Legislator Case Law & Legislation
441/2018 AI generated

441/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 441/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Νοεμβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

441/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

Keywords

AI generated
sale by sample nutrition claims pricing policy anti-dumping and anti-subsidy measures marketing standards feed – products and hygiene
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 441 / 2018 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 441/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A2’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Σακκά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη - Εισηγητή, Αβροκόμη Θούα, Μιλτιάδη Χατζηγεωργίου και Γεώργιο Αποστολάκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Νοεμβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Δ. Θ. του Θ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Θεοδώρα Πετρουλά - Πέτρου.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Χ. Π., κατοίκου ... και 2) εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "... ΠΡΟΪΟΝΤΩΝ", η οποία εδρεύει στη θέση "... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Πέτρο Κασιμάτη, ο οποίος ανακάλεσε την από 10-11-2017 δήλωσή του για παράσταση με το άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. και παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31-3-2011 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Σπάρτης.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 499/2013 του ίδιου Δικαστηρίου και 395/2015 του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 10-11-2016 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.

Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ’ ουσίαν.

Εξάλλου, κατά την έννοια του λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται συνεπώς εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (Ολ ΑΠ 1/1999).

Δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται μόνον όταν η πλημμέλεια αφορά παράβαση κανόνων ουσιαστικής φύσης και όχι δικονομικών διατάξεων, που ρυθμίζουν τη διαδικασία. Τέλος, δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.

Συνακόλουθα, τα επιχειρήματα ή οι κρίσεις του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και επομένως αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους.

Σε κάθε περίπτωση, ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι ορισμένος, εφόσον στο αναιρετήριο αναφέρεται σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια ή η αντιφατικότητα των αιτιολογιών της απόφασης, δηλαδή εφόσον προσδιορίζεται ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση ή πού εντοπίζονται οι αντιφάσεις σε σχέση με νόμιμο ισχυρισμό, που παραδεκτά προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε από το ίδιο το αναιρετήριο να προκύπτει η αποδιδόμενη στην απόφαση νομική πλημμέλεια (Ολ ΑΠ 20/2005).

Με τον από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως ο αναιρεσείων μέμφεται το Εφετείο ότι εφάρμοσε εσφαλμένα τις διατάξεις του άρθρου 481 ΑΚ, και σε κάθε περίπτωση με ανεπαρκείς και ασαφείς αιτιολογίες απέρριψε την αγωγή ως προς τον πρώτο των εναγομένων για έλλειψη παθητικής νομιμοποιήσεως, εφόσον η απαίτησή του αφορούσε στην ίδια παροχή και οι εναγόμενοι συνδέονταν μεταξύ τους με τον ίδιο κοινό σκοπό και γενεσιουργό λόγο, και ειδικότερα ο πρώτος εναγόμενος στην ένδικη σύμβαση πωλήσεως ενήργησε και ως αντιπρόσωπος της δεύτερης εναγομένης, όντας και αυτός μέλος της οικογενειακής επιχειρήσεως που διατηρούσε με τη σύζυγο και τα παιδιά του, χωρίς να του καταστήσει σαφές ότι η εκ της συμβάσεως ενέργεια δεν θα παραχθεί και γι’ αυτόν, αλλά μόνο για την αντιπροσωπευόμενη εταιρεία.

Από την επισκόπηση του δικογράφου της ένδικης αγωγής προκύπτει ότι ο αναιρεσείων - ενάγων, ενώ αρχικά εξέθετε ότι ο πρώτος εναγόμενος ήταν αυτός που ενδιαφέρθηκε στις 6- 3-2011 για την αγορά μανταρινιών, στη συνέχεια αναφέρει ότι όταν ο γιος του επισκέφθηκε τις εγκαταστάσεις της επιχειρήσεως του αγοραστή στο ...

