Legislator Case Law & Legislation
440/2025 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against consumer protection judgment due to lack of admissibility and merit.

Case Number 440/2025
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Third Instance Court's rejection of his consumer protection claim. The appellant argued that the lower court failed to establish his admission of facts regarding the purchase of bonds, but the court found these statements were merely narrative references without evidentiary weight. Consequently, the appeal was rejected as both inadmissible and baseless, with costs awarded to the appellant.

Legislator headnote

AI generated

Articles 552, 553, 556, 558, 564 § 3, 566 § 1, 144 of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if filed outside the statutory period or lacks merit, and a lower court's narrative statements regarding facts do not constitute an admission of liability absent specific evidentiary findings.

Keywords

AI generated
consumer protection law admissibility of appeal merit of appeal admission of facts evidentiary weight legal costs third instance court

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553, 556, 558, 564 § 3 of the Code of Civil Procedure
Article 1, Article 3 of Law 4335/2015
4335/2015 - 566 § 1 και 144 του ΚΠολΔ).
Article 577 § 1 of the Code of Civil Procedure
Article 577 § 3 of the Code of Civil Procedure
Articles 352 and 261 of the Code of Civil Procedure
Article 495 § 3 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 180, 183, 191 § 2 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 440 / 2025 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 440/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρουλιώ Δαβίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου, Βαρβάρα Πάπαρη, Μαρία Πετσάλη και Άλκηστη Σιάννου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 7 Οκτωβρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ά. Ζ. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αλέξανδρο Στρίμπερη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "Ε. Τ. Τ. Ε. Α.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Σοφία Παπαδογιάννη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από ... αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο .... Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: ... οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και ... του Τριμελούς Εφετείου .... Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από ... αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Με την κρινόμενη από ... αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η υπ' αριθ. ... τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου ..., με την οποία είχε απορριφθεί κατ' ουσίαν η από ... έφεση του αναιρεσείοντος Ά. Ζ. κατά της αναιρεσίβλητης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Ε. Τ. Τ. Ε. Α..Ε..", κατά της υπ' αριθ. ... οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου ..., που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, και απέρριψε την από ... αγωγή του αναιρεσείοντος κατά της ως αναιρεσίβλητης τραπεζικής εταιρείας. Η ως άνω αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, εντός της, κατά νόμο, διετούς καταχρηστικής προθεσμίας, ως εκ του χρόνου δημοσίευσης της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, καθόσον κατατέθηκε στη Γραμματεία του εκδώσαντος την απόφαση αυτή Δικαστηρίου στις ... και δεν προκύπτει, η, με επιμέλεια οποιουδήποτε διαδίκου, επίδοση της απόφασης αυτής, η οποία δημοσιεύθηκε στις ..., ούτε άλλωστε οι διάδικοι επικαλούνται επίδοση αυτής (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 § 3 - όπως η παράγραφος 3 αντικαταστάθηκε από το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν. 4335/2015, ΦΕΚ Α' 87/23-7-2015, με έναρξη ισχύος από 1-1-2016, άρθρο 1 άρθρο ένατο του Ν. 4335/2015 - 566 § 1 και 144 του ΚΠολΔ). Είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρο 577 § 1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί, περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των διαλαμβανομένων σε αυτή λόγων αναίρεσης (άρθρο 577 § 3 του ΚΠολΔ).

ΙΙ. Α. Επί της ευθύνης με βάση τον Ν. 2251/1994 για την προστασία του καταναλωτή: Ο Ν. 2251/1994 για την προστασία του καταναλωτή (που εφαρμόζεται ως ίσχυε πριν την τροποποίησή του με το Ν. 4512/2018, ως εκ του χρόνου που έλαβαν χώρα τα επίδικα γεγονότα (βλ. μεταβατική διάταξη άρθρου 111 του νόμου αυτού) έχει συμπεριλάβει ειδικές διατάξεις που επιβάλλουν στον προμηθευτή και στον παρέχοντα υπηρεσίες ορισμένες υποχρεώσεις, μεταξύ των οποίων είναι η ορθή, αναγκαία και κατάλληλη πληροφόρηση του μέσου καταναλωτή - και του ιδιώτη επενδυτή - ώστε αυτός να λαμβάνει τεκμηριωμένα τη σωστή απόφαση, είτε αυτός είναι ιδιώτης είτε είναι έμπορος είτε ελεύθερος επαγγελματίας που αποκτά το προϊόν ή τις υπηρεσίες για την ικανοποίηση όχι μόνο των ατομικών αλλά και των επαγγελματικών του αναγκών, αρκούντος απλώς και μόνον του γεγονότος ότι είναι ο τελικός αποδέκτης τούτων (ΟλΑΠ 13/2015, ΑΠ 1188/2021, ΑΠ 1395/2021, ΑΠ 1138/2020, ΑΠ 368/2019, ΑΠ 1295/2019).

Ειδικότερα στο άρθρο 8 §§ 1, 3, 4, 5 του ως άνω νόμου ορίζονται μεταξύ άλλων τα ακόλουθα: "Ο παρέχων υπηρεσίες ευθύνεται για κάθε περιουσιακή ζημία ή ηθική βλάβη που προκάλεσε παράνομα και υπαίτια, με πράξη ή παράλειψή του, κατά την παροχή αυτών στον καταναλωτή. Ως παρέχων υπηρεσίες νοείται όποιος, στο πλαίσιο της άσκησης επαγγελματικής δραστηριότητας, παρέχει υπηρεσία, κατά τρόπο ανεξάρτητο" (§ 1), "Ο ζημιωθείς υποχρεούται να αποδείξει τη ζημία και την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ της παροχής της υπηρεσίας και της ζημίας" (§ 3), "Ο παρέχων τις υπηρεσίες φέρει το βάρος της απόδειξης για την έλλειψη παρανομίας και υπαιτιότητας του.

Για την έλλειψη υπαιτιότητας λαμβάνονται υπόψη η ευλόγως προσδοκώμενη ασφάλεια και το σύνολο των ειδικών συνθηκών και ιδίως: α) η φύση και το αντικείμενο της υπηρεσίας, ιδίως σε σχέση με το βαθμό επικινδυνότητας της, β) η παρουσίαση και ο τρόπος παροχής της, γ) ο χρόνος παροχής της, δ) η αξία της παρεχόμενης υπηρεσίας, ε) η ελευθερία δράσης που καταλείπεται στον ζημιωθέντα στο πλαίσιο της υπηρεσίας, στ) αν ο ζημιωθείς ανήκει σε κατηγορία μειονεκτούντων ή ευπρόσβλητων προσώπων και ζ) αν η παρεχόμενη υπηρεσία αποτελεί εθελοντική προσφορά του παρέχοντος αυτήν" (§ 4), "η ύπαρξη ή η δυνατότητα παροχής τελειότερης υπηρεσίας κατά τον χρόνο παροχής της συγκεκριμένης υπηρεσίας ή μεταγενέστερα δεν θεμελιώνει χωρίς άλλο λόγο υπαιτιότητα" (§ 5).

Με βάση τις ανωτέρω διατάξεις, οι προϋποθέσεις για τη θεμελίωση ευθύνης σε βάρος του παρέχοντος υπηρεσίες είναι: α) η παροχή ανεξαρτήτων υπηρεσιών στα πλαίσια άσκησης επαγγελματικής δραστηριότητας, β) η υπαιτιότητα του παρέχοντος υπηρεσίες κατά την παροχή αυτών, η οποία τεκμαίρεται, ο δε παρέχων φέρει το βάρος απόδειξης της έλλειψής της (νόθος αντικειμενική ευθύνη), γ) παράνομη συμπεριφορά του παρέχοντος υπηρεσίες, η δε συμπεριφορά του παρέχοντος υπηρεσίες θα πρέπει να ανταποκρίνεται στην ευλόγως προσδοκώμενη ασφάλεια, δηλαδή στις συναλλακτικές υποχρεώσεις πρόνοιας και ασφάλειας που επιβάλλουν οι κανόνες της επιστήμης ή τέχνης του, δ) ζημία κατά το γενικό δίκαιο της αποζημίωσης (ΑΚ 297, 298) και ε) αιτιώδης συνάφεια μεταξύ παροχής της υπηρεσίας και της ζημίας (ΑΠ 1182/2021, ΑΠ 1883/2021, ΑΠ 1406/2021).

Υφίσταται δε αιτιώδης συνάφεια μεταξύ ζημιογόνου πράξης ή παράλειψης και ζημίας, όταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, το φερόμενο ως ζημιογόνο γεγονός, κατά τη συνήθη και κανονική πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις της συγκεκριμένης περίπτωσης, ήταν πρόσφορο να επιφέρει και πράγματι επέφερε το επιζήμιο αποτέλεσμα (ΟλΑΠ 2/2019, ΑΠ 1074/2022, ΑΠ 551/2020, ΑΠ 867/2020).

Ως κριτήρια για την εκτίμηση της ύπαρξης υπαιτιότητας αναφέρονται στον νόμο η ευλόγως προσδοκώμενη ασφάλεια και το σύνολο των ειδικών συνθηκών της κάθε συγκεκριμένης περίπτωσης. Προκειμένου, συνεπώς, να διαπιστωθεί η ύπαρξη υπαιτιότητας στο πρόσωπο του παρέχοντος υπηρεσίες, θα πρέπει να συνεκτιμηθούν τα στοιχεία που αναφέρονται στο νόμο και που αποτελούν ειδικότερους προσδιοριστικούς παράγοντες των συναλλακτικών υποχρεώσεων, οι οποίες συνδέονται με τη άσκηση της συγκεκριμένης υπηρεσίας.

Επιπλέον, θα πρέπει να ληφθούν υπόψη οι κανόνες της επιστήμης και της τεχνικής που ισχύουν στον κύκλο επαγγελματικής δραστηριότητας του φορέα παροχής των υπηρεσιών. Επομένως, ο φορέας της υπηρεσίας δρα υπαιτίως, είτε διότι οι υπηρεσίες του δεν ανταποκρίνονται στην ευλόγως προσδοκώμενη ασφάλεια, συνεκτιμώμενου και του συνόλου των ειδικών συνθηκών, είτε διότι παραβιάζονται οι συναλλακτικές υποχρεώσεις πρόνοιας και ασφαλείας γενικότερα.

Ειδικότερα, η παράνομη συμπεριφορά του παρέχοντος δεν συναρτάται με το πραγματικό περιεχόμενο της υποχρέωσής του προς αποφυγή των κινδύνων, αλλά με την έλλειψη ασφάλειας των υπηρεσιών που θεμιτά δικαιούται να αναμένει ο καταναλωτής, καθώς και με την οικοδόμηση της εμπιστοσύνης του στη συγκεκριμένη αγορά υπηρεσιών, ήτοι με την παραβίαση της υποχρέωσης πρόνοιας και ασφάλειας που όφειλε κατά τον νόμο ή τη σύμβαση ή την καλή πίστη κατά τις κρατούσες κοινωνικές αντιλήψεις και μπορούσε, να λάβει μέσα στη σφαίρα επιρροής του, κάτω από ομαλές προβλέψιμες συνθήκες, σε τρόπο ώστε οι παρεχόμενες από αυτόν υπηρεσίες, χρησιμοποιούμενες από τον καταναλωτή, να μη θέτουν σε κίνδυνο τα συμφέροντα του τελευταίου και ιδίως την ακεραιότητα της πίστης και της ασφαλούς παροχής υπηρεσιών, που τελικά, είναι το προστατεύσιμο δικαίωμα.

Προκειμένου, συνεπώς, να διαπιστωθεί η ύπαρξη υπαιτιότητας στο πρόσωπο του παρέχοντος υπηρεσίες, θα πρέπει να συνεκτιμηθούν τα στοιχεία που αναφέρονται στο νόμο και που αποτελούν ειδικότερους προσδιοριστικούς παράγοντες των συναλλακτικών υποχρεώσεων, οι οποίες συνδέονται με την άσκηση της συγκεκριμένης υπηρεσίας.

Περαιτέρω, όσον αφορά στην προϋπόθεση του παράνομου αναγκαία είναι σε κάθε περίπτωση η παραβίαση συγκεκριμένου κανόνα δικαίου που επιβάλλει ή απαγορεύει συγκεκριμένη συμπεριφορά του παρέχοντος υπηρεσίες. Απαιτείται, δηλαδή, η παραβίαση συναλλακτικής υποχρέωσης που καθορίζεται είτε από ειδική διάταξη νόμου, είτε από τις γενικές διατάξεις των άρθρων 281 και 288 ΑΚ, δεδομένου ότι οι συναλλακτικές υποχρεώσεις του παρέχοντος υπηρεσίες διαμορφώνουν τον κορμό τόσο της ενδοσυμβατικής όσο και της αδικοπρακτικής ρύθμισης της ευθύνης του.

Συγκεκριμένα, οι διατάξεις των 281 και 288 ΑΚ επιβάλλουν σε κάθε συναλλασσόμενο να ασκεί τα δικαιώματα και την ελευθερία του σύμφωνα με την αρχή της καλής πίστης και να μην υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλονται από τον κοινωνικό σκοπό του δικαιώματος ή της θεμιτής στο συγκεκριμένο κύκλο ελευθερίας δράσης.

Επιπλέον, οι ανωτέρω διατάξεις, σε συνδυασμό με το άρθρο 330 εδάφιο β' του ΑΚ, συνιστούν το νομικό θεμέλιο των συναλλακτικών υποχρεώσεων, οι οποίες προσδιορίζονται, ελλείψει ειδικής νομοθετικής ρύθμισης, με βάση τα κριτήρια του μέσου εκπροσώπου του οικείου κύκλου του παρέχοντος υπηρεσίες, όπως αυτά συγκαθορίζονται από τους ειδικούς κανόνες και τις αρχές που ισχύουν στο συγκεκριμένο κλάδο ή είδος δραστηριότητας.

Στο πλαίσιο της ευθύνης του παρέχοντος υπηρεσίες, η ειδική ρύθμιση του άρθρου 8 § 4, επιβάλλει την ασφάλεια των παρεχόμενων υπηρεσιών, σε συνδυασμό με τις γενικές ρήτρες των 281 και 288 ΑΚ, οι οποίες υπαγορεύουν τη σύννομη δράση του παρέχοντος υπηρεσίες, χάριν προστασίας των εννόμων αγαθών των αποδεκτών των υπηρεσιών και συνιστούν τους κανόνες δικαίου, των οποίων η παραβίαση θεμελιώνει την αναγκαία για την κατάφαση της ευθύνης του φορέα παροχής των υπηρεσιών παράνομη συμπεριφορά.

Από την παραπάνω διάταξη σε συνδυασμό προς εκείνη του άρθρου 288 ΑΚ, κατά την οποία "Ο οφειλέτης έχει υποχρέωση να εκπληρώσει την παροχή, όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη" συνάγεται ότι η ευθύνη του παρέχοντος υπηρεσίες μπορεί να είναι είτε ενδοσυμβατική είτε αδικοπρακτική ανεξάρτητα από προϋφιστάμενη ενοχική σχέση μεταξύ παρέχοντος υπηρεσίες και ζημιωθέντος.

Με δεδομένο ότι η τήρηση των κανόνων της επαγγελματικής επιμέλειας συνιστά και συμβατική υποχρέωση του παρέχοντος την υπηρεσία και ότι αυτοί οι κανόνες της επαγγελματικής επιμέλειας διεθνώς διαμορφώνονται ως ένα πλαίσιο ενιαίο, είτε υπάρχει συμβατικός δεσμός είτε όχι, μια υπηρεσία που παραβιάζει αυτούς τους κανόνες (και επομένως δεν παρέχει την κατά το άρθρο 8 ευλόγως προσδοκώμενη ασφάλεια) θα συνιστά ταυτόχρονα και παρανομία κατά την ΑΚ 914 και συμβατική παράβαση.

