441/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 441 / 2007 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 441/2007
Legislator headnote
AI generated441/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 441 / 2007 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 441/2007
Full text
Απόφαση 441 / 2007 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 441/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2΄ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χλαμπουτάκη, Αντιπρόεδρο, Ιωάννη Παπανικολάου, Ρένα Ασημακοπούλου, Χαράλαμπο Ζώη και Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 29 Ιανουαρίου 2006, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ...., ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Παναγιώτη Παρασκευά.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωσήφ Κτενίδη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-3-1999 ανακοπή του ήδη αναιρεσείοντος και των αρχικών ανακοπτόντων ....και ...., που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ρόδου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 67/2002 του ίδιου Δικαστηρίου και 43/2005 του Εφετείου Δωδεκανήσου. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητά ο αναιρεσείων με την από 26/10/2005 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Παπανικολάου ανέγνωσε την από 15-1-2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά το άρθρο 623 του Κ.Πολ.Δ, κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 624 έως 634 Κ.Πολ.Δ μπορεί να ζητηθεί η έκδοση διαταγής πληρωμής για χρηματικές απαιτήσεις ή απαιτήσεις παροχής χρεογράφων, εφόσον η απαίτηση και το οφειλόμενο ποσό αποδεικνύονται με δημόσιο ή ιδιωτικό έγγραφο, κατά δε το άρθρο 626 παρ. 3 του ίδιου Κώδικα, στην αίτηση του δικαιούχου για την έκδοση διαταγής πληρωμής πρέπει να επισυνάπτονται και όλα τα έγγραφα από τα οποία προκύπτει η απαίτηση και το ποσό της. Εξάλλου, διαταγή πληρωμής μπορεί να εκδοθεί και για το κατάλοιπο κλεισθέντος αλληλόχρεου λογαριασμού, εφόσον αποδεικνύονται εγγράφως η σύμβαση του αλληλόχρεου λογαριασμού, η κίνηση, το κλείσιμο και το κατάλοιπο αυτού. Η περιλαμβανομένη στη σύμβαση παροχής πιστώσεων με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό ειδική συμφωνία ότι η οφειλή του πιστούχου προς την πιστώτρια τράπεζα, που θα προκύψει από το οριστικό κλείσιμο της πιστώσεως, θα αποδεικνύεται από το απόσπασμα των εμπορικών βιβλίων της τράπεζας, είναι, ως δικονομική σύμβαση, έγκυρη. Το απόσπασμα αυτό, στο οποίο αποτυπώνεται η κίνηση, το κλείσιμο του λογαριασμού και το κατάλοιπο, επέχει θέση αποδεικτικού μέσου με ισχύ ιδιωτικού εγγράφου, το αντίγραφο δε αυτού έχει αποδεικτική δύναμη ίση με το πρωτότυπο, εφόσον η ακρίβεια τούτου βεβαιώνεται από αρμόδια αρχή ή δικηγόρο (άρθρα 449 παρ.1 Κ.Πολ.Δ, 52 ν.δ 3026/1954, 14 ν. 1599/1986) και δεν μπορεί να προσδώσει την αποδεικτική αυτή δύναμη η βεβαίωση της ακρίβειας του αντιγράφου από τον αρμόδιο υπάλληλο της πιστώτριας τράπεζας. Στην περίπτωση όμως των μηχανογραφικώς τηρουμένων εμπορικών βιβλίων, η εκτύπωση του αποσπάσματος των βιβλίων αυτών, που περιέχονται σε ηλεκτρονική μορφή εντός του υπολογιστή, με τη σχετική βεβαίωση της γνησιότητας της εκτυπώσεως από τον υπάλληλο που ενήργησε την εκτύπωση, αποτελεί το πρωτότυπο έγγραφο, που έχει εις χείρας της η τράπεζα προς απόδειξη του περιεχομένου του εξαχθέντος από τον ηλεκτρονικό υπολογιστή αποσπάσματος των βιβλίων της. Επομένως, στην περίπτωση αυτή δεν απαιτείται βεβαίωση της ακρίβειας τούτου από αρμόδια αρχή ή δικηγόρο, αφού δεν πρόκειται περί αντιγράφου (ΑΠ 1117/2002 και 1022/2003). Στην κρινόμενη υπόθεση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε ότι κατόπιν αιτήσεως της ήδη αναιρεσίβλητης τράπεζας, εκδόθηκε η 162/1999 διαταγή πληρωμής του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, με την οποία υποχρεώθηκε και ο ήδη αναιρεσείων να της καταβάλει το ποσό των 33.552.498 δραχμών, πλέον τόκων και εξόδων, από κατάλοιπο κλεισθέντος ανοικτού λογαριασμού. Για την έκδοση της διαταγής πληρωμής η Τράπεζα επικαλέσθηκε και προσκόμισε 1) τις αναφερόμενες συμβάσεις πίστωσης με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό 2) την από 4-2-1998 σύμβαση παροχής εγγυήσεως που υπεγράφη μεταξύ της άνω τράπεζας, του πρώτου ανακόπτοντος ως πιστούχου, της δεύτερης και τρίτου (εφεσίβλητου και ήδη αναιρεσείοντος) ως εγγυητών 3) τις σχετικές εκθέσεις επίδοσης περί γνωστοποιήσεως στους ανακόπτοντες, επομένως και στον αναιρεσείοντα του οριστικού κλεισίματος της πιστώσεως και του λογαριασμού και 4) αποσπάσματα εκ των μηχανογραφικώς τηρουμένων εμπορικών βιβλίων της τράπεζας, από τα οποία προέκυπτε αφενός η κίνηση του λογαριασμού που τηρούσε αυτή προς εξυπηρέτηση της πιστώσεως που παρασχέθηκε στον πρώτο από τους ανακόπτοντες και εγγυήθηκαν γραπτώς οι υπόλοιποι ανακόπτοντες και αφετέρου το ύψος του προκύψαντος κατά το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού συνολικού υπολοίπου. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την εκκαλούμενη απόφασή του δέχθηκε μεν ότι τα προσκομιζόμενα αποσπάσματα, που έχουν εκδοθεί από υπαλλήλους της Τράπεζας και έχουν εξαχθεί με μηχανογραφικό σύστημα από τους ηλεκτρονικούς υπολογιστές αυτής, αποτελούν, κατά συμβατικό όρο (όρος 5ος της συμβάσεως), αποδεικτικό μέσο, όμως, δέχτηκε, περαιτέρω, ότι αποτελούν είδος αντιγράφου και χρήζουν επικυρώσεως από αρμόδια αρχή. Και επειδή (δέχτηκε η εκκαλουμένη απόφαση) ότι η ακρίβεια των παραπάνω αποσπασμάτων δεν βεβαιώθηκε κατά νόμιμο τρόπο και ότι η έκδοση και η υπογραφή αυτών από υπαλλήλους της Τράπεζας, δεν αρκεί για να προσδώσει σ' αυτά αποδεικτική δύναμη, δέχτηκε την ανακοπή και ακύρωσε τη διαταγή πληρωμής. Στην περίπτωση όμως αυτή, συνεχίζει το Εφετείο, των μηχανογραφικώς τηρουμένων εμπορικών βιβλίων, η εκτύπωση του αποσπάσματος των βιβλίων αυτών, που περιέχονται σε ηλεκτρονική μορφή εντός του υπολογιστή, με τη σχετική βεβαίωση της γνησιότητας της εκτυπώσεως από τον υπάλληλο της Τράπεζας που ενήργησε την εκτύπωση, αποτελεί το πρωτότυπο έγγραφο, που έχει στα χέρια της η εκκαλούσα Τράπεζα προς απόδειξη του περιεχομένου του εξαχθέντος από τον ηλεκτρονικό υπολογιστή αποσπάσματος των βιβλίων της. Επομένως στην περίπτωση αυτή (πάντοτε κατά το Εφετείο) δεν απαιτείται βεβαίωση της ακρίβειας τούτου από αρμόδια αρχή, όπως ουχί ορθώς δέχτηκε το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την εκκαλούμενη απόφασή του. Κατ' ακολουθία των παραπάνω καταλήγει το Εφετείο εφόσον τα εν λόγω αποσπάσματα ήσαν εκ των μηχανογραφικώς τηρουμένων εμπορικών βιβλίων της καθής η ανακοπή και τώρα εκκαλούσας Τράπεζας και είχαν εκδοθεί και υπογραφεί από υπαλλήλους της, σε τρόπο ώστε να αποτελούν γι' αυτό τα παραχθέντα από τον εκτυπωτή πρωτότυπα έγγραφα, δεν ήταν αναγκαία η επικύρωσή τους από αρμόδια αρχή ή δικηγόρο κατά το άρθρο 52 του Ν.Δ 3026/1954, το δε πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την εκκαλούμενη απόφασή του δέχθηκε ότι δεν έχουν αποδεικτική δύναμη, επειδή δεν επικυρώθηκαν από αρμόδια αρχή ή δικηγόρο, ουχί ορθώς το νόμο εφάρμοσε και πρέπει να γίνουν δεκτοί οι υπ' αριθ. 1 έως 5 λόγοι της εφέσεως, οι οποίοι ερευνώνται ενιαίως λόγω της μεταξύ τους συνάφειας, αφού αποτελούν ουσιαστικά ένα λόγο αναφορικά με τα μηχανογραφικά αποσπάσματα των λογαριασμών, και να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη. Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε την έφεση της αναιρεσίβλητης, εξαφάνισε την εκκαλουμένη στις μεταξύ των διαδίκων σχέσεις και απέρριψε την ανακοπή και τους πρόσθετους λόγους αυτής του αναιρεσείοντος, εν τέλει δε επικύρωσε την ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής στις μεταξύ των διαδίκων αυτών σχέσεις. Η αναιρεσιβαλλόμενη με το να δεχθεί ότι τα μηχανογραφικώς τηρούμενα εμπορικά βιβλία, που τηρούνται σε ηλεκτρονική μορφή εντός υπολογιστή, εφόσον βεβαιώνεται η γνησιότητα τους από υπάλληλο της Τράπεζας, αποτελούν πρωτότυπα έγγραφα, με βάση τα οποία μπορεί να εκδοθεί διαταγή πληρωμής και ως εκ τούτου η επίδικη διαταγή πληρωμής είχε εκδοθεί συννόμως και να απορρίψει το σχετικό λόγο ανακοπής δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια από τον αναιρετικό λόγο του αριθμού 11 της Κ.Πολ.Δ 559, τα δε περί του αντιθέτου υποστηριζόμενα στην αίτηση, περιέχουσα αιτιάσεις από τον λόγο αυτό, κατ' ορθή εκτίμηση του αναιρετηρίου, είναι αβάσιμα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 26-10-2005 αίτηση του ...... για αναίρεση της 43/2005 απόφασης του Εφετείου Δωδεκανήσου. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων εκατόν εβδομήντα (1.170) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 21 Φεβρουαρίου 2007. Και
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα στις 5 Μαρτίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