441/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΠαραίτηση από δικόγραφο αναιρέσεως ως προς ορισμένους των αναιρεσιβλήτων. Συζήτηση της αναίρεσης ερήμην αναιρεσιβλήτων (άρθρ. 576 παρ. 1 του ΚΠολΔ). Ασφάλεια αστικής ευθύνης για την περίπτωση ατυχήματος. Ο ζημιωθείς τρίτος δεν έχει ευθεία αγωγή κατά του ασφαλιστή (άρθρ. 25 και 26 του Ν.2496/1997).
Legislator headnote
AI generated441/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Επομένως, ο σχετικός λόγος αναιρέσεως κατά το μέρος που με αυτόν προσάπτεται στο Εφετείο η πιο πάνω αιτίαση, είναι βάσιμος. Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από άλλους δικαστές (άρθρ. 580 § 3 του ΚΠολΔ).
Full text
Απόφαση 441 / 2010 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:
Παραίτηση από δικόγραφο αναιρέσεως ως προς ορισμένους των αναιρεσιβλήτων. Συζήτηση της αναίρεσης ερήμην αναιρεσιβλήτων (άρθρ. 576 παρ. 1 του ΚΠολΔ). Ασφάλεια αστικής ευθύνης για την περίπτωση ατυχήματος. Ο ζημιωθείς τρίτος δεν έχει ευθεία αγωγή κατά του ασφαλιστή (άρθρ. 25 και 26 του Ν.2496/1997).
Αριθμός 441/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μίμη Γραμματικούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Χρήστο Αλεξόπουλο, Βασίλειο Λυκούδη, Γρηγόριο Κουτσόπουλο και Σαράντη Δρινέα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 8 Δεκεμβρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Μαριάννας Νίκου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της καλούσας - αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρίας με την επωνυμία "GROYPAMA ΦΟΙΝΙΞ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα (πρώην ΦΟΙΝΙΞ ΜΕΤΡΟΛΑΪΦ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ, Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Τακτικό, ο οποίος δήλωσε στο ακροατήριο ότι παραιτείται ως προς τους 10ο και 12ο αναιρεσιβλήτους. Των καθών - αναιρεσιβλήτων: 1)Χ1, κατοίκου ..., 2)Χ2, κατοίκου ..., 3)Χ3, κατοίκου ..., 4) Χ4, κατοίκου ..., 5)Χ5, κατοίκου ..., 6)Χ6, ως ασκούντων την επιμέλεια του ανηλίκου τέκνου τους ..., ετών εννέα, κατοίκου ..., 7)Χ7, ως ασκούντων την επιμέλεια του ανηλίκου τέκνου τους ..., ετών τεσσάρων, κατοίκου ..., 8) Χ8, κατοίκου ..., 9) Χ9, κατοίκου ..., 10) Χ10, κατοίκου ..., 11)Χ11, κατοίκου ..., 12) Χ12, κατοίκου ..., 13)Χ13, κατοίκου ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-12-2002 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 419/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 9372/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζήτησε η αναιρεσείουσα με την από 17-7-2006 αίτησή της επί της οποίας εκδόθηκε η 91/2009 απόφαση του Αρείου Πάγου που κήρυξε την συζήτηση απαράδεκτη. Η υπόθεση επανέρχεται για συζήτηση με την από 22-4-2009 κλήση της αναιρεσείουσας.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Σαράντης Δρινέας ανέγνωσε την από 1-11-2007 έκθεσή του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του δικαστηρίου αυτού Σπυρίδωνος Ζιάκα, Αρεοπαγίτη, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. λόγου αναιρέσεως και την απόρριψη των λοιπών.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη των αντιδίκων της στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή από τις διατάξεις των άρθρ. 294, 295 § 1, 297 και 299 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται, σύμφωνα με το άρθρ. 573 § 1 του ίδιου κώδικα και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, προκύπτει ότι ο αναιρεσείων μπορεί με δήλωσή του που καταχωρίζεται στα πρακτικά να παραιτηθεί από το δικόγραφο της αναίρεσης χωρίς τη συναίνεση του αναιρεσιβλήτου, πριν αυτός προχωρήσει στην προφορική συζήτηση της ουσίας της υπόθεσης, η παραίτηση δε αυτή έχει ως αποτέλεσμα ότι η αναίρεση θεωρείται ότι δεν ασκήθηκε και η δίκη κηρύσσεται καταργημένη ως προς τον διάδικο για τον οποίο έγινε η παραίτηση. Στην προκείμενη περίπτωση, με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου της αναιρεσείουσας, έχοντας προς τούτο τη σχετική πληρεξουσιότητα, η οποία καταχωρήθηκε στα πρακτικά, αυτή παραιτήθηκε νομότυπα, πριν από την έναρξη της συζητήσεως, από το δικόγραφο της από 17-7-2006 αιτήσεως για αναίρεση της 9372/2005 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, κατά το μέρος που το εν λόγω δικόγραφο στρέφεται κατά την υπό στοιχ. 10 και 12 αναιρεσιβλήτων.
