Legislator Case Law & Legislation
441/2019 AI generated

Supreme Court allows appeal against appeal court decision due to failure to consider relevant criminal conviction evidence.

Case Number 441/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court allowed the appeal against the First Instance Court's dismissal of the plaintiff's claim for damages arising from a traffic accident. The plaintiff argued that the appellate court failed to consider a prior criminal conviction of the defendant, which established his guilt and negligence. The Court ruled that this omission created a significant doubt regarding the evidence assessment, as the criminal judgment was legally relevant to the civil liability claim.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(11), 580(3), 529 of the Code of Civil Procedure; The appellate court must explicitly consider all relevant evidence, including prior criminal judgments establishing the defendant's fault, and failure to do so renders the decision voidable.

Keywords

AI generated
Code of Civil Procedure appeal admissibility evidence assessment criminal conviction relevance traffic accident liability omission of evidence retrial remand

Cited Legislation

AI generated
Article 559(11) of the Code of Civil Procedure
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure
Article 529 of the Code of Civil Procedure
Article 495(4) of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 441 / 2019 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 441/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σοφία Ντάντου, Μαρία Τζανακάκη, Αντώνιο Τσαλαπόρτα και Ελένη Φραγκάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Ιανουαρίου 2019, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Δ. Μ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Άγγελο Μορφόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Κ. Τ. του Α., κατοίκου ... και 2) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Αρνέλλο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31-7-2013 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αγρινίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 13/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 34/2017 του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 1-2-2018 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Αντώνιο Τσαλαπόρτα, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την από 1-2-2018 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο και τη σύμβαση ασφαλίσεως αυτού, υπ` αριθμ. 34/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος, το οποίο, δέχθηκε τυπικά και απέρριψε στην ουσία την έφεση του αναιρεσείοντος, κατά της πρωτόδικης με αριθμ. 13/2015 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αγρινίου, το οποίο, αφού δίκασε την αγωγή του αναιρεσείοντος κατά των νυν αναιρεσιβλήτων απέρριψε αυτή στο σύνολό της.

Με την αγωγή ο ενάγων ζητούσε να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να του καταβάλουν εις ολόκληρο ο καθένας το ποσό των 61.160 ευρώ και να αναγνωρισθεί η περαιτέρω υποχρέωσή τους να του καταβάλουν κατά τον ίδιο τρόπο το ποσό των 351.648,48 ευρώ, ως αποζημίωσή του για την αποκατάσταση των ζημιών που υπέστη (νοσήλια, διαφυγόντα έσοδα από την εργασία του), αποζημίωση από το άρθρο 931 ΑΚ, καθώς και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης λόγω του τραυματισμού στο ατύχημα που προκλήθηκε από τη σύγκρουση της δίκυκλης μοτοσυκλέτας του με το όχημα που οδηγούσε ο πρώτος των εναγομένων, ιδιοκτησίας του και το οποίο ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων ευθύνη από την κυκλοφορία του στην δεύτερη ενγομένη ασφαλιστική εταιρία και το οποίο ατύχημα οφείλονταν σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του στην παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του οδηγού του οχήματος.

Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566 § 1 ΚΠολΔ), είναι επομένως παραδεκτή (άρθρ. 577 § 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους προβαλλόμενους λόγους της (άρθρ. 577 § 3 ΚΠολΔ). Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 εδ. β' και 914 του Α.Κ., προκύπτει ότι η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση ζημίας και αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της ζημίας.

Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε επιτακτικό ή απαγορευτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας. Μορφή υπαιτιότητας είναι και η αμέλεια, η οποία υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, δηλαδή αυτή που αν καταβαλλόταν, με μέτρο τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς ανθρώπου του κύκλου δραστηριότητας του ζημιώσαντος, θα καθιστούσε δυνατή την αποτροπή του παράνομου και ζημιογόνου αποτελέσματος.

