Legislator Case Law & Legislation
441/2014 AI generated

441/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 441/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 441 / 2014 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 441/2014

Legislator headnote

AI generated

441/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 441 / 2014 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 441/2014

Keywords

AI generated
work history unemployment insurance claimant pursuit of gainful employment occupational status inadmissibility of unemployment appeal employee status
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 441 / 2014 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 441/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Γιαννούλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημήτριο Μουστάκα, Χριστόφορο Κοσμίδη, Νικόλαο Τρούσα και Ασπασία Καρέλλου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Ιανουαρίου 2014, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ι. Γ. του Ε., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αλέξανδρο Καλαβρό και δεν κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "GROUP 4 ΙΔΙΩΤΙΚΗ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΠΑΡΟΧΗΣ ΕΠΑΝΔΡΩΜΕΝΩΝ ΤΕΧΝΙΚΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΏΝ ΑΣΦΑΛΕΙΑΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και το διακριτικό τίτλο "G4S SECURE SOLUTIONS S.A.", που εδρεύει στη … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αναστάσιο Πασσά και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21/9/2007 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2805/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4094/2012 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 5/6/2013 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Μουστάκας ανέγνωσε την από 3/1/2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή των πρώτου και δευτέρου αναιρετικών λόγων, κατά τα ειδικότερα στο σκεπτικό αναφερόμενα και την απόρριψη των λοιπών.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 1 παρ. 1 και 2 του ν. 435/1976, οι μισθωτοί που απασχολούνται νομίμως πέρα από τα επιτρεπόμενα για κάθε κατηγορία ανώτατα χρονικά όρια της ημερησίας εργασίας δικαιούνται αμοιβή για κάθε ώρα τέτοιας απασχολήσεως ίση προς το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο αυξημένο κατά τα οριζόμενα ποσοστά, ενώ οι μισθωτοί που παρέχουν μη νόμιμη υπερωριακή εργασία, δικαιούνται από την πρώτη ώρα, πέραν από τον πλουτισμό που αποκόμισε ο εργοδότης χωρίς νόμιμη αιτία και πρόσθετη αποζημίωση ίση προς 100% του καταβαλλομένου ωρομισθίου. Περαιτέρω με το άρθρο 6 της από 24-2-1984 εθνικής γενικής συλλογικής συμβάσεως εργασίας, που δημοσιεύτηκε στη Εφημερίδα της Κυβερνήσεως με την υπ` αριθ. 11770/20-3-1984 Απόφαση του Υπουργού Εργασίας (Φ.Ε.Κ. Β. 81) η εβδομαδιαία διάρκεια της εργασίας των μισθωτών ορίστηκε αυτό 1-1-1984 σε 40 ώρες, για την αμοιβή δε της απασχολήσεως πέρα από το συμβατικό αυτό εβδομαδιαίο ωράριο και έως τη συμπλήρωση του νομίμου ανωτάτου ορίου εβδομαδιαίας εργασίας, δηλαδή για την υπερεργασία γίνεται παραπομπή στο άρθρο 9 της 1/1982 αποφάσεως του Δ.Δ.Δ.Δ. Αθηνών που κυρώθηκε με το άρθρο 29 του νόμου 1346/1983. Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι, ως προς τη συνδρομή υπερωριακής εργασίας, στην οποία αφορούν οι παροχές του άρθρου 1 του ν. 435/1976 λαμβάνεται υπόψη όχι η εβδομαδιαία αλλά η ημερησία εργασία υπό την έννοια ότι υφίσταται υπερωριακή εργασία όταν ο μισθωτός της προκειμένης κατηγορίας απασχοληθεί πέραν των οκτώ ωρών ημερησίως (ή πέραν των εννέα ωρών υπό τους όρους του άρθρου 6 της από 26-2-1975 Ε.Γ.Σ.Σ.Ε. που κυρώθηκε με το άρθρο μόνο του ν. 133/1975) έστω και αν με την υπεραπασχόληση αυτή δεν πραγματοποιείται υπέρβαση του από το νόμο ανωτάτου ορίου εβδομαδιαίας εργασίας, αφού δεν χωρεί συμψηφισμός της ημερησίας υπερωρίας με τις λιγότερες ώρες εργασίας ή με την πραγματοποιηθείσα εργασία σε άλλη εργάσιμη ημέρα της ιδίας εβδομαδιαίας περιόδου. Αντίθετα ως προς τη συνδρομή υπερεργασίας υπό την ανωτέρω έννοια κριτήριο αποτελεί όχι η ημερησία αλλά η εβδομαδιαία απασχόληση του μισθωτού και μάλιστα εκείνη που πραγματοποιείται κατά τις εργάσιμες ημέρες της εβδομάδας. Επομένως αν ο μισθωτός απασχολούμενος μετά την 1-1-1984 δεν υπερβεί κατά τις ημέρες αυτές το συμβατικό εβδομαδιαίο όριο των 40 ωρών δεν δικαιούται την οικεία πρόσθετη αμοιβή (ωρομίσθιο επαυξημένο κατά 25%) διότι δεν έχει πραγματοποιήσει υπερεργασία. Το ίδιο συμβαίνει και όταν ο χρόνος της εβδομαδιαίας εργασίας έχει υπερβεί το όριο των ωρών λόγω απασχολήσεως του μισθωτού την Κυριακή ή άλλη ημέρα