Συνεπώς, ως προς τους αναιρεσιβλήτους αυτούς το άνω δικόγραφο θεωρείται ότι δεν ασκήθηκε και η σχετική δίκη, που ανοίχθηκε με αυτό μεταξύ της αναιρεσείουσας και των παραπάνω αναιρεσιβλήτων, πρέπει να κηρυχθεί καταργημένη.
Επειδή από τις προσκομιζόμενες με επίκληση εκθέσεις επιδόσεως που αναφέρονται παρακάτω προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της από 22-4-2009 κλήσεως της αναιρεσείουσας, με την οποία επαναφέρεται προς εκδίκαση η από 17-7-2006 αίτηση αναιρέσεως αυτής (της οποίας η προηγούμενη συζήτηση είχε κηρυχθεί απαράδεκτη με την 91/2009 απόφαση του Αρείου Πάγου), με πράξη ορισμού δικασίμου για την αναφερομένη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο και με κλήση για παράσταση κατά τη δικάσιμο αυτή, επεδόθη νομίμως και εμπροθέσμως στους αναιρεσιβλήτους ως ακολούθως:
α) Με τις 4598Δ και ... στους υπό στοιχ. 1 και 13 εξ αυτών ... και ... αντίστοιχα και β) ... του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο ... στους υπό στοιχ. 2 έως 9 και 11 εξ αυτών ..., Χ5, Χ7, Χ8 και..., ως ασκούντων την επιμέλεια των ανήλικων τέκνων τους ...και ..., Χ2, Χ9 και Χ11, αντίστοιχα. Επομένως, εφόσον αυτοί δεν εμφανίσθηκαν στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από το οικείο πινάκιο ούτε κατέθεσαν, κατ' άρθρ. 242 § 2 του ΚΠολΔ, δήλωση μη παραστάσεως κατά τη συζήτηση, πρέπει το Δικαστήριο, κατ' άρθρ. 576 2 του ίδιου κώδικα, να προχωρήσει η συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως παρά την απουσία των.