Στην έννοια του παρέχοντος υπηρεσίες κατά την προαναφερθείσα διάταξη, εμπίπτουν και οι τράπεζες έναντι των πελατών τους, οπότε η ως άνω διάταξη εφαρμόζεται και επί συμβάσεων με αντισυμβαλλόμενο προμηθευτή τράπεζα (ΑΠ 633/2024). Η τελευταία υπέχει έναντι του καταναλωτικού κοινού συναλλακτικές υποχρεώσεις πρόνοιας και ασφάλειας, η παραβίαση των οποίων συνιστά, εκτός της αθέτησης της σύμβασης, και αδικοπραξία ήτοι συνιστά ενδοσυμβατική αλλά και αδικοπρακτική ευθύνη της τράπεζας.

Συγκεκριμένα, ειδικότερη μορφή παραβίασης των κανόνων δικαίου αποτελεί η εκ μέρους της τράπεζας παράλειψη εκπλήρωσης των υποχρεώσεων εκτίμησης των συμφερόντων του πελάτη, διαφώτισης, παροχής συμβουλευτικής καθοδήγησης και προειδοποίησης αυτού. Υπό την έννοια αυτή οι συγκεκριμένες συναλλακτικές υποχρεώσεις παραβιάζονται μεταξύ άλλων και στις περιπτώσεις που παραλείπεται η παροχή όσων πληροφοριών είναι απαραίτητες στο συγκεκριμένο αποδέκτη των επενδυτικών υπηρεσιών, προκειμένου αυτός να είναι σε θέση να αντιληφθεί σε όλη της την έκταση τη μορφή της προτεινόμενης σε αυτόν τοποθέτησης των κεφαλαίων του και κυρίως να κατανοήσει σε βάθος όσους κινδύνους συνδέονται με τη ζημιογόνο για τον ίδιο εξέλιξη αυτής, ώστε, έχοντας ενημερωθεί σχετικώς, ακολούθως να αξιολογήσει ο ίδιος τις επιβλαβείς συνέπειες της συγκεκριμένης επενδυτικής επιλογής και ο ίδιος επίσης να αποφασίσει εάν θα την επιχειρήσει, δίνοντας την σχετική εντολή στον παρέχοντα υπηρεσίες αντισυμβαλλόμενό του.

Ενόψει δε της καθιερούμενης, συναφώς, νόθου αντικειμενικής ευθύνης, με την έννοια της αντιστροφής του βάρους απόδειξης, τόσο ως προς την υπαιτιότητα, όσο και ως προς την παρανομία, ο ζημιωθείς φέρει το βάρος να αποδείξει την παροχή των υπηρεσιών, τη ζημία του και τον αιτιώδη σύνδεσμο της ζημίας με την εν γένει παροχή των υπηρεσιών, όχι όμως και τη συγκεκριμένη πράξη ή παράλειψη που επέφερε το ζημιογόνο αποτέλεσμα, ενώ ο παρέχων τις υπηρεσίες, προκειμένου να απαλλαγεί από την ευθύνη, πρέπει να αποδείξει είτε την ανυπαρξία παράνομης και υπαίτιας πράξης του, είτε την έλλειψη αιτιώδους συνδέσμου της ζημίας με την παράνομη και υπαίτια πράξη του, είτε τη συνδρομή κάποιου λόγου επαγόμενου την άρση ή τη μείωση της ευθύνης του (ΑΠ 74/2024, ΑΠ 167/2024, ΑΠ 170/2024, ΑΠ 823/2024, ΑΠ 1381/2022, ΑΠ 1194/2021, ΑΠ 1111/2020).

Β. Επί της ευθύνης για την προστασία του ιδιώτη επενδυτή κατά το Ν. 3606/2007: Πέρα από τη θεμελίωση των υποχρεώσεων συμβουλευτικής καθοδήγησης και ενημέρωσης στη γενική υποχρέωση πρόνοιας που απορρέει από την καλή πίστη, καθώς επίσης και στον, κοινοτικής προέλευσης, νόμο για την προστασία του καταναλωτή, το καθήκον παροχής συμβουλών στον καταναλωτή απαντάται και στο κοινοτικό δίκαιο των επενδυτικών υπηρεσιών και, ειδικότερα, στο άρθρο 19 της οδηγίας 2004/39/ΕΚ για τις αγορές χρηματοπιστωτικών μέσων (γνωστή ως MIFID, η οποία αντικατέστησε την Οδηγία 93/22/ΕΟΚ), όπου γίνεται δεκτό ότι για την παροχή εύλογων συμβουλών λαμβάνεται υπόψη η καλύτερη εξυπηρέτηση του συμφέροντος του πελάτη.

Η παραπάνω οδηγία ενσωματώθηκε στο ελληνικό δίκαιο με το Ν. 3606/2007, όπου εξειδικεύονται και διευκρινίζονται οι υποχρεώσεις που επιβάλλονται προς προστασία των επενδυτών. Ο Ν. 3606/2007, του οποίου οι διατάξεις των άρθρων 1 έως και 70 εξακολουθούν να εφαρμόζονται για πράξεις και παραλείψεις που έχουν τελεστεί μέχρι την έναρξη ισχύος του νέου Ν. 4514/3-1-2018 (βλ.

άρθρο 98 τούτου), προέβλεπε: 1) στο άρθρο 4 § 1, ότι ως επενδυτικές υπηρεσίες και δραστηριότητες, νοούνται μεταξύ άλλων, (α) η λήψη και διαβίβαση εντολών, η οποία συνίσταται στην λήψη και διαβίβαση εντολών για λογαριασμό πελατών, για κατάρτιση συναλλαγών σε χρηματοπιστωτικά μέσα, (β) η εκτέλεση εντολών για λογαριασμό πελατών, η οποία συνίσταται στην κατάρτιση συμβάσεων αγοράς ή πώλησης ενός ή περισσότερων ενός ή περισσότερων χρηματοπιστωτικών μέσων για λογαριασμό πελατών, και (ε) η παροχή επενδυτικών συμβουλών, η οποία συνίσταται σε παροχή προσωπικών συμβουλών σε πελάτη, είτε κατόπιν αιτήσεώς του, είτε με πρωτοβουλία της ΕΠΕΥ, σχετικά με μία ή περισσότερες συναλλαγές που αφορούν χρηματοπιστωτικά μέσα.

Στην περίπτωση της επενδυτικής υπηρεσίας του άρθρου 4 § 1 περιπτ. β' του Ν. 3606/2007, οι πελάτες δίνουν εντολή στην τράπεζα να αγοράσει ή να πωλήσει για λογαριασμό τους, μετοχές, ομολογίες ή άλλα χρηματοπιστωτικά μέσα, καταβάλλοντας το αντίτιμο και έτσι έχουν εφαρμογή και οι διατάξεις των άρθρων 713 και 714 του ΑΚ, από τον συνδυασμό των οποίων προκύπτει ότι ο εντολοδόχος έχει υποχρέωση να διεξαγάγει χωρίς αμοιβή την υπόθεση που του ανέθεσε ο εντολέας, ευθύνεται, δε, για κάθε πταίσμα και έχει την υποχρέωση να αποδώσει στον εντολέα κάθε τι που έλαβε για την εκτέλεση της εντολής ή απόκτησε από την εκτέλεσή της (ΟλΑΠ 824/1977, ΑΠ 332/2023, ΑΠ 974/2018, ΑΠ 112/2016, ΑΠ 655/2011).

Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 297 και 298 ΑΚ προκύπτει ότι ο εντολοδόχος έχει υποχρέωση να ανορθώσει κάθε ζημία, την οποία υπέστη ο εντολέας και η οποία έχει γενεσιουργό αιτία το πταίσμα του εντολοδόχου.

Συνεπώς, ο εντολοδόχος, κατά την εκτέλεση των υποχρεώσεών του, όχι μόνο πρέπει να απέχει από κάθε δόλια ενέργεια, αλλά οφείλει να καταβάλει την επιμέλεια, την οποία καταβάλει στις συναλλαγές ο συνετός άνθρωπος, ευθυνόμενος διαφορετικά και για ελαφρά αμέλεια. Για την υποχρέωση αποζημίωσης απαιτείται να υπάρχει αιτιώδης συνάφεια μεταξύ του πταίσματος του εντολοδόχου και της ζημίας, που επήλθε στον εντολέα.

Αν, επομένως, ο εντολέας δεν υπέστη ζημία ή αν αυτή δεν είναι συνέπεια του πταίσματος του εντολοδόχου, ο τελευταίος δεν ευθύνεται σε αποζημίωση. Η αξίωση αποζημίωσης για ζημία, που προκλήθηκε από το ότι ο εντολοδόχος παρέλειψε οφειλόμενη απ' αυτόν, κατά την εκτέλεση της εντολής, ενέργεια, θεμελιώνεται κατ' αρχάς στα άρθρα 714 και 330 ΑΚ και τότε μόνον σε αδικοπραξία, αν συντρέχουν οι όροι του άρθρου 919 ΑΚ ή ειδικές περιστάσεις, που στοιχειοθετούν αδίκημα, όπως απάτη, υπεξαίρεση κ.λπ., οπότε υπάρχει συρροή αξιώσεων (ΑΠ 149/2024, ΑΠ 314/2024, ΑΠ 484/2024, ΑΠ 529/2024, ΑΠ 332/2023, ΑΠ 346/2018), 2) στο άρθρο 2, αναφερόμενο στο πεδίο εφαρμογής του, ότι σ' αυτόν υπάγονται οι ΑΕΠΕΥ ....

και τα πιστωτικά ιδρύματα τα οποία παρέχουν επενδυτικές υπηρεσίες και 3) στο άρθρο 3 § 2, ότι στα πιστωτικά ιδρύματα εφόσον παρέχουν μία ή περισσότερες επενδυτικές υπηρεσίες ή ασκούν επενδυτικές δραστηριότητες εφαρμόζονται οι αναφερόμενες σε αυτό διατάξεις, μεταξύ των οποίων και η διάταξη του άρθρου 25 του νόμου αυτού.

Με το τελευταίο άρθρο του εν λόγω νόμου (3606/2007), ορίζονται τα ακόλουθα: "1. Οι ΑΕΠΕΥ οφείλουν να ενεργούν κατά την παροχή επενδυτικών και παρεπόμενων υπηρεσιών σε πελάτες με αμεροληψία, εντιμότητα και επαγγελματισμό, ώστε να εξυπηρετούν με τον καλύτερο τρόπο τα συμφέροντα των πελατών τους και ειδικότερα να συμμορφώνονται με τις αρχές που αναφέρονται στις παραγράφους 2 έως 8 του άρθρου αυτού. 2.

Οι πληροφορίες που παρέχουν οι ΑΕΠΕΥ σε πελάτες ή σε δυνητικούς πελάτες, συμπεριλαμβανομένων των διαφημιστικών ανακοινώσεων, πρέπει να είναι ακριβείς, σαφείς και μη παραπλανητικές. Οι διαφημιστικές ανακοινώσεις πρέπει να μπορούν να αναγνωρίζονται σαφώς ως τέτοιες. 3. Οι ΑΕΠΕΥ παρέχουν στους πελάτες ή στους δυνητικούς πελάτες κατάλληλη πληροφόρηση σε κατανοητή μορφή, ώστε αυτοί να είναι ευλόγως σε θέση να κατανοούν τη φύση και τους κινδύνους της προσφερόμενης επενδυτικής ή παρεπόμενης υπηρεσίας και της συγκεκριμένης κατηγορίας του προτεινόμενου χρηματοπιστωτικού μέσου και ως εκ τούτου να λαμβάνουν επενδυτικές αποφάσεις επί τη βάσει αντικειμενικής πληροφόρησης.

Οι πληροφορίες αυτές μπορεί να παρέχονται σε τυποποιημένη μορφή. Η πληροφόρηση περιλαμβάνει στοιχεία σχετικά με: (α) την ΑΕΠΕΥ και τις υπηρεσίες της, (β) τα χρηματοπιστωτικά μέσα και τις προτεινόμενες επενδυτικές στρατηγικές, καθώς και κατάλληλη καθοδήγηση και προειδοποιήσεις σχετικά με τους κινδύνους που συνδέονται με τις επενδύσεις στα εν λόγω χρηματοπιστωτικά μέσα ή με την υιοθέτηση των εν λόγω επενδυτικών στρατηγικών, (γ) τους τόπους εκτέλεσης και (δ) το κόστος και τις σχετικές παρεπόμενες επιβαρύνσεις. 4.

Όταν οι ΑΕΠΕΥ παρέχουν επενδυτικές συμβουλές ή προβαίνουν σε διαχείριση χαρτοφυλακίου, οφείλουν να αντλούν τις αναγκαίες πληροφορίες σχετικά με τη γνώση και την εμπειρία του πελάτη ή του δυνητικού πελάτη στον επενδυτικό τομέα που σχετίζεται με τη συγκεκριμένη κατηγορία χρηματοπιστωτικού μέσου ή υπηρεσίας, καθώς και σχετικά με τη χρηματοοικονομική κατάσταση και τους επενδυτικούς στόχους του, ώστε να μπορούν να τους συστήσουν τις επενδυτικές υπηρεσίες και τα χρηματοπιστωτικά μέσα που είναι κατάλληλα για την περίπτωση τους (έλεγχος καταλληλότητας). 5.

Όταν οι ΑΕΠΕΥ παρέχουν άλλες επενδυτικές υπηρεσίες εκτός από αυτές που αναφέρονται στην παράγραφο 4, ζητούν από τον πελάτη ή το δυνητικό πελάτη να παρέχει πληροφορίες σχετικά με τις γνώσεις και την εμπειρία του στον επενδυτικό τομέα που σχετίζεται με τη συγκεκριμένη κατηγορία του προσφερόμενου ή ζητούμενου χρηματοπιστωτικού μέσου ή υπηρεσίας, ώστε να μπορούν οι ΑΕΠΕΥ να εκτιμήσουν κατά πόσον η σχεδιαζόμενη επενδυτική υπηρεσία ή το χρηματοπιστωτικό μέσο είναι κατάλληλο για τον πελάτη (έλεγχος συμβατότητας).

Εφόσον οι ΑΕΠΕΥ κρίνουν, βάσει των πληροφοριών που έχουν λάβει σύμφωνα με το προηγούμενο εδάφιο, ότι το χρηματοπιστωτικό μέσο ή η υπηρεσία δεν είναι κατάλληλα για τον πελάτη ή το δυνητικό πελάτη, οφείλουν να τον προειδοποιήσουν σχετικά. Η προειδοποίηση αυτή μπορεί να παρέχεται σε τυποποιημένη μορφή. Εάν ο πελάτης ή ο δυνητικός πελάτης δεν παράσχει τις κατά το πρώτο εδάφιο πληροφορίες σχετικά με τις γνώσεις και την εμπειρία του ή αν παράσχει ανεπαρκείς σχετικές πληροφορίες, οι ΑΕΠΕΥ οφείλουν να τον προειδοποιήσουν ότι η απόφασή του αυτή δεν τους επιτρέπει να κρίνουν κατά πόσον η προσφερόμενη ή ζητούμενη επενδυτική υπηρεσία ή το προσφερόμενο ή ζητούμενο χρηματοπιστωτικό μέσο είναι κατάλληλα γι' αυτόν.

Η προειδοποίηση αυτή μπορεί να παρέχεται σε τυποποιημένη μορφή. 6. Οι ΑΕΠΕΥ, που παρέχουν επενδυτικές υπηρεσίες, οι οποίες συνίστανται αποκλειστικά στην εκτέλεση εντολών πελατών ή τη λήψη και διαβίβαση εντολών με ή χωρίς παρεπόμενες υπηρεσίες, μπορούν να παρέχουν τις εν λόγω υπηρεσίες στους πελάτες τους χωρίς να έχουν λάβει τις πληροφορίες και χωρίς να έχουν καταλήξει στην κρίση που προβλέπεται στην παράγραφο 5, εφόσον πληρούνται σωρευτικά οι παρακάτω προϋποθέσεις: (α) Οι εν λόγω υπηρεσίες αφορούν μετοχές, εισηγμένες για διαπραγμάτευση σε οργανωμένη αγορά ή σε ισοδύναμη αγορά τρίτης χώρας, μέσα χρηματαγοράς, ομολογίες ή άλλες μορφές τιτλοποιημένου χρέους, (με την εξαίρεση των ομολογιών ή άλλων μορφών τιτλοποιημένου χρέους που ενσωματώνουν παράγωγα), μερίδια ΟΣΕΚΑ και άλλα μη σύνθετα χρηματοπιστωτικά μέσα.