για την είσπραξη του τιμήματος, ο τελευταίος του παρέδωσε τιμολόγιο στο όνομα της δεύτερης αναιρεσίβλητης, λέγοντάς του ότι έχει συστήσει εταιρεία από τον Απρίλιο 2010, και ότι τόσο ο ίδιος όσο και η σύζυγός του δεσμεύτηκαν ότι θα έρχονταν άμεσα στη ... για την παραλαβή και της υπόλοιπης ποσότητας μανταρινιών, πλην όμως για τη θεμελίωση της ευθύνης των εναγομένων αναφέρει ότι αυτοί πρέπει να υποχρεωθούν, αλληλεγγύως και εις ολόκληρον έκαστος, να του καταβάλουν το ποσόν του τιμήματος όλης της ποσότητας των μανταρινιών που συμφωνήθηκε να πωληθεί, "με την ιδιότητα που καθένας από αυτούς φέρει, ήτοι η δεύτερη των αντιδίκων ...

ως αγοράστρια των μανταρινιών και ο πρώτος από αυτούς ... ως αντιπρόσωπος αυτής (αγοράστριας εταιρείας) ενεργών και συμβληθείς μαζί μου κατ’ εντολή και για λογαριασμό της, όπως ρητά με διαβεβαίωσε". Επομένως, το Εφετείο, που απέρριψε την αγωγή ως απαράδεκτη για έλλειψη παθητικής νομιμοποιήσεως του πρώτου αναιρεσίβλητου, ορθά το νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε, και ειδικότερα τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 513 και 211 ΑΚ, τις οποίες σιωπηρά εφάρμοσε, εφόσον στο δικόγραφο η ευθύνη τούτου θεμελιώνεται στο ότι ενήργησε κατ’ εντολή και για λογαριασμό της δεύτερης αναιρεσίβλητης, δηλαδή ως άμεσος αντιπρόσωπός της.

Αντιθέτως, ορθά το Εφετείο δεν εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 481 ΑΚ, η οποία και δεν ήταν εφαρμοστέα στην προκειμένη περίπτωση. Εξάλλου, κατά το μέρος που ο αναιρεσείων μέμφεται το Εφετείο ότι με ανεπαρκείς και ασαφείς αιτιολογίες απέρριψε την αγωγή ως προς τον πρώτο αναιρεσίβλητο για έλλειψη διαδικαστικής προϋποθέσεως, ο λόγος είναι απαράδεκτος, εφόσον το δικαστήριο δεν ερεύνησε ως προς αυτόν την ουσία της υποθέσεως, δεν εκτίμησε δηλαδή πραγματικά περιστατικά, ώστε να υπάρξουν ελλείψεις στην περιγραφή τους.

Συνεπώς, ο πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως είναι αβάσιμος κατά το πρώτο μέρος και απαράδεκτος κατά το δεύτερο.

Περαιτέρω, από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε ως προς την ουσία της υποθέσεως τα ακόλουθα: "Ο ενάγων (και ήδη αναιρεσείων) είναι κατά κύριο επάγγελμα αγρότης και ασχολείται με την καλλιέργεια εσπεριδοειδών. Η εναγομένη εταιρεία (και ήδη δεύτερη αναιρεσίβλητη) έχει ως αντικείμενο την εμπορία και τυποποίηση εμπορικών προϊόντων.

Τον Μάρτιο του 2011 η τελευταία είχε σκοπό να αγοράσει από την περιοχή ... ποσότητα μανταρινιών τύπου "..." ... Την 6-3-2011 ο πρώτος εναγόμενος (και ήδη πρώτος αναιρεσίβλητος), ενεργώντας κατ’ εντολή και για λογαριασμό της εναγομένης εταιρείας, επικοινώνησε με τον ενάγοντα και συμφώνησαν μόνο στην αγορά 420 κλουβών μανταρινιών "...", κιλών μικτών 6.625 και καθαρών κιλών 5.910, κατόπιν αφαίρεσης του βάρους των κλουβών, με τιμή 0,57 ευρώ ανά κιλό, δηλαδή έναντι του συνολικού τιμήματος των 3.369 ευρώ.