Αιτιώδης σύνδεσμος υπάρχει όταν η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του δράστη ήταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή, κατά την συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει τη ζημία και την επέφερε στην συγκεκριμένη περίπτωση. Η ύπαρξη του αιτιώδους συνδέσμου σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση είναι ζήτημα καθαρά πραγματικό και κρίνεται από το δικαστήριο της ουσίας.

Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε κυριαρχικώς ως αποδειχθέντα, επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.

Η ύπαρξη της υπαιτιότητας δεν αποκλείεται κατ' αρχήν από το γεγονός, ότι στο αποτέλεσμα του ατυχήματος συνετέλεσε και συντρέχον πταίσμα του ζημιωθέντος, εφόσον δεν διακόπτεται ο αιτιώδης σύνδεσμος, αλλά η ύπαρξη αυτού, προβαλλόμενη από τον υπαίτιο κατ' ένσταση, συνεπάγεται την μη επιδίκαση από το δικαστήριο αποζημιώσεως ή την μείωση του ποσού της (άρθρ. 300 ΑΚ).

Ακόμη από τις προαναφερόμενες διατάξεις συνάγεται ότι οι έννοιες της αμέλειας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και επομένως η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς την συνδρομή ή μη συντρέχοντος πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου ως προς το εάν τα περιστατικά που το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ανελέγκτως ως αποδειχθέντα, συγκροτούν την έννοια του προαναφερόμενου πταίσματος.

Αντιθέτως ο καθορισμός της βαρύτητας του πταίσματος και του ποσοστού κατά το οποίο εξ αυτού του λόγου πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, αφορά εκτίμηση πραγμάτων που δεν ελέγχεται ακυρωτικώς. Περαιτέρω, η παράβαση των διατάξεων του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας (ΚΟΚ) δεν θεμελιώνει αυτή καθ' εαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης παραβάσεως και του επελθόντος αποτελέσματος (ΑΠ 520/2011, ΑΠ 331/2011, ΑΠ 239/2011, ΑΠ 147/2011).

Εξ άλλου, κατά την έννοια του λόγου αναιρέσεως από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται συνεπώς εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.

Δηλαδή ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται μόνον όταν η πλημμέλεια αφορά παράβαση κανόνων ουσιαστικής φύσεως και όχι δικονομικών διατάξεων, που ρυθμίζουν τη διαδικασία. Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της αποφάσεως για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περιπτώσεως στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περιπτώσεως.

Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση της διατάξεως ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα.

Δηλαδή δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και επομένως αιτιολογία της αποφάσεως ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 1361/2013, ΑΠ 1266/2011).

Σε κάθε περίπτωση ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι ορισμένος, εφόσον στο αναιρετήριο αναφέρεται σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια ή η αντιφατικότητα των αιτιολογιών της αποφάσεως, δηλαδή εφόσον προσδιορίζεται ποιές επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις σε σχέση με νόμιμο ισχυρισμό, που παραδεκτά προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε από το ίδιο το αναιρετήριο να προκύπτει η αποδιδόμενη στην απόφαση νομική πλημμέλεια (Ολ.ΑΠ 20/2005).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά περί πραγμάτων κρίση του, κατά το ενδιαφέρον την αναιρετική διαδικασία μέρος, και ειδικότερα ως προς το ζήτημα των συνθηκών, υπό τις οποίες έλαβε χώρα το ένδικο τροχαίο ατύχημα, ως προς την υπαιτιότητα του οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου στην επέλευση του εν λόγω ατυχήματος και ως προς την ύπαρξη ή μη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της υπό του οδηγού παραβάσεως διατάξεων του ΚΟΚ και του επελθόντος αποτελέσματος τα ακόλουθα: "...Στις 9-11-2011 και περί ώρα 14:20 υπό συνθήκες φωτισμού ημέρας, χωρίς βροχή, ο ενάγων, Δ.