Αγορά τρίτης χώρας θεωρείται ισοδύναμη με οργανωμένη αγορά, εάν πληροί ισοδύναμες απαιτήσεις με τις οριζόμενες στο Κεφάλαιο ΣΤ του Πρώτου Μέρους του νόμου αυτού. (β) Η υπηρεσία παρέχεται κατόπιν πρωτοβουλίας του πελάτη ή δυνητικού πελάτη. (γ) Ο πελάτης ή δυνητικός πελάτης έχει ενημερωθεί σαφώς ότι, κατά την παροχή της εν λόγω υπηρεσίας, η ΑΕΠΕΥ δεν υποχρεούται να αξιολογήσει τη συμβατότητα του χρηματοπιστωτικού μέσου που προσφέρεται ή της υπηρεσίας που παρέχεται και ότι δεν καλύπτεται από την αντίστοιχη προστασία των σχετικών κανόνων επαγγελματικής συμπεριφοράς.

Η προειδοποίηση αυτή μπορεί να παρέχεται σε τυποποιημένη μορφή. (δ) Η ΑΕΠΕΥ συμμορφώνεται με τις κατά το άρθρο 13 υποχρεώσεις της. 7. Οι ΑΕΠΕΥ τηρούν αρχείο με τα έγγραφα και τις συμβάσεις που καταρτίζονται μεταξύ του πελάτη και της ΑΕΠΕΥ, τα οποία αναφέρουν τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των μερών, καθώς και τους όρους υπό τους οποίους η ΑΕΠΕΥ παρέχει υπηρεσίες στον πελάτη.

Τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις των μερών μπορούν να ορίζονται με αναφορά σε άλλα έγγραφα ή νομικά κείμενα. 8. Οι ΑΕΠΕΥ παρέχουν σε κάθε πελάτη εγγράφως επαρκή ενημέρωση σχετικά με τις παρεχόμενες υπηρεσίες ........". Με βάση τα παραπάνω στην περίπτωση που η Τράπεζα απλώς και μόνο παρέχει την υπηρεσία της εκτέλεσης εντολών πελατών της, ή της λήψης και διαβίβασης εντολών, πρέπει να προχωρήσει στον προβλεπόμενο στην παρ. 5 του άρθρου 25 του Ν. 3606/2007 έλεγχο συμβατότητας και να ειδοποιήσει σχετικά τον πελάτη, εκτός αν συντρέχουν οι άνω προϋποθέσεις της παρ. 6 του ίδιου άρθρου, οπότε η Τράπεζα απαλλάσσεται και από τον έλεγχο συμβατότητας.

Η παράβαση των προβλεπόμενων στις διατάξεις του εν λόγω νόμου υποχρεώσεων των ΑΕΠΕΥ συνιστά παρανομία υπό την έννοια της διάταξης του άρθρου 914 ΑΚ. Εφόσον δε αυτή η παρανομία, διαπραχθείσα με υπαιτιότητα, επιφέρει αιτιωδώς ζημία στον καταναλωτή, ιδιώτη επενδυτή, υποχρεώνει την παρανομούσα ΑΕΠΕΥ σε αποζημίωση (ΑΠ 149/2024, ΑΠ 314/2024, ΑΠ 529/2024, ΑΠ 140/2023, ΑΠ 332/2023, ΑΠ 1319/2022, ΑΠ 354/2022, ΑΠ 1766/2022, ΑΠ 619/2021, ΑΠ 931/2019).

Εξάλλου, όσον αφορά στην σύμβαση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών (παροχής συμβουλών ή και απλώς διαβίβασης ή εκτέλεσης εντολών), μολονότι το άρθρο 16 της υπ' αριθμ. 1/452/1-11-2007 απόφασης του ΔΣ της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς ορίζει ότι η τράπεζα συνάπτει με τον πελάτη της εγγράφως σύμβαση, που καθορίζει τα ουσιώδη δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των δύο μερών, εν τούτοις η έλλειψη έγγραφου τύπου ουδόλως οδηγεί σε ακυρότητα της εν λόγω σύμβασης.

Είναι, επομένως, δυνατή και η σιωπηρή κατάρτισή της. Στο πλαίσιο αυτό δεν ενδιαφέρει το πρόσωπο, από το οποίο προήλθε η σχετική πρωτοβουλία για την σιωπηρή κατάρτιση της σύμβασης, αν δηλαδή ο υποψήφιος πελάτης απευθύνεται στον επενδυτικό σύμβουλο της τράπεζας επιθυμώντας τη διαφώτισή του ή αν ο πελάτης της τράπεζας προσεγγίζει τον τραπεζικό υπάλληλο στο πλαίσιο εκτέλεσης άλλης εργασίας, ανοίγοντας σχετική συζήτηση για μια ενδεχόμενη τοποθέτηση των κεφαλαίων του σε συγκεκριμένα χρηματοπιστωτικά μέσα.

Δεν μπορεί πάντως να γίνει λόγος, για την έστω και σιωπηρή κατάρτιση τέτοιας σύμβασης παροχής επενδυτικών υπηρεσιών όταν απλώς και μόνον ο επενδυτής αναθέτει στην τράπεζα την εκτέλεση συγκεκριμένων επενδυτικών κινήσεων (αγοράς, πώλησης αξιόγραφων κ.λ.π) και αυτή τις εκτελεί. Και τούτο, διότι υπό τις συνθήκες αυτές, δεν αναπτύσσεται μία προσωπική σχέση εμπιστοσύνης ανάμεσα στα δύο μέρη, η οποία επιτρέπει στην τράπεζα να επηρεάσει την επενδυτική βούληση του πελάτη της.

Στην περίπτωση αυτή, ήτοι όταν η τράπεζα απλώς και μόνο παρέχει την υπηρεσία της εκτέλεσης εντολών πελατών της, ή της λήψης και διαβίβασης εντολών, πρέπει μόνο να προχωρήσει στον προβλεπόμενο στην παράγραφο 5 του άρθρου 25 του Ν. 3606/2007 έλεγχο συμβατότητας και να ειδοποιήσει σχετικά τον πελάτη, εκτός εάν συντρέχουν οι προϋποθέσεις της παραγράφου 6 του ίδιου άρθρου, οπότε η τράπεζα απαλλάσσεται και από τον έλεγχο συμβατότητας.

Δεν αποκλείεται πάντως να απορρέουν, με βάση την αρχή της καλής πίστης, παρεπόμενες υποχρεώσεις της τράπεζας να διαφωτίσει τον επενδυτή, όταν αυτός, κατά ευδιάκριτο για την τράπεζα τρόπο, δεν διακρίνει τους κινδύνους της σκοπούμενης από αυτόν συναλλαγής. Τέλος, εάν η Τράπεζα αναλαμβάνει απλώς την φύλαξη των τίτλων των πελατών της, η συνδέουσα τα μέρη σχέση είναι σύμβαση παρακαταθήκης, οπότε εφαρμόζονται οι γενικές διατάξεις των άρθρων 822 επ ΑΚ .

Γ. Ευθύνη από την μεταβίβαση Άϋλου Τίτλου: Στο άρθρο 5 του Ν. 2198/1994 "Αυλοί τίτλοι Δημοσίου" ορίζεται ότι "1. Το Ελληνικό Δημόσιο δύναται να δανείζεται κατά τις διατάξεις του παρόντος και άνευ εκδόσεως αξιογράφων (ομολόγων, εντόκων γραμματίων κ.λπ.) από φυσικά ή νομικά πρόσωπα και από πιστωτικά ή χρηματοδοτικά ιδρύματα, τα οποία έχουν κατά το νόμο την ευχέρεια να ασκούν ανάλογες εργασίες. 2.

Εξουσιοδοτείται ο Υπουργός των Οικονομικών να συνάπτει για λογαριασμό του Ελληνικού Δημοσίου δάνεια της παραγράφου 1. Τα δάνεια και οι υποδιαιρέσεις τους (τίτλοι) παρακολουθούνται δια λογιστικών εγγραφών στο Σύστημα Λογιστικής Παρακολούθησης Συναλλαγών (το Σύστημα), που συνιστάται με το παρόν άρθρο και του οποίου διαχειριστής είναι η Τράπεζα της Ελλάδος.

Επίσης δια λογιστικών εγγραφών στο Σύστημα παρακολουθούνται τα τοκομερίδια των τίτλων, εφ' ης αποτελέσουν αντικείμενο αυτοτελούς συναλλαγής, εφαρμοζομένων αναλόγως των λοιπών διατάξεων του παρόντος κεφαλαίου. Η Τράπεζα της Ελλάδος ενεργεί τις εγγραφές λήξεως, εξυπηρετήσεως και αποπληρωμής των δανείων για λογαριασμό του Ελληνικού Δημοσίου. 3.

Οι όροι των δανείων αυτών καθορίζονται με αποφάσεις του Υπουργού Οικονομικών.". Στο άρθρο 6 του ίδιου ως άνω νόμου ορίζεται ότι "1. Στο Σύστημα μετέχουν πλην του Ελληνικού Δημοσίου και της Τράπεζας της Ελλάδος ως διαχειριστού, νομικά ή φυσικά πρόσωπα (οι φορείς) οριζόμενα είτε κατά κατηγορίες είτε ονομαστικά με πράξεις του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος.

Με όμοιες πράξεις καθορίζεται η διαδικασία επιλογής των φορέων και ειδικότεροι όροι και περιορισμοί και οι απαιτούμενες υπέρ των επενδυτών ασφάλειες κατά κατηγορίες φορέων. 2. Οι τίτλοι δύνανται να μεταβιβάζονται σε τρίτους (επενδυτές). Η μεταβίβαση ενεργεί μεταξύ των μερών και δεν παράγει αποτελέσματα εις όφελος ή εις βάρος του Ελληνικού Δημοσίου ή της Τράπεζας της Ελλάδος. 3.

Το Ελληνικό Δημόσιο δύναται να αποκτά τίτλους από τους φορείς και να τους διαθέτει εκ νέου προ της λήξεώς τους. 4. Η μεταβίβαση του τίτλου ολοκληρώνεται με μεταφορά (πίστωση) του αντίστοιχου ποσού στο λογαριασμό του δικαιούχου. Περιορισμοί ή λεπτομερέστερες ρυθμίσεις των συναλλαγών επί των τίτλων μπορούν να θεσπίζονται με πράξη του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος. 5.

Οι λογαριασμοί των φορέων τηρούνται στο Σύστημα. Οι λογαριασμοί των επενδυτών τηρούνται στους φορείς. 6. Οι λογαριασμοί και στο Σύστημα και στους φορείς τηρούνται χωριστά κατά κατηγορία τίτλων με κοινά χαρακτηριστικά. 7. Στο Σύστημα τηρούνται για κάθε φορέα χωριστοί λογαριασμοί αφενός μεν για τους τίτλους ιδίου χαρτοφυλακίου, αφετέρου δε για εκείνους του χαρτοφυλακίου επενδυτών πελατών του.

Ο λογαριασμός χαρτοφυλακίου επενδυτών κάθε φορέα τηρείται συγκεντρωτικά για όλους τους επενδυτές του φορέα. 8.... 9.... 10. Οι τίτλοι μπορούν να αποτελούν αντικείμενο δανεισμού, εφαρμοζομένου αναλόγως του άρθρου 806 του ΑΚ.". Στο άρθρο 7 του νόμου ορίζεται ότι: "1. Απαγορεύεται στο φορέα η άνευ της συναινέσεως του δικαιούχου επενδυτή διάθεση του τίτλου.

Η έλλειψη συναινέσεως δεν αντιτάσσεται κατά των καλής πίστεως τρίτων. 2. Οι τηρούμενοι στο Σύστημα λογαριασμοί δεν υπόκεινται σε αναγκαστική ή συντηρητική κατάσχεση". Τέλος, στο άρθρο 8 του παραπάνω νόμου ορίζεται ότι "1. Οι φορείς που αναλαμβάνουν να επενδύσουν κεφάλαια σε τίτλους του Δημοσίου, για λογαριασμό πελατών τους, υποχρεούνται να επενδύουν αμέσως τα κεφάλαια αυτά σε τίτλους της επιλογής των επενδυτών. 2.

Ο επενδυτής έχει αξίωση επί του τίτλου του, στρεφόμενη μόνο κατά του φορέα, στον οποίο τηρείται ο λογαριασμός του. Εάν το Δημόσιο δεν έχει εκπληρώσει τις κατά την παρ. 6 του παρόντος άρθρου υποχρεώσεις του, ο επενδυτής έχει αξίωση εκ του τίτλου μόνο κατά του Δημοσίου. 3. Εάν το χαρτοφυλάκιο επενδυτών του φορέα δεν επαρκεί για την ικανοποίηση του επενδυτή, ούτος ικανοποιείται προνομιακώς εκ του ιδίου χαρτοφυλακίου του φορέα.

Εάν και το ίδιο χαρτοφυλάκιο του φορέα δεν επαρκεί, τότε οι δικαιούχοι ικανοποιούνται συμμέτρως. 4. Ως ίδιο χαρτοφυλάκιο του φορέα για τις ανάγκες της προηγούμενης παραγράφου νοείται και το χαρτοφυλάκιο του φορέα, ως επενδυτή άλλου φορέα. Ως χαρτοφυλάκιο, εκ του οποίου ικανοποιούνται συμμέτρως οι δικαιούχοι, νοείται το χαρτοφυλάκιο μόνο των τίτλων της αυτής κατηγορίας. 5.

Για το υπόλοιπο της απαιτήσεώς τους οι επενδυτές ικανοποιούνται προνομιακώς εκ της λοιπής περιουσίας του φορέα, κατατασσόμενοι ως προνομιούχοι πριν από τη σειρά των απαιτήσεων, που ορίζεται στην περίπτωση 3 του άρθρου 975 του ΚΠολΔικ, όπως ισχύει μετά το άρθρο 3 του ν. 1545/1985 και πριν από τη διαίρεση κατά το άρθρο 977 του ΚΠολΔικ. 6.

Η καταβολή των ληξιπρόθεσμων τόκων και κεφαλαίων των τίτλων από το Δημόσιο στην Τράπεζα της Ελλάδος επιφέρει την απόσβεση των υποχρεώσεων του Δημοσίου. Η Τράπεζα της Ελλάδος αποδίδει στον κάθε φορέα τους τόκους και το κεφάλαιο των οφειλόμενων τίτλων κατά τη λήξη του δανείου. Η κατά τα ανωτέρω καταβολή επιφέρει την απόσβεση των υποχρεώσεων της Τράπεζας της Ελλάδος. 7.

Για την ικανοποίηση των εκ των τίτλων απαιτήσεών τους κατά του φορέα κατά κεφάλαιο και τόκους, οι επενδυτές κατατάσσονται ως προνομιούχοι πριν από τη σειρά των απαιτήσεων, που ορίζεται στην περίπτωση 3 του άρθρου 975 του ΚΠολΔικ, όπως ισχύει μετά το άρθρο 3 του ν. 1545/1985 και πριν από τη διαίρεση κατά το άρθρο 977 του ΚΠολΔικ".

Με τις παραπάνω διατάξεις ρυθμίζεται ο δανεισμός του κράτους από τους ιδιώτες μέσω της έκδοσης ομολογιών, οι οποίες θεωρούνται έγγραφα με αξιογραφικό χαρακτήρα, στα οποία ενσωματώνονται οι απαιτήσεις του ευρέως κοινού, στο οποίο έχει προσφύγει η κρατική αρχή για δανεισμό. Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 5 επ.