αναπαύσεως, αφού οι ώρες της εργασίας αυτής για την οποία υφίσταται ειδική και αυτοτελής νομοθετική πρόνοια, δεν συναριθμούνται με τις ώρες των εργασίμων ημερών της ιδίας εβδομάδας στις οποίες και μόνο αποβλέπει η ρύθμιση της υπερεργασίας. Από 1-4-2001, μετά το ν. 2874/2000 η υπερεργασία καταργείται και η απασχόληση πέρα των 40 ωρών και μέχρι 43 εβδομαδιαίως θεωρείται ως ιδιόρρυθμη υπερωρία, νόμιμη και επιτρεπτή, η οποία αμείβεται με το επιβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 50% (παρ. 2 και 4 του άρθρου 4). Υπερωρία συνιστά η απασχόληση πέραν των 43 ωρών εβδομαδιαίως, καθώς και η απασχόληση πέραν των 9 ωρών ημερησίως για τους μισθωτούς με πενθήμερο. Αν η υπερωρία είναι παράνομη, για κάθε ώρα τέτοιας απασχόλησης, ο μισθωτός δικαιούται αποζημίωση ίση με το 250% του καταβαλλομένου ωρομισθίου (δηλαδή προσαύξηση 150% του ωρομισθίου), σύμφωνα με την παρ. 5 του ίδιου άρθρου. Περαιτέρω, σύμφωνα με την υπ αριθμ. 18310|1946 απόφαση των Υπουργών Εργασίας και Οικονομικών, " στους πάσης φύσεως μισθωτούς των επιχειρήσεων και εργασιών γενικά, συνεχούς ή μη λειτουργίας, εάν απασχολούνται κατά τις νυχτερινές ώρες" -ήτοι από την 10η βραδυνή μέχρι την 6η πρωινή- "καταβάλλονται οι εκάστοτε κανονικές αποδοχές, αυξημένες κατά 25%". Η προσαύξηση αυτή καταβάλλεται σε όλους τους εργαζόμενους κατά τις νυχτερινές ώρες, άσχετα αν η εργασία τους παρέχεται καθόλο το ανωτέρω χρονικό διάστημα της νύχτας ή μόνο σε μέρος αυτού, υπολογίζεται δε επί του νομίμου μισθού, στον οποίο περιλαμβάνονται και τα κάθε είδους επιδόματα. Εάν η παροχή της νυχτερινής εργασίας συμπέσει με ημέρα Κυριακή ή εξαιρέσιμης εορτής, η προσαύξηση που καταβάλλεται ανέρχεται σε ποσοστό 75% επί του νομίμου μισθού. Εξάλλου, σύμφωνα με την υπ' αριθμ. 8900|1946 απόφαση των Υπουργών Εργασίας και Οικονομικών, του άρθρου 2 του ΝΔ 3755|1957 και ΒΔ 748|1966, " στο προσωπικό γενικά όλων των εργασιών και επιχειρήσεων της χώρας, το οποίο, λόγω της φύσεως της εργασίας του απασχολείται κατά τις Κυριακές και τις καθιερωμένες από το νόμο σαν εξαιρέσιμες εορτές, καταβάλλεται για τις ημέρες αυτές το κανονισμένο εκάστοτε ημερομίσθιο, αυξημένο κατά 75%". Περαιτέρω, κατά το άρθρο 216 Κ.Πολ.Δικ., η αγωγή, για να είναι ορισμένη, πρέπει να περιέχει όλα εκείνα τα στοιχεία, τα οποία θα επιτρέψουν στο δικαστήριο να ερευνήσει την ουσιαστική βασιμότητά της και ειδικότερα (πρέπει), εκτός από τα στοιχεία που ορίζονται στα άρθρα 118 ή 117 (πρέπει να περιέχει): α) σαφή έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν κατά νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, β) ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και γ) ορισμένο αίτημα. Τέλος, κατά το άρθρο 559, αριθ. 14 του Κ.Πολ. Δικ, η απόφαση είναι αναιρετέα, "αν το δικαστήριο, παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο". Με τον λόγο αυτό ελέγχεται αναιρετικά η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας και ως προς το εάν ορθά έκρινε την αγωγή ως ορισμένη ή αόριστη. Στην προκειμένη περίπτωση, το εφετείο απέρριψε ως αόριστη την αγωγή, κατά το αίτημά της, για καταβολή αμοιβής, για υπερωριακή απασχόληση (ιδιόρρυθμη και παράνομη) καθώς και για εργασία κατά τη νύχτα και σε Κυριακές και αργίες, διότι "αναφέρεται μόνο ο ανά μήνα συνολικός αριθμός των ωρών της κάθε μιας των ανωτέρω κατηγοριών εργασίας, που φέρεται ότι πραγματοποίησε ο ενάγων-εφεσίβλητος, χωρίς να γίνεται μνεία του ημερησίου ωραρίου εργασίας του και χωρίς να εξειδικεύονται οι παραπάνω ώρες απασχόλησης, ανά ημέρα και εβδομάδα και ανά Κυριακή και αργία". Η κρίση αυτή του Εφετείου, καθόσον μεν αφορά την υπερωριακή απασχόληση του ενάγοντα, είναι ορθή, δοθέντος ότι, σύμφωνα και με τα όσα αναφέρονται στη μείζονα σκέψη της παρούσας, ήταν απαραίτητο να αναφέρεται στην αγωγή η κατά ημέρα υπερωριακή απασχόληση του εργαζομένου, για να καταστεί δυνατόν να προσδιορισθεί εάν υπήρξε και σε τι βαθμό υπερωριακή απασχόληση του ενάγοντα. Καθόσον αφορά, όμως, την απόρριψη της αγωγής, ως αόριστης, σχετικά με το αίτημα για επιδίκασης αμοιβής για εργασία κατά τις νύκτες, τις Κυριακές και τις αργίες, έσφαλε το δικαστήριο της ουσίας, καθόσον δεν ήταν αναγκαίο, για το ορισμένο της αγωγής, να αναφέρεται ο αριθμός των ωρών εργασίας κατά ημέρα (αργίας) ή νύχτα, αφού και ο κατά μήνα προσδιορισμός του ύψους αυτών παρείχε την ευχέρεια στο δικαστήριο να ερευνήσει την υπόθεση ως προς την ουσιαστική βασιμότητά της, ενόψει, μάλιστα, του γεγονότος ότι ο ενάγων αμειβόταν με μηνιαίο μισθό. Επομένως ο συναφής πρώτος, από τον αριθμό 1, αληθώς, όμως, από τον αριθμό 14 πρώτος αναιρετικός λόγος, πρέπει να γίνει δεκτός κατά τούτο και να αναιρεθεί, ως προς το κεφάλαιο αυτό η προσβαλλόμενη απόφαση.

