Legislator Case Law & Legislation
441/2022 AI generated

441/2022 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 441/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Νικολακέα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Θεόδωρο Μαντούβαλο, Καλλιόπη Πανά και Ελένη Κατσούλη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

441/2022 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η εγγραφή της υπόθεσης στο οικείο πινάκιο ή έκθεμα, το οποίο μπορεί να τηρείται και ηλεκτρονικά, γίνεται με πρωτοβουλία του γραμματέα και ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Προς ενημέρωση των διαδίκων, και πάντως όχι επί ποινή ακυρότητας, η νέα δικάσιμος γνωστοποιείται από τον γραμματέα στο δικηγορικό σύλλογο της έδρας του δικαστηρίου και στην Κεντρική Υπηρεσία του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 441 / 2022 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 441/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Νικολακέα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Θεόδωρο Μαντούβαλο, Καλλιόπη Πανά και Ελένη Κατσούλη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 9 Φεβρουαρίου 2021, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Γ. Π. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε για τον εαυτό του με την ιδιότητα του δικηγόρου, με δήλωση του 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1)ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..." που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, και 2)Κ. - Ν. Κ. του Α., συζύγου Γ. Κ., κατοίκου .... Η 1η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Αντωνίου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο οποίος κατέθεσε προτάσεις και η 2η δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4/11/2014 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 28/2016 του ίδιου Δικαστηρίου και 2984/2017 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 17/5/2019 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 576 παρ. 1, 2 και 3, 568 παρ. 1 και 498 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι αν κατά τη συζήτηση δεν εμφανισθεί κάποιος διάδικος ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο 'Αρειος Πάγος εξετάζει εάν αυτός επισπεύδει τη συζήτηση ή, όταν την επισπεύδει άλλος, εάν αυτός κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε αποφατική περίπτωση κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση.

Εξάλλου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 226 παρ. 4 εδ. β' και γ' ΚΠολΔ, που έχουν γενική εφαρμογή, αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας οφείλει αμέσως μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίσθηκε, κατά την οποία δεν χρειάζεται νέα κλήση του διαδίκου προς εμφάνιση, και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων, υπό την προϋπόθεση ότι ο απολειπόμενος κατά την μετ' αναβολή δικάσιμο διάδικος, είχε νόμιμα κλητευθεί να παραστεί κατά την αρχική δικάσιμο ή είχε νόμιμα παραστεί κατά την ίδια δικάσιμο, οπότε με τη νόμιμη παράστασή του χωρίς εναντίωσή του, καλύφθηκε η τυχόν ακυρότητα κλήτευσής του για την αρχική δικάσιμο (ΑΠ 151/2021, ΑΠ 61/2020, ΑΠ 110/2020).

Περαιτέρω, με το άρθρο 74 παρ. 2 του ν. 4690/2020 ορίζονται τα εξής: "2. Σε περίπτωση που η συζήτηση της υπόθεσης οποιουδήποτε βαθμού δικαιοδοσίας και με οποιαδήποτε διαδικασία ματαιώθηκε διαρκούσης της αναστολή, δηλαδή μέχρι και τις 31-5-2020, ορίζεται αυτεπαγγέλτως, με πράξη του προέδρου του τμήματος ή του δικαστή, ημέρα και ώρα συζήτησης στο ακροατήριο σε σύντομη κατά το δυνατόν δικάσιμο και κατά προτεραιότητα εντός του χρονικού διαστήματος από 1-7-2020 έως 15-7-2020 ή από 1-9-2020 έως 15-9-2020.

Η εγγραφή της υπόθεσης στο οικείο πινάκιο ή έκθεμα, το οποίο μπορεί να τηρείται και ηλεκτρονικά, γίνεται με πρωτοβουλία του γραμματέα και ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Προς ενημέρωση των διαδίκων, και πάντως όχι επί ποινή ακυρότητας, η νέα δικάσιμος γνωστοποιείται από τον γραμματέα στο δικηγορικό σύλλογο της έδρας του δικαστηρίου και στην Κεντρική Υπηρεσία του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.