του Ν. 2198/1994 (όπως τροποποιήθηκαν με το 15 § 8 Ν. 2469/1997), ουσιώδες περιεχόμενο της σχέσης εκ του ομολόγου - ως τίτλου δανεισμού και ως ανωνύμου χρεογράφου, ακόμη και υπό λογιστική μορφή - και αντικείμενο της σχετικής ενοχής, της υποχρέωσης, δηλαδή, του εκδότη και του αντίστοιχου δικαιώματος του κομιστή, αποτελεί η πληρωμή του κεφαλαίου (της ονομαστικής αξίας) αυτού (εξόφληση) κατά τη λήξη του.

Το ανωτέρω θεμελιώδες εννοιολογικό στοιχείο της σχέσης εκ του ομολόγου, δεν αναιρείται: α) ούτε από τη (νομική) δυνατότητα μεταβίβασής του (χρηματιστηριακώς ή όχι) μέχρι τη λήξη του, β) ούτε, επί άυλων τίτλων, από τις διατάξεις του Ν. 2198/1994 περί συστήματος λογιστικής παρακολούθησης συναλλαγών, αφού με αυτές, παρά την παρεμβολή της Τράπεζας της Ελλάδος και του φορέως μεταξύ του Δημοσίου και του επενδυτή, ρητώς προβλέπεται ότι, αν το Δημόσιο δεν καταβάλει ληξιπροθέσμως τους τόκους και το κεφάλαιο των τίτλων στην Τράπεζα της Ελλάδος, κατά την παρ. 6 του άρθρου 8, ο επενδυτής - προφανώς αν δεν έχει εισπράξει ληξιπροθέσμως τους τόκους και το κεφάλαιο των τίτλων - έχει αξίωση "εκ του τίτλου" μόνον κατά του Δημοσίου, κατά την παράγραφο 2 του άρθρου 8, γ) ούτε από τις δικονομικές δυνατότητες που τυχόν παρέχονται στον κομιστή (αγωγή κατά του φορέα), δ) ούτε, τέλος, από το (πραγματικό) φαινόμενο της, μέχρι τη λήξη του, διακύμανσης της αγοραίας αξίας του.

Εν όψει δε του ουσιώδους περιεχομένου του ομολόγου, η σχέση μεταξύ του εκδότη αυτού και του κομιστή είναι (ακόμη και προκειμένου περί κρατικών ομολόγων) σχέση ενοχική, σε περίπτωση δε παρεμβολής πλειόνων μεταβιβάσεων μέχρι τον εκάστοτε κομιστή, είναι σχέση οιονεί συμβατική (ΑΠ 332/2023, ΑΠ 1319/2022). Ειδικότερα, η διάταξη του άρθρου 5 του Ν. 2198/1994 αποτέλεσε προπομπό της ευρύτερης αναθεώρησης του δικαίου των επενδυτικών αξιογράφων, δυνάμει των άρθρων 39 επ.

Ν. 2396/1996 και 1 επ. του Ν. 3156/2003 για την αποϋλοποίηση των εισηγμένων στο Χρηματιστήριο Αξιών ... μετοχών και για τις άυλες εταιρικές ομολογίες, αντίστοιχα. Σχετικά με την έννομη θέση των ιδιωτών επενδυτών σε αντίστοιχους άυλους τίτλους, στο μέτρο που οι τελευταίοι δεν περιλαμβάνονται στους φορείς (κυρίως πιστωτικά ιδρύματα) του ανωτέρω Συστήματος που διατηρεί η Τράπεζα της Ελλάδος, η οικεία ρύθμιση του άρθρου 8 προβλέπει ότι ο επενδυτής έχει αξίωση "επί" του τίτλου στρεφόμενη μόνο κατά του φορέα, στον οποίο τηρείται ο λογαριασμός του (λογαριασμός επενδυτή), εάν, όμως, το Δημόσιο δεν εκπληρώσει ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις του, τότε ο επενδυτής έχει αξίωση εκ του τίτλου μόνο κατά του Δημοσίου.

Στο ανωτέρω Σύστημα, το οποίο τηρεί η Τράπεζα της Ελλάδος για λογαριασμό του Δημοσίου (άρθρα 5 και 6 του Ν. 2198/1994), τηρούνται μόνο λογαριασμοί των φορέων και όχι των επενδυτών, απλώς για κάθε φορέα τηρείται στο Σύστημα διακριτός λογαριασμός ως προς τους τίτλους ίδιου χαρτοφυλακίου του φορέα και διακριτός λογαριασμός όπου εμφαίνονται συγκεντρωτικά (όχι ανά επενδυτή) οι τίτλοι των χαρτοφυλακίων επενδυτών του φορέα.

Η ως άνω ιδιαιτερότητα της ρύθμισης του άρθρου 8 § 2 Ν. 2198/1994, που υιοθετήθηκε με βάση τις τεχνολογικές δυνατότητες και τις ανάγκες της εποχής, με γνώμονα την άμεση έκδοση και διάθεση άυλων ομολογιακών τίτλων του Δημοσίου, χωρίς μεταβατικό καθεστώς, ούτε σύσταση κεντρικού ονομαστικού Μητρώου επενδυτών και εντεύθεν διατυπώσεις, δεν αρκεί για την διάγνωση έλλειψης οποιωνδήποτε νομικών υποχρεώσεων του Δημοσίου έναντι των επενδυτών, μέχρι το χρόνο λήξης των τίτλων.

Θεμελιώδες περιεχόμενο της έννομης σχέσης που ιδρύεται τόσο με την αρχική διάθεση, όσο και με ύστερες μεταβιβάσεις των ομολογιακών τίτλων, από φορέα προς επενδυτή, αλλά και προς περαιτέρω επενδυτές, αντιστοίχως, είναι η προσδοκία του επενδυτή για προσήκουσα εκπλήρωση των υποχρεώσεων του Δημοσίου έναντι του φορέα, κατά το χρόνο λήξης αυτών των ομολογιακών τίτλων, διότι (μόνο) έτσι θα καταστεί εφικτή η επιστροφή (μέσω του φορέα) του δανεισθέντος κεφαλαίου και τόκων προς τον επενδυτή.

Η προσδοκία αυτή κατοχυρώνεται με την αναγνώριση ex lege ειδικού επικουρικού δικαιώματος προσδοκίας του επενδυτή (και μόνο αυτού) ευθέως κατά του Ελληνικού Δημοσίου. Πρόκειται για προβαθμίδα του πλήρους ενοχικού δικαιώματος (χρηματικής απαίτησης για κεφάλαιο και τόκους) κατά του Ελληνικού Δημοσίου, αλλά και για την πεμπτουσία των δικαιωμάτων του επενδυτή μέχρι το χρόνο λήξης του δανείου, διότι στη φερεγγυότητα (πιστοληπτική ικανότητα) του Δημοσίου και μόνο (όχι του φορέα) εξαρχής απέβλεψε και εξακολουθεί να αποβλέπει ο επενδυτής κατά την επενδυτική απόφαση τόσο απόκτησης, όσο και διακράτησης του ομολόγου.

Η ενεργοποίηση του πλήρους δικαιώματος εξαρτάται ταυτόχρονα από αναβλητική προθεσμία και αναβλητική αίρεση αφενός της παρέλευσης του χρόνου απόδοσης των τόκων ή του κεφαλαίου του δανείου, αφετέρου της μη εμπρόθεσμης απόδοσης αυτών από το Δημόσιο στο φορέα. Μάλιστα, η ενεργοποίηση του ως άνω πλήρους δικαιώματος, κατά το άρθρο 8 § 2 εδάφιο β' του ιδίου ως άνω νόμου, λειτουργεί αποσβεστικά (απαλλακτικά) ως προς οποιαδήποτε - υποτιθέμενη - συναφή αξίωση του επενδυτή έναντι του φορέα.

Κατ' αποτέλεσμα, οι ενοχικές υποχρεώσεις των φορέων, που συναρτώνται με και απορρέουν από την διάθεση των άυλων τίτλων προς τους επενδυτές, περιορίζονται ουσιαστικά στα καθήκοντα προσυμβατικής και τακτικής ενημέρωσης, λογιστικής παρακολούθησης, λογοδοσίας, ως εν γένει επί επενδυτικών υπηρεσιών θεματοφυλακής (άρθρο 4 § 2 εδαφ.

α' Ν. 3606/2007, ΑΚ 713 επ., προκειμένου για ενσώματους τίτλους ΑΚ 822 επ), αλλά και σε υπηρεσίες "νομιμοποίησης" των επενδυτών έναντι του κεντρικού μητρώου και του εκδότη (ΑΠ 332/2023, ΑΠ 1319/2022). Δ. Ο Ν. 4050/2012 "Κανόνες τροποποιήσεως τίτλων, εκδόσεως ή εγγυήσεως του Ελληνικού Δημοσίου με συμφωνία των Ομολογιούχων" (ΦΕΚ Α' 36/23.2.2012):

Τον Φεβρουάριο του 2012 προωθήθηκε η διαδικασία ανταλλαγής των ελληνικών ομολόγων και είχε ως στόχο την αναχρηματοδότηση και την ουσιώδη μείωση του ανεξόφλητου κεφαλαίου των ομολόγων του Ελληνικού Δημοσίου, δεδομένου ότι η προσφυγή στις αγορές για την χρηματοδότηση της χώρας με τρόπο βιώσιμο είχε καταστεί αδύνατη.

Σημειώνεται μάλιστα ότι ήδη η χώρα είχε καταφύγει σε δανεισμό με το Μνημόνιο I (Ν. 3845/2010 ΦΕΚ Α' 65/6.5.2010) και στις 8-5-2010 είχε υπογράψει τόσο τη "Σύμβαση Δανειακής Διευκόλυνσης" ("Loan Facility Agreement") με τις χώρες του ευρώ όσο και τη σύμβαση "Διακανονισμός Χρηματοδότησης Αμέσου Ετοιμότητας" ("Stand-by Agreement") με το ΔΝΤ. Η πολιτική απόφαση για την αναδιάταξη του ελληνικού χρέους ελήφθη στη Σύνοδο Κορυφής του Eurogroup της 26ης Οκτωβρίου 2011 σε συνέχεια της δήλωσης της 21ης Ιουλίου 2011 από τους επικεφαλής των κρατών - μελών της ευρωζώνης και των οργάνων της Ευρωπαϊκής Ένωσης βάσει της οποίας συστήθηκε στις 7 Ιουνίου 2011 το "Ευρωπαϊκό Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας" (ΕΤΧΣ) ("European Financial Stability Facility" (EFSF), με σκοπό την εξασφάλιση της σταθερότητας στα κράτη - μέλη της Ευρωζώνης και αφού η Ευρωζώνη με τις παραπάνω δηλώσεις της είχε καλέσει τους ιδιώτες επενδυτές να συμβάλουν και αυτοί στην επίλυση του προβλήματος βιωσιμότητας του χρέους της Ελλάδας, εκ παραλλήλου με τους φορολογούμενους της χώρας, οι οποίοι θα καλούνταν να αναδεχθούν το μεγαλύτερο κόστος μέσω της εντεινόμενης προσπάθειας προσαρμογής της χώρας τους και με τη συνεισφορά των δημοσιονομικά υγιών κρατών της Ευρωζώνης.

Την ίδια χρονική περίοδο, αφού ζητήθηκε εκ μέρους της χώρας πρόσθετη χρηματοδότηση από τα άλλα κράτη μέλη της Ευρωζώνης και από το ΔΝΤ, καταρτίσθηκε σχέδιο νέου "Μνημονίου Συνεννόησης", το οποίο εγκρίθηκε με το Ν. 4046/2012 (ΦΕΚ 28/Α/14.2.2012) "Περί εγκρίσεως σχεδίων συμβάσεων χρηματοδοτικής διευκόλυνσης μεταξύ του (ΕΤΧΣ), της Ελληνικής Δημοκρατίας και της Τράπεζας της Ελλάδος και άλλες επείγουσες διατάξεις για τη μείωση του δημοσίου χρέους και τη διάσωση της οικονομίας", το κείμενο δε του εν λόγω σχεδίου προσαρτήθηκε στον ίδιο νόμο.

Μάλιστα στην αιτιολογική έκθεση του εν λόγω νόμου αναφέρονται τα εξής: "...οι δυσοίωνες προοπτικές της ελληνικής οικονομίας αποτυπώνονται εμφανώς στις αγοραίες τιμές τίτλων εκδοθέντων ή εγγυημένων από το Ελληνικό δημόσιο. Αυτές οι ιστορικά πρωτόγνωρα χαμηλές τιμές αντικατοπτρίζουν την εκτίμηση των επενδυτών ότι η πλήρης εξυπηρέτηση του χρέους στο σύνολό του, από το Ελληνικό Δημόσιο, μπορεί να καταστεί αδύνατη.

Η δυναμική του χρέους, η οποία αναπτύσσεται σε περιβάλλον αρνητικών ρυθμών μεγέθυνσης της ελληνικής οικονομίας για τέταρτη συνεχή χρονιά το 2012 και σε περιβάλλον παγκόσμιας οικονομικής ανασφάλειας, επιβάλλει τη λήψη άμεσων μέτρων προς την κατεύθυνση της ελάφρυνσής του. Συγκεκριμένα επιβάλλεται μία ουσιαστική αναδιάταξη του δημοσίου χρέους για να καταστεί βιώσιμο τόσο βραχυπρόθεσμα όσο και μακροπρόθεσμα.

Η έλλειψη μιας τέτοιας αναδιάταξης θα είχε απρόβλεπτες συνέπειες για την ελληνική οικονομία και τον ελληνικό λαό, τους πιστωτές και το ευρύτερο διεθνές χρηματοοικονομικό σύστημα. Στην περίπτωση που η Χώρα αδυνατούσε να συνεχίσει τις πληρωμές, οι πιστωτές θα έχαναν σχεδόν το συνολικό μέρος, αν όχι όλη την αξία των επενδύσεων τους...".

Ακολούθησαν διαπραγματεύσεις με τους ιδιώτες δανειστές προκειμένου να συναινέσουν σε μία "εθελοντική" αναδιάρθρωση του ελληνικού χρέους ("Private Sector Involvement" και εφεξής χάριν συντομίας PSI). Για την υλοποίηση της διαδικασίας του PSI, συμφωνήθηκε η λήψη της αναγκαίας χρηματοδότησης από τους διεθνείς δανειστές, συνολικού ποσού 130 δις ευρώ, η οποία εντέλει οδήγησε στην από 14-3-2012 Πράξη Νομοθετικού Περιεχομένου (Π.Ν.Π.) του Προέδρου της Δημοκρατίας, με την οποία εγκρίθηκε το σχέδιο "Κύριας Σύμβασης Χρηματοδοτικής Διευκόλυνσης" ("Master Financial Assistance Facility Agreement"), η οποία κυρώθηκε με το Ν. 4060/2012 (ΦΕΚ A 65/22.3.2012).

Η διαδικασία του PSI υλοποιήθηκε στις 23 Φεβρουάριου 2012 με την δημοσίευση του Ν. 4050/2012 "Κανόνες τροποποιήσεως τίτλων, εκδόσεως ή εγγυήσεως του Ελληνικού δημοσίου με συμφωνία των Ομολογιούχων" (ΦΕΚ Α' 36/23.2.2012), ο οποίος έθεσε το βασικό πλαίσιο για την τροποποίηση των υφιστάμενων ομολόγων του Ελληνικού Δημοσίου με την αναδρομική εισαγωγή της λεγάμενης Ρήτρας Συλλογικής Δράσης ("Collective Action Clause" - CAC), η οποία, διασφαλίζει ότι με απόφαση συγκεκριμένης απαρτίας και πλειοψηφίας των ομολογιούχων είναι δυνατή η λήψη απόφασης για την τροποποίηση των τίτλων και την αντικατάστασή τους με νέους, οι οποίοι δεσμεύουν όλους τους ομολογιούχους, ακόμη και τους μη συμμετέχοντες ή και τους μη συναινούντες..