Για τη συναλλαγή αυτή εκδόθηκε από την εναγόμενη εταιρεία ... δελτίο αποστολής - τιμολόγιο, ενώ το τίμημα συμφωνήθηκε να καταβληθεί μέχρι την 31-7-2011. Επειδή τα αγορασθέντα προϊόντα δεν κάλυπταν τις προδιαγραφές της εναγομένης εταιρείας, διότι αυτά είχαν οσμή και ήσαν χτυπημένα, αυτή δεν επιθυμούσε την περαιτέρω συνεργασία με τον ενάγοντα και την 8-3- 2011 του δήλωσε ότι δεν θα προβεί σε άλλες παραγγελίες μανταρινιών.

Στη συνέχεια ο ενάγων, παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις της εναγόμενης εταιρείας, αρνήθηκε να εισπράξει το τίμημα της πωληθείσας ποσότητας, με αποτέλεσμα να περιέλθει σε υπερημερία δανειστή. Για το λόγο αυτό η εναγόμενη εταιρεία του κοινοποίησε, την 28-9-2011, την από 20-9-2011 εξώδικη πρόσκληση, με την οποία του δήλωσε, ότι εξαιτίας της άρνησής του να λάβει το ποσό των 3.369 ευρώ, το κατέθεσε στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων Κορίνθου, οπότε και συστάθηκε το ...

γραμμάτιο παρακαταθήκης, το οποίο είχε κατατεθεί στη συμβολαιογράφο ... ... Κάλεσε δε τον ενάγοντα να παραλάβει από τη συμβολαιογράφο το γραμμάτιο παρακαταθήκης σε πλήρη και ολοσχερή εξόφληση των μεταξύ τους συμφωνηθέντων. Επομένως, είναι ουσιαστικά βάσιμος ο ισχυρισμός της εναγόμενης εταιρείας περί εξοφλήσεως, με δημόσια κατάθεση, του τιμήματος πωλήσεως της ανωτέρω ποσότητας μανταρινιών.

Αντίθετα, δεν αποδείχθηκε, ότι η εναγόμενη εταιρεία είχε συμφωνήσει να αγοράσει και την υπόλοιπη ποσότητα μανταρινιών της παραγωγής του ενάγοντος, ... αφού αυτή συμφώνησε και προέβη μόνο στην αγορά της ανωτέρω ποσότητας, προκειμένου να διαπιστώσει, αν το προϊόν πληρούσε όλες τις απαραίτητες προϋποθέσεις, προτού προβεί σε νέα παραγγελία".

Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, αφού εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που είχε απορρίψει το αίτημα της αγωγής για την καταβολή του υπολοίπου τιμήματος της πωλήσεως και του αναλογούντος Φ.Π.Α. ως μη νόμιμα, απέρριψε τελικά την αγωγή του αναιρεσείοντος ως ουσιαστικά αβάσιμη.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθά το νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε, και ειδικότερα τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 513, 349, 427, 430, 431 ΑΚ, διέλαβε δε στην απόφασή του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες σχετικά με την πώληση μόνο 420 κλουβών μανταρινιών, καθαρού βάρους 5.910 χγρ. και με τιμή 0,57 ευρώ ανά κιλό, δηλαδή έναντι συνολικού τιμήματος 3.369 ευρώ, οι οποίες και καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή εφαρμογή των ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, τις οποίες εφάρμοσε, και το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ειδικότερα, με σαφήνεια εκτίθεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι, πέραν της ως άνω ποσότητας, η εναγόμενη εταιρεία δεν είχε συμφωνήσει να αγοράσει και την υπόλοιπη ποσότητα μανταρινιών της παραγωγής του ενάγοντος, γιατί ήθελε να διαπιστώσει, αν το προϊόν πληρούσε όλες τις απαραίτητες προδιαγραφές, προτού προβεί σε νέα παραγγελία, μετά δε την άρνηση αυτού να εισπράξει το προσφερόμενο τίμημα, ορθά η αγοράστρια εταιρεία προέβη σε δημόσια κατάθεση του ως άνω ποσού, ειδοποιώντας σχετικά τον αναιρεσείοντα, και κατά συνέπεια ο από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ τέταρτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, κατά το δεύτερο μέρος του, είναι αβάσιμος.