Μ., οδηγώντας την υπ' αριθ. ...90 δίκυκλη μοτοσικλέτα, ιδιοκτησίας του, εκινείτο επί της Εθνικής Οδού ... με κατεύθυνση από 1 προς 2, η οποία οδός είναι διπλής κατευθύνσεως, με μία λωρίδα κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση και πλάτος οδοστρώματος 7,10 μέτρα με ασφάλτινο έρεισμα πλάτους 1.30 μέτρων. Κατά την πορεία του αυτή ο ενάγων κινούμενος με ιλιγγιώδη ταχύτητα που υπερέβαινε σημαντικά τα 100 χιλιόμετρα ανά ώρα, έφθασε στην 62,5 χιλιομετρική θέση όπου η οδός είναι ευθεία, εκτός κατοικημένης περιοχής με επιτρεπόμενο ανώτατο όριο ταχύτητας των οχημάτων στα 90 χιλιόμετρα ανά ώρα.

Στο συγκεκριμένο σημείο ο ενάγων αντίκρυσε να κινούνται έμπροσθέν του σε φάλαγγα τρία αυτοκίνητα με ταχύτητα σημαντικά μικρότερη από αυτή που έβαινε ο ίδιος περί τα 60 χιλιόμετρα ανά ώρα και αποφάσισε χωρίς να μειώσει ταχύτητα να τα προσπεράσει με ένα ελιγμό παραμένοντας στο ρεύμα πορείας του, προφανώς για να αποφύγει τα κινούμενα στο αντίθετο ρεύμα πορείας οχήματα.

Ειδικότερα το πρώτο προπορευόμενο αυτοκίνητο, όπως πλησίαζε ο ενάγων ήταν το υπ' αριθ. κυκλοφορίας ...82 Ι.Χ.Ε., οδηγούμενο από τον Γ. Σ.. Στο μέσον της φάλαγγας έβαινε, προηγούμενο του ως άνω αυτοκινήτου το υπ' αριθ. κυκλοφορίας ...26 Ι.Χ.Φ. αυτοκίνητο, αγροτικό κλειστό - κλούβα, οδηγούμενο από τον πρώτο εναγόμενο ιδιοκτήτη του Κ.

Τ., το οποίο είχε ασφαλίσει για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στη δεύτερη εναγόμενη ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "....", ενώ όλων προηγείτο το υπ' αριθ. ...12 Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο, οδηγούμενο από τον ιδιοκτήτη του Β. Χ.. Τη στιγμή όμως που ο ενάγων επιχείρησε προσπέραση των τριών προπορευόμενων αυτού οχημάτων το προηγούμενο όλων ως άνω ...12, ο οδηγός αυτού αφού είχε υποδηλώσει την πρόθεση του ανάβοντας το δεξιό δείκτη αλλαγής κατεύθυνσης (φλας) και μειώνοντας την ταχύτητά του σταδιακά σε 30 χλμ./ώρα επιχείρησε με ελιγμό δεξιά να στρίψει σε παρακείμενο στην πορεία του αγροτικό δρόμο.

Ταυτόχρονα ο εναγόμενος οδηγός του υπ' αριθμ. ...26 Ι.Χ.Φ. αυτοκινήτου, αναλαμβανόμενος ότι ο οδηγός του προπορευόμενου αυτοκινήτου μειώνει ταχύτητα και προτίθεται να στρίψει δεξιά και να εγκαταλείψει το οδόστρωμα, αφού άναψε τον αριστερό δείκτη αλλαγής κατεύθυνσης επιχείρησε με ελαφρό ελιγμό αριστερά και χωρίς να εγκαταλείψει το ρεύμα πορείας του να προσπεράσει το προπορευόμενο αυτού αυτοκίνητο, κινούμενο αριστερά αυτού.