Στην αιτιολογική έκθεση του Ν. 4050/2012 αναφέρονται τα εξής: "Τα τελευταία τρία χρόνια η χώρα αντιμετωπίζει την πιο σοβαρή οικονομική κρίση στην πρόσφατη ιστορία της. Η ραγδαία επιδείνωση των δημοσίων οικονομικών εκτόξευσε το κόστος δανεισμού της σε απαγορευτικά επίπεδα, με αποτέλεσμα η χώρα να αποκλειστεί από τις διεθνείς αγορές, και διόγκωσε το δημόσιο χρέος σε πολύ υψηλά επίπεδα.

Οι ρυθμίσεις που προτείνονται σκοπούν στη διασφάλιση μιας ομοιόμορφης και αποτελεσματικής αναδιάταξης του ελληνικού χρέους σε βιώσιμα επίπεδα με τη συμμετοχή των ιδιωτών, σύμφωνα με την απόφαση της Συνόδου των Κρατών Μελών της Ευρωζώνης της 26ης Οκτωβρίου. Ειδικότερα, με τις προτεινόμενες ρυθμίσεις, που αντλούνται από τη διεθνή πρακτική, θεσμοθετούνται οργανωμένες και αποτελεσματικές διαδικασίες (Κανόνες Συλλογικής Δράσης), με την εφαρμογή των οποίων ομολογιούχοι μπορούν να αποφασίζουν την αναπροσαρμογή του δημοσίου χρέους, συμφωνώντας στην τροποποίηση τίτλων που κατέχουν.

Λόγω της επιτακτικής και άμεσης ανάγκης για την αναδιάταξη του δημοσίου χρέους, οι προτεινόμενες διατάξεις προσφέρουν στους κατόχους τίτλων τη δυνατότητα να αποφασίζουν με συλλογικές διαδικασίες την τροποποίηση των τίτλων αυτών. Οι προτεινόμενες ρυθμίσεις προβλέπουν ότι οι αποφάσεις ενισχυμένης πλειοψηφίας συνολικού ανεξόφλητου κεφαλαίου όλων των επιλέξιμων τίτλων, δεσμεύουν το σύνολο των κατόχων των επιλέξιμων τίτλων και εφαρμόζονται σε όλους τους επιλέξιμους τίτλους.

Η καθολική και ομοιόμορφη δέσμευση της απόφασης, ως προς όλους τους κατόχους και ως προς όλους τους επιλέξιμους τίτλους, με έρεισμα την αρχή της πλειοψηφίας, διασφαλίζει ότι τυχόν μειοψηφία ομολογιούχων δεν θα καρπωθεί δυσανάλογα οφέλη εις βάρος της ενισχυμένης πλειοψηφίας...". Ειδικότερα, ο Ν. 4050/2012 όρισε στο άρθρο πρώτο παρ. 1 - 11, τα ακόλουθα: "1.

Για την εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος άρθρου, η έννοια των ακόλουθων όρων έχει ως εξής: α) Ως "τίτλος" νοείται ομόλογο, ομολογιακό δάνειο ή άλλος τίτλος δανεισμού, σε φυσική ή άυλη μορφή, που διέπεται από το ελληνικό δίκαιο και του οποίου: αα) εκδότης ή εγγυητής είναι το Ελληνικό Δημόσιο, ββ) η αρχική διάρκεια κατά το χρόνο πρώτης έκδοσής του υπερβαίνει τους δώδεκα μήνες και γγ) η ημερομηνία εκδόσεως είναι προγενέστερη της 31ης Δεκεμβρίου 2011, β) Ως "επιλέξιμος τίτλος" νοείται κάθε τίτλος που ορίζεται με απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου και σε πρόσκληση του Ελληνικού Δημοσίου, όπως προβλέπεται στην παράγραφο 2, γ) Ως "ανεξόφλητο κεφάλαιο" νοείται το κεφάλαιο επιλέξιμου τίτλου, που δεν έχει εξοφληθεί, προσδιοριζόμενο σύμφωνα με τους όρους του επιλέξιμου τίτλου κατά την ημερομηνία που ορίζεται στην πρόσκληση, και ως "συνολικό ανεξόφλητο κεφάλαιο" νοείται το άθροισμα των ανεξόφλητων κεφαλαίων όλων των επιλέξιμων τίτλων, που ορίζονται στη σχετική απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου και την αντίστοιχη πρόσκληση του ελληνικού δημοσίου, όπως προβλέπεται στην παράγραφο 2, ανεξάρτητα από τη σειρά, τη διάρκεια, το επιτόκιο ή άλλα επί μέρους χαρακτηριστικά των συγκεκριμένων επιλέξιμων τίτλων, δ) Ως "τροποποίηση" τίτλων νοείται η αλλαγή ή η προσθήκη όρων σε έναν ή περισσότερους επιλέξιμους τίτλους ή η ανταλλαγή ενός ή περισσότερων επιλέξιμων τίτλων με έναν ή περισσότερους νέους τίτλους, ε) Ως "νέος τίτλος" νοείται ομόλογο, ομολογιακό δάνειο, άλλος τίτλος δανεισμού ή εγγύηση, ή χρηματοοικονομικό μέσο, σε φυσική ή άυλη μορφή, ή άλλο ισοδύναμο των ανωτέρω για τις ανάγκες εφαρμογής αλλοδαπών κανονισμών, ο οποίος ανταλλάσσεται με έναν ή περισσότερους επιλέξιμους τίτλους που τροποποιούνται.

Αν ο νέος τίτλος είναι χρηματοοικονομικό μέσο, επιτρέπεται η απόδοσή του να συνδέεται με το ΑΕΠ, στ) Ως "Ομολογιούχος" νοείται ο φορέας του Συστήματος Λογιστικής Παρακολούθησης Συναλλαγών (το "Σύστημα") της παρ. 1 του άρθρου 6 του Ν. 2198/1994 στους λογαριασμούς του οποίου, στο Σύστημα, είναι καταχωρημένοι επιλέξιμοι τίτλοι, όπως ειδικότερα καθορίζεται στην πρόσκληση της παραγράφου 2.

Για τίτλους που δεν παρακολουθούνται από το Σύστημα, ως "Ομολογιούχος" νοείται: αα) για το ομολογιακό δάνειο με ενσώματες ανώνυμες ομολογίες κατά την παρ. 5 του άρθρου 1 του ν. 3156/2003, ο κομιστής του τίτλου κατά την ημερομηνία που ορίζεται στην πρόσκληση, ββ) για το ομολογιακό δάνειο με ενσώματες ονομαστικές ομολογίες κατά την παρ. 5 του άρθρου 1 του ν. 3156/2003, ο δικαιούχος που αναγράφεται στον τίτλο και γγ) για το ομολογιακό δάνειο με άυλες ομολογίες, αυτός υπέρ του οποίου έχει εκδοθεί ονομαστική βεβαίωση σύμφωνα με την παρ. 6 του άρθρου 1 του ν. 3156/2003, κατά την ημερομηνία που ορίζεται στην πρόσκληση, ζ) Ως "Διαχειριστής της Διαδικασίας" νοείται η Τράπεζα της Ελλάδος, η) Ως "επενδυτής" νοείται:

αα) για τίτλους που παρακολουθούνται από το Σύστημα, ο επενδυτής που έχει αξίωση επί, ή εκ του τίτλου, σύμφωνα με τις διατάξεις των παραγράφων 2 και 4 του άρθρου 6 και των άρθρων 7 και 8 του ν. 2198/1994 και ββ) για τίτλους που δεν παρακολουθούνται από το Σύστημα, ο Ομολογιούχος, θ) Ως "συμμετοχή" στη διαδικασία λήψεως αποφάσεως της παραγράφου 4 νοείται, αποκλειστικά, η θετική ή η αρνητική ψήφος Ομολογιούχου κατά τη διαδικασία αυτή με συγκεκριμένο ποσό ανεξόφλητου κεφαλαίου των επιλέξιμων τίτλων που κατέχει.

Με την πρόσκληση της παραγράφου 2 προσδιορίζονται οι ειδικότερες προϋποθέσεις και ο τρόπος συμμετοχής, που μπορεί να γίνεται και με αντιπροσώπευση, 2. Το Υπουργικό Συμβούλιο, μετά από εισήγηση του Υπουργού Οικονομικών, αποφασίζει την έναρξη της διαδικασίας τροποποίησης επιλέξιμων τίτλων από τους Ομολογιούχους, προσδιορίζει τους επιλέξιμους τίτλους και επί ανταλλαγής ορίζει το κεφάλαιο ή το ονομαστικό ποσό, το επιτόκιο ή την απόδοση, τη διάρκεια, το αγγλικό ή άλλο δίκαιο που θα διέπει τους νέους τίτλους που θα εκδοθούν από το ελληνικό δημόσιο και εξουσιοδοτεί τον ΟΔΔΗΧ να εκδώσει μία ή περισσότερες προσκλήσεις εκ μέρους του Ελληνικού Δημοσίου.

Με την πρόσκληση καλούνται οι Ομολογιούχοι των επιλέξιμων τίτλων που ορίζονται σε αυτήν να αποφασίσουν, μέσα σε συγκεκριμένη προθεσμία, αν δέχονται την τροποποίηση των επιλέξιμων τίτλων, όπως προτείνεται από το Ελληνικό Δημόσιο και σύμφωνα με τη διαδικασία του παρόντος άρθρου. Στην πρόσκληση μεταξύ άλλων, ορίζονται:

α) οι επιλέξιμοι τίτλοι, β) οι όροι των οποίων προτείνεται η τροποποίηση, γ) το νέο περιεχόμενο των όρων, δ) τυχόν νέοι όροι, ε) επί ανταλλαγής των επιλέξιμων τίτλων, οι όροι των νέων τίτλων, όπως ορίστηκαν με την απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου και επί πλέον όροι τους, όπως οι υποδιαιρέσεις του τίτλου, η περίοδος χάριτος, το νόμισμα, οι όροι και τρόποι πληρωμής, αποπληρωμής και επαναγοράς, οι λόγοι καταγγελίας, οι αρνητικές υποχρεώσεις του εκδότη (negative pledges), ο ορισμός, τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις τυχόν εμπιστευματοδόχου των Ομολογιούχων (trustee), οι ρήτρες συλλογικής δράσης των νέων τίτλων κ.λπ.

στ) η προθεσμία μέσα στην οποία καλούνται οι Ομολογιούχοι των επιλέξιμων τίτλων να αποφασίσουν, ζ) οι ειδικότεροι όροι και ο τρόπος συμμετοχής στη διαδικασία λήψεως αποφάσεως. 3. Η πρόσκληση κοινοποιείται στον Διαχειριστή της Διαδικασίας και δημοσιοποιείται στο διαδίκτυο, όπως ειδικότερα ορίζεται σε αυτήν.

Η προθεσμία που ορίζεται για τη λήψη αποφάσεως δεν μπορεί να είναι μικρότερη των δέκα (10) ημερών από την ημερομηνία δημοσιοποίησης της πρόσκλησης. 4. Η συμμετοχή Ομολογιούχου στη διαδικασία διενεργείται με όλο ή μέρος του ανεξόφλητου κεφαλαίου των επιλέξιμων τίτλων που κατέχει, όπως ορίζεται στην πρόσκληση.

Για την τροποποίηση των επιλέξιμων τίτλων απαιτείται συμμετοχή στη διαδικασία (απαρτία) τουλάχιστον του ενός δευτέρου (1/2) του συνολικού ανεξόφλητου κεφαλαίου όλων των επιλέξιμων τίτλων που ορίζονται στη σχετική πρόσκληση ("συμμετέχον κεφάλαιο") και ενισχυμένη πλειοψηφία υπέρ της τροποποίησης τουλάχιστον των δύο τρίτων (2/3) του συμμετέχοντος κεφαλαίου. 5.

Το μέρος του ανεξόφλητου κεφαλαίου των επιλέξιμων τίτλων του οποίου επενδυτής είναι το Ελληνικό Δημόσιο ή προκειμένου για επιλέξιμους τίτλους με την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου, το μέρος του ανεξόφλητου κεφαλαίου των επιλέξιμων τίτλων του οποίου επενδυτής είναι ο εκδότης ή ο εγγυητής του τίτλου, δεν λαμβάνεται υπόψη κατά τον υπολογισμό του συνολικού ανεξόφλητου κεφαλαίου, ούτε για τον υπολογισμό της απαρτίας ή της ενισχυμένης πλειοψηφίας που ορίζονται στην παράγραφο 4, 6.

Επιλέξιμοι τίτλοι που έχουν εκδοθεί σε νόμισμα διαφορετικό του ευρώ, μετατρέπονται σε ευρώ με βάση τη συναλλαγματική ισοτιμία που έχει ορίσει η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα κατά την ημερομηνία που ορίζεται στην πρόσκληση. 7. Η συμμετοχή Ομολογιούχου στη διαδικασία λήψεως αποφάσεως του παρόντος άρθρου θεωρείται, όσον αφορά τον Διαχειριστή της Διαδικασίας, το Ελληνικό Δημόσιο, τον ΟΔΔΗΧ, τους εντολοδόχους τους, ότι διενεργείται σύμφωνα με τις οδηγίες και με τη συναίνεση του επενδυτή.

Οι ανωτέρω δεν ευθύνονται έναντι του επενδυτή, του Ομολογιούχου και οποιουδήποτε τρίτου αν Ομολογιούχος συμμετείχε στη διαδικασία χωρίς τη συναίνεση του επενδυτή ή κατά παράβαση των οδηγιών του. 8. Η απόφαση των Ομολογιούχων βεβαιώνεται με Πράξη του Διαχειριστή της Διαδικασίας, η οποία δημοσιοποιείται όπως η πρόσκληση και εγκρίνεται με απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου, η οποία δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. 9.

Από τη δημοσίευση της εγκριτικής αποφάσεως του Υπουργικού Συμβουλίου στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, η απόφαση των Ομολογιούχων, όπως βεβαιώθηκε από τον Διαχειριστή της Διαδικασίας, ισχύει έναντι πάντων, δεσμεύει το σύνολο των Ομολογιούχων και των επενδυτών των επιλέξιμων τίτλων και υπερισχύει οποιοσδήποτε τυχόν αντίθετης, γενικής ή ειδικής, διάταξης νόμου ή κανονιστικής πράξης ή συμφωνίας.

Σε περίπτωση ανταλλαγής των επιλέξιμων τίτλων, με την καταχώριση στο Σύστημα των νέων τίτλων επέρχεται αυτοδικαίως ακύρωση των επιλέξιμων τίτλων που ανταλλάσσονται με νέους τίτλους και κάθε δικαίωμα ή υποχρέωση που απορρέει από αυτούς, συμπεριλαμβανομένων και όλων των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, που οποιαδήποτε στιγμή αποτελούσαν μέρος αυτών, αποσβέννυται. 10.

Η έκδοση των νέων τίτλων διενεργείται με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως μπορεί να ρυθμίζεται κάθε ειδικότερο τεχνικό θέμα, αναγκαίο για την εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος άρθρου 11.

Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου αποσκοπούν στην προστασία υπέρτατου δημοσίου συμφέροντος αποτελούν κανόνες αναγκαστικοί) δικαίου άμεσης εφαρμογής, υπερισχύουν οποιοσδήποτε τυχόν αντίθετης, γενικής ή ειδικής, διάταξης νόμου ή κανονιστικής πράξης ή συμφωνίας, συμπεριλαμβανομένων και των διατάξεων του ν. 3156/2003 (Α'157) και η εφαρμογή τους δεν γεννά, ούτε ενεργοποιεί οποιοδήποτε συμβατικό ή εκ του νόμου δικαίωμα υπέρ Ομολογιούχου ή επενδυτή, ούτε οποιαδήποτε συμβατική ή εκ του νόμου υποχρέωση σε βάρος του εκδότη ή του εγγυητή των τίτλων, πλην των όσων ρητά προβλέπονται στις διατάξεις του παρόντος άρθρου".