Ο ίδιος λόγος, κατά το πρώτο μέρος του, με το οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση, γιατί χωρίς επαρκείς αιτιολογίες απέρριψε το κονδύλιο της αγωγής ως προς την επιδίκαση υπέρ αυτού χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης, είναι απαράδεκτος, εφόσον το Εφετείο δεν έκρινε ως προς το κονδύλιο αυτό της αγωγής επί της ουσίας, αλλά, κατ’ επικύρωση της αποφάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, έκρινε αυτό ως μη νόμιμο.

Συναφώς προς τα ανωτέρω, με τον από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως ο αναιρεσείων μέμφεται το Εφετείο, ότι ενώ δέχθηκε συντελεσμένη τη σύμβαση για το σύνολο της ποσότητας των μανταρινιών που διέθετε αυτός προς πώληση, στη συνέχεια κατέληξε ότι η μερική ποσότητα που αγοράσθηκε αρχικά δεν κάλυπτε τις προδιαγραφές της αγοράστριας και ότι για το λόγο αυτό η τελευταία του δήλωσε ότι δεν επιθυμεί περαιτέρω συνεργασία, παραδοχή που άντλησε αποκλειστικά από τα κατασκευασμένα έγγραφα που προσκόμισαν οι αναιρεσίβλητοι, αγνοώντας τις γνωματεύσεις των γεωπόνων που είχε προσκομίσει ο ίδιος, οι οποίοι απερίφραστα πιστοποιούσαν την αρτιότητα των πωληθέντων. Ο λόγος είναι απαράδεκτος, γιατί υπό την κατ’ επίφαση πλημμέλεια από τον αρ. 1 πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ). Σε κάθε περίπτωση, ο λόγος είναι αβάσιμος, γιατί στηρίζεται στην εσφαλμένη προϋπόθεση, ότι η αγοράστρια εταιρεία υπαναχώρησε από την επικαλούμενη σύμβαση για τη μεγαλύτερη ποσότητα μανταρινιών, ενώ το Εφετείο δέχθηκε αντιθέτως ότι δεν καταρτίσθηκε ποτέ αυτή η σύμβαση.

Με τον από το άρθρο 559 αρ. 1β ΚΠολΔ τρίτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως ο αναιρεσείων μέμφεται το Εφετείο ότι δέχθηκε δικαιολογημένη υπαναχώρηση της αγοράστριας εταιρείας από τη σύμβαση πωλήσεως των μανταρινιών, που προτάθηκε το πρώτον κατά την εκδίκαση της ένδικης αγωγής, παρά το ότι, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, θα έπρεπε για το ελάττωμα που διαπιστώθηκε διά της παραλαβής μέρους αυτών, που διατέθηκαν στη συνέχεια στην κατανάλωση, με ενδεχόμενο να προκληθεί βλάβη στους καταναλωτές, να είχε υπάρξει για όλα αυτά άμεση διαμαρτυρία στον προμηθευτή και να είχαν προβληθεί εγκαίρως τα όποια δικαιώματα παρέχονται στον αγοραστή σε περίπτωση ελαττωματικού πράγματος. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, γιατί οι αποδιδόμενες στην προσβαλλόμενη απόφαση αιτιάσεις για παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας δεν αφορούν στην ερμηνεία των κανόνων δικαίου, αλλά στην εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ Ολομ. 2/2008).

Ο προβλεπόμενος από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως για παραμόρφωση εγγράφου συνίσταται στο διαγνωστικό λάθος της αποδόσεως από το δικαστήριο της ουσίας σε αποδεικτικό, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔ, έγγραφο, περιεχομένου καταδήλως διαφορετικού από το αληθινό, εξαιτίας του οποίου καταλήγει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα.

Περαιτέρω, παραμόρφωση υπάρχει μόνο όταν το δικαστήριο υποπίπτει ως προς το έγγραφο σε διαγνωστικό λάθος, δηλαδή σε λάθος αναγόμενο στην ανάγνωση του περιεχομένου του (σφάλμα αναγνώσεως) με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προφανώς διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό, καθόσον στην περίπτωση αυτή πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων, που εκφεύγει του αναιρετικού ελέγχου (Ολομ.