Ο ενάγων οδηγός όμως, αφού προσπέρασε το πρώτο προπορευόμενο αυτού αυτοκίνητο ...82 με οδηγό το Γ. Σ., καίτοι είχε αντιληφθεί την ως άνω κίνηση των δύο επομένων προπορευόμενων αυτοκινήτων δεν ανέκοψε την πορεία του, επαναφέροντας την μοτοσικλέτα του στο άκρο δεξιό του οδοστρώματος και αναμένοντας να ολοκληρώσουν τον ελιγμό τους, αλλά συνέχισε και επιχείρησε με την ίδια αυξημένη ταχύτητα υπέρβαση αυτών.

Συγκεκριμένα ο ενάγων κινούμενος με ιδιαιτέρα ριψοκίνδυνο τρόπο επιχείρησε με ελιγμό να εισέλθει ανάμεσα από τα δύο ως άνω προπορευόμενα αυτού αυτοκίνητα και οδηγώντας με αυξημένη ταχύτητα άνω των 100 χιλιομέτρων ανά ώρα διήλθε πραγματοποιώντας υπέρβαση από δεξιά του πρώτου προπορευόμενου αυτοκίνητου του εναγομένου και στη συνέχεια επιχείρησε με ελιγμό υπέρβαση από αριστερά του επόμενου προπορευόμενου ...12 Ι.Χ.Ε.

αυτοκινήτου με οδηγό τον Β. Χ.. Αυτό όμως δεν κατέστη εφικτό, γιατί η απόσταση μεταξύ των δύο προπορευόμενων αυτοκινήτων ήταν ελάχιστη και το αυτοκίνητο του εναγομένου είχε προσεγγίσει το έμπροσθεν αυτού αυτοκίνητο του Χ., κινούμενο αριστερά του. Αποτέλεσμα ήταν η μοτοσικλέτα του ενάγοντος διερχόμενη από δεξιά του αυτοκίνητου του εναγομένου, χωρίς να αφήνει αρκετό χώρο ασφαλείας παραπλεύρως αυτού να μην κατορθώσει να διέλθει αριστερά του πρώτου προπορευόμενου ...12 αυτοκινήτου του Χ., αλλά να προσκρούσει με σφοδρότητα στο οπίσθιο αριστερό μέρος του, όπου προκάλεσε υλικές βλάβες και να ανατραπεί στο οδόστρωμα, ενώ κατά την πτώση του προκάλεσε χαραγή στη δεξιά πλευρά του παραπλεύρως κινουμένου αυτοκινήτου του εναγομένου και έθραυσε το ελαστικό του οπίσθιου δεξιού τροχού του ιδίου αυτοκινήτου.

Στις προανακριτικές καταθέσεις τους περιγράφοντας τις συνθήκες του ατυχήματος ο ενάγων αναφέρει ότι είδε ξαφνικά το μεσαίο από τα τρία προπορευόμενα αυτοκίνητα να στρίβει δεξιά, χωρίς να μπορεί να θυμηθεί κάτι περισσότερο λόγω του τραυματισμού του ενώ προσδιορίζει την ταχύτητά του περί τα 100 χλμ./ώρα.

Αντίθετα διαφωτιστική είναι η προανακριτική κατάθεση του μάρτυρα Σ. Γ. έμπροσθεν του οποίου έλαβε χώρα το ένδικο τροχαίο ατύχημα. Ειδικότερα αυτός αναφέρει ότι καθώς κινείτο αντιλήφθηκε από τον καθρέπτη του αυτοκινήτου του μία μοτοσικλέτα μεγάλου κυβισμού να έρχεται με ταχύτητα με προφανή σκοπό να τον προσπεράσει και ο ίδιος προκειμένου να τη διευκολύνει μείωσε την ταχύτητά του και κινήθηκε δεξιά.