Η Π.Υ.Σ 5/24.2.2012, που εκδόθηκε κατ' εφαρμογή του Ν. 4050/2012 όρισε, στο άρθρο 1 τα εξής: "1. Ημερομηνία έναρξης της διαδικασίας τροποποίησης επιλέξιμων τίτλων, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 4050/2012 ορίζεται η 24η Φεβρουαρίου 2012. 2. Οι επιλέξιμοι τίτλοι που θα προταθούν προς τροποποίηση είναι αυτοί που περιλαμβάνονται στο συνημμένο ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ, το οποίο αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της παρούσας απόφασης. 3.

Η τροποποίηση των επιλέξιμων τίτλων θα γίνει με ανταλλαγή τους με νέους τίτλους έκδοσης του Ελληνικού Δημοσίου και με νέους τίτλους (ή ισοδύναμά τους για τις ανάγκες εφαρμογής αλλοδαπών κανονισμών) έκδοσης του Ευρωπαϊκού Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (ΕΓΧΣ). Οι νέοι τίτλοι που θα εκδοθούν από το Ελληνικό Δημόσιο θα αποτελούνται σωρευτικά από:

α) νέα ομόλογα του Ελληνικού Δημοσίου και β) τίτλους των οποίων η απόδοση θα συνδέεται με το Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν (τίτλοι ΑΕΠ). 4. Τα νέα ομόλογα του Ελληνικού Δημοσίου: α) θα έχουν ετήσιο επιτόκιο ως ακολούθως: αα) 2% για τις πληρωμές τοκομεριδίων το έτος 2013 έως και το έτος 2015, ββ) 3% για τις πληρωμές τοκομεριδίων το έτος 2016 έως και το έτος 2020, γγ) 3,65% για την πληρωμή τοκομεριδίου το έτος 2021, δδ) 4,3% για τις πληρωμές τοκομεριδίων το έτος 2022 έως και το έτος 2042, β) θα λήγουν από το έτος 2023 έως και το έτος 2042, γ) θα διέπονται από το αγγλικό δίκαιο.

Όσον αφορά το κεφάλαιο των νέων ομολόγων, για κάθε 1.000 ευρώ ανεξόφλητου κεφαλαίου επιλέξιμων τίτλων που θα ανταλλαγούν θα δοθούν νέα ομόλογα ονομαστικού κεφαλαίου 315 ευρώ (31,5% του ανεξόφλητου κεφαλαίου επιλέξιμων τίτλων). 5. Οι τίτλοι ΑΕΠ, οι οποίοι θα χορηγούνται σωρευτικά με τα νέα ομόλογα της προηγούμενης παραγράφου:

α) δεν θα έχουν κεφάλαιο, β) θα έχουν απόδοση υπολογιζόμενη επί ονομαστικού ποσού ίσου με το ονομαστικό κεφάλαιο των νέων ομολόγων της προηγούμενης παραγράφου. Το ονομαστικό ποσό θα μειώνεται ετησίως από το έτος 2024 έως τη λήξη των τίτλων, γ) η απόδοση των τίτλων ΑΕΠ θα εξαρτάται μεταξύ άλλων, από: αα) την εκάστοτε ετήσια ποσοστιαία αύξηση του πραγματικού ΑΕΠ, πέραν των προκαθορισμένων προβλέψεων και ορίων και ββ) το ύψος του ονομαστικού ΑΕΠ.

Η απόδοση θα έχει ανώτατο όριο 1%. δ) θα λήξουν το έτος 2042, ε) θα διέπονται από το αγγλικό δίκαιο. 6. Οι ειδικότεροι όροι των νέων τίτλων έκδοσης του Ελληνικού Δημοσίου καθορίζονται με την πρόσκληση ή τις προσκλήσεις της επόμενης παραγράφου και την απόφαση έκδοσης που προβλέπεται στο πρώτο εδάφιο του άρθρου πρώτου του ν. 4050/2012. 7.

Εξουσιοδοτείται ο Οργανισμός Διαχείρισης Δημοσίου Χρέους να εκδώσει μία ή περισσότερες προσκλήσεις εκ μέρους του Ελληνικού Δημοσίου προς τους Ομολογιούχους, σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου πρώτου του ν. 4050/2012. Στο Παράρτημα της Π.Υ.Σ. 5/24-2-2012 περιλαμβάνονται οι χαρακτηρισθέντες ως επιλέξιμοι τίτλοι με τα συναφή στοιχεία εκάστου (ISIN που αρχίζει από GR, διότι πρόκειται περί τίτλων που διέπονται από το ελληνικό δίκαιο, ημερομηνία λήξεως, τοκομερίδιο και ύψος ανεξόφλητου κεφαλαίου).

Στη συνέχεια, εκδόθηκε από τον Ο.Δ.Δ.Η.Χ. και δημοσιεύθηκε η από 24.2.2012 πρόσκληση της Ελληνικής Δημοκρατίας προς τους ομολογιούχους για να προσέλθουν στη διαδικασία της Π.Υ.Σ. 5/24.2.2012 και να συναινέσουν στην προταθείσα με την ίδια Π.Υ.Σ. τροποποίηση τίτλων. Στην πρόσκληση αυτή διευκρινίζεται η πρόταση της Π.Υ.Σ.

ως προς το ανεξόφλητο κεφάλαιο ως εξής: Για κάθε 1.000 ευρώ ανεξόφλητου κεφαλαίου προτείνεται να χορηγηθούν α) ομόλογα εκδόσεως του Ελληνικού Δημοσίου ονομαστικής αξίας 315 ευρώ και λήξεως από το έτος 2023 έως το έτος 2042, β) τίτλοι ΑΕΠ εκδόσεως του Ελληνικού Δημοσίου χωρίς κεφάλαιο (με λογιζόμενο ποσό 315 ευρώ για απόδοση συνδεόμενη με το ΑΕΠ) και λήξεως το έτος 2042, γ) τίτλοι εκδόσεως του ΕΤΧΣ ονομαστικής αξίας 150 ευρώ και λήξεως από το έτος 2013 έως το έτος 2014.

Ακολούθησε η έκδοση της από 9.3.2012 πράξης του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος, ως Διαχειριστή της Διαδικασίας σύμφωνα με το άρθρο πρώτο παρ. 1ζ' του ν. 4050/2012, με την οποία βεβαιώθηκε ότι οι ομολογιούχοι συναίνεσαν στις προταθείσες τροποποιήσεις, δεδομένου ότι: α) το συνολικό ανεξόφλητο κεφάλαιο των επιλέξιμων τίτλων ανήλθε σε 177.218.697-61545 ευρώ, β) επετεύχθη η απαιτούμενη στο άρθρο πρώτο παρ. 4 του ν. 4050/2012 απαρτία, με τη συμμετοχή στη διαδικασία ομολογιούχων με ανεξόφλητο κεφάλαιο 161.350.946.065,54 ευρώ (ήτοι ποσοστό 91,05% του συνολικού ανεξόφλητου κεφαλαίου) και γ) επετεύχθη η απαιτούμενη στο άρθρο πρώτο παρ. 4 του ν. 4050/2012 πλειοψηφία, με την αποδοχή των προταθεισών τροποποιήσεων από ομολογιούχους με ανεξόφλητο κεφάλαιο 152.042.932.77240 ευρώ (ήτοι ποσοστό 94-23% του συμμετέχοντος στη διαδικασία ανεξόφλητου κεφαλαίου).

Το αποτέλεσμα της διαδικασίας, το οποίο βεβαιώθηκε με την ως άνω πράξη του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος, εγκρίθηκε με την Π.Υ.Σ. 10/9.3.2012 σύμφωνα με το άρθρο πρώτο παρ. 8 του ν. 4050/2012. Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο πρώτο παρ. 10 του ίδιου νόμου, εκδόθηκε η πράξη 2/20964/0023 Α/09.03.2012 του Αναπληρωτή Υπουργού Οικονομικών (Β' 682/9.3.2012), με την οποία εκδόθηκαν οι νέοι τίτλοι του Ελληνικού Δημοσίου (20 σειρές ομολόγων συνολικής ονομαστικής αξίας 55.834.421.425 ευρώ και λήξεως από το έτος 2023 έως και το έτος 2042, καθώς και μια σειρά τίτλων ΑΕΠ συνολικού λογιζόμενου ποσού 55.834.421.400 ευρώ και λήξεως το έτος 2042), που μαζί με τους τίτλους εκδόσεως του ΕΤΧΣ χορηγήθηκαν για την αντικατάσταση των χαρακτηρισθέντων ως επιλέξιμων τίτλων.

Με τις ανωτέρω ρυθμίσεις του Ν. 4050/2012,ερευνητέο κρίθηκε το ζήτημα της αστικής ευθύνης τόσο του εκδότη των ομολόγων που ανταλλάχθηκαν όσο και των φορέων - πιστωτικών ιδρυμάτων που συμμετείχαν στην διαδικασία του PSI, έναντι των πραγματικών δικαιούχων των ομολόγων, δηλαδή των επενδυτών. Ως αξιολογική βάση πρέπει να ληφθούν υπόψη, αφενός οι έννομες σχέσεις μεταξύ εκδότη (Ελληνικό Δημόσιο), φορέων (πιστωτικών ιδρυμάτων) και δικαιούχων - επενδυτών των ομολόγων, αφετέρου δε το αδιαμφισβήτητο πραγματικό γεγονός των δυσμενών οικονομικών συνθηκών υπό τις οποίες αποφασίστηκε και υλοποιήθηκε η όλη διαδικασία του PSI, κάτω από το πρίσμα και την επιρροή των οποίων (συνθηκών) οι διατάξεις του Ν. 4050/2012 και των σχετικών Π.Υ.Σ και Υ.Α., που εκδόθηκαν κατ' εξουσιοδότησή του, προσέδωσαν στην όλη διαδικασία έναν υποχρεωτικό και μη εθελοντικό χαρακτήρα.

Ο δημόσιος σκοπός, που εξυπηρέτησε η κυριαρχική θέσπιση των ανωτέρω ρυθμίσεων, δεν παύει να συναρτάται και να εξαρτάται ουσιωδώς με, και από, την πλειοψηφική αποδοχή της ομάδας των "οικονομικών δικαιούχων των τίτλων", δηλαδή των φορέων μόνο ως προς τους τίτλους ίδιου χαρτοφυλακίου και των επενδυτών, υπό όρους διαφάνειας κατά την έκφρασή της και αποφυγής κάθε υποψίας περί δυνητικού έμμεσου επηρεασμού ή φαλκίδευσης της αληθινής βούλησης μελών της ομάδας ("υφαρπαγής" απόφασης).

Με γνώμονα τις ανωτέρω αξιολογήσεις, μπορεί να αναγνωριστεί, με έρεισμα στο συνταγματικό δικαίωμα δικαστικής προστασίας και σύμφωνα προς όσα προαναφέρθηκαν, ατομικό δικαίωμα επενδυτή - κατά την έννοια του άρθρου 6 του Ν. 2198/1994 - για προσβολή (ακύρωση) του αποτελέσματος της διαδικασίας, εφόσον προβάλλεται παράτυπη λήψη της συλλογικής απόφασης των ομολογιούχων (δηλαδή των φορέων), για ορισμένους εκ των ανωτέρω υποστηριζόμενων, διαδικαστικής φύσεως, λόγους υπό την απαραίτητη προϋπόθεση επίκλησης ότι η (φερόμενη ως παράνομη) συμμετοχή ή ψήφος ορισμένων συμμετεχόντων στη διαδικασία (φορέων) ήταν αποφασιστικές τόσο για την επίτευξη της αναγκαίας απαρτίας, όσο και για την επίτευξη της αυξημένης πλειοψηφίας που απαιτούνται για την αποδοχή της πρότασης του Δημοσίου.

Επιπροσθέτως, τυχόν ενοχικές υποχρεώσεις των φορέων έναντι των επενδυτών περιορίζονται ουσιαστικά στα καθήκοντα προσυμβατικής και τακτικής ενημέρωσης, λογιστικής παρακολούθησης, λογοδοσίας, ως εν γένει επί επενδυτικών υπηρεσιών θεματοφυλακής (άρθρο 4 § 2 εδαφ. α' Ν. 3606/2007, ΑΚ 713 επ, προκειμένου για ενσώματους τίτλους ΑΚ 822 επ.), καθώς και σε όσες απορρέουν από την εκάστοτε τυχόν υφιστάμενη σχέση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών.

Λαμβανομένου δε υπόψη του ότι τα πιστωτικά ιδρύματα υπέχουν, κατά τη διενέργεια επενδυτικών συναλλαγών, τις κανονιστικές υποχρεώσεις που τάσσουν τα άρθρα 25 επ. Ν. 3606/2007 και 4 επ., 12 επ. της υπ' αριθ. 1/452/1-11-200/2007 απόφασης του ΔΣ της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, στο πλαίσιο αυτών αναπτύσσουν πράγματι έννομη επιρροή τα χαρακτηριστικά, οι γνώσεις και η εμπειρία κάθε υποψήφιου επενδυτή, στοιχεία που έχουν σημασία, τόσο προκειμένου για την κατάταξη του τελευταίου στις κατηγορίες των ιδιωτών ή επαγγελματιών επενδυτών, όσο και για την αξιολόγηση συμβατότητας και καταλληλότητας των επίμαχων τίτλων Δημοσίου για το συγκεκριμένο επενδυτή, με την κρίσιμη πάντως επισήμανση ότι τα ομόλογα Ελληνικού Δημοσίου αποτελούν "μη σύνθετα" χρηματοπιστωτικά μέσα για τους σκοπούς εφαρμογής των ανωτέρω διατάξεων.

Μάλιστα, δεν μπορεί να παραβλεφθεί ότι στον οικονομικό χώρο, διαχρονικά οι επενδύσεις σε κρατικούς ομολογιακούς τίτλους μολονότι πράγματι "δεν είναι απαλλαγμένες κινδύνου περιουσιακής απώλειας" (ΟλΣτΕ 1116/2014), δεν παύουν να αξιολογούνται καταρχήν ως επενδύσεις με το συγκριτικά μικρότερο (σε σχέση λχ με επενδύσεις σε τραπεζικά ή λοιπά εταιρικά ομόλογα, υβριδικές μορφές τίτλων ή μετοχές ιδιωτικών επιχειρήσεων, που λειτουργούν στο ίδιο κράτος και εκφράζονται στο ίδιο νόμισμα) επενδυτικό κίνδυνο.

Ο τελευταίος υπόκειται στην τακτική αξιολόγηση των διεθνών οίκων πιστοληπτικής αξιολόγησης, οι οποίοι, τουλάχιστον μέχρι την έναρξη της τελευταίας χρηματοπιστωτικής κρίσης, εξακολουθούσαν να αποδίδουν υψηλότατη αξιολόγηση στους εν λόγω τίτλους ως και εν γένει στους τίτλους δημοσίου χρέους κρατών - μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Είναι γεγονός ότι η τελευταία (αν όχι καθοδηγεί) επηρεάζει καίρια τη διαμόρφωση των επενδυτικών συμβουλών και αποφάσεων, με αντικείμενο τη σύνθεση και ανακατανομή χαρτοφυλακίων επενδύσεων παγκοσμίως, τόσο εκ μέρους επιχειρήσεων του χρηματοπιστωτικού κλάδου, όσο και επαγγελματιών επενδυτών και του κοινού.

Ως εκ τούτου, πολύ δύσκολα μπορεί να διαπιστωθούν συνθήκες πταίσματος πιστωτικού ιδρύματος κατά τη διαμεσολάβηση προς διάθεση αντίστοιχων τίτλων, λόγω πλημμελούς διαφώτισης του επενδυτή σε σχέση με τον (συγκριτικά χαμηλό) αναλαμβανόμενο επενδυτικό κίνδυνο. Κατ' εξαίρεση, αντίστοιχη ευθύνη μπορεί ενδεχομένως να τεκμηριωθεί σε περιπτώσεις διάθεσης ομολογιών από πιστωτικά ιδρύματα μετά την επίταση της κρίσης του ημεδαπού δημοσίου χρέους (που σήμανε ραγδαία πτώση των τιμών διαπραγμάτευσης των εν λόγω τίτλων στη δευτερογενή αγορά), εάν παραλείφθηκε ειδική ενημέρωση του επενδυτή για τον αυξημένο κίνδυνο των τίτλων, χωρίς να τεκμηριώνεται νόμιμος λόγος παράλειψης της ενημέρωσης αυτής (άρθρο 25 § 6 Ν. 3606/2007) ή εάν καταφάσκεται περίπτωση σύγκρουσης συμφερόντων.

