441/2016 · 441/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Summary
AI generatedΑπόφαση 441 / 2016 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 441/2016 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β1’ Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές: Ευφημία Λαμπροπούλου, Aντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Στυλιανή Γιαννούκου, Γεώργιο Αναστασάκο, Σοφία Καρυ...
Full Text of the Judgment · 441/2016
Απόφαση 441 / 2016 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 441/2016
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές: Ευφημία Λαμπροπούλου, Aντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Στυλιανή Γιαννούκου, Γεώργιο Αναστασάκο, Σοφία Καρυστηναίου και Μαρία Νικολακέα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του την 1η Δεκεμβρίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου με την επωνυμία "Οργανισμός Ελληνικών Γεωργικών Ασφαλίσεων" (ΕΛ.Γ.Α.) που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τις πληρεξούσιες δικηγόρους του Αναστασία Κουτσαύτη και Δροσιά Μπάκου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσίβλητου: Ε. Σ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως λόγω της ιδιότητάς του ως δικηγόρου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-2-2011 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Βεροίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 58/2012 του ίδιου δικαστηρίου και 31/2013 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βεροίας.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 24-9-2014 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Σοφία Καρυστηναίου ανέγνωσε την από 9-3-2015 έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος από την υπηρεσία Αρεοπαγίτη Μιχαήλ Αυγουλέα, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Κατά μεν το άρθρο 91 παρ. 1 του ν.δ. 3026/1954 "περί του κώδικος δικηγόρων", που έχει εν προκειμένω εφαρμογή ως εκ του χρόνου καταρτίσεως της μεταξύ των διαδίκων συμβάσεως εντολής και του χρόνου εκτελέσεως αυτής: "ο δικηγόρος δικαιούται να λάβει παρά του εντολέως αυτού, πλην της δαπάνης, δικαστηριακής ή άλλης, την οποίαν εξ ιδίων κατέβαλε, και αμοιβήν δια πάσαν εργασίαν αυτού δικαστικήν ή εξώδικον", κατά δε το άρθρο 92 παρ. 1 του ίδιου κώδικα "τα της αμοιβής του δικηγόρου κανονίζονται κατά συμφωνίαν μετά του εντολέως αυτού, εν ουδεμιά όμως περιπτώσει επιτρέπεται η αμοιβή να υπολείπεται των εν άρθρω 98 και επόμενα ελαχίστων ορίων". Σύμφωνα δε με το εδ. β της τελευταίας αυτής διατάξεως, που είχε προστεθεί με το άρθρο 5 παρ. 3 ν.δ. 4272/1962 και αντικαταστάθηκε με το άρθρο 8 ν. 1093/1980 "πάσα συμφωνία περί λήψεως μικροτέρας αμοιβής είναι άκυρος ανεξαρτήτως χρόνου συνάψεώς της". Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών, οι οποίες αποσκοπούν όχι μόνο στην προστασία του ιδιωτικού συμφέροντος του δικηγόρου ως εργαζομένου αλλά και στην κατοχύρωση του κύρους του δικηγόρου ως θεράποντος του δημοσίου συμφέροντος, προκύπτει ότι η αμοιβή του δικηγόρου κανονίζεται με συμφωνία αυτού και του εντολέως του, η οποία μπορεί να αφορά μία μόνο κατ’ ιδίαν πράξη ή το σύνολο των πράξεων που αφορούν συγκεκριμένη υπόθεση. Και αν δεν καταρτίστηκε συμφωνία για την αμοιβή ο δικηγόρος δικαιούται ως αμοιβή τα ελάχιστα όρια αυτής, που ορίζονται από τα άρθρα 98 και επ. του κώδικα περί δικηγόρων. Η σύμβαση μεταξύ του δικηγόρου και του πελάτη του, με την οποία ο δεύτερος αναθέτει στον πρώτο το δικαστικό ή εξώδικο χειρισμό μιας υποθέσεώς του και αναλαμβάνει την υποχρέωση να του καταβάλει για το σύνολο των ενεργειών του ορισμένη αμοιβή είναι καθαρά και δεν τελεί υπό την αίρεση της επιτυχούς εκβάσεως της δίκης (άρθρο 92 παρ. 3, 4 και 5 κώδικα περί δικηγόρων). Κάθε συμφωνία για λήψη κατώτερης αμοιβής από τα ανωτέρω καθοριζόμενα όρια είναι άκυρη, ανεξάρτητα από το χρόνο συνάψεώς της (πριν ή μετά την εκτέλεση της συμφωνημένης εργασίας) και τη μορφή υπό την οποία συνάπτεται (άφεση χρέους κατά το άρθρο 454 Α.Κ., παραίτηση κατά το άρθρο 156 Α.Κ. ή άλλη συμφωνία) και θεωρείται, κατά τα άρθρα 174 και 180 Α.Κ., ως μη γενομένη (Ολ. Α.Π. 10/2012). Εξάλλου για να είναι ορισμένη η αγωγή με την οποία ο δικηγόρος ζητεί την επιδίκαση της αμοιβής που συμφωνήθηκε με τον εντολέα του για δικαστικές και εξώδικες ενέργειες συναφείς με το δικηγορικό επάγγελμα, μετά την εκτέλεση τούτων, αρκεί στο δικόγραφο αυτής να μνημονεύονται: α) η συμφωνία περί εντολής και του ύψους της αμοιβής και β) η εκτέλεση της εντολής αυτής με την ενέργεια των αναγκαίων για τη διεκπεραίωση της ανατεθείσας υπόθεσης δικαστικών και εξώδικων πράξεων (Α.Π. 1388/2015, Α.Π. 556/2009). Όμως, όταν δεν υπάρχει συμφωνία ή η υπάρχουσα προβλέπει αμοιβή κατώτερη των ελάχιστων ορίων ή η συμφωνηθείσα αμοιβή καθορίσθηκε στην προβλεπόμενη από τα άρθρα 98 επ. του κώδικα των δικηγόρων αμοιβή σε ποσοστό επί της αξίας του αντικειμένου της δίκης ή της δικαιοπραξίας, για το ορισμένο της αγωγής του δικηγόρου απαιτείται, εκτός από τα προαναφερόμενα στοιχεία, και η αναγραφή της αξίας του αντικειμένου της δίκης ή της δικαιοπραξίας, που λαμβάνεται υπόψη για τον υπολογισμό της οφειλόμενης εκάστοτε αμοιβής (Α.Π. 556/2009). Περαιτέρω από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 100 παρ. 1 και 2, 107 παρ. 1 και 2 και 110 παρ. 1 του κώδικα περί δικηγόρων προκύπτει ότι, αν δεν υπάρχει ειδική συμφωνία, το ελάχιστο όριο της αμοιβής του δικηγόρου του ενάγοντος ορίζεται για τη σύνταξη αγωγής σε ποσοστό 2% επί της αξίας του αντικειμένου αυτής και για τη σύνταξη προτάσεων για την πρώτη συζήτηση στο μισό αυτού (1%), ενώ για το δικηγόρο του εναγομένου είναι ίσο προς το οριζόμενο για τη σύνταξη της αγωγής (2%). Τέλος κατά το άρθρο 680 Κ.Πολ.