Επειδή το Εφετείο, με τη ν προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε (μεταξύ άλλων) τα εξής: "Ο ενάγων στις 18-6-1990 προσελήφθη από την εταιρία "ΓΟΥΑΚΕΝΧΑΤ ΣΕΚΙΟΥΡΙΤΥ ΕΛΛΑΣ ΑΕ" ,θυγατρική της οποίας είναι η εναγόμενη, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, προκειμένου να απασχολείται ως υπάλληλος παροχής υπηρεσιών ασφαλείας πραγμάτων και προσώπων και συγκεκριμένα από 1-1-1991 ως φύλακας στις εγκαταστάσεις της Αμερικάνικης Πρεσβείας στην Αθήνα. Τα ανωτέρω δεν αμφισβητούνται ειδικά από την εναγομένη. Από τις 18-1-2005 η προαναφερθείσα εταιρία, που προσέλαβε τον ενάγοντα, τον παραχώρησε, με τους ίδιους ως τότε όρους εργασίας και με αναγνώριση της προϋπηρεσίας του, στην θυγατρική της εταιρία με την επωνυμία "ΓΟΥΑΚΕΝΧΑΤ ΣΕΚΙΟΥΡΙΤΥ ΙΔΙΩΤΙΚΗ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΠΑΡΟΧΗΣ ΔΙΠΛΩΜΑΤΙΚΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΑΣΦΑΛΕΙΑΣ ΑΕ" αφού στην από 26-10-2004 Γενική Συνέλευση των μετόχων της προαναφερθείσας εταιρίας "ΓΟΥΑΚΕΝΧΑΤ ΣΕΚΙΟΥΡΙΤΥ ΕΛΛΑΣ ΑΕ" αποφασίστηκε μεταξύ άλλων, η απόσχιση κλάδων (ήτοι τμημάτων), δραστηριοποίησης της και η εισφορά αυτών σε άλλες εταιρίες και συγκεκριμένα η απόσχιση του κλάδου "παροχής επανδρωμένων υπηρεσιών ασφαλείας, προστασίας, ελέγχου και φυλάξεων και των με αυτές συνδεόμενων συναφών υπηρεσιών, πλην προς διπλωματικές αποστολές ξένων χωρών στην Ελλάδα και εισφορά αυτού στην εταιρία με την επωνυμία ΓΟΥΑΚΕΝΧΑΤ ΣΕΚΙΟΥΡΙΤΥ ΙΔΙΩΤΙΚΗ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΠΑΡΟΧΗΣ ΔΙΠΛΩΜΑΤΙΚΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΑΣΦΑΛΕΙΑΣ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΙΑ". Η ανωτέρω απόσχιση κλάδων εγκρίθηκε με την υπ'αριθμ.1880/31- 12-2004 απόφαση του Νομάρχη Αθηνών και δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ Τ' ΑΕ και ΕΠΕ 170/12-1-2005. Τα ανωτέρω δεν αμφισβητούνται ειδικά από την εναγομένη. Ο ενάγων υπέγραψε σύμβαση εργασίας με την εταιρία "ΓΟΥΑΚΕΝΧΑΤ ΣΕΚΙΟΥΡΙΤΙ ΙΔΙΩΤΙΚΗ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΠΑΡΟΧΗΣ ΔΙΠΛΩΜΑΤΙΚΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΑΣΦΑΛΕΙΑΣ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΙΑ". Κατατοπιστική σχετικά με τα ανωτέρω είναι η από 28-1-2005 "Γνωστοποίηση όρων ατομικής συμβάσεως εργασίας", από την οποία προκύπτει η ημερομηνία έναρξης της σύμβασης αυτής, ότι πρόκειται για σύμβαση εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, με χρόνο απασχόλησης 5 ημέρες εβδομαδιαίως,40 ώρες εβδομαδιαίως, για σύστημα ομάδων εργασίας (βάρδιες). Ρητά ορίστηκε εξάλλου μεταξύ των συμβαλλομένων ότι η σσε που εφαρμόζεται είναι η κλαδική σσε εργαζομένων στις επιχειρήσεις παροχής υπηρεσιών ασφαλείας και συστημάτων ασφαλείας. Ο