Ακόμη και στις περιπτώσεις αυτές, όμως, θα πρέπει να συνεκτιμώνται τα προσωπικά χαρακτηριστικά, γνώσεις και επαγγελματική εμπειρία του ζημιωθέντος, σε συνδυασμό με την ευρύτατη τότε δημοσιότητα του ανακύψαντος κινδύνου αφερεγγυότητας του Δημοσίου, από τα οποία είναι πιθανό να προκύπτει ενσυνείδητη ανάληψη του σχετικού κινδύνου εκ μέρους του επενδυτή, προς επίτευξη των ανάλογων, υψηλών κερδών από τυχόν ολοσχερή εξόφληση του ομολογιακού τίτλου κατά τη λήξη του.

Συνέπεια της τυχόν αντίστοιχης μετά λόγου γνώσης απόφασης του ζημιωθέντος επενδυτή είναι η έλλειψη της προϋπόθεσης του αιτιώδους συνδέσμου για την ίδρυση της αξίωσης αποζημίωσης, άλλως η τεκμηρίωση ισχυρού, κατ' άρθρο 300 ΑΚ, συντρέχοντος πταίσματος. Έτσι, πέραν των ανωτέρω αξιώσεων (ακύρωσης του αποτελέσματος της διαδικασίας του PSI και αποζημίωσης λόγω παράβασης τυχόν υποχρεώσεων από την τυχόν υφιστάμενη σχέση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών, ως και από τους κανόνες δεοντολογίας των πιστωτικών ιδρυμάτων) έναντι των φορέων, δεν μπορεί βάσιμα να υποστηριχθεί ότι οι ζημιωθέντες από την διαδικασία του PS1 επενδυτές έχουν αξιώσεις από την προς αυτούς πώληση των ομολόγων.

Τούτο διότι, λόγω των διαλαμβανομένων παραπάνω (αναγκαστικός χαρακτήρας της διαδικασίας, αλλοίωση του περιεχομένου των αλληλένδετων σχετικών υποχρεώσεων των εμπλεκομένων μερών: εκδότη, φορέα, επενδυτών, διά κρατικής επέμβασης), δεν μπορεί να υποστηριχθεί ότι ο φορέας - πιστωτικό ίδρυμα, που διέθεσε το κρατικό ομόλογο περαιτέρω σε επενδυτή, υπέχει ευθύνη για την μεταγενέστερη έλλειψη φερεγγυότητας του εκδότη Ελληνικού Δημοσίου και την συνεπεία αυτής, μείωση της απαίτησης έναντι αυτού.

Θα ήταν δε ανακόλουθο, με βάση την τελολογική ερμηνεία των εν λόγω διατάξεων, να προβλέπεται χωρίς διάκριση η απόσβεση των δικαιωμάτων και αξιώσεων, που απορρέουν από τους τίτλους αυτούς έναντι του Ελληνικού Δημοσίου, εκδότη των τίτλων, και να παραμένουν ως έχουν οι συμβατικές υποχρεώσεις των φορέων έναντι των ομολογιούχων από τη μεταξύ τους έννομη σχέση αναφορικά με τα ομόλογα που αντικαταστάθηκαν.

Η κρίση αυτή δεν αναιρείται υπό το πρίσμα των ρυθμίσεων του άρθρου 8 του Ν. 2198/1994, καθόσον, μάλιστα, τούτο είναι προγενέστερο των μεταγενέστερων και ειδικότερων διατάξεων του Ν. 4050/2012, που προπαρατέθηκαν, δυνάμει των οποίων επιβλήθηκε μονομερώς η μείωση του ποσού του δανείου που το κράτος έλαβε μέσω της έκδοσης ομολόγων, συνακόλουθα και το ποσό που έδει να καταβληθεί, μέσω των φορέων, στους επενδυτές.

Η δε θέσπιση με τον ανωτέρω Ν. 4050/2012 του ανεύθυνου του Ελληνικού Δημοσίου έναντι των επενδυτών και του τεκμηρίου συναίνεσης των τελευταίων προς τους φορείς σχετικά με την λήψη απόφασης για συμμετοχή στην διαδικασία του PS1, γεννά τις υποχρεώσεις που ανωτέρω αναλυτικά αναφέρθηκαν, όχι δε και υποχρέωση των φορέων για καταβολή, με τη λήξη του ομολόγου, του αρχικού, πριν την ως άνω διαδικασία, ποσού αυτού, πολλώ δε μάλλον που τέτοια υποχρέωση δεν περιλήφθηκε στο Ν. 4050/2012, πράγμα που θα συνέβαινε αν ο νομοθέτης ήθελε να μετακυλήσει το βάρος της μείωσης του καταβλητέου ποσού των ομολόγων στους φορείς και όχι στους εκάστοτε δικαιούχους των τίτλων.

Μάλιστα κρίθηκε με τις 1116, 1117 και 1714/2014 αποφάσεις της Ολομέλειας του ΣτΕ ότι οι ως άνω νομοθετικές διατάξεις (Ν. 4046/2012 και Ν. 4050/2012) δεν παραβιάζουν τις αρχές του Συντάγματος, του δικαίου της Ένωσης και της ΕΣΔΑ και συγκεκριμένα δεν αντίκεινται στις διατάξεις των άρθρων 5 και 25 § 1 του Συντάγματος, δεδομένου ότι ψηφίστηκαν υπό όλως εξαιρετικές περιστάσεις, δηλαδή προ του κινδύνου στάσης πληρωμών και κατάρρευσης της εθνικής οικονομίας, λόγω των ιδιαιτέρως δυσμενών συνθηκών που ήδη εκτέθηκαν, ούτε θεσπίστηκαν κατά τρόπο αυθαίρετο και είναι σύμφωνες με τα διεθνή συναλλακτικά ήθη, ενώ επίσης η υπαγωγή των φυσικών προσώπων στις διατάξεις τους δεν αντιβαίνει στο άρθρο 4 § 1 του Συντάγματος, πολύ δε περισσότερο σε καμία περίπτωση δεν θίγουν τα περιουσιακής φύσης δικαιώματα, που προστατεύονται με το άρθρο 17 Συντάγματος και το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, Πλέον ειδικότερα:

α) Δεν αντιβαίνουν στις συνταγματικές αρχές της ισότητας (4 § 1 Σ) και του κράτους δικαίου (25 § 1 Σ) οι διατάξεις του άρθρου πρώτου 2 - 11 Ν. 4050/2012, με τις οποίες θεσπίσθηκε διαδικασία βασιζόμενη στον κανόνα της συμφωνίας του Ελληνικού Δημοσίου με το πλειοψηφούν κεφάλαιο και ορίσθηκε ότι η έκβαση της διαδικασίας είναι υποχρεωτική και για τους μη συναινούντες, καθόσον η αρχή της ισότητας (4 § 1 Σ) δεν επιβάλλει στο Ελληνικό Δημόσιο να επιφυλάσσει ιδιαίτερη ευνοϊκή μεταχείριση σε ορισμένους από τους πιστωτές του, οι οποίοι αντλούν δικαιώματα από τους τίτλους που διέπονται από τις διατάξεις του Ν. 2198/1994, αντιθέτως επί σχέσης πλειόνων πιστωτών με τον ίδιο οφειλέτη η σχέση αυτή επιβάλλει την πορεία μέχρι την τελική λύση των σχέσεων με ίσο βήμα, ώστε σε αδυναμία ικανοποίησης του συνόλου των απαιτήσεων των πιστωτών κάθε πιστωτής να ικανοποιηθεί ανάλογα με το ύψος της απαίτησής του.

Για την εξυπηρέτηση δε αυτού του σκοπού επιβλήθηκε και η δέσμευση των μη συναινούντων πιστωτών, β) άλλες φορολογικές απαλλαγές που θεσπίσθηκαν με το άρθρο 3 §§ 5 και 6 του Ν. 4046/2012, υπέρ των νομικών προσώπων με σκοπό τον περιορισμό των ζημιών που επρόκειτο να υποστούν από την αντικατάσταση των τίτλων, όχι μόνο δεν αντιβαίνουν στην αρχή της ισότητας αλλά ήταν και επιβεβλημένες για την συγκράτηση, κυρίως της καθαρής θέσης και της αξιοπιστίας των ιδρυμάτων του χρηματοπιστωτικού συστήματος, του οποίου η ευπάθεια, κατά τα κοινώς γνωστά, συνιστά σοβαρότατη απειλή για την εθνική οικονομία στο σύνολό της, είναι δε αποδεδειγμένο ότι κατά τον κρίσιμο χρόνο (2012) οι συνθήκες λειτουργίας του χρηματοπιστωτικού συστήματος απαιτούσαν την λήψη συνθέτων μέτρων από την Ελληνική Δημοκρατία για την στήριξή του (βλ.

μεταξύ άλλων την από 1.3.2012 δανειακή σύμβαση χρηματοδοτικής διευκόλυνσης από το ΕΤΧΣ μέχρι 23 δις. ευρώ για την "ανακεφαλαιοποίηση" τραπεζών) και γ) οι διατάξεις του Ν. 4050/2012 που επέτρεψαν την ακύρωση τίτλων καθώς και την στέρηση όλων των ενοχικών δικαιωμάτων επενδυτών που απορρέουν από την ιδιοκτησία τους επί των τίτλων χωρίς χρηματική αποζημίωση δεν αντίκεινται στο άρθρο 17 § 2 Σ και στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου (ΠΠΠ) της ΕΣΔΑ, καθόσον η ακύρωση τίτλου δεν συνιστά απαλλοτρίωση, κατά την έννοια του άρθρου 17 § 2 Σ, ώστε να εξαρτάται η νομιμότητα της απαλλοτρίωσης από την καταβολή χρηματικής αποζημίωσης.

Εξάλλου, σύμφωνα με τα άρθρα 5 § 1, 17 § 1 και 25 § 1 του Συντάγματος και το άρθρο 1 ΠΠΠ της ΕΣΔΑ, σε περίπτωση συνδρομής σοβαρού λόγου δημοσίου συμφέροντος είναι επιτρεπτός ο περιορισμός των πάσης φύσεως ενοχικών δικαιωμάτων, εάν κρίνεται αναγκαίος και πρόσφορος για την εξυπηρέτηση του δημοσίου συμφέροντος και συμβατός με την αρχή της αναλογικότητας.

Κρίθηκε, επίσης, ότι ο Ν. 4050/2012 κατά το μέρος που επέτρεψε τη μείωση της ονομαστικής αξίας των προαναφερθέντων ομολόγων οδήγησε σε περιορισμό του δικαιώματος ιδιοκτησίας των κατόχων τους, δικαιώματος που προστατεύεται από το άρθρο 17 § 1 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων, πλην όμως αυτός ήταν επιτρεπτός, καθότι επιβάλλεται για την επίτευξη σκοπών δημοσίου συμφέροντος, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγεται η διασφάλιση της σταθερότητας του τραπεζικού συστήματος της ζώνης του ευρώ στο σύνολό της (ΑΠ 140/2023, πρβλ ΑΠ 1319/2022).

Ε. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 § 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση του αγωγικού δικογράφου, εκτίθενται σε αυτό τα ακόλουθα: Ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων κατόπιν προτροπής των υπαλλήλων της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης τραπεζικής εταιρείας αποφάσισε να τοποθετήσει τις αποταμιεύσεις του σε ομόλογα του Ελληνικού Δημοσίου (Ο.Ε.Δ.) και προέβη σε αγορές από την εναγομένη, στις μεν 8.4.2009 ενός Ο.Ε.Δ., έκδοσης στις 28.1.2009, λήξης στις 20.8.2014 και ονομαστικής αξίας ...

ευρώ, καταβάλλοντας στην τελευταία το ποσό των ... ευρώ, στις δε 2.2.2010, ενός Ο.Ε.Δ., έκδοσης στις 2.2.2010, λήξης στις 20.8.2015 και ονομαστικής αξίας ... ευρώ, καταβάλλοντας στην εναγόμενη το ποσό των ... ευρώ. Πριν από τις δύο ως άνω αγορές, οι υπάλληλοι της εναγομένης δεν τον ενημέρωσαν για τη φύση και τους κινδύνους των εν λόγω χρηματοπιστωτικών προϊόντων, αντιθέτως τον διαβεβαίωσαν ότι το κεφάλαιό τους είναι εγγυημένο στη λήξη τους από το Ελληνικό Δημόσιο, ενώ δεν προέβησαν στη συμπλήρωση ειδικού ερωτηματολογίου για να διαπιστώσουν ενδεχόμενη μη συμβατότητά του με τα προϊόντα αυτά.

Μετά δε την αγορά των ομολόγων, οι υπάλληλοι της εναγομένης δεν τον ενημέρωσαν για την πορεία της πιστοληπτικής τους διαβάθμισης, όπως αυτή αποτυπωνόταν από τους διεθνείς οίκους την εποχή εκείνη, ενώ παρέλειψαν να του αποστείλουν και αποτίμηση του χαρτοφυλακίου του με την τρέχουσα τιμή των ομολόγων από την αγορά τους έως και τον Μάρτιο του 2012, που εφαρμόσθηκε το PSI (Private Sector Involvement = εμπλοκή του ιδιωτικού τομέα κατά την αναδιάρθρωση κρατικού χρέους).

Στο πλαίσιο εφαρμογής του ως άνω PSI εκδόθηκε ο Ν. 4050/2012, σύμφωνα με τον οποίο και κατόπιν συμφωνίας των ομολογιούχων (όχι των τελικών δικαιούχων των ομολόγων, αλλά των φορέων του συστήματος λογιστικής παρακολούθησης συναλλαγών στους λογαριασμούς των οποίων είναι καταχωρημένοι οι τίτλοι, μεταξύ αυτών και η εναγομένη τράπεζα) αντικαταστάθηκαν, χωρίς τη συναίνεσή του, τα προαναφερόμενα ομόλογα με νέα ομόλογα έκδοσης του Ελληνικού Δημοσίου και του Ευρωπαϊκού Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας, μακρύτερης διάρκειας και αξίας μειωμένης κατά ποσοστό 53,5% σε σχέση με την αρχική ονομαστική τους αξία.

Με τον τρόπο αυτό, ο ενάγων εξέθετε ότι υπέστη ζημία συνιστάμενη στη διαφορά μεταξύ της ονομαστικής αξίας των τίτλων που αγόρασε από την εναγομένη και της ονομαστικής αξίας των αντικατασταθέντων τίτλων, που ανέρχεται στο ποσό των ... ευρώ για το πρώτο ομόλογο και στο ποσό των ... ευρώ για το δεύτερο ομόλογο.

Η δε εναγομένη ευθύνεται απέναντί του: α) σύμφωνα με τις διατάξεις περί πώλησης, καθόσον κατέστη υπερήμερη ως προς την εκπλήρωση της παροχής της, μη καταβάλλοντας την ονομαστική αξία των αγορασθέντων ομολόγων κατά τις αντίστοιχες ημερομηνίες λήξης τους (20.8.2014 και 20.8.2015), β) σύμφωνα με τις διατάξεις περί παρακαταθήκης, καθόσον με την ιδιότητα του φορέα διαχείρισης του συστήματος και θεματοφύλακα των ένδικων ομολόγων που είχε στην κατοχή της, συμφώνησε μονομερώς την τροποποίηση των όρων και την ανταλλαγή των τίτλων που του είχε πωλήσει, ενεργώντας σε βάρος των συμφερόντων του ενάγοντος και μολονότι είχε υποχρέωση να τον προστατεύει και γ) σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 3606/2007, της υπ' αριθ. 1/452/2007 απόφασης της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς και του Ν. 2251/1994 περί προστασίας του καταναλωτή, καθόσον η εναγόμενη παραβίασε την υποχρέωση προσυμβατικής πληροφόρησης για τους κινδύνους των ομολόγων, δεν προέβη σε έλεγχο συμβατότητας και καταλληλότητας του πελάτη και δεν τον ενημέρωσε, μετά από την αγορά, για τη σημαντική υποβάθμιση των τίτλων τον Απρίλιο του 2010, με αποτέλεσμα να μην αντιληφθεί την αύξηση του κινδύνου απώλειας του κεφαλαίου του και να μην λάβει απόφαση ρευστοποίησής τους για να περιορίσει τον ανωτέρω κίνδυνο.