Σχεδόν ταυτόχρονα το προπορευόμενο αυτού αυτοκίνητο (κλούβα του εναγομένου) άναψε το αριστερό του φλας και κινήθηκε αριστερά... Η μοτοσικλέτα κινήθηκε δεξιά για να αποφύγει την κλούβα και αμέσως στη συνέχεια αριστερά προκειμένου να αποφύγει το προπορευόμενο της κλούβας Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο, των οποίων όμως η απόσταση ήταν πολύ μικρή με αποτέλεσμα η μοτοσικλέτα να μην προλάβει να προσπεράσει και το προπορευόμενο της κλούβας Ι.Χ.Ε.

αυτοκίνητο και να προσκρούσει με το εμπρόσθιο μέρος της στο πίσω αριστερό μέρος του ανωτέρω Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου. Η σύγκρουση ήταν πολύ σφοδρή λόγω της ταχύτητας της μοτοσικλέτας με αποτέλεσμα ο ενάγων οδηγός της να τιναχθεί στον αέρα και στη συνέχεια να πέσει στο οδόστρωμα. Τροχοπέδηση της μοτοσικλέτας δεν αναφέρεται ούτε προκύπτουν ίχνη τροχοπεδήσεως.

Έτσι επιβεβαιώνεται ο εξαιρετικά επικίνδυνος τρόπος με τον οποίο κινήθηκε ο ενάγων οδηγός της μοτοσικλέτας. Με βάση τα ως άνω πραγματικά περιστατικά το ένδικο τροχαίο ατύχημα και ο σε αυτό τραυματισμός του ενάγοντος οφείλεται οε αποκλειστική υπαιτιότητα (αμέλεια) του ιδίου του ενάγοντος οδηγού της μοτοσικλέτας, δηλαδή σε έλλειψη της προσοχής και επιμέλειας που όφειλε αυτός να καταβάλει, όπως θα έπραττε υπό ανάλογες συνθήκες και περιστάσεις ο μέσος συνετός οδηγός.

Ειδικότερα η αμέλειά του συνίσταται στο ότι δεν ρύθμισε την ταχύτητα της μοτοσικλέτας του, λαμβάνοντας υπόψη τις επικρατούσες συνθήκες, την κατάσταση της οδού και τις συνθήκες κυκλοφορίας, ώστε να είναι σε θέση να ελέγχει αυτή και να μπορεί να διακόψει την πορεία του μπροστά από οποιοδήποτε εμπόδιο μπορούσε να προβλεφθεί Αντίθετα κινήθηκε με υπερβολική ταχύτητα που υπερέβαινε κατά πολύ το επιτρεπόμενο όριο, σε οδό με μία λωρίδα κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση, την οποία δεν μείωσε όταν αντιλήφθηκε τα τρία προπορευόμενα αυτού αυτοκίνητα και επιχείρησε υπέρβαση αυτών, καίτοι αντιλήφθηκε ότι το μεσαίο προπορευόμενο αυτοκίνητο με οδηγό τον εναγόμενο είχε δώσει σήμα με το δείκτη (φλας) ότι προτίθεται να προσπεράσει και ήδη είχε αρχίσει να πραγματοποιεί την υπέρβαση του πρώτου προπορευόμενου αυτοκινήτου του Β.

Χ., το οποίο έστριβε δεξιά και ενώ δεν υπήρχε ικανή απόσταση μεταξύ των δύο αυτοκινήτων αυτών που να του παρέχει τα περιθώρια, επιχείρησε να περάσει με ελιγμό δεξιά από το αυτοκίνητο του εναγόμενου και αριστερά από το αυτοκίνητο του Β. Χ., πράγμα που δεν κατέστη εφικτό με αποτέλεσμα να προσκρούσει με σφοδρότητα, λόγο της αυξημένης ταχύτητας που έβαινε, στο οπίσθιο αριστερό μέρος του αυτοκινήτου του Χ..