μισθός του ενάγοντος ορίστηκε σε 948,72 ευρώ και η ειδικότητά του ήταν "προσωπικό ασφαλείας". Σημειωτέον ότι η ίδια ακριβώς ειδικότητα αναφέρεται στην από 8-8-94 σύμβαση εργασίας του ενάγοντα και στις υπό του ιδίου (ενάγοντος) μετ' επικλήσεως προσκομιζόμενες αποδείξεις πληρωμής και δεν αναφέρεται η ειδικότητα του_αρχιφύλακα, ενώ αυτό θα ήταν ευχερές και επόμενο, εάν ο ενάγων είχε αυτή την ιδιότητα. Ιδιαίτερα από τα προεκτεθέντα, σε συνδυασμό και με την μετά λόγου γνώσεως ένορκη κατάθεση του μάρτυρος ανταπόδειξης ελέγχονται ως ανακριβείς οι ένορκες βεβαιώσεις που προσκομίζει ο ενάγων και η ένορκη κατάθεση του μάρτυρος απόδειξης. Συνακόλουθα ο ενάγων δεν δικαιούται το σχετικό επίδομα. Κατά συνέπεια, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, κατά το μέρος που επιδίκασε στον ενάγοντα το επίδομα αυτό εσφαλμένα ερμήνευσε και εφήρμοσε το Νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις και ο σχετικός τρίτος λόγος έφεσης κατά το μέρος που υποστηρίζει τα ανωτέρω πρέπει να γίνει δεκτός ως κατ' ουσίαν βάσιμος κατά τα προεκτεθέντα. Σε εκτέλεση της καταρτισθείσας αρχικής και των μεταγενέστερων συμβάσεων εργασίας ο ενάγων προσέφερε τις υπηρεσίες του, αρχικά, ως φύλακας των εγκαταστάσεων της Αμερικανικής Πρεσβείας στην Αθήνα, ακολούθως δε ως προσωπικό ασφαλείας της οικίας του Αμερικανού Πρέσβη στην Ελλάδα, θέση συνεπεία της οποίας, δικαιούται το