ΑΠ 2/2008). Πάντως, για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναιρέσεως θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε και όταν το έχει απλώς συνεκτιμήσει μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος.

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον από το άρθρο 559 αρ. 20 ΚΠολΔ πέμπτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως ο αναιρεσείων μέμφεται το Εφετείο, ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο: α) των από 9-3-2011, 12-3-2011 και 23-3-2011 εγγράφων υπογεγραμμένων, αντίστοιχα, από τους ... Α.Ε., εμπόρους Ηρακλείου Κρήτης, κοινό περιεχόμενο των οποίων είναι τα παράπονα αυτών προς τη δεύτερη αναιρεσίβλητη για "έντονη μυρωδιά" των μανταρινιών, και β) το έγγραφο ιχνηλασιμότητας, από το οποίο προκύπτει ότι οι αγοραστές χώρισαν τη συνολική ποσότητα που αγόρασαν, δίδοντας ξεχωριστούς κωδικούς, οι δε κωδικοί που έδωσαν συμπίπτουν με κωδικούς παρτίδων που αφορούν προϊόντα άλλων παραγωγών και σε προγενέστερες ημερομηνίες, ενέργεια η οποία είναι ανεπίτρεπτη κατά νόμο.

Ο λόγος είναι προεχόντως απαράδεκτος, εφόσον με αυτόν δεν αποδίδεται στο Εφετείο διαγνωστικό λάθος ως προς το περιεχόμενο των ως άνω εγγράφων, αλλά λάθος εκτιμήσεως, σε κάθε δε περίπτωση ο λόγος είναι αβάσιμος, εφόσον το Εφετείο δεν στήριξε το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στα ως άνω έγγραφα, το περιεχόμενο των οποίων φέρεται ότι παραμορφώθηκε, αλλά τα συνεκτίμησε μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την μη ύπαρξη του αποδεικτέου γεγονότος.

Ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 11γ ΚΠολΔ ιδρύεται, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Με τη διάταξη αυτή, που αποτελεί εκδήλωση της αρχής της συζητήσεως (άρθρο 106 ΚΠολΔ), διασφαλίζεται η συμμόρφωση προς τα άρθρα 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ, ώστε να λαμβάνονται υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νομίμως προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι και μόνον αυτά.

Ο λόγος όμως είναι αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την προσβαλλόμενη απόφαση ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι προς απόδειξη των ισχυρισμών τους. Προς τούτο αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), που έλαβε υπόψη το δικαστήριο, χωρίς την ανάγκη ειδικής μνείας και αξιολογήσεως εκάστου και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη.

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον έκτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως ο αναιρεσείων μέμφεται το Εφετείο ότι, προκειμένου να καταλήξει στην κρίση του περί της μη καταρτίσεως άλλης συμβάσεως πωλήσεως, πέραν εκείνης της 6- 3-2011, λόγω μη καλύψεως των προδιαγραφών της αγοράστριας εταιρείας, δεν έλαβε υπόψη και δεν συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις τα εξής έγγραφα:

α) την από 11-3-2011 γεωπονική - γεωργοοικονομική γνωμάτευση της γεωπόνου Μ. Μ., β) την από 6-4-2011 γεωπονική γνωμάτευση της ίδιας γεωπόνου, γ) το από 6-3-2011 ζυγολόγιο με το καθαρό βάρος των παραληφθέντων μανταρινιών (6.625 κιλά), δ) τις από 26-3-2011 δηλώσεις των γεωπόνων και μελών του γεωτεχνικού επιμελητηρίου Γ. Μ., Χ. Κ., Κ.