Επειδή κατά τη διάταξη άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 2496/19971 "Ασφαλιστική σύμβαση, τροποποιήσεις της νομοθεσίας για την ιδιωτική ασφάλιση ....", με την ασφαλιστική σύμβαση η ασφαλιστική επιχείρηση (ασφαλιστής) αναλαμβάνει την υποχρέωση να καταβάλει, έναντι ασφαλίστρου, στον συμβαλλόμενο της (λήπτη της ασφάλισης) ή σε τρίτον, παροχή (ασφάλισμα) σε χρήμα ή, εφόσον υπάρχει ειδική συμφωνία, άλλη παροχή σε είδος, όταν επέλθει το περιστατικό από το οποίο συμφωνήθηκε να εξαρτάται η υποχρέωση του (ασφαλιστική περίπτωση), κατά δε τη διάταξη του άρθρου 25 του ίδιου νόμου, η ασφάλιση αστικής ευθύνης περιλαμβάνει τις δαπάνες, που προέρχονται άμεσα από την απόκρουση και ικανοποίηση αξιώσεων τρίτων κατά του λήπτη της ασφάλισης, που γεννήθηκαν από πράξεις ή παραλήψεις του για τις οποίες είχε συμφωνηθεί ασφαλιστική κάλυψη, και, τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 26 παρ. 1 του αυτού νόμου, όταν η ασφάλιση αστικής ευθύνης είναι κατά νόμο υποχρεωτική, ο τρίτος έχει ευθεία αξίωση και πέρα από τα ασφαλιστικό ποσό, μέχρι το όριο για το οποίο η ασφάλιση είναι υποχρεωτική.
Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι επί προαιρετικής ασφαλίσεως, όπως είναι αυτή της αστικής ευθύνης για την περίπτωση ατυχήματος κατά την εκτέλεση ενός δημόσιου ή ιδιωτικού έργου, ο ζημιωθείς τρίτος δεν έχει ευθεία αξίωση έναντι του ασφαλιστή παρά μόνο κατά του λήπτη της ασφαλίσεως από τις υπαίτιες πράξεις ή παραλείψεις του οποίου γεννήθηκαν οι αξιώσεις του.
Ο τρίτος μπορεί να στραφεί κατά του ασφαλιστή μόνο πλαγιαστικώς, καθώς και στην περίπτωση που οι ιδιότητες ασφαλισμένου και λήπτη της ασφαλίσεως συμπίπτουν στο ίδιο πρόσωπο αλλά η ασφάλιση συνάπτεται για λογαριασμό άλλου, οπότε πρόκειται για γνήσια σύμβαση υπέρ τρίτου (άρθρ. 410 επ. του ΑΚ). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, δέχθηκε εν μέρει ως κατ' ουσία βάσιμη την από 2-12-2002 αγωγή των αναιρεσιβλήτων με την οποία αυτοί ζήτησαν την επιδίκαση σε αυτούς χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ψυχικής οδύνης, για τον θανάσιμο τραυματισμό του συζύγου της πρώτης και συγγενούς των λοιπών, που συνέβη κατά τη διάρκεια της εργασίας του στην ανέγερση πολυώροφης οικοδομής, έργο το οποίο είχε ασφαλίσει η αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρεία για τις δαπάνες του κυρίου του έργου και λήπτη της ασφαλίσεως από την ικανοποίηση αξιώσεων εργαζομένων συνεπεία εργατικού ατυχήματος, και υποχρέωσε την αναιρεσείουσα να καταβάλει στους αναιρεσιβλήτους, εις ολόκληρο με τους λοιπούς εναγομένους, τα αναφερόμενα σε αυτήν (απόφαση) ποσά.
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο, παραβίασε ευθέως, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, δεδομένου ότι οι αναιρεσίβλητοι δεν είχαν ευθεία αξίωση κατά της αναιρεσείουσας, αφού η προκείμενη ασφάλιση από αυτήν της αστικής ευθύνης του κυρίου του έργου κατασκευής πολυώροφης οικοδομής ήταν προαιρετική.
Επομένως, ο σχετικός λόγος αναιρέσεως κατά το μέρος που με αυτόν προσάπτεται στο Εφετείο η πιο πάνω αιτίαση, είναι βάσιμος. Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από άλλους δικαστές (άρθρ. 580 § 3 του ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Κηρύσσει καταργημένη την ανοιγείσα μεταξύ της αναιρεσείουσας και των υπό στοιχ. 10 και 12 αναιρεσιβλήτων δίκη.
Αναιρεί την 9372/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε χίλια πεντακόσια (1500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Ιανουαρίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 9 Μαρτίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