Δ., το οποίο από την 1-1-2016 έχει εμμέσως αλλά σαφώς καταργηθεί με το τέταρτο άρθρο του ν. 4335/2015, εφαρμόζεται όμως στην προκειμένη περίπτωση ως εκ του χρόνου ασκήσεως της ένδικης αγωγής: "Το δικόγραφο της αγωγής ή η έκθεση πρέπει να περιέχει, εκτός από όσα ορίζονται στο άρθρο 216, και πίνακα που αναγράφει λεπτομερώς τις ζητούμενες αμοιβές ή τις αποζημιώσεις και τα έξοδα. Κάθε εργασία ή πράξη πρέπει να αναγράφεται χωριστά και απέναντί της ιδιαιτέρως η αμοιβή ή η αποζημίωση και τα έξοδα που έχουν καταβληθεί και μετά την απαρίθμηση τους πρέπει να αναγράφεται το άθροισμα των αμοιβών ή των αποζημιώσεων και των δικαστικών εξόδων. Αν κάποιο ποσό έχει προκαταβληθεί πρέπει να αναγράφεται κάτω από το άθροισμα, να αφαιρείται και να σημειώνεται το συνολικό ποσό του οποίου η πληρωμή επιδιώκεται με την αγωγή". Στην προκειμένη περίπτωση με την από 1-2-2011 αγωγή του επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση ο ήδη αναιρεσίβλητος εξέθεσε τα εξής: Ότι με το .../4-3-2009 έγγραφο του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου ορίσθηκε πληρεξούσιος δικηγόρος του για την ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Βεροίας παράσταση και εκπροσώπησή του, στη δικάσιμο της 11-3-2009 και σε κάθε μετ’ αναβολή δικάσιμο, για την αντίκρουση της από 4-12-2008 αγωγής του Α. Τ. με την οποία ο τελευταίος ζητούσε να υποχρεωθεί το εναγόμενο να του καταβάλει το ποσό των 457.165,86 ευρώ. Ότι σε εκτέλεση της ανατεθείσης σ’ αυτόν από το εναγόμενο εντολής παραστάθηκε ενώπιον του προαναφερόμενου δικαστηρίου κατά την αρχικά ορισθείσα δικάσιμο της 11-3-2009, κατά την οποία αναβλήθηκε η συζήτηση της υποθέσεως για τις 23-9-2009, στη συνέχεια δε παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις ενώπιον του ίδιου δικαστηρίου κατά την πιο πάνω μετ’ αναβολήν δικάσιμο. Ότι επί της υποθέσεως αυτής εκδόθηκε η 16/ΤΠ/2011 απόφαση του πιο πάνω δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε στο σύνολό της η αγωγή. Ότι η αμοιβή του για την προσφερθείσα εργασία του ανέρχεται, σύμφωνα με τις διατάξεις του κώδικα περί δικηγόρων, στο ποσό των 9.143,31 ευρώ (457.165,86 X 2%). Ότι έναντι της πιο πάνω οφειλής του το εναγόμενο του κατέβαλε το ποσό των 1.400 ευρώ και του οφείλει το υπόλοιπο, ανερχόμενο σε 7.743,31 ευρώ. Ζήτησε δε να υποχρεωθεί το εναγόμενο να του καταβάλει το τελευταίο αυτό ποσό νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής. Με αυτό το περιεχόμενο και αίτημα η αγωγή ήταν πλήρως ορισμένη, αφού περιείχε όλα τα στοιχεία που αναφέρθηκαν προηγουμένως, τα οποία είναι αναγκαία για τη νόμιμη θεμελίωσή της. Δεν ήταν δε αναγκαίο για το ορισμένο της: α) να αναφέρεται ρητώς αν υπήρξε ή όχι συμφωνία για το ύψος της αμοιβής του ενάγοντος, αφού ο τελευταίος, μη επικαλούμενος την ύπαρξη τέτοιας συμφωνίας, ορθώς ζήτησε την προβλεπόμενη από τον κώδικα περί δικηγόρων αμοιβή ή β) να παρατίθεται ο αναφερόμενος στο άρθρο 680 Κ.Πολ.Δ. πίνακας, αφού η παράθεση του πίνακα αυτού προϋποθέτει την εκτέλεση πλειόνων εργασιών για καθεμία από τις οποίες πρέπει να αναγράφεται χωριστά η αμοιβή ή η αποζημίωση και τα έξοδα που έχουν καταβληθεί καθώς και το άθροισμα αυτών, εν προκειμένω δε ο ενάγων ζήτησε αμοιβή για μία μόνη εργασία (σύνταξη εγγράφων προτάσεων).
Συνεπώς το δικαστήριο της ουσίας, το οποίο έκρινε ότι η αγωγή ήταν ορισμένη, δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 560 αριθ. 1 εδ. α Κ.Πολ.Δ. αρκούμενο σε λιγότερα από όσα απαιτεί ο νόμος για την πληρότητα αυτής, και γι’ αυτό ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο το αναιρεσείον υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και ως εκ τούτου απορριπτέος. 2. Κατά το άρθρο 281 Α.Κ. η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικώς όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν την γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού τείνει στην ανατροπή καταστάσεως που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο, με επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο. Απαιτείται δηλαδή για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο από τη συμπεριφορά του δικαιούχου σε συνάρτηση και με εκείνη του υποχρέου και μάλιστα ευλόγως η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Απαιτείται ακόμη οι πράξεις του υποχρέου και η υπ’ αυτού δημιουργηθείσα κατάσταση, επαγομένη ιδιαιτέρως επαχθείς για τον υπόχρεο επιπτώσεις, να τελούν σε αιτιώδη σύνδεσμο με την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου. Μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου και όταν ακόμη δημιούργησε την εύλογη πεποίθηση στον υπόχρεο ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται αυτό να ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική την μεταγενέστερη άσκηση αυτού αλλά απαιτείται να συντρέχουν προσθέτως ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες κυρίως από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του υποχρέου, ενόψει των οποίων και της αδρανείας του δικαιούχου, η επακολουθούσα άσκηση του δικαιώματος, τείνουσα στην ανατροπή της διαμορφωθείσης καταστάσεως υπό τις ανωτέρω ειδικές συνθήκες και διατηρηθείσης για αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα, να εξέρχεται των υπό της ανωτέρω διατάξεως διαγραφομένων ορίων. Η αδράνεια δε αυτή του δικαιούχου, που δεν είναι απαραίτητο να προκαλεί αφόρητες ή δυσβάστακτες για τον υπόχρεο συνέπειες, αρκούσης της επελεύσεως δυσμενών απλώς για τα συμφέροντά του επιπτώσεων, πρέπει να υφίσταται επί μακρό χρονικό διάστημα, κατώτερο όμως του προβλεπομένου από το νόμο για την παραγραφή του δικαιώματος από τότε που ο δικαιούχος μπορούσε να ασκήσει το δικαίωμά του (Ολ. Α.Π 10/2012). Η παραπάνω διάταξη που έχει έντονο το χαρακτήρα δημοσίας τάξεως εφαρμόζεται και επί δικαιωμάτων που απορρέουν από άλλες επίσης δημοσίας τάξεως διατάξεις, όπως είναι οι αξιώσεις των δικηγόρων προς καταβολή της ελάχιστης αμοιβής τους για την παροχή των νομικών υπηρεσιών τους, που ορίζονται από τις διατάξεις των άρθρων 92 παρ. 1, 98, 100 επ. του κώδικα περί δικηγόρων (Ολ. Α.Π. 33 και 34/2005). Και ναι μεν σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί στην προηγούμενη σκέψη η τυχόν συμφωνία του δικηγόρου με τον εντολέα για τη λήψη αμοιβής κατώτερης των ελαχίστων ορίων που καθορίζονται στα άρθρα 98 επ. του κώδικα περί δικηγόρων (με τη μορφή της αφέσεως χρέους ή της παραιτήσεως κλπ.) είναι άκυρη. Όμως η αφορμή ή οι συνθήκες με τις οποίες έγινε η παραίτηση του δικηγόρου από κάθε απαίτησή του για δικηγορική αμοιβή, το περιεχόμενο της έγγραφης παραιτήσεώς του κλπ. μπορούν ν’ ασκήσουν επιρροή για την εκτίμηση της αντιθέσεως της συμπεριφοράς του στην καλή πίστη, αφού ανεξάρτητα από την ακυρότητα της παραιτήσεως η αβίαστη παραίτηση του δικηγόρου από την καταβολή της επιπλέον αμοιβής καθιστά κακόπιστη την εν συνεχεία διεκδίκησή της (Α.Π. 1512/2010). Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη απόφασή του το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε, κατά το μέρος που ενδιαφέρει τον αναιρετικό έλεγχο, τα εξής: "Στον ενάγοντα και ήδη εφεσίβλητο, δικηγόρο του Πρωτοδικείου Βέροιας, ανατέθηκε δυνάμει του... /4-3-2009 εγγράφου του εκκαλούντος-εναγομένου η εκπροσώπηση του τελευταίου ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Βέροιας κατά τη δικάσιμο της 11-3-2009 και σε κάθε μετ’ αναβολή δικάσιμο, για την αντίκρουση της από 4-12-2008 αγωγής του Α. Τ. που στρεφόταν εναντίον του εκκαλούντος και με την οποία ζητούσε να του επιδικαστεί το ποσό των 457.165,86 ευρώ. Στην ανωτέρω εντολή δεν γίνεται αναφορά στο ύψος της αμοιβής του ενάγοντα-εφεσιβλήτου και συνεπώς, αφού δεν προκύπτει ιδιαίτερη συμφωνία, αυτή θα πρέπει να προσδιοριστεί από τον κώδικα περί δικηγόρων... ήτοι σε ποσοστό 2% επί του αντικειμένου της αγωγής που εκδικάσθηκε, ήτοι επί του ποσού των 457.165,86 ευρώ. Ο εφεσίβλητος αποδεχόμενος την εντολή παραστάθηκε κατά τη δικάσιμο της 11-2-2009, οπότε και η συζήτηση αναβλήθηκε για τη δικάσιμο της 23-9-2009. Η αγωγή τελικά συζητήθηκε κατά την ορισθείσα μετ’ αναβολή δικάσιμο και ο ενάγων παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις στις 2-9-2009, όπως προκύπτει από τη σφραγίδα που έθεσε η γραμματέας επί των κατατεθειμένων προτάσεων. Επί της αγωγής εκδόθηκε η... 16/ΤΠ/2011 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Βέροιας, που απέρριψε αυτή. Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω ο ενάγων-εφεσίβλητος δικαιούται ως αμοιβή για την εργασία που παρείχε, ήτοι για τη σύνταξη και κατάθεση προτάσεων, το ποσό των 9.143,31 ευρώ (457.165,86 ευρώ Χ 2%), σύμφωνα με τον κώδικα περί δικηγόρων. Αμέσως μετά την εκδίκαση της υπόθεσης ο εφεσίβλητος-ενάγων, μετά από συνεννόηση με τα αρμόδια όργανα του εκκαλούντος-εναγομένου και προς κάλυψη των δαπανών και της ελάχιστης εισπραττόμενης από το σύλλογο αμοιβής του, εξέδωσε την... ...2009 απόδειξη παροχής υπηρεσιών, ποσού 1.400 ευρώ, την οποία απέστειλε στον εκκαλούντα-εναγόμενο, όπως προκύπτει από το με ημεροχρονολογία 24-9-2009 έγγραφο του εφεσιβλήτου προς τον εκκαλούντα, ζητώντας να καταβληθεί το ανωτέρω ποσό στον αναφερόμενο στο έγγραφο λογαριασμό της ΑΤΕ. Στο ανωτέρω ποσό περιλαμβανόταν το ποσό των 374 ευρώ που προεισπράχθηκε από το δικηγορικό σύλλογο Βέροιας ως παράσταση για το πολυμελές πρωτοδικείο (το σχετικό παράβολο αποστάλθηκε με την απόδειξη παροχής υπηρεσιών) καθώς και τα έξοδα για τη σύνταξη προτάσεων, την εξέταση μαρτύρων και τη λήψη αντιγράφων. Ο εκκαλών-εναγόμενος σε εύλογο χρονικό διάστημα του κατέβαλε το ανωτέρω ποσό... προβαίνοντας στην προβλεπόμενη από το νόμο παρακράτηση φόρου επί του ποσού των 1.026 ευρώ το οποίο θεώρησε ως αμοιβή (1.400 - 374 = 1.026 -20% = 820,80 ευρώ). Ο εφεσίβλητος-ενάγων, αναμένοντας την καταβολή του υπολοίπου της αμοιβής του, το οποίο ανερχόταν στο ποσό των 7.743,31 ευρώ (9.143,31 - 1.400), οχλούσε τον εκκαλούντα-εναγόμενο επανειλημμένα... χωρίς όμως αποτέλεσμα. Έτσι μετά την πάροδο εύλογου χρονικού διαστήματος άσκησε την αγωγή επί της οποίας εκδόθηκε η εκκαλουμένη. Ο ισχυρισμός του εκκαλούντος ότι ο εφεσίβλητος προσδιόρισε μονομερώς το ύψος της αμοιβής του, παραιτούμενος εμμέσως από την προβλεπόμενη στον κώδικα περί δικηγόρων, καθώς και ότι ουδέποτε ζήτησε την καταβολή επιπλέον αμοιβής, πρέπει να απορριφθεί αφού δεν αποδείχθηκε κάτι τέτοιο, άλλωστε... η εντολή από τον εκκαλούντα δίνεται σε μόνιμο συνεργάτη δικηγόρο με πάγια αντιμισθία είτε σε άμισθο εξωτερικό δικηγόρο που αμείβεται με ελάχιστη αμοιβή σύμφωνα με τις διατάξεις του κώδικα περί δικηγόρων, επιπλέον γνωρίζει το δικαστήριο από τα διδάγματα κοινής πείρας και λογικής, που λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως, ότι είναι διαφορετική η αμοιβή μόνιμου συνεργάτη νομικού και άλλη άμισθου εξωτερικού συνεργάτη. Περαιτέρω η πάροδος του εύλογου χρονικού διαστήματος από τον Οκτώβριο 2009 μέχρι το Φεβρουάριο 2011, οπότε και ασκήθηκε η αγωγή, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι ο εφεσίβλητος οχλούσε τον εκκαλούντα, εισπράττοντας διαβεβαιώσεις περί καταβολής του ποσού, δεν μπορούν να στηρίξουν τη δημιουργία εύλογης πεποίθησης του εκκαλούντος περί μη ασκήσεως από τον εφεσίβλητο του δικαιώματός του για την καταβολή του υπολοίπου της αμοιβής του, που οφειλόταν με βάση τα προβλεπόμενα από τον κώδικα περί δικηγόρων όρια αμοιβών, αλλά ακριβώς το αντίθετο, αφού δεν αποδείχθηκε ότι ο εφεσίβλητος γνωστοποίησε στον εκκαλούντα την πρόθεσή του ή άφησε να εννοηθεί ότι δεν θα επιδιώξει την καταβολή αμοιβής σύμφωνα με τα κατώτατα όρια του κώδικα δικηγόρων, το δε χρονικό διάστημα που μεσολάβησε είναι και ενδεικτικό της υπομονής του εφεσίβλητου που επέδειξε προ της άσκησης της αγωγής. Κατόπιν των ανωτέρω δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι καθίσταται καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος του εφεσιβλήτου να ζητήσει τη νόμιμη αμοιβή του, αφού οι εκτιθέμενες περιστάσεις δεν δικαιολογούν τη δημιουργία τέτοιας πεποίθησης και μάλιστα σε σημείο που η μεταγενέστερη άσκηση των νομίμων αξιώσεων του εφεσιβλήτου, αντικειμενικά εκτιμώμενη, να παρέχει έντονη εντύπωση της αδικίας και να έρχεται σε προφανή αντίθεση προς τις αρχές της καλής πίστης και των χρηστών ηθών. Άλλωστε αν ο εκκαλών, κατά τους ισχυρισμούς του, καταβάλλει αμοιβές στους συνεργαζόμενους εξωτερικούς συνεργάτες σύμφωνα με τα γραμμάτια προείσπραξης δικηγορικών αμοιβών, κατά πάγια και γενικώς γνωστή τακτική του, όφειλε όταν έδινε την εντολή στον εφεσίβλητο-ενάγοντα, παραστάντα δικηγόρο, να του καταστήσει σαφή με το έγγραφό του τον τρόπο αμοιβής προς διασάφηση και αποφυγή παρεξηγήσεων και όχι να θεωρεί δεδομένο ότι ο εφεσίβλητος γνώριζε τον τρόπο αμοιβής του εκκαλούντος, ώστε να είναι αυτονόητο γι’ αυτόν (εφεσίβλητο) ότι δεν θα του ανατίθετο η εντολή αν γνώριζε ο εκκαλών ότι ο εφεσίβλητος θα αμείβονταν σύμφωνα με τον κώδικα περί δικηγόρων". Με βάση τις παραδοχές αυτές το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχτηκε τυπικά και απέρριψε κατ’ ουσίαν την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της αποφάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με την οποία είχε γίνει δεκτή η αγωγή του αναιρεσιβλήτου και είχε απορριφθεί η ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματός του την οποία είχε προβάλει ο αναιρεσείων, είχε δε υποχρεωθεί ο τελευταίος να καταβάλει στον αναιρεσίβλητο το ποσό των 7.741,31 ευρώ. Έτσι που έκρινε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 560 αριθ. 1 εδ. α Κ.Πολ.Δ. και συγκεκριμένα δεν παραβίασε (με εσφαλμένη μη εφαρμογή) την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 Α.Κ. αφού δέχθηκε: α) ότι ο ενάγων δεν παραιτήθηκε, έστω και σιωπηρά, από το οφειλόμενο υπόλοιπο της αμοιβής του, ώστε να καθίσταται κακόπιστη η εν συνεχεία διεκδίκησή του, β) ότι η αμέσως μετά την εκτέλεση της ανατεθείσης σ’ αυτόν εντολής είσπραξη του ποσού των 1.400 ευρώ που του κατέβαλε το εναγόμενο (και αφορούσε τα έξοδα στα οποία είχε υποβληθεί και μέρος της αμοιβής του) δεν ενείχε τέτοια παραίτηση, γ) ότι αντιθέτως ο ενάγων συνεχώς οχλούσε το εναγόμενο για την καταβολή του υπολοίπου της αμοιβής του, με αποτέλεσμα η μετά πάροδο διετίας άσκηση της αγωγής να μην είναι από μόνη της στοιχείο ικανό να δικαιολογήσει την πεποίθηση του εναγομένου ότι ο ενάγων δεν θα διεκδικήσει την ελάχιστη αμοιβή του και συνακόλουθα τη δημιουργία κατάστασης τέτοιας, ώστε η ανατροπή της να καθιστά προφανώς καταχρηστική την άσκηση του δικαιώματός του. Κατά συνέπεια ο τρίτος λόγος της υπό κρίση αιτήσεως, με τον οποίο το αναιρεσείον υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. 3. Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 1 εδ. α Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Για να είναι ορισμένος ο πιο πάνω λόγος αναιρέσεως πρέπει να αναφέρεται ο συγκεκριμένος κανόνας του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και το αποδιδόμενο στην απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου (Ολ.Α.Π. 20/2005). Εξάλλου οι γενικοί ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 Α.Κ. εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση που το δικαστήριο της ουσίας, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, διαπιστώνει ότι υφίσταται κενό στη σύμβαση ή ότι γεννάται αμφιβολία για την έννοια των δηλώσεων βουλήσεως. Παραβιάζονται δε οι κανόνες αυτοί όταν το δικαστήριο, παρά τη διαπίστωση, έστω και έμμεσα, κενού ή αμφιβολίας σχετικά με την έννοια της δηλώσεως βουλήσεως, παραλείπει να προσφύγει σ’ αυτούς για τη διαπίστωση της αληθινής έννοιας των δηλώσεων ή να παραθέσει στην απόφασή του τα πραγματικά στοιχεία από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή τους ή προβαίνει σε κακή εφαρμογή τους (Ολ.Α.Π. 26/2004). Στην προκειμένη περίπτωση με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια του άρθρου 560 αριθ. 1 εδ. α Κ.Πολ.Δ. και συγκεκριμένα ότι κατά παράβαση του άρθρου 98 του κώδικα περί δικηγόρων και των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών (ήτοι των άρθρων 173 και 200 Α.Κ.) και με εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων δέχθηκε ότι δεν υπήρχε ειδική συμφωνία για την αμοιβή του αναιρεσίβλητου και ότι συνακόλουθα αυτή έπρεπε να προδιορισθεί κατά τα άρθρα 98 επ. του κώδικα περί δικηγόρων. Στη συνέχεια δε για τη θεμελίωση του λόγου αυτού προβάλλει το επιχείρημα του ότι ο ίδιος ο αναιρεσίβλητος είχε αποδεχθεί ως αμοιβή του το ποσό των 1.400 ευρώ, στο οποίο περιλαμβάνονταν η προείσπραξη και τα ένσημα. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος προεχόντως λόγω αοριστίας αφού σ’ αυτόν δεν εκτίθεται ποιο είναι το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή των φερομένων ως παραβιασθεισών διατάξεων. Ειδικότερα δε όσον αφορά την επικαλούμενη παραβίαση των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών, το αναιρεσείον δεν ισχυρίζεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, παρά τη διαπίστωση κενού ή αμφιβολίας σχετικά με την έννοια των δηλώσεων βουλήσεως των διαδίκων, παρέλειψε να προσφύγει στους κανόνες αυτούς για τη διαπίστωση της αληθινής έννοιας των δηλώσεων ή να παραθέσει στην απόφασή του τα πραγματικά στοιχεία από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή τους ή ότι προέβη σε κακή εφαρμογή τους. Οι μόνες σαφείς αιτιάσεις που αποδίδονται στην προσβαλλομένη με το λόγο αυτό, είναι απαράδεκτες διότι αφορούν εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.).
4. Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί το αναιρεσείον, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου σύμφωνα με το σχετικό αίτημα του τελευταίου (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 24-9-2014 αίτηση για αναίρεση της 31/2013 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βεροίας.
Επιβάλλει στο αναιρεσείον τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 10 Μαΐου 2016.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 28 Ιουνίου 2016.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