρτας του αγροτεμαχίου 273β με σύνδεση remote control, στην τοποθέτηση επτά φωτιστικών σωμάτων στον κοινόχρηστο διάδρομο και στη στερέωση των ορθοστατών στην περίφραξη του ίδιου αγροτεμαχίου, και οι ενάγοντες παρέλαβαν τις υπό στοιχείο A, Β και Γ κατοικίες τους, με την επιφύλαξη μόνο της εκτέλεσης των παραπάνω εργασιών, και ανέλαβαν την υποχρέωση να ενεργήσουν ώστε να εξαλειφθούν οι προσημειώσεις των δανειστών του πρώτου ενάγοντος στην κατοικία Δ και δεσμεύτηκαν να συμπράξουν στην μεταβίβαση της κατοικίας Δ εντός 5 ημερών από την ολοκλήρωση των εργασιών, β) με το ίδιο συμφωνητικό οι διάδικοι συμφώνησαν ότι σε περίπτωση, που δεν τηρηθούν οι υποχρεώσεις που ανέλαβαν οι ενάγοντες, δηλαδή να προσέλθουν εντός πέντε ημερών από την εκτέλεση των εργασιών για μεταβίβαση της κατοικίας Δ και να εξαλείψουν τις προσημειώσεις, τότε θα υποχρεωθούν να καταβάλουν στην εναγόμενη ό, τι ποσό κατέβαλε για ΦΠΑ και να την αποζημιώσουν για οποιαδήποτε ζημία, που αυτή έχει υποστεί από την αθέτηση της υποχρέωσης τους, γ) στο άρθρο 3 του ιδίου συμφωνητικού προβλέφθηκε ότι μετά την ολοκλήρωση των τεχνικών εργασιών, οι ενάγοντες δεν θα έχουν καμία απαίτηση κατά της εναγόμενης λόγω της εκπρόθεσμης παράδοσης των εργασιών, δ) η εναγόμενη-εργολάβος, ολοκλήρωσε τις παραπάνω τεχνικές εργασίες που ανέλαβε, οι οποίες ήταν ήσσονος οικονομικής αξίας σε σχέση με το οικονομικό μέγεθος του όλου έργου και ε) η ποινική ρήτρα συμφωνήθηκε για την περίπτωση της μη εμπρόθεσμης παράδοσης του έργου από την εργολάβο στους ενάγοντες και όχι για την περίπτωση της μη προσήκουσας παράδοσής του σ'αυτούς, δηλ.χωρίς ελαττώματα και ελλείψεις και ενόψει του ότι το έργο εκτελέστηκε και προσφέρθηκε από την εργολάβο για παράδοση, δεν συντρέχει περίπτωση καταπτώσεως της συμφωνηθείσης ποινής.
7. Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη υποστατά και αναλόγως έγκυρα αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά επικαλέσθηκε ο αναιρεσείων και νόμιμα προσκόμισε ο ίδιος ή οποιοσδήποτε από τους λοιπούς διαδίκους προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή ισχυρισμών, δηλαδή λυσιτελών που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διαμορφώνοντας το διατακτικό της απόφασης (ΟλΑΠ 42/2002), το οποίο θα ήταν διαφορετικό χωρίς τη σχετική παράλειψη.
Κατά την έννοια αυτή ο ισχυρισμός, για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου έγινε η προσκόμιση και η επίκληση του κρισίμου αποδεικτικού μέσου, πρέπει να είναι νόμιμος και να προτάθηκε παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας. Για την ίδρυση πάντως του παραπάνω λόγου αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, τα οποία όφειλε αυτό να λάβει υπόψη.
Ωστόσο, στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση κάθε αποδεικτικού μέσου, αρκεί να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, έστω και αν στην απόφαση έχει γίνει ιδιαίτερη αναφορά σε ορισμένα μόνον από τα αποδεικτικά μέσα, επειδή θεωρήθηκαν μεγαλύτερης σημασίας κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου (ΑΠ 47/2020, ΑΠ 466/2019, ΑΠ 1557/2018, ΑΠ 1349/2017).
8. Με τον τρίτο και τελευταίο λόγο αναιρέσεως, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στο Εφετείο την αιτίαση, από τον αριθμό 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι δεν έλαβε υπόψη και, σε κάθε περίπτωση, δεν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι έχουν ληφθεί υπόψη, αποδεικτικά μέσα που νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν ως εναγόμενοι-εκκαλούντες κατά τη συζήτηση της έφεσής τους και των προσθέτων λόγων αυτής, προς απόδειξη του ουσιώδους ισχυρισμού τους ότι οι ως άνω τεχνικές εργασίες δεν εκτελέστηκαν εντός 10 ημερών από την 12.12.2013, ήτοι μέχρι την 23.12.2013 και επομένως τους οφείλεται το συμφωνηθέν χρηματικό ποσό ως ποινική ρήτρα που κατέπεσε σε βάρος τους λόγω της μη έγκαιρης παράδοσης του έργου και ειδικότερα 1) την με αριθμό …απόδειξη λιανικής συναλλαγής για παροχή υπηρεσιών του Γ.
Μ., για τις εργασίες που εκτέλεσε σχετικά με την αποκατάσταση της κεντρικής πόρτας στο με αριθμό… β αγροτεμάχιο και 2) τις φωτογραφίες από τις οποίες προκύπτει ότι το Φεβρουάριο του 2016 απεσταλμένος τεχνικός της εταιρίας …του Γ. Μ., προέβη στις απαιτούμενες εργασίες για την αποκατάσταση της λειτουργίας της κεντρικής πόρτας εισόδου.
Όμως, από τη βεβαίωση του Εφετείου, που περιέχεται στην απόφασή του, ότι ελήφθησαν υπόψη, μεταξύ άλλων, όλα τα έγγραφα που νομότυπα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, με τις έγγραφες προτάσεις τους, σε συνδυασμό με το πλήρες και χωρίς αντιφάσεις και κενά περιεχόμενο της αποφάσεως, δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία, αλλά καθίσται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τα ως άνω αποδεικτικά μέσα, τα οποία συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, χωρίς να είναι αναγκαία η ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση καθενός από αυτά.
Επομένως, ο τρίτος λόγος αναιρέσεως, εκ του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' του KΠολΔ, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.
9. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, και αφού δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η από 7-2-2022 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 2022/2021 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παράβολου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ.3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων που κατέθεσαν προτάσεις, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματός τους (άρθρα 176, 183, 189 αριθ.1, 191 αριθ.2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 7-2-2022 αίτηση των 1.Κ. Κ. και 2.Α. Κ., για αναίρεση της υπ' αριθ. 2022/2021 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο συνολικό ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Δεκεμβρίου 2023.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 22 Μαρτίου 2024.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