Γ., Μ. Μ. και Γ. Σ., ε) την από 30-3-2011 γεωπονική γνωμάτευση της γεωπόνου Μ. Μ. και στ) το έγγραφο ιχνηλασιμότητας, από τα οποία προέκυπτε, κατά τους ισχυρισμούς του, η βασιμότητα της αγωγής του. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, γιατί από την περιεχόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαίωση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα, σε συνδυασμό με τις σκέψεις και το σύνολο των αποδεικτικών αναλύσεων που περιέχει στο αιτιολογικό της, δεν καταλείπεται καμιά απολύτως αμφιβολία ότι το Εφετείο, για την απόρριψη της αγωγής, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μαζί με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα και τα ως άνω έγγραφα, χωρίς να είναι υποχρεωμένο να κάνει ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγηση του καθενός.

Συναφώς προς τα ανωτέρω, είναι αβάσιμος ο από το άρθρο 559 αρ. 11γ ΚΠολΔ ενδέκατος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο ο αναιρεσείων μέμφεται το Εφετείο, ότι δεν έλαβε υπόψη την .../15-5-2015 ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα Κ. Β. ενώπιον της συμβολαιογράφου Κροκεών Λακωνίας Α. Γ., για το λόγο ότι δεν υπήρξε εμπρόθεσμη κλήτευση των αναιρεσίβλητων, ενώ θα έπρεπε να την λάβει υπόψη τουλάχιστον ως δικαστικό τεκμήριο, ως αποδεικτικό μέσο που δεν πληρούσε τους όρους του νόμου.

Ειδικότερα, το Εφετείο, ελέγχοντας αυτεπαγγέλτως την ύπαρξη εμπρόθεσμης κλητεύσεως των αναιρεσίβλητων, ενόψει του ότι η έλλειψη αυτή έχει ως συνέπεια το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο να μην είναι απλώς άκυρο αλλά ανύπαρκτο, καλώς δεν το έλαβε υπόψη ούτε ως δικαστικό τεκμήριο (ΑΠ 232/2014).

Ο από το άρθρο 559 αρ. 12 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, ότι το δικαστήριο της ουσίας παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, ιδρύεται μόνον όταν αυτό αποδίδει σε ορισμένο αποδεικτικό μέσο μεγαλύτερη ή μικρότερη αποδεικτική δύναμη από εκείνη που προσδίδει στο αποδεικτικό μέσο ο νόμος, ενώ δεν δημιουργείται όταν το δικαστήριο εκτιμώντας ελεύθερα τα αποδεικτικά μέσα, αποδίδει μεγαλύτερη ή μικρότερη αποδεικτική δύναμη σε ένα ή ορισμένα από αυτά.

Ως ισοδύναμα με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα λογίζονται και τα έγγραφα, ακόμη και τα δημόσια, για τα αποδεικτέα γεγονότα για τα οποία δεν αποτελούν πλήρη απόδειξη κατά τους ορισμούς των άρθρων 438, 439 και 441 ΚΠολΔ (ΑΠ 1125/2008). Στην προκειμένη περίπτωση με τον έβδομο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η από τον αριθ. 12 του άρθρο 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, για το λόγο ότι το Εφετείο παραβίασε την αποδεικτική δύναμη του από 6-3-2011 ζυγολογίου, από το οποίο προέκυπτε ότι η πραγματική ποσότητα μανταρινιών που παραλήφθηκε από τους αναιρεσίβλητους ήταν 6.625 κιλά και όχι 5.910 κιλά, ενώ αντιθέτως έδωσε αυξημένη αποδεικτική δύναμη στα επικαλούμενα από τους τελευταίους έγγραφα με ημερομηνίες 9-3-2011, 12-3-2011 και 23-3-2011, υπογεγραμμένα από τους ...

Α.Ε., εμπόρους Ηρακλείου Κρήτης, τα οποία δεν έχουν βέβαιη χρονολογία, ούτε έχουν θεωρηθεί για το γνήσιο της υπογραφής τους, καθώς και στην έκθεση ιχνηλασιμότητας. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, γιατί, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δεν προσέδωσε στα παραπάνω έγγραφα, αντίστοιχα, μικρότερη ή μεγαλύτερη αποδεικτική δύναμη από εκείνη που ο νόμος ορίζει, αλλά τα εκτίμησε ελεύθερα, κατ’ άρθρ. 340 ΚΠολΔ, μαζί με τα υπόλοιπα, κατ’ είδος αναφερόμενα, αποδεικτικά μέσα.