Έτσι ο ενάγων, οδηγώντας κατά παράβαση των άρθρων 17 παρ. 1, 3β και 5, 19 παρ. 2 και 20 Κ.Ο.Κ. έγινε πρόξενος από αποκλειστική υπαιτιότητά του, του ενδίκου τροχαίου ατυχήματος και του συνεπεία αυτού τραυματισμού του. Αντίθετα ουδεμία υπαιτιότητα βαρύνει τον εναγόμενο, ο οποίος οδηγώντας το ως άνω Ι.Χ.Φ. αυτοκίνητό του εκινείτο κανονικά στο ρεύμα πορείας του και όταν αντιλήφθηκε ότι το προπορευόμενο αυτοκίνητο Χ.

μείωσε ταχύτητα προκειμένου να στρίψει σε δρόμο δεξιά, επιχείρησε υπέρβαση αυτού με ελαφρύ ελιγμό αριστερά, αφού προηγουμένως γνωστοποίησε εγκαίρως την πρόθεσή του αυτή με τον αριστερό δείκτη αλλαγής κατεύθυνσης πριν ακόμη ο ενάγων ξεκινήσει την υπέρβαση και αφού βεβαιώθηκε ότι το τρίτο αυτοκίνητο του Σ.

Γ. τον ακολουθούσε από ικανή απόσταση...". Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε η προσβαλλόμενη απόφαση, διέλαβε στο αποδεικτικό της πόρισμα ασαφείς, ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων 17 παρ. 1, 3β και 5, 19 παρ. 2 και 20 Κ.Ο.Κ., κατά το μέρος που στήριξε την κρίση του το Εφετείο για την αποκλειστική υπαιτιότητα του αναιρεσείοντος στην πρόκληση του ενδίκου ατυχήματος.

Ειδικότερα ως προς το ουσιώδες αυτό ζήτημα, από τις προεκτεθείσες αναλυτικά παραδοχές, συνάγεται ότι το Εφετείο δέχεται ότι αποκλειστικά υπαίτιος του ατυχήματος και των αποτελεσμάτων αυτού υπήρξε ο αναιρεσείων. Δεν αιτιολογεί όμως αν ο πρώτος αναιρεσίβλητος οδηγός του ζημιογόνου οχήματος, όταν αντιλήφθηκε ότι ο οδηγός του προπορευομένου αυτού οχήματος μείωσε την ταχύτητά του προτιθέμενος να στρίψει δεξιά, πριν να ανάψει τον αριστερό δείκτη αλλαγής κατεύθυνσης του οχήματός του και επιχειρήσει ελιγμό προς τα αριστερά για να προσπεράσει το προπορευόμενο αυτοκίνητο αν έλεγξε ότι μπορούσε να πράξει τούτο με ασφάλεια και ειδικότερα αν έλεγξε ότι ο αναιρεσείων που κινείτο με τη μοτοσυκλέτα του πίσω από αυτόν, επιχειρούσε ήδη προσπέραση και εφόσον διαπίστωνε τούτο να παρέμεινε στη λωρίδα κυκλοφορίας του, όπως έκανε και ο οδηγός του οχήματος που τον ακολουθούσε, ο οποίος όχι μόνο παρέμεινε στην λωρίδα του αλλά κινήθηκε και δεξιά μειώνοντας την ταχύτητα του οχήματός του προκειμένου να διευκολύνει τον οδηγό της μοτοσυκλέτας, όπως ανέλεγκτα δέχθηκε και η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση.

Επίσης δεν αναφέρει αν ο πρώτος των αναιρεσιβλήτων επιχειρώντας να προσπεράσει από αριστερά το προπορευόμενο όχημα πόσο τμήμα του ρεύματος κυκλοφορίας του κατέλαβε και πόσο άφησε ελεύθερο ώστε να διαπιστωθεί αν ο αναιρεσείων αιφνιδιάσθηκε και αν είχε ή όχι χώρο για άλλο αποφευκτικό ελιγμό ή πέδηση, ακόμη δε δεν αναφέρει την απόσταση στην οποία βρίσκονταν η μοτοσικλέτα τη στιγμή που ο αναιρεσίβλητος επιχείρησε την προαναφερόμενη προσπέραση.