επίδομα ευθύνης/επικινδυνότητας από 1-1-2003, οπότε η προβλέπουσα το πρώτον τούτο ΣΣΕ κηρύχθηκε υποχρεωτική και ο λόγος έφεσης, που υποστηρίζει τα αντίθετα είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Βάσει των ανωτέρω, σε συνδυασμό με την προσωπική κατάσταση του ενάγοντος, το χρόνο προϋπηρεσίας του καθώς και τα συνυπολογιστέα στις τακτικές αποδοχές του επιδόματα, τα οποία προβλέποντο από τις προαναφερθείσες σσε: ο μισθός του ,- - ενάγοντος: Α) για το χρονικό διάστημα από 1-1 έως 30-6-2002 έπρεπε να ανέρχεται σε 832,9 ευρώ (714,45 ο βασικός μισθός +47 ευρώ επίδομα κλάδου +71,45 επίδομα όπλου =832,9), η εναγομένη όμως του κατέβαλε, καθ'ομολογίαν του 961,64 ευρώ, συνεπώς για το χρονικό διάστημα αυτό ουδεμία διαφορά αποδοχών υφίσταται. Β) για το χρονικό διάστημα από 1/7 έως 31-12-2002, ο μισθός του ενάγοντος έπρεπε να ανέρχεται σε 915,7 ευρώ (789,91 ο βασικός μισθός λόγω προϋπηρεσίας 12-15 έτη) +47 ευρώ επίδομα κλάδου +78,79 επίδομα όπλου=915,7), η εναγομένη όμως του κατέβαλε, καθ' ομολογίαν του 961,64 ευρώ, συνεπώς για το χρονικό διάστημα αυτό ουδεμία διαφορά αποδοχών υφίσταται. Γ) για το χρονικό διάστημα από 1/1/2003 έως 30-6-2003, ο μισθός του ενάγοντος έπρεπε να ανέρχεται σε 982, 03 ευρώ (772,39 ο βασικός μισθός +57 ευρώ επίδομα επικινδυνότητας) +115,86 (επίδομα όπλου) +36,78 ευρώ (επίδομα πολυετίας) (επιδόματα ως προς τα οποία η εκκαλούμενη δεν εφεσιβάλλεται) χωρίς επίδομα ευθύνης/επικινδυνότητας (αφού η σχετική σσε δεν είχε ακόμη κηρυχθεί υποχρεωτική)=982,03 ευρώ), η εναγομένη όμως του κατέβαλε, καθ' ομολογίαν του 1.118,21 ευρώ, συνεπώς για το χρονικό διάστημα αυτό ουδεμία διαφορά αποδοχών υφίσταται.Δ) για το χρονικό διάστημα από 1-7-2003 έως 30-9-2003 ο μισθός του ενάγοντος έπρεπε να ανέρχεται σε 1.020,88 ευρώ (804,83 ο βασικός μισθός +57 ευρώ (επίδομα επικινδυνότητας) +120,72 (επίδομα όπλου) + 38,33 ευρώ (επίδομα πολυετίας) ( επιδόματα ως προς τα οποία η εκκαλούμενη δεν εφεσιβάλλεται) χωρίς επίδομα ευθύνης/επικινδυνότητας (αφού η σχετική σσε δεν είχε ακόμη κηρυχθεί υποχρεωτική)=1.020,88 ευρώ), η εναγομένη όμως του κατέβαλε, καθ'ομολογίαν του 1.147,83 ευρώ, συνεπώς για το χρονικό διάστημα αυτό ουδεμία διαφορά αποδοχών υφίσταται. Γία το χρονικό διάστημα από 1-10-2003 οπότε η σχετική σσε, που θέσπιζε επίδομα ευθύνης/επικινδυνότητας είχε κηρυχθεί υποχρεωτική έως 31-12-2003 ο μισθός του ενάγοντος έπρεπε να ανέρχεται σε 1.101,36 ευρώ (804,83 ο βασικός μισθός +57 ευρώ (επίδομα επικινδυνότητας) +120,72 (επίδομα όπλου) +38,33 ευρώ (επίδομα πολυετίας) [επιδόματα ως προς τα οποία η εκκαλούμενη δεν εφεσιβάλλεται] +80,48 ευρώ για επίδομα ευθύνης/επικινδυνότητας (αφού η σχετική σσε δεν είχε ακόμη κηρυχθεί υποχρεωτική)=1.101,36 ευρώ), η εναγομένη όμως του κατέβαλε καθ' ομολογίαν