Σύμφωνα με το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως ή λόγου εφέσεως.

Αντιθέτως, δεν αποτελούν "πράγματα" η αιτιολογημένη άρνηση, οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, καθώς και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Εξάλλου, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ Ολομ. 12/1991), γεγονός που συντρέχει στην τελευταία περίπτωση και όταν το δικαστήριο δέχθηκε ως αποδειχθέντα γεγονότα αντίθετα από εκείνα που συγκροτούν τον ισχυρισμό, οπότε τον αντιμετωπίζει και τον απορρίπτει εκ των πραγμάτων κατ’ ουσία.

Με τον όγδοο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως ο αναιρεσείων μέμφεται το Εφετείο, γιατί δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν εκ μέρους του και είχαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, και ειδικότερα α) τη συναλλακτική συνήθεια των παραγωγών να πωλούν το σύνολο της παραγωγής τους που ήταν αποθηκευμένη στον ψυκτικό θάλαμο, β) την απόκρουση άλλης ευκαιρίας για την πώληση όλης της ποσότητας των μανταρινιών που είχε αποθηκεύσει σε ψυκτικό θάλαμο και γ) τη δυσφήμηση που υπέστη στην αγροτική κοινωνία της ...

από την μη αγορά και της υπόλοιπης ποσότητας που είχε συμφωνηθεί να αγοράσουν οι αναιρεσίβλητοι. Ο λόγος είναι αβάσιμος, γιατί οι ως άνω αιτιάσεις στηρίζονται στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι η μεταξύ των διαδίκων συμφωνία πρόβλεπε την πώληση του συνόλου της παραγωγής μανταρινιών, που διέθετε ο ενάγων, ενώ, σύμφωνα με τα όσα εκτέθηκαν κατά την έρευνα του δευτέρου λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως, το Εφετείο δέχθηκε ότι μία μόνο σύμβαση πωλήσεως καταρτίσθηκε, αυτή της 6-3-2011, και η δεύτερη αναιρεσίβλητη δεν προέβη στην αγορά άλλης ποσότητας μανταρινιών, γιατί το προϊόν που αγόρασε δεν πληρούσε τις προδιαγραφές που ήθελε αυτή.

Ο εκ του άρθρου 559 αρ. 10 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, ότι το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη, είναι αβάσιμος, αν από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το δικαστήριο σχημάτισε την κρίση του από τα μνημονευόμενα σ’ αυτήν (απόφαση) αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 772/2006). Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, αφού έλαβε υπόψη τα αποδεικτικά μέσα της υπόθεσης (καταθέσεις μαρτύρων, ένορκες βεβαιώσεις και τα με επίκληση προσκομισθέντα έγγραφα), σχημάτισε την κρίση του και κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, με το οποίο δέχθηκε αυτά που εκτέθηκαν κατά την έρευνα του δευτέρου λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως, και ειδικότερα ότι μία μόνο σύμβαση πωλήσεως καταρτίσθηκε, αυτή της 6-3-2011, και η δεύτερη αναιρεσίβλητη δεν προέβη στην αγορά άλλης ποσότητας μανταρινιών, γιατί το προϊόν που αγόρασε από τον αναιρεσείοντα δεν πληρούσε τις προδιαγραφές που ήθελε αυτή. Επομένως, το Εφετείο δεν δέχθηκε παρά το νόμο πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη και ο εκ του άρθρου 559 αρ. 10 ΚΠολΔ ένατος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, που υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.

Η σταθερή εκδήλωση ορισμένης συμπεριφοράς ή συγκεκριμένου τρόπου ενέργειας για μακρό χρόνο δημιουργεί συνήθεια, η οποία, αν και δεν προάγεται σε κανόνα δικαίου (έθιμο), καθόσον η συμμόρφωση προς αυτή δεν γίνεται με τη συνείδηση της αναγκαιότητάς της ως τοιούτου, χρησιμεύει ωστόσο για την ερμηνεία ή τη συμπλήρωση των δικαιοπραξιών, αφού οι συναλλασσόμενοι εντός του κύκλου, όπου η συνήθεια έχει επικρατήσει, λογίζονται ότι τη γνωρίζουν και την αποδέχονται, εκτός αν έχουν εκφρασθεί σαφώς περί του αντιθέτου.