Με βάση τα ανωτέρω, ζήτησε ν' αναγνωρισθεί ότι η εναγόμενη υποχρεούται να του καταβάλει: α) ως αποζημίωση το ποσό των ... ευρώ για το πρώτο ομόλογο και το ποσό των ... ευρώ για το δεύτερο ομόλογο, με το νόμιμο τόκο για κάθε επιμέρους ποσό από την ημερομηνία λήξης εκάστου τίτλου, άλλως από την επίδοση της αγωγής και β) το ποσό των ...

ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη συνεπεία της προπεριγραφόμενης αδικοπρακτικής συμπεριφοράς της εναγομένης, καθώς και να καταδικασθεί η εναγομένη στα δικαστικά του έξοδα. Το Πολυμελές Πρωτοδικείο ... με την ... απόφασή του απέρριψε την αγωγή, ως προς μεν τις βάσεις της τις εδραζόμενες στη σύμβαση πώλησης και στη σύμβαση παρακαταθήκης, ως μη νόμιμη και ως προς τις λοιπές ως κατ' ουσία αβάσιμη.

Επί της απόφασης αυτής, ο αναιρεσείων άσκησε την από ... έφεσή του, η οποία αφού δέχθηκε τυπικά αυτή, στη συνέχεια, με την προσβαλλόμενη απόφαση (...) απέρριψε ως νομικά αβάσιμες τις δύο βάσεις της αγωγής από τη σύμβαση πώλησης και παρακαταθήκης και κατ' ουσία αβάσιμες τις λοιπές βάσεις της αγωγής, απορρίπτοντας κατ' ουσία την έφεση στο σύνολό της.

Με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, διότι το Εφετείο εσφαλμένα απέρριψε ως νομικά αβάσιμη την βάση της αγωγής του, που στηριζόταν στις διατάξεις περί πώλησης, προβαίνοντας σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων του Ν. 2198/1994 και του Ν. 4050/2012, καθώς και των διατάξεων των άρθρων 335, 336 και 380 ΑΚ, τις οποίες εφάρμοσε, ενώ δεν ήταν εφαρμοστέες, αλλά και τις διατάξεις των άρθρων 361, 383, 385 και 513επ του ΑΚ, τις οποίες δεν εφάρμοσε, αν και ήταν εφαρμοστέες, ισχυριζόμενος ότι εν προκειμένω δεν πρόκειται για ανυπαίτια αδυναμία παροχής της αναιρεσίβλητης αλλά για υπερημερία της τελευταίας στην καταβολή της αξίας των ένδικων μόνο ομολόγων.

Κατά τις αιτιάσεις δε του αναιρεσείοντος η εφαρμογή των διατάξεων του Ν. 4050/2012 επηρεάζει μόνο τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των επενδυτών έναντι του εκδότη και του εγγυητή των ομολόγων, Ελληνικού Δημοσίου και όχι έναντι των φορέων ομολογιούχων. Συγκεκριμένα, ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι δεν επηρεάζονται τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις των συμβαλλομένων από τη σύμβαση αγοραπωλησίας τίτλων του Ελληνικού Δημοσίου με αποτέλεσμα να μην δύνανται τόσο οι ομολογιούχοι όσο και οι τρίτοι - επενδυτές να στραφούν κατά του εκδότη και του εγγυητή των ομολόγων προβάλλοντας αξιώσεις αποζημίωσης για τη ζημία που υπέστησαν από την εφαρμογή των διατάξεων του Ν. 4050/2012, αλλά αντίθετα διατηρούνται τα δικαιώματα των επενδυτών έναντι του φορέα - ομολογιούχου, άλλως ο Ν. 4050/2012 θα προσέκρουε στην συνταγματική αρχή της ισότητας (άρθρο 4 §§ 1 και 4 του Σ), αφού θα εισήγαγε ανεπίτρεπτη διάκριση σε βάρος των επενδυτών σε ομόλογα έναντι των πολιτών που είχαν τοποθετήσει τις αποταμιεύσεις τους σε τραπεζικές καταθέσεις.

Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, κατά το ενδιαφέρον τον ως άνω αναιρετικό λόγο μέρος, το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα: "...Με αυτό το περιεχόμενο και αίτημα η υπό κρίση αγωγή είναι εν μέρει νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 71, 288, 297, 298, 299, 330, 334, 346, 361, 713 επ., 914, 922, 932 ΑΚ, 2, 3 παρ. 2, 4, 25 του ν. 3606/2007, 4 επ., 12-14 της υπ' αριθ. 1/452/2007 απόφασης του ΔΣ της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, 8 του ν. 2251/1994", 5-12 του ν. 2198/1994 και 176 ΚΠολΔ.

Είναι, όμως, απορριπτέα ως νομικά αβάσιμη, τόσο κατά την βάση της που θεμελιώνεται στις διατάξεις περί πώλησης και υπερημερίας του πωλητή (άρθρα 513, 516, 383, 384 και 385 ΑΚ), λόγω μη εκπλήρωσης της εκ της σύμβασης πώλησης υποχρέωσης της εναγομένης για καταβολή της ονομαστικής αξίας των ομολόγων κατά τη συμφωνηθείσα λήξη τους, όσο και κατά τη βάση της που θεμελιώνεται στις διατάξεις περί παρακαταθήκης (άρθρα 822 επ.

ΑΚ), λόγω παράβασης της υποχρέωσής της να διαφυλάξει τα ομόλογα που είχε στην κατοχή της και της συνακόλουθης αδυναμίας της να αποδώσει την ονομαστική αξία αυτών στον ενάγοντα, καθόσον η μη καταβολή της ονομαστικής αξίας των ένδικων ομολόγων και η επέμβαση στο επενδυτικό του χαρτοφυλάκιο με την αναγκαστική ανταλλαγή των τίτλων αυτών με άλλους τίτλους μικρότερης ονομαστικής αξίας και απώτερης ημερομηνίας λήξης, οφείλονται σε νομοθετική παρέμβαση, που έλαβε χώρα βάσει του ν. 4050/2012, των ΠΥΣ 5/24.02.2012 και 10/9.03.2012, καθώς και της πράξης 2/20964/0023Α/9.03.2012 του Αναπληρωτή Υπουργού Οικονομικών, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα παραπάνω, στη νομική σκέψη της παρούσας και όχι σε υπαιτιότητα της εναγομένης.

Στην προκειμένη περίπτωση, η αδυναμία της εναγομένης για καταβολή της ονομαστικής αξίας των ομολόγων είναι ανυπαίτια (άρθρο 380 ΑΚ) και θα μπορούσε ενδεχομένως να οδηγήσει σε αναζήτηση της καταβληθείσας παροχής του ενάγοντος μόνο κατά τις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού. Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απέρριψε με την ίδια αιτιολογία ως νομικά αβάσιμες τις προαναφερθείσες δύο βάσεις της αγωγής, ορθώς εφάρμοσε τον νόμο και πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι οι 1ος και 4ος λόγοι της έφεσης".

Έτσι, που έκρινε το Εφετείο ορθά απέρριψε την αγωγή τόσο κατά την βάση της που θεμελιώνεται στις διατάξεις περί πώλησης και υπερημερίας του πωλητή, μη εφαρμόζοντας τις διατάξεις των άρθρων 513, 516, 383, 384 και 385 ΑΚ, λόγω μη εκπλήρωσης της εκ της σύμβασης πώλησης υποχρέωσης της εναγομένης για καταβολή της ονομαστικής αξίας των ομολόγων κατά τη συμφωνηθείσα λήξη τους, όσο και κατά τη βάση της που θεμελιώνεται στις διατάξεις περί παρακαταθήκης, μη εφαρμόζοντας τις διατάξεις των άρθρων 822, 383, 384, 385 επ.

ΑΚ, λόγω παράβασης της υποχρέωσής της να διαφυλάξει τα ομόλογα που είχε στην κατοχή της και της συνακόλουθης επιγενόμενης συμβατικής αδυναμίας της να αποδώσει την συμφωνηθείσα ονομαστική αξία αυτών στους ενάγοντες. Και τούτο διότι, όπως αναλυτικά εκτίθεται και στην προηγηθείσα νομική σκέψη της παρούσας, η μη καταβολή της ονομαστικής αξίας των ένδικων ομολόγων και η επέμβαση στο επενδυτικό χαρτοφυλάκιο του αναιρεσείοντος με την αναγκαστική ανταλλαγή του τίτλου του με άλλους τίτλους μικρότερης ονομαστικής αξίας και απώτερης ημερομηνίας λήξης, οφείλονται σε νομοθετική παρέμβαση, που έλαβε χώρα βάσει του Ν. 4050/2012, των ΠΥΣ 5/24.2.2012 και 10/9.3.2012, καθώς και της πράξης 2/20964/0023 Α/9.3.2012 του Αναπληρωτή Υπουργού Οικονομικών, τις οποίες το Εφετείο ορθά εφάρμοσε, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 335, 336 και 380 ΑΚ και όχι σε υπαιτιότητα της αναιρεσίβλητης, με αποτέλεσμα η αδυναμία της (της αναιρεσίβλητης) να μην καταβάλει την ονομαστική αξία των ομολόγων να θεωρείται και να είναι ανυπαίτια οφειλόμενη σε γεγονός για το οποίο δεν φέρει ουδεμία ευθύνη (άρθρο 380 ΑΚ).

Ειδικότερα στο άρθρο πρώτο παράγραφο 9 του Ν. 4050/2012 θεσπίστηκε η αναγκαστικότητα της συμμετοχής στη διαδικασία ανταλλαγής των άϋλων τίτλων του Ελληνικού Δημοσίου, αφού ορίσθηκε ρητά ότι η απόφαση των Ομολογιούχων (της αναιρεσίβλητης ως φορέα του Συστήματος Λογιστικής Παρακολούθησης Συναλλαγών) όπως βεβαιώθηκε από τον Διαχειριστή της Διαδικασίας (Τράπεζα της Ελλάδος), για την ανταλλαγή των τίτλων ισχύει έναντι πάντων, δεσμεύει το σύνολο των Ομολογιούχων και των επενδυτών των επιλέξιμων τίτλων, δηλαδή και έναντι του αναιρεσείοντος και υπερισχύει οποιοσδήποτε τυχόν αντίθετης, γενικής ή ειδικής, διάταξης νόμου ή κανονιστικής πράξης ή συμφωνίας.

Επίσης, υπό το ίδιο πνεύμα, στην παράγραφο 11 του ιδίου ως άνω άρθρου του Ν. 4050/2012 ορίσθηκε ότι η όλη διαδικασία ανταλλαγής των ομολόγων του Ελληνικού Δημοσίου αποσκοπεί στην προστασία υπέρτατου δημοσίου συμφέροντος, και συνιστά διαδικασία αναγκαστικού δικαίου άμεσης εφαρμογής, υπερισχύουσα οποιοσδήποτε τυχόν αντίθετης, γενικής ή ειδικής, διάταξης νόμου ή κανονιστικής πράξης ή συμφωνίας, η δε εφαρμογή της δεν γεννά, ούτε ενεργοποιεί οποιοδήποτε συμβατικό ή εκ του νόμου δικαίωμα υπέρ ομολογιούχου (της αναιρεσίβλητης) ή επενδυτή (του αναιρεσείοντος), ούτε οποιαδήποτε συμβατική ή εκ του νόμου υποχρέωση σε βάρος του εκδότη ή του εγγυητή των τίτλων, πλην των όσων ρητά προβλέπονται στις διατάξεις του παρόντος άρθρου.

Ακριβώς δε, λόγω της αναγκαστικότητας της διαδικασίας ανταλλαγής των επιλέξιμων τίτλων, για λόγους υπέρτατου δημοσίου συμφέροντος, αυτή (η διαδικασία) ξέφευγε από την συμβατική ελευθερία, ώστε να μην νοείται πλημμελής εκπλήρωση της παροχής από υπαιτιότητα της οφειλέτριας τράπεζας, η οποία δεν ηδύνατο να πράξει άλλως.

Όπως δε ελέχθη στην προηγηθείσα νομική σκέψη πέραν των ενδεχόμενων αξιώσεων ακύρωσης του αποτελέσματος της διαδικασίας του PSI και αποζημίωσης λόγω παράβασης τυχόν υποχρεώσεων από την υφιστάμενη σχέση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών, ως και από τους κανόνες δεοντολογίας των πιστωτικών ιδρυμάτων έναντι των φορέων, δεν μπορεί βάσιμα να υποστηριχθεί ότι οι ζημιωθέντες από την διαδικασία του PSI επενδυτές έχουν αξιώσεις από την προς αυτούς πώληση των ομολόγων.

Τούτο διότι, λόγω των διαλαμβανόμενων παραπάνω (αναγκαστικός χαρακτήρας της διαδικασίας, αλλοίωση του περιεχομένου των αλληλένδετων σχετικών υποχρεώσεων των εμπλεκομένων μερών, ήτοι εκδότη, φορέα και επενδυτών, με κρατική επέμβαση), δεν μπορεί να υποστηριχθεί ότι ο φορέας - πιστωτικό ίδρυμα και εν προκειμένω η αναιρεσίβλητη, που διέθεσε το κρατικό ομόλογο περαιτέρω σε επενδυτή, όπως ο αναιρεσείων, υπέχει ευθύνη για την μεταγενέστερη έλλειψη φερεγγυότητας του εκδότη Ελληνικού Δημοσίου και την συνεπεία αυτής, μείωση της απαίτησης έναντι αυτού.

Θα ήταν δε ανακόλουθο, με βάση την τελολογική ερμηνεία των εν λόγω διατάξεων, να προβλέπεται χωρίς διάκριση η απόσβεση των δικαιωμάτων και αξιώσεων, που απορρέουν από τους τίτλους αυτούς έναντι των Ελληνικού Δημοσίου, εκδότη των τίτλων, και, παρόλα αυτά, να παραμένουν ως έχουν οι συμβατικές αξιώσεις των επενδυτών έναντι των ομολογιούχων τραπεζών από τη μεταξύ τους έννομη σχέση αναφορικά με τα ομόλογα που αντικαταστάθηκαν.

Το σκεπτικό αυτό υιοθετείται και από την απόφαση ΟλΣτΕ 1116/2014, στην σκέψη υπ' αριθ. 24 της οποίας αναφέρεται ότι " η επένδυση σε ομόλογα και λοιπούς τίτλους εκδόσεως ή εγγυήσεως κρατών, ως έννομη σχέση παροχής οικονομικής πίστης, δεν είναι απαλλαγμένη του κινδύνου της σύννομης περιουσιακής απώλειας, ακόμη και αν το δίκαιο που διέπει τους τίτλους δεν προβλέπει ότι πριν από τη λήξη τους είναι ενδεχόμενη η επαναδιαπραγμάτευση των όρων τους, όπως η ονομαστική αξία, το τοκομερίδιο και ο χρόνος λήξεως.

Τούτο, διότι, από την έκδοση του τίτλου μέχρι τη λήξη του μεσολαβεί συνήθως ικανό χρονικό διάστημα, κατά το οποίο ενδέχεται να συμβούν γεγονότα απρόβλεπτα που περιορίζουν ουσιωδώς, ακόμη και μέχρι εκμηδενισμού, τις οικονομικές δυνατότητες του κράτους - εκδότη ή εγγυητή των τίτλων. Όταν συμβαίