Supreme Court allows appeal against dismissal of property claim for requesting excessive evidence regarding title acquisition history.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the appeal against the First Instance Court's dismissal of a property ownership claim. The lower court rejected the suit as vague because the plaintiff failed to specify the title acquisition methods of distant predecessors prior to 1885. The Supreme Court ruled that the First Instance Court erred by demanding more evidence than legally required, as the plaintiff had sufficiently described the derivative and original acquisition methods for the immediate predecessors. Consequently, the case was remanded for retrial with the burden of proof shifting to the State regarding public land status.
Legislator headnote
AI generatedArticles 216, 559(1), and 559(14) of the Code of Civil Procedure; The First Instance Court must not request more evidence than the law requires for a determined claim, and failure to declare a document vague constitutes a separate procedural error from requesting excessive proof.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 441 / 2021 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 441/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παρασκευή Καλαϊτζή, Γεώργιο Παπανδρέου, Αναστασία Περιστεράκη - Εισηγήτρια, Μαρία Μουλιανιτάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 21 Οκτωβρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας - καλούσας: Α. συζ. Ν. Γ., το γένος Γ. και Π. Φ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νίκο Καλαϊτζίδη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου - καθ' ου η κλήση : Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Αφεντία Χαρ. Ιωσηφίδου Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-6-2012 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας-καλούσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1135/2014 μη οριστική και 1182/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα-καλούσα με την από 22-11-2019 αίτησή και την από 22-5-2020 κλήση της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή η ποιοτική ή ποσοτική αοριστία του δικογράφου της αγωγής, υπάρχει αν ο ενάγων δεν αναφέρει στην αγωγή με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποτελούν προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα δικαίου, στον οποίο στηρίζεται το αίτημα της αγωγής. Στην περίπτωση αυτή η αγωγή απορρίπτεται ως αόριστη και η σχετική παράβαση ελέγχεται αναιρετικά, με τη διάταξη του αριθμού 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, καθόσον το δικαστήριο, κατά παράβαση της δικονομικής διατάξεως του άρθρου 216 ΚΠολΔικ, παραλείπει να κηρύξει ακυρότητα του δικογράφου, ενώ η νομική αοριστία της αγωγής, δηλαδή εκείνη που συνδέεται με την εκτίμηση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που πρέπει να εφαρμοσθεί, ελέγχεται ως παράβαση από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔικ, αν το δικαστήριο για την κρίση του ως προς το νόμω βάσιμο της αγωγής, είτε αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα ο νόμος απαιτεί, είτε αρκέστηκε σε λιγότερα.
Περαιτέρω, για το ορισμένο αγωγής, αναγνωριστικής ή διεκδικητικής κυριότητας ακινήτου, που στηρίζεται σε παράγωγο τρόπο κτήσης της κυριότητας, ο ενάγων πρέπει να περιλάβει σ' αυτήν την κατάρτιση της επικαλούμενης σύμβασης, με συμβολαιογραφικό έγγραφο και την μεταγραφή της, αν δε ο εναγόμενος αμφισβητήσει, με τις προτάσεις του, την κυριότητα όχι μόνον του ενάγοντος, αλλά και των αμέσων και απώτερων δικαιοπαρόχων του, ο ενάγων οφείλει, αν δεν το έχει κάνει καθ' υποφοράν με το δικόγραφο της αγωγής, κατ' επιτρεπτή, κατά το άρθρο 224 εδ.
β του ΚΠολΔικ συμπλήρωση του δικογράφου της, να καθορίσει και τον τρόπο κτήσεως της κυριότητας των προκτητόρων του εωσότου φθάσει σε πρωτότυπο τρόπο κτήσης κυριότητας (ΑΠ 643/2017). Στην περίπτωση, όμως, που στο αγωγικό δικόγραφο ο ενάγων ιστορεί ότι κατέστη κύριος του επιδίκου και πρωτοτύπως, με τακτική και έκτακτη χρησικτησία, με την παράθεση εκ μέρους του διακατοχικών επ` αυτού (επιδίκου) πράξεων επιδηλωτικών της νομής του, επί διάστημα μείζον του απαιτούμενου κατά νόμο χρόνου της δεκαετίας και εικοσαετίας αντίστοιχα (άρθρα 1041 και 1045 ΑΚ), παρέλκει η ανωτέρω συμπλήρωση (ΑΠ 432/2019).