Με πρωτοβουλία επίσης του γραμματέα μπορεί να γνωστοποιείται η νέα δικάσιμος με αποστολή ηλεκτρονικού μηνύματος στη διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου των διαδίκων ή με ανάρτηση στην πύλη ψηφιακών υπηρεσιών δικαστηρίων solon.gr για όσα δικαστήρια και διαδικασίες έχουν ενταχθεί στο εν λόγω σύστημα". Με την ως άνω διάταξη προβλέπεται μεν ο αυτεπάγγελτος επαναπροσδιορισμός της συζήτησης των υποθέσεων που ματαιώθηκαν κατά το χρονικό διάστημα της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων λόγω της πανδημίας του κορωνοϊού COVID19, πλην όμως, σε περίπτωση ερημοδικίας κατά την ορισθείσα νέα δικάσιμο κάποιου διαδίκου, προκειμένου να ισχύει η με πρωτοβουλία του γραμματέα εγγραφή της υπόθεσης στο οικείο πινάκιο ή έκθεμα, ως κλήτευση κατ' αυτή του απολειπόμενου διαδίκου, απαιτείται ως προϋπόθεση ο εν λόγω διάδικος είτε να είχε επισπεύσει εγκύρως τη συζήτηση ή να είχε νομίμως και εμπροθέσμως κλητευθεί να παραστεί για την αρχική δικάσιμο, κατά την οποία η συζήτηση της υπόθεσης ματαιώθηκε λόγω της αναστολής.

Σε αντίθετη περίπτωση, η εγγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο για τη νέα δικάσιμο, δεν ισχύει ως κλήτευσή του κατ' αυτή και απαιτείται νόμιμη κλήτευσή του (ΑΠ 151/2021). Στην προκείμενη περίπτωση, από την 2415/24-12-2019 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Ανατολικής Κρήτης Γ. Κ. προκύπτει, ότι ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης κατά της 2984/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την κάτω από αυτή πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο της 24-3-2020, οπότε η υπόθεση ματαιώθηκε λόγω της αναστολής λειτουργίας των δικαστηρίων, επαναπροσδιορίστηκε δε αυτή αυτεπαγγέλτως κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, με πράξη της Προέδρου του Β2 Τμήματος και γράφτηκε στο οικείο πινάκιο, σύμφωνα με το άρθρο 74 παρ. 2 του ν. 4690/2020, επιδόθηκε, νόμιμα και εμπρόθεσμα, με την επιμέλεια του αναιρεσείοντος που επισπεύδει τη συζήτηση προς την δεύτερη αναιρεσίβλητη.

Η τελευταία, όμως, δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υπόθεσης με τη σειρά της από το πινάκιο, ούτε κατέθεσε κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ δήλωση μη παράστασης κατά τη δικάσιμο αυτή. Επομένως, πρέπει να συζητηθεί η υπόθεση παρά την απουσία της, σαν να ήταν αυτή παρούσα (άρθ. 576 παρ. 2 ΚΠολΔ).

Με το Ν. 4307/2014 εισήχθη η παράλληλη προς τον πτωχευτικό κώδικα (προϊσχύσαντα ν. 3588/2007) έκτακτη διαδικασία της ειδικής διαχείρισης για την εκκαθάριση εν λειτουργία υπερχρεωμένων επιχειρήσεων. Η ως άνω διαδικασία συνιστά παρεμφερή κατά το σκοπό και τη δομή της ή απολύτως συναφή διαδικασία προς την ειδική εκκαθάριση της διατάξεως του άρθρου 106 περ.

ια' του ΠτΚ, όπως ίσχυε πριν την κατάργησή της με τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 14 του ν. 4446/2016 και είχε προστεθεί στον ΠτΚ με τη διάταξη του άρθρου 12 του ν. 4013/2011 και μεταγενέστερα τροποποιήθηκε με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. Γ υποπαρ. Γ3 παρ. 16 του ν. 4336/2015. Η ρυθμιζόμενη από τις ανωτέρω διατάξεις διαδικασία, όπως και η ειδική εκκαθάριση, είναι συλλογική διαδικασία, η οποία προβλέπεται σε περίπτωση γενικής και μόνιμης αδυναμίας εκπληρώσεως των ληξιπρόθεσμων χρηματικών υποχρεώσεων του έχοντος πτωχευτική ικανότητα οφειλέτη, με σκοπό την εκποίηση του συνόλου του ενεργητικού της επιχείρησής του ή επιμέρους λειτουργικών συνόλων (κλάδων) ή ακόμα και κατ' ιδίαν περιουσιακών στοιχείων, μέσω δημόσιου πλειοδοτικού διαγωνισμού, για τη συλλογική ικανοποίηση των πιστωτών του.

Η διαδικασία αυτή είναι παραπτωχευτική, κηρύσσεται, εξελίσσεται και περατώνεται αυτοτελώς, χωρίς ανάμειξή της με την πτώχευση. Η θέσπιση της έκτακτης αυτής διαδικασίας ειδικής διαχείρισης υπηρετεί επιτακτικό σκοπό γενικού ενδιαφέροντος, ήτοι την αποφυγή απαξιώσεως της επιχειρήσεως και τη μεγιστοποίηση των πιθανοτήτων εκποιήσεως αυτής (ή κλάδων της ή επιμέρους περιουσιακών της στοιχείων) σε λειτουργία, προς το σκοπό:

α) προστασίας του περιουσιακού συμφέροντος των πιστωτών και δη του Δημοσίου, των φορέων κοινωνικής ασφάλισης και των χρηματοδοτικών φορέων, το οποίο έγκειται στην κατά το δυνατόν πληρέστερη ικανοποίηση των χρηματικών ενοχικών αξιώσεων που διατηρούν κατά του οφειλέτη, και β) διατηρήσεως της επιχειρήσεως του οφειλέτη επ' ωφελεία της απασχολήσεως και της εθνικής οικονομίας εν γένει.

Πρόκειται, επομένως, κατά κυριολεξία, για μία μη οικειοθελή για την επιχείρηση που έχει παύσει τις πληρωμές της προπτωχευτική εκκαθαριστική διαδικασία, η οποία ξεκινά με πρωτοβουλία των πιστωτών, αντιστοιχούντων, κατ' ελάχιστον, στο 40% των οφειλομένων απαιτήσεων, μεταξύ των οποίων και ένας χρηματοδοτικός φορέας, με αντικείμενο τη μεταβίβαση του ενεργητικού της επιχειρήσεως, ενόσω η ίδια συνεχίζει τη λειτουργία της, υπό τη διαχείριση του ειδικού διαχειριστή, μέσω δημόσιου πλειοδοτικού διαγωνισμού, με σκοπό την επίτευξη του μεγαλύτερου δυνατού τιμήματος προς ικανοποίηση των πιστωτών της επιχειρήσεως.

Η εκκαθαριστική αυτή διαδικασία είναι μία ταχεία διαδικασία, η οποία σε σύντομο χρονικό διάστημα οφείλει είτε να οδηγήσει σε εκποίηση το 90% του ενεργητικού της, υπό διαχείριση επιχείρησης, είτε, σε περίπτωση αποτυχίας, να οδηγήσει την επιχείριση σε πτώχευση, υπό την έννοια δε αυτή χαρακτηρίζεται ως προπτωχευτική διαδικασία, αφού η αποτυχία της οδηγεί σε πτώχευση.

Λόγω του χαρακτήρα της ως προπτωχευτικής συλλογικής διαδικασίας ικανοποιήσεως των πιστωτών της παυσάσης τις πληρωμές επιχειρήσεως, στη διαδικασία της ειδικής διαχείρισης εφαρμόζονται, εκτός των ειδικών διατάξεων του ν. 4307/2014, παράλληλα οι διατάξεις του ΠτΚ αλλά και, όταν κάτι τέτοιο δεν αποκλείεται από τη γραμματική ή την τελολογική ερμηνεία των διατάξεων του ν. 4307/2014, οπότε οι διατάξεις του ΠτΚ ισχύουν συμπληρωματικά (ΑΠ 1335/2020).

Περαιτέρω στη διαδικασία αυτή της ειδικής διαχείρισης δύναται να υπαχθεί κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο με πτωχευτική ικανότητα σύμφωνα με το πάρθρο 2 παρ. 1 του Πτωχευτικού Κώδικα (ΠτΚ), το οποίο έχει την έδρα του στην Ελλάδα και βρίσκεται σε γενική και μόνιμη αδυναμία εκπλήρωσης ληξιπρόθεσμων χρηματικών υποχρεώσεων (αρθ. 68 παρ. 1 του ως άνω νόμου), κατόπιν αιτήσεως από πιστωτή ή πιστωτές αυτού, στους οποίους περιλαμβάνεται ένας τουλάχιστον χρηματοδοτικός φορέας, οι οποίοι εκπροσωπούν τουλάχιστον 40% του συνόλου των απαιτήσεων σε βάρος του οφειλέτη (άρθρ. 68 παρ. 2), και αποδοχής αυτής με απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου, στην περιφέρεια του οποίου ο οφειλέτης έχει την έδρα του, το οποίο δικάζει κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, με την οποία διορίζεται ο ειδικός διαχειριστής του άρθρου 69 (άρθρα 70 παρ. 1 και 71 παρ. 1 και 2) στον οποίο περιέρχεται (μετά τη δημοσίευση της ως άνω απόφασης αποδοχής της αίτησης υπαγωγής της επιχείρησης σε καθεστώς ειδικής διαχείρισης) στο σύνολό της η εξουσία των καταστατικών οργάνων διοίκησης και διαχείρισης της επιχείρησης και ο οποίος αναλαμβάνει την εκπροσώπηση της εταιρίας έναντι τρίτων και τη διεκπεραίωση των καθημερινών της συναλλαγών (άρθ. 72 παρ. 2).

Σύμφωνα με την παράγραφο 1 του άρθρου 72 του ίδιου ως άνω νόμου, στο οποίο ορίζονται οι συνέπειες αποδοχής της αίτησης υπαγωγής της επιχείρησης σε καθεστώς ειδικής διαχείρισης "Η αποδοχή της αίτησης συνεπάγεται την αυτοδίκαιη αναστολή όλων των ατομικών διώξεων κατά της επιχείρησης καθ' όλη τη διάρκεια της ειδικής διαχείρισης, συμπεριλαμβανομένων και των μέτρων διοικητικής εκτέλεσης από το Δημόσιο και τους ΦΚΑ, καθώς και των μέτρων διασφάλισης της οφειλής κατά τις διατάξεις του άρθρου 46 του ν. 4174/2013".

Όταν προβλέπεται γενικώς "η αναστολή όλων των ατομικών διώξεων" το περιεχόμενο των απαγορεύσεων αυτών ταυτίζεται με το περιεχόμενο της αρχής "της αναστολής των ατομικών καταδιώξεων" που ανέκαθεν ίσχυε στο πτωχευτικό δίκαιο και καθιερώθηκε ρητά στο άρθρο 25 παρ. 1 του ΠτΚ (ν. 3588/2007) και ήδη καθιερώνεται ρητά στο άρθρο 100 παρ. 1 του ν. 4738/2020 (άρθ. 75-211, Βιβλίο 2ο ΠΤΩΧΕΥΣΗ), σύμφωνα με το οποίο "Με την επιφύλαξη της παρ. 3 του άρθρου 101, από την κήρυξη της πτώχευσης αναστέλλονται αυτοδικαίως όλα τα ατομικά καταδιωκτικά μέτρα των πτωχευτικών πιστωτών κατά του οφειλέτη προς ικανοποίηση ή εκπλήρωση πτωχευτικών απαιτήσεώς τους.

Ιδίως απαγορεύεται η έναρξη ή συνέχιση της αναγκαστικής εκτέλεσης, η άσκηση αναγνωριστικών ή καταψηφιστικών αγωγών, η συνέχιση των δικών κατ' αυτών, η άσκηση ή εκδίκαση ένδικων μέσων, η έκδοση πράξεων διοικητικής φύσεως ή η εκτέλεσή τους σε στοιχεία της πτωχευτικής περιουσίας, συμπεριλαμβανομένων και των μέτρων διοικητικής εκτέλεσης από το Δημόσιο και τους Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης, καθώς και των μέτρων διασφάλισης της οφειλής κατά το άρθρο 46 του ν. 4174/2013".

Κατ' ακολουθίαν, με την υπαγωγή της επιχείρησης σε καθεστώς ειδικής διαχείρισης και καθ' όλη τη διάρκεια αυτής, αναστέλλονται αυτοδικαίως όλα τα ατομικά καταδιωκτικά μέτρων των πιστωτών κατά της επιχείρησης και ιδίως, όπως ρητώς στο ανωτέρω άρθρο αναφέρεται, απαγορεύεται η έναρξη ή συνέχιση της αναγκαστικής εκτέλεσης, η άσκηση αναγνωριστικών ή καταψηφιστικών αγωγών, η συνέχιση των δικών επ' αυτών, η άσκηση ή εκδίκαση ένδικων μέσων, η έκδοση πράξεων διοικητικής φύσεως ή η εκτέλεσή τους σε στοιχεία της πτωχευτικής περιουσίας.

Επομένως, καθ' όλη τη διάρκεια της ειδικής διαχείρισης οι πιστωτές της υπαχθείσης σ' αυτή επιχείρησης απαγορεύεται να ασκήσουν αγωγή, αναγνωριστικού ή καταψηφιστικού χαρακτήρα κατά της επιχείρησης αυτής και η δίκη που άρχισε πριν από την υπαγωγή στην ειδική διαχείριση δεν μπορεί να συνεχισθεί μετά από αυτή (και καθ' όλη τη διάρκεια αυτής), σε οποιοδήποτε στάδιο και αν βρίσκεται, ούτε κατά του ειδικού διαχειριστή.

Η διαδικαστική πράξη που λαμβάνει χώρα κατά τη διάρκεια της αναστολής απορρίπτεται και αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτη, ενώ αν η αγωγή, η έφεση κτλ ασκηθούν πριν από την υπαγωγή στην ειδική διαχείριση (οπότε και είναι παραδεκτή) και φέρεται σε συζήτηση μετά και κατά τη διάρκεια αυτής, δεν απορρίπτονται, αλλά κηρύσσεται απαράδεκτη η συζήτησή τους.

Σημειώνεται ότι από 1-3-2021 σταμάτησε η δυνατότητα νέων υπαγωγών στο ν. 4307/2014, όμως ο νόμος αυτός εξακολουθεί να εφαρμόζεται σε όσες διαδικασίες ήσαν εκκρεμείς κατά την ημερομηνία αυτή (άρθ. 265 παρ. 3, όπως έχει αναδιατυπωθεί με το ν. 4818/2021). Στην προκείμενη περίπτωση, φέρεται προς συζήτηση η από 17-5-2019 αίτηση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος Γεωργίου Παπαδάκη, δικηγόρου Αθηνών, για αναίρεση της 2984/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία έγινε δεκτή κατ' ουσίαν η από 15-6-2016 έφεση των εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων, κατά παραδοχή των σχετικών λόγων της, και αφού εξαφανίσθηκε η εκκαλούμενη 28/2016 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, απορρίφθηκε ως αβάσιμη κατ' ουσίαν η από 4-11-2014 αγωγή του αναιρεσείοντος από δικηγορική αμοιβή, σύμφωνα με τις από 1-1-2010 συμβάσεις παροχής νομικών και συμβουλευτικών υπηρεσιών που είχε συνάψει με τις αναιρεσίβλητες, η οποία (αγωγή) είχε γίνει δεκτή εν μέρει με την ως άνω εκκαλούμενη απόφαση.

Όπως προκύπτει από την 2603/13-5-2020 ανακοίνωση του Τμήματος Μητρώου/Υπηρεσίας Γ.Ε.Μ.Η. του Επιμελητηρίου Ηρακλείου Κρήτης, η πρώτη των αναιρεσιβλήτων υπήχθη στη διαδικασία ειδικής διαχείρισης των άρθρων 68 επ. του ν. 4307/2014 με την 127/9-4-2020 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου, μετά την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης και μετά την άσκηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, πριν ωστόσο τη συζήτησή της κατά την αναφερόμενη στην αρχή της απόφασης αυτής δικάσιμο.

Η εν λόγω διαδικασία ειδικής διαχείρισης δεν προκύπτει ότι έχει περατωθεί μέχρι σήμερα. Ενόψει τούτων, ο αναιρεσείων-ενάγων, πιστωτής της πρώτης των αναιρεσιβλήτων-εναγομένης ανώνυμης εταιρίας στερείται, σύμφωνα με το άρθρο 72 παρ. 1 του ν. 4307/2014 και όσα εκτίθενται στη νομική σκέψη, καθ' όλη τη διάρκεια της ειδικής διαχείρισης, η οποία, όπως προαναφέρθηκε, εξακολουθεί να διαρκεί, του δικαιώματος να επιδιώξει ατομικά την ικανοποίηση των ανωτέρω ενοχικών αξιώσεών του κατά των αναιρεσιβλήτων και εντεύθεν δεν μπορεί (απαγορεύεται) κατά τη διάρκεια της αναστολής των ατομικών διώξεων (ήτοι καθ' όλη τη διάρκεια της ειδικής διαχείρισης) να προχωρήσει στην εκδίκαση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, που ασκήθηκε πριν την υπαγωγή της πρώτης των αναιρεσιβλήτων στη διαδικασία ειδικής διαχείρισης και, επομένως, με βάση τις ίδιες ως άνω νομικές σκέψεις, η συζήτηση αυτής πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη σύμφωνα άλλωστε και με το σχετικό ισχυρισμό της πρώτης αναιρεσίβλητης, νομίμως εκπροσωπούμενης από την ειδική διαχειρίστρια, περί του απαραδέκτου της συζήτησης της ένδικης αίτησης αναίρεσης.

Δικαστικά έξοδα δεν επιβάλλονται, αφού η προκείμενη απόφαση δεν είναι οριστική.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της από 17-5-2019 και με αριθμό εκθ. κατάθεσης 437/2019 αίτησης για αναίρεση της 2984/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 25 Φεβρουαρίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 18 Μαρτίου 2022.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