του 1.147,83 ευρώ, συνεπώς για το χρονικό διάστημα αυτό ουδεμία διαφορά αποδοχών υφίσταται. ΣΤ) για το χρονικό διάστημα από 1-1-2004 οπότε η σχετική σσε, που θέσπιζε επίδομα ευθύνης/επικινδυνότητας είχε κηρυχθεί υποχρεωτική έως 30-6-2004, ο μισθός του ενάγοντος έπρεπε να ανέρχεται σε 1.142,42 ευρώ (837,03 ο βασικός μισθός +59,28 ευρώ (επίδομα επικινδυνότητας)+ 122,55 (επίδομα όπλου) +39,86 ευρώ (επίδομα πολυετίας)[ επιδόματα ως προς τα οποία η εκκαλούμενη δεν εφεσιβάλλεται] +83,70 ευρώ για επίδομα - ευθύνης/επικινδυνότητας (αφού η σχετική ΣΣΕ δεν είχε ακόμη κηρυχθεί υποχρεωτική)=1.142,42 ευρώ), η εναγομένη όμως του κατέβαλε, καθ' ομολογίαν του 1.339,23 ευρώ, συνεπώς για το χρονικό διάστημα αυτό ουδεμία διαφορά αποδοχών υφίσταται.Ζ) για το χρονικό διάστημα από 1-7-2004 έως 31-12-2004, ο μισθός του ενάγοντος έπρεπε να ανέρχεται σε 1.253,06 ευρώ (919,3 ο βασικός μισθός +62,24 ευρώ (επίδομα επικινδυνότητας) +137,9 (επίδομα όπλου) + 41,69 ευρώ (επίδομα πολυετίας) [επιδόματα ως προς τα οποία η εκκαλούμενη δεν εφεσιβάλλεται] + 91,93 ΕΥΡΏ για επίδομα ευθύνης/επικινδυνότητας (αφού η σχετική σσε δεν είχε ακόμη κηρυχθεί υποχρεωτική)=1.253,06 ευρώ), η εναγομένη όμως του κατέβαλε, καθ'ομολογίαν του 1.344,99 ευρώ, συνεπώς για το χχρονικό διάστημα αυτό ουδεμία διαφορά αποδοχών υφίσταται. Η) για το χρονικό διάστημα από 1-1-2005 έως 31-8-2005 ο μισθός του ενάγοντος έπρεπε να ανέρχεται σε 1.294,08 ευρώ (948,87 ο βασικός μισθός +65 ευρώ (επίδομα επικινδυνότητας) +142,31 (επίδομα όπλου) + 43,03 ευρώ (επίδομα πολυετίας), [επιδόματα ως προς τα οποία η εκκαλούμενη δεν εφεσιβάλλεται ειδικά ] + 94,87 ευρώ για επίδομα ευθύνης /επικινδυνότητας=1.294,08 ευρώ), η εναγομένη όμως του κατέβαλε, καθ'ομολογίαν του 1.388,80 ευρώ, συνεπώς για το χρονικό διάστημα αυτό ουδεμία διαφορά αποδοχών υφίσταται. Θ) για το χρονικό διάστημα από 1-9-2005 έως 31-12-2005, ο μισθός του ενάγοντος έπρεπε να ανέρχεται σε 1.340,63 ευρώ (984,77 ο βασικός μισθός +65 ευρώ (επίδομα επικινδυνότητας) +147,72 (επίδομα όπλου) +44,66 ευρώ (επίδομα πολυετίας) [επιδόματα ως προς τα οποία η εκκαλούμενη δεν εφεσιβάλλεται ειδικά ] + 98,48 ευρώ για επίδομα ευθύνης/επικινδυνότητας=1.340,63 ευρώ), η εναγομένη όμως του κατέβαλε, καθ' ομολογίαν του 1.472,64 ευρώ, συνεπώς για το χρονικό διάστημα αυτό ουδεμία διαφορά αποδοχών υφίσταται. I) για το χρονικό διάστημα από 1-1-2006 έως 31-8-2006 ο μισθός του ενάγοντος έπρεπε να ανέρχεται σε 1.382,45 ευρώ (1.016,29 ο βασικός μισθός +66 ευρώ (επίδομα επικινδυνότητας) +152,44 (επίδομα όπλου) +46,09 ευρώ (επίδομα πολυετίας) [επιδόματα ως προς τα οποία η εκκαλουμένη δεν εφεσιβάλλεται ειδικά] + 101,63 ευρώ για επίδομα ευθύνης/επικινδυνότητας= 1.382,45 ευρώ), η εναγομένη όμως του κατέβαλε, καθ' ομολογίαν του 1.536,91 