Το περιεχόμενο των συνηθειών αυτών συνιστά τα συναλλακτικά ήθη. Η παράβαση των συναλλακτικών ηθών ιδρύει τον από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως, εφόσον η εφαρμογή τους επιβάλλεται από κανόνα δικαίου (λ.χ. ΑΚ 197, 200, 288, 388), οπότε και η παραβίαση των συναλλακτικών ηθών, ως δευτερογενούς κανόνα δικαίου, οδηγεί σε παραβίαση του αντίστοιχου κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, ο οποίος προβλέπει την εφαρμογή τους.

Αν, αντιθέτως, ο διάδικος επικαλείται τα συναλλακτικά ήθη ως γενεσιουργό λόγο του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, η οποία, έτσι, ευρίσκει έρεισμα στις διατάξεις των άρθρων 361 και 288 ΑΚ, τότε η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να λάβει υπόψη τον ισχυρισμό αυτό θεμελιώνει τον από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως (ΑΠ 1510/2003).

Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων με τον δέκατο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως μέμφεται το Εφετείο, ότι παραβίασε τα συναλλακτικά ήθη σχετικά με την πώληση αγροτικών προϊόντων στη φάση που διατηρούνται σε ψυκτικό θάλαμο, οπότε κατά την κρατούσα συνήθεια στην περιοχή του, αλλά και κατά πάγια δική του τακτική, πωλείται όλο το προϊόν (από κτήμα ή από ψυκτικό θάλαμο) σε έναν έμπορο, ακόμη και αν δεν επιτευχθεί υψηλή τιμή πωλήσεως, η τακτική δε αυτή εφαρμόσθηκε και στην ένδικη περίπτωση, παραλείποντας δε το Εφετείο να λάβει υπόψη τη συναλλακτική αυτή συνήθεια οδηγήθηκε στο εσφαλμένο συμπέρασμα του περιορισμού του εύρους της πωλήσεως στην ελάχιστη ποσότητα των 5.910 χγρ.

μανταρινιών, σε κάθε δε περίπτωση η διαπίστωση αυτή συνιστά παράβαση των συναλλακτικών ηθών, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 288 ΑΚ. Ο λόγος αυτός, κατά το μέρος που επιχειρείται θεμελίωση αυτού στο άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος, εφόσον στην ένδικη υπόθεση δεν τέθηκε στο Εφετείο ζήτημα εφαρμογής των διατάξεων εκείνων που επιβάλλουν την εφαρμογή των συναλλακτικών ηθών ως κανόνων δευτερογενούς δικαίου, ενώ αν ήθελε υποτεθεί ότι ο αναιρεσείων επικαλείται τα συναλλακτικά ήθη ως γενεσιουργό λόγο του δικαιώματός του, επιχειρώντας να θεμελιώσει αναιρετική πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, ο λόγος είναι απαράδεκτος, εφόσον το πρώτον με το δικόγραφο της αναιρέσεως και όχι με την αγωγή του επικαλέσθηκε την τοπική αυτή συναλλακτική συνήθεια, και κατά συνέπεια το δικαστήριο της ουσίας δεν παρέλειψε να λάβει υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και είχαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Κατ’ ακολουθίαν τούτων πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως, να καταδικασθεί ο αναιρεσείων ως ηττώμενος διάδικος στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσίβλητων (άρθρο 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ) και να διαταχθεί, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ, η εισαγωγή του οικείου παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 10 Νοεμβρίου 2016 αίτηση του Δ. Θ. για αναίρεση της 395/2015 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, και τα ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο οικείο Δημόσιο Ταμείο.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 27 Φεβρουαρίου 2018.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 1η Μαρτίου 2018.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