Με περιεχόμενες όμως εν λόγω ασάφειες και ανεπαρκείς αιτιολογίες, δεν μπορεί να κριθεί αν η σύγκρουση των οχημάτων θα αποφεύγονταν ή τα αποτελέσματά της θα περιορίζονταν αν δεν υπήρχε η ως άνω, κατά την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, αμελής συμπεριφορά του αναιρεσείοντα ή εάν η σύγκρουση θα επέρχονταν και χωρίς αυτήν, εάν δηλαδή υπάρχει ή όχι αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της αμελούς κατά την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, συμπεριφοράς του αναιρεσείοντος ή και της παραβίασης εκ μέρους του διατάξεων του ΚΟΚ και της συγκρούσεως και αν υπήρξε δυνατότητα από μέρους του αναιρεσείοντος άλλου αποφευκτικού ελιγμού ή πέδησης και τελικά αν υπήρχε ή όχι αποκλειστική υπαιτιότητά του ή συνυπαιτιότητά του.

Επίσης δεν μπορεί να κριθεί λόγω των προαναφερόμενων ελλείψεων αν υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της συμπεριφοράς του πρώτου αναιρεσίβλητου και της επιγενόμενης σύγκρουσης και αποκλειστική υπαιτιότητα αυτου ή συνυπαιτιότητά του. Έτσι όπως έκρινε το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του αναφορικά με το κρίσιμο και ουσιώδες ζήτημα της υπάρξεως αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της αμελούς συμπεριφοράς των οδηγών των εμπλεκόμενων οχημάτων και του επελθόντος από αυτήν επιζήμιου αποτελέσματος, όπως και της υπαιτιότητας ή συνυπαιτιότητας αυτών, ανεπαρκείς και ασαφείς αιτιολογίες που δεν επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή όχι εφαρμογή των διατάξεων που εφαρμόστηκαν.

Επομένως, είναι βάσιμος ο πρώτος λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για αναιρετική πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρ. 335, 338, 339, 340, 591 παρ. 1 και 681 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το δικαστήριο και στην ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημιές από αυτοκίνητο, για να σχηματίσει τη δικανική πεποίθησή του, πρέπει να λαμβάνει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι προς απόδειξη των ισχυρισμών τους, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Εξάλλου κατά το όρθρο 559 αριθ. 11 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, ιδρύεται λόγος αναίρεσης κατά της απόφασής του. Αρκεί δε για την ίδρυση του λόγου αυτού και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη τέτοια αποδεικτικά μέσα) υπό την προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος προς απόδειξη με το αποδεικτικό μέσο, ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.ΑΠ 2/2008), επιδρά δηλαδή στο διατακτικό της απόφασης.

Καμία, ωστόσο, διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλ` αρκεί η γενική μνεία των κατ` είδος αποδεικτικών μέσων που ελήφθησαν υπόψη. Μόνο αν από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο ότι ελήφθη υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος.

Ειδικώς δε, όταν πρόκειται για απόφαση ποινικού δικαστηρίου, το δικάσαν Εφετείο, δεν δεσμεύεται μεν από το περιεχόμενο αυτής και δύναται να καταλήξει σε αποδεικτικό πόρισμα αντίθετο εκείνης, πρέπει, όμως, εν όψει της σοβαρότητας του αποδεικτικού αυτού στοιχείου, να το αντικρούσει (ΑΠ 1436/2017, ΑΠ 240/2011, ΑΠ 704/2008).

Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων, με τον δεύτερο λόγο της κρινόμενης αίτησης, κατ` επίκληση πλημμέλειας από το άρθρο 559 αριθμ. 11γ`, μέμφεται το Εφετείο, ότι κατά την έρευνα της ουσιαστικής βασιμότητας της ένδικης αγωγής δεν έλαβε υπόψη την 2708/2016 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αγρινίου με την οποία κηρύχθηκε ένοχος ο πρώτος των αναιρεσιβλήτων για την σωματική βλάβη του αναιρεσείοντος, που του προκάλεσε κατά το ένδικο ατύχημα, την οποία απόφαση είχε επικαλεσθεί και προσκομίσει με τις προτάσεις που κατέθεσε ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου κατά τη συζήτηση της έφεσής του, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση και η οποία ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των προτάσεων που κατέθεσε ο αναιρεσείων κατά τη συζήτηση της έφεσής του κατά της με αριθμ. 13/2015 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αγρινίου, αυτός μεταξύ των άλλων εγγράφων που επικαλείται και προσκόμισε με τις προτάσεις είναι και η με αριθμ. 2708/2016 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αγρινίου, σύμφωνα με την οποία ο πρώτος των αναιρεσιβλήτων κηρύχθηκε ένοχος για τη σωματική βλάβη που προξένησε στο ένδικο ατύχημα σε βάρος του αναιρεσείοντα και του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 10 μηνών.

Η εν λόγω απόφαση παραδεκτά προσκομίσθηκε κατ' άρθρο 529 ΚΠολΔ, το πρώτον ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου γιατί εκδόθηκε μετά τη συζήτηση της αγωγής στο Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο. Περαιτέρω όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, ενώ αυτή καταλήγει ότι αποκλειστικά υπαίτιος του ενδίκου ατυχήματος και των αποτελεσμάτων αυτού υπήρξε ο αναιρεσείων, λόγος για τον οποίο απορρίπτει στο σύνολό της την αγωγή του, ουδεμία αναφορά κάνει στην με αριθμ. 2708/2016 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αγρινίου σύμφωνα με την οποία ο πρώτος των αναιρεσιβλήτων κηρύχθηκε ένοχος για τη σωματική βλάβη που προξένησε στο ένδικο ατύχημα σε βάρος του αναιρεσείοντα για την αμελή συμπεριφορά του που ειδικότερα αναλύεται στο σκεπτικό και το διατακτικό της και του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 10 μηνών.

Η προσβαλλόμενη απόφαση, αναφέρει βεβαίως ότι έλαβε υπόψη όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι είχαν επικαλεσθεί νομίμως και είχαν προσκομίσει, το γεγονός όμως ότι καταλήγει σε διαφορετικό αποδεικτικό πόρισμα από την ποινική αυτή απόφαση, χωρίς να την μνημονεύει, ούτε να την αντικρούει (ή να αναφέρει ότι δεν προσκομίστηκε), γεννά αμφιβολία για το αν πράγματι λήφθηκε υπόψη για το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος, η οποία είναι κρίσιμο αποδεικτικό στοιχείο και θα μπορούσε να είχε επηρεάσει τον δικανικό συλλογισμό του δικαστηρίου της ουσίας, για την απόδειξη του αγωγικού ισχυρισμού, περί της υπαιτιότητας του εναγομένου οδηγού.

Επομένως, και ο από το άρθρ. 559 αριθμ. 11 ΚΠολΔ, δεύτερος λόγος αναίρεσης, είναι βάσιμος. Κατ` ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος, ενώ παρέλκει η εξέταση των λοιπών λόγων αναίρεσης, λόγω της πλήρους αναιρετικής εμβέλειας των άνω γενόμενων δεκτών και να παραπεμφθεί η υπόθεση στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές εκτός εκείνων που την εξέδωσαν (άρθρ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Τέλος πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή στον αναιρεσείοντα του παραβόλου που κατέβαλε (άρθρ. 495 παρ. 4 ΚΠολΔ) και να καταδικαστούν οι αναιρεσίβλητοι, που ηττήθηκαν, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντα, που κατέθεσε και προτάσεις (άρθρ. 176, 183 ΚΠολΔ) κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ` αριθμ. 34/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλο δικαστή.

Διατάσσει την επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου στον αναιρεσείοντα. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντα, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα την 1η Μαρτίου 2019. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Απριλίου 2019.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