ευρώ, συνεπώς και για το χρονικό διάστημα αυτό ουδεμία διαφορά αποδοχών υφίσταται. Επομένως εν όψει όλων των προεκτεθέντων αποδείχτηκε ότι οι μηνιαίες αποδοχές που ελάμβανε ο ενάγων από την εναγομένη ήταν υπέρτερες των οριζομένων από τις ΣΣΕ που ίσχυαν για την επαγγελματική κατηγορία του ενάγοντος και της εναγομένης και συνακόλουθα και τα δυνάμει των υπέρτερων αποδοχών τούτων υπολογιζόμενα και λαμβανόμενα από τον ενάγοντα επιδόματα εορτών και αδείας και αποδοχές αδείας ήταν υπέρτερα των οριζομένων από τις ΣΣΕ. Επομένως, η εναγόμενη δεν οφείλει διαφορές αποδοχών στον ενάγοντα και η υπό κρίση αγωγή, κατά το ορισμένο και νόμιμο σκέλος της αυτό πρέπει να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμη". Έτσι όπως έκρινε το Εφετείο, εξαφανίζοντας την πρωτόδικη απόφαση, με την οποία έγινε δεκτή κατά ένα μέρος η ένδικη αγωγή και απορρίπτοντας αυτήν, ως αβάσιμη κατ' ουσίαν, με βάση τις ως άνω παραδοχές της, έσφαλε περί την ερμηνεία και εφαρμογή της Κ.Σ.Σ.Ε του έτους 2003|2004, "για τους όρους αμοιβής και εργασίας των εργαζομένων στις επιχειρήσεις παροχής υπηρεσιών και συστημάτων ασφαλείας όλης της χώρας", η οποία κηρύχθηκε εκτελεστή με την υπ' αριθμ. 16792|9-12-2003 Υ. Α. (ΦΕΚ Β'1901|22-12-2003), καθώς και της ομοίου περιεχομένου μεταγενέστερης (αριθμός πράξης καταθέσεως 116|6-10-2004) Κ.Σ.Σ.Ε του έτους 2005, που κηρύχθηκε εκτελεστή με την υπ' αριθμ. 10218|2005 Υ.Α. (ΦΕΚ Β'76|24-1-2005), αφού σύμφωνα με αυτές και τα έτη υπηρεσίας που είχε ο ενάγων-αναιρεσείων, θα έπρεπε να ενταχθεί στο κλιμάκιο 12-14 έτη και, συνεπώς, οι βασικές του αποδοχές έπρεπε να έχουν ως εξής: α) Για το χρονικό διάστημα από 1-10-2003 μέχρι 31-12-2003: Βασικός μισθός 845,07 ευρώ + επίδομα κλάδου 57 ευρω + επίδομα όπλου 126,76 ευρώ + επίδομα πολυετίας 38,33 ευρώ + επίδομα αυξημένης ευθύνης|επικινδυνότητας 84,51 ευρώ και σύνολο 1.151, 67 ευρώ, β) για το χρονικό διάστημα από 1-1-2004 έως 30-6-2004: Βασικός μισθός 878, 8 ευρώ + επίδομα επικινδυνότητας 59,28 ευρώ + επίδομα όπλου 131, 83 ευρώ + επίδομα πολυετίας 39,86 ευρώ + επίδομα αυξημένης ευθύνης|επικινδυνότητας 87, 89 ευρω και σύνολο 1.197, 74 ευρώ και όχι αυτές, που δέχεται το Εφετείο, κατά τα ανωτέρω. Περαιτέρω, το Εφετείο, για να κρίνει αν υπάρχει ή όχι οφειλή εκ μέρους της εναγομένης στον ενάγοντα, λαμβάνοντα υπόψη τον ισχυρισμό του ότι δεν του καταβλήθηκαν οι από το νόμο προβλεπόμενες βασικέ αποδοχές (βασικός μισθός+επιδόματα), αφαιρεί τα το ποσό, που, κατ' αυτό έπρεπε να λαμβάνει, ως βασικές αποδοχές ο ενάγων το μήνα, από το σύνολον των αποδοχών, που του καταβάλλονταν, στις οποίες, όμως (συνολικές αποδοχές), περιλαμβάνονταν και αμοιβές από υπερωρίες, εργασία κατά τις εορτές κ.λπ.), ενώ η αφαίρεση αυτή έπρεπε να γίνει από τις καταβληθείσες βασικές αποδοχές.