Εξάλλου, για τον χαρακτηρισμό μιας έκτασης ως δασικού ή μη χαρακτήρα αρμόδια είναι τα κατά τις διατάξεις της δασικής νομοθεσίας όργανα με τη διαδικασία και τις προϋποθέσεις που αυτή προβλέπει, η δε έννοια του δάσους έχει προσδιορισθεί με την υπ` αριθ. 27/1999 απόφαση του ΑΕΔ, ενώ τα πρόσθετα για τον προσδιορισμό του στοιχεία που απαιτήθηκαν κατά το άρθρο 1 του Ν. 3208/2003, που αντικατέστησε το άρθρο 3 του ν. 998/1979, έχουν κριθεί αντισυνταγματικά (ΟλΣτΕ 34/2013, ΑΠ 596/2016).
Προσέτι με το άρθρο 14 του ν 998/1979 θεσπίζεται ειδική ενδικοφανής διαδικασία για τον χαρακτηρισμό μιας έκτασης ως δασικής ή μη, με σκοπό την επίλυση του σχετικού ζητήματος κατά τρόπο δεσμευτικό τόσο για τη διοίκηση, όσο και για τους ενδιαφερόμενους ιδιώτες. Οι αποφάσεις του Δασάρχη και των Επιτροπών Επίλυσης Δασικών Αμφισβητήσεων, Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας (άρθρ. 10 παρ. 3 ν. 998/1979) σχετικά με τον χαρακτήρα ορισμένης έκτασης ως δασικής ή μη συνίσταται στη διαπίστωση υφιστάμενης πραγματικής (φυσικής) κατάστασης και των τυχόν προσφάτων αλλοιώσεών της.
Η σχετική διαπίστωση ανάγεται και στο παρελθόν, όταν η μεταβολή του δασικού χαρακτήρα οφείλεται σε καταστροφή ή παράνομη εκχέρσωση. Οι Επιτροπές είναι αρμόδιες, μεταξύ άλλων, να επιλύουν διαφορές ως προς τον χαρακτηρισμό μιας έκτασης ως χορτολιβαδικής ή μη κατά την προαναφερθείσα διαδικασία του άρθρου 14 του ν. 998/1979, ανεξάρτητα από το αν αυτή είναι δημόσια ή ιδιωτική, όπως τούτο συνάγεται από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 3, 8, 14 και 74 παρ. 3 του ίδιου νόμου.
Η επίλυση της σχετικής δασικής αμφισβήτησης ανάγεται μόνο στον προσήκοντα χαρακτηρισμό ορισμένης έκτασης και δεν εκτείνεται σε θέματα αναγνώρισης της κυριότητας ή της διαχείρισης των χορτολιβαδικών εκτάσεων (ΑΠ 749/2019).
Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση του δικογράφου (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) της από 20-6-2012 αγωγής ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών προκύπτει ότι η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα ισχυρίστηκε ότι είναι κυρία του περιγραφόμενου αγροτεμαχίου, συνολικού εμβαδού 209τμ,που βρίσκεται στη θέση <….> της περιφέρειας του Δήμου Σπάτων Αττικής. 'Οτι την κυριότητα αυτού απέκτησε από αληθείς κυρίους, κυρίως, με παράγωγο τρόπο και, δη, δυνάμει του …/1973 αγοραπωλητηρίου συμβολαίου νόμιμα μεταγραμμένου, καθώς και ότι οι δικαιοπάροχοί της είχαν αποκτήσει ομοίως την κυριότητα αυτού παραγώγως με τίτλους που αναφέρονται προ 120 ετών και, επικουρικά, με πρωτότυπο τρόπο, δηλαδή, τακτική χρησικτησία, άλλως έκτακτη χρησικτησία, διενεργώντας τις αναφερόμενες σ' αυτή (αγωγή)πράξεις νομής από το έτος 1973 και προσμετρώντας στο χρόνο νομής της και αυτόν (χρόνο νομής) των αμέσων και απωτέρων δικαιοπαρόχων της, οι οποίοι το νέμονταν με καλή πίστη αδιαλείπτως από το έτος 1872.
Ότι κατά τη διάρκεια της κτηματογράφησης το επίδικο ακίνητο εσφαλμένα εμφανίζεται στο κτηματολογικό φύλλο του κτηματολογικού βιβλίου του Κτηματολογικού γραφείου του Δήμου Σπάτων ως ιδιοκτησία του αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου. Ζητούσε δε να αναγνωριστεί ότι είναι κυρία αυτού και να διορθωθεί η πρώτη εγγραφή στο άνω κτηματολογικό βιβλίο.
Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η προσβαλλόμενη 1182/2011 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που απέρριψε την άνω αγωγή ως αόριστη, επειδή αν και το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο αμφισβήτησε με τις προτάσεις του τον τρόπο απόκτησής της κυριότητας επί του επιδίκου, η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα δεν προσδιόρισε τον τρόπο κτήσης κυριότητας των απώτερων δικαιοπαρόχων της έως το έτος 1885, αφού αυτή δεν μνημονεύει ποιοι είναι οι τίτλοι κυριότητας των δικαιοπαρόχων της έως το έτος 1885,ούτε αναφέρει πραγματικά περιστατικά τα οποία να θεμελιώνουν την τριακονταετή καλόπιστη νομή των δικαιοπαρόχων της στο επίδικο ακίνητο έως τις 11-9-1915, ούτε συγκεκριμένες πράξεις νομής και ενώ το εναγόμενο ισχυρίζεται ότι το επίδικο αποτελεί τμήμα δασικής έκτασης η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα δεν επικαλείται ότι έχει προηγηθεί πράξη χαρακτηρισμού του από την αρμόδια Πρωτοβάθμια Επιτροπή, κατά τη διαδικασία του άρθρου 14 ν. 998/1979.
Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε του δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ 1 ΚΠολΔ, καθόσον αξίωσε περισσότερα από όσα ο νόμος απαιτεί για το ορισμένο της αναγνωριστικής κυριότητας αγωγής, αφού η ένδικη αγωγή με το περιεχόμενο που προεκτέθηκε είναι ορισμένη, δεδομένου ότι στο δικόγραφό της εκτίθεται ότι η ενάγουσα κατέστη κυρία του επίδικου ακινήτου τόσο με παράγωγο τρόπο, από αγορά το έτος 1973, όσο και με πρωτότυπο τρόπο με τακτική και έκτακτη χρησικτησία, με την παράθεση εκ μέρους της διακατοχικών επ` αυτού (επιδίκου) πράξεων επιδηλωτικών της νομής της, επί διάστημα μείζον του απαιτούμενου κατά νόμο χρόνου της δεκαετίας και εικοσαετίας αντίστοιχα (άρθρα 1041 και 1045 ΑΚ), καθώς και ότι ο δικαιοπάροχός της κατέστη κύριος παραγώγως και πρωτοτύπως αυτού, ενώ η επίκληση της αποκτήσεως κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία μέχρι τις 11.9.1915, προϋποθέτει δημόσιο κτήμα, πράγμα το οποίο δεν αποτελεί στοιχείο της αγωγής, αλλά περιεχόμενο ισχυρισμού, με την απόδειξη του οποίου βαρύνεται το Δημόσιο, η δε ύπαρξη πράξης χαρακτηρισμού ενός ακινήτου από την αρμόδια Πρωτοβάθμια Επιτροπή του άρθρου 10 ν. 998/1979 κατά τη διαδικασία του άρθρου 14 του ίδιου νόμου δεν αποτελεί στοιχείο της αναγνωριστικής αγωγής κυριότητας, σύμφωνα με τα προαναφερθέντα.
Επομένως πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος ο μοναδικός λόγος αναίρεσης κατ' εκτίμηση από τον αρ 1 και όχι του αρ 14 του άρθρου 559ΚΠολΔ, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή, να διαταχθεί η απόδοση του παραβόλου στην αναιρεσείουσα (αρθ 495παρ 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί το αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, λόγω της ήττας του (άρθ 176,183,191παρ 2 ΚΠολΔ) μειωμένα κατ' άρθρο 22 παρ. 1 και 3 ν. 3693/1957.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 1182/2015 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Πρωτοδικείο, που θα συγκροτηθεί από άλλον δικαστή.
Διατάσσει την απόδοση του παραβόλου στην αναιρεσείουσα.
Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας που ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Μαρτίου 2021.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 5 Απριλίου 2021.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