Συνεπώς, με βάση τα ανωτέρω, το εφετείο παρεβίασε τις διατάξεις ουσιαστικού δικαίου των ως άνω ΚΣΣΕ, καθώς και αυτές των άρθρων 648, 653, 416 Α.Κ. και, επομένως, κατά παραδοχή του δευτέρου από τον αριθμό, κατά το πρώτο δε αυτού σκέλος, με τον οποίο αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση αναιρετικές πλημμέλειες από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ., πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση, κατά τούτο και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση.

Περαιτέρω, ο λόγος αυτός, κατά το δεύτερο σκέλος του, με τον οποίο ο αναιρεσείων παραπονείται ότι, παρά το νόμο, του απέρριψε το Εφετείο το αγωγικό αίτημά του, για καταβολή επιδόματος Αρχιφύλακα, είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δικ., εφόσον με αυτόν πλήττεται ουσιαστικά, η απόφαση ως τις σχετικές, ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές της, σύμφωνα με τις οποίες αποδείχθηκε ότι ο αναιρεσείων δεν είχε την ιδιότητα του αρχιφύλακα ούτε ασκούσε σχετικά καθήκοντα .

Ο από το άρθρο 559 αριθμός 19 λόγος αναίρεσης, για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της απόφασης, τα περιστατικά που είναι αναγκαία, για την κρίση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί της συνδρομής των όρων και προϋποθέσεων για την εφαρμογή της εφαρμοσθείσας διάταξης, ή της μη συνδρομής των όρων αυτών, που αποκλείουν την εφαρμογή της, όπως, επίσης και όταν η απόφαση έχει ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, σε ότι αφορά το νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, που έγιναν δεκτά και ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, όχι δε και όταν πρόκειται για ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων (ανάλυση - στάθμιση - αξιολόγηση του αποδεικτικού υλικού) και στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος (1786|2009,ΑΠ 516/2005), αρκεί το αποδεικτικό πόρισμα να αναφέρεται με σαφήνεια . Ανεπάρκεια και ασάφεια αιτιολογιών υπάρχει όταν από το αιτιολογικό δεν προκύπτουν τα πραγματικά περιστατικά, που είναι αναγκαία για τη δικαιολόγηση της εφαρμοσθείσας διάταξης ουσιαστικού δικαίου, καθιστώντας έτσι ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο. Εξάλλου, ο από το αρθρ. 559 αρ. 20 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας διαπράττει διαγνωστικό λάθος και αποδίδει σε ορισμένο έγγραφο περιεχόμενο διαφορετικό από το αληθινό με αποτέλεσμα, εξ αιτίας του σφάλματος αυτού, να καταλήγει σε συμπέρασμα τελείως διαφορετικό από αυτό που προκύπτει από το έγγραφο ως προς την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του πραγματικού γεγονότος για την απόδειξη του οποίου προσκομίσθηκε το έγγραφο. Αντίθετα δεν ιδρύεται ο από την διάταξη αυτή προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης όταν το δικαστήριο εκτιμώντας το έγγραφο ως αποδεικτικό μέσο και όπως πραγματικά είναι το αληθινό περιεχόμενο του, έστω και κατά πλημμελή τρόπο, πείθεται για την ύπαρξη όλου ή μέρους των πραγματικών γεγονότων προς απόδειξη των οποίων προσκομίζεται το έγγραφο, διότι στην περίπτωση αυτή πρόκειται για εκτίμηση του περιεχομένου εγγράφου η οποία, σύμφωνα με τον κανόνα που διατυπώνεται στο αρθρ. 561 αρ. 1 ΚΠολΔ, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου. Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων, με τον τρίτο (και τελευταίο) λόγο της ένδικης αίτησής του, αποδίδει αναιρετικές πλημμέλειες στην προσβαλλόμενη απόφαση, αφενός μεν από τους αριθμούς 20 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ., διότι το Εφετείο, Α) με το να δεχθεί ως πραγματικό γεγονός ότι αυτός δεν άσκησε καθήκοντα αρχιφύλακα, επειδή δεν αναφέρεται η ειδικότητα αυτή στην από 8|8|1994 σύμβαση εργασίας του και στις αποδείξεις πληρωμής, εδέχθη πραγματικό γεγονός προφανώς διαφορετικό από το προκύπτον από το περιεχόμενο, από τα εξής προσαχθέντα έγγραφα, α) καθηκοντολόγιο της Πρεσβείας, β) το συμβόλαιο της Πρεσβείας (των ΗΠΑ), με την επιχείρηση και γ) την από 12-6-2006 συστατική επιστολή του Μ. Κ., συντονιστή του προγράμματος τοπικών φυλάκων της Πρεσβείας, δ) ένορκη βεβαίωση του Κ. Ι., Ε) ένορκη βεβαίωση του Τ. Π. και στ) την κατάθεση του επ' ακροατηρίου εξετασθέντος μάρτυρος Β. Π. και Β) δεν αιτιολογεί επαρκώς, γιατί δίδει μεγαλύτερη αξιοπιστία στην ατομική του σύμβαση και όχι στα ανωτέρω αποδεικτικά μέσα (έγγραφα, καταθέσεις μαρτύρων). Ο λόγος αυτός και κατά τα δύο σκέλη του, είναι απορριπτέος, διότι με αυτούς πλήττεται ουσιαστικά η εκτίμηση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς το αληθινό περιεχόμενο των ως άνω αποδεικτικών εγγράφων και στα οποία το Εφετείο απέδωσε την, κατά την ελεύθερη και ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του, αποδεικτική αξία, την οποία κατ'αυτό έχουν. Πέρα από αυτά και όσον αφορά το πρώτο σκέλος του λόγου, δεν αναφέρεται σε τι συνίσταται η επικαλούμενη "παραμόρφωση" του περιεχομένου των εν λόγω αποδεικτικών εγγράφων, αφενός και αφετέρου, στα "έγγραφα" του αριθμού 20 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ. δεν περιλαμβάνονται και οι ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων, που δίδονται στο ακροατήριο καθώς και οι ένορκες βεβαιώσεις, που κατά νόμο δίδονται, προκειμένου να χρησιμοποιηθούν ως αποδεικτικό μέσο. Τέλος, σε σχέση με το γεγονός αυτό, ήτοι περί του αν ο αναιρεσείων ασκούσε τα καθήκοντα αρχιφύλακα, το σχετικό αποδεικτικό πόρισμα του Εφετείου είναι σαφές και πλήρως αιτιολογημένο, χωρίς να ήταν απαραίτητο να αιτιολογείται, γιατί δόθηκε μεγαλύτερη αξιοπιστία στη σύμβαση, που τα μέρη είχαν καταρτίσει και όχι στα άλλα αποδεικτικά μέσα (έγγραφα, καταθέσεις μαρτύρων).

Μετά από αυτά και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει να γίνει δεκτή η ένδικη αίτηση, κατά τους ανωτέρω λόγους της, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά τούτο και να παραπεμφθεί η υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, που θα συντεθεί από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δικ.) και να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη στη μερική δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος (άρθρο 179 Κ.Πολ.Δικ.), κατά το διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 4094|2012 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κατά τα ειδικότερα στο σκεπτικό αναφερόμενα,

Παραπέμπει την υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο δικαστήριο, που θα συντεθεί από άλλους δικαστές και

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στη μερική δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντα εκ χιλίων διακοσίων (1.200) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 18 Φεβρουαρίου 2014.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 27 Φεβρουαρίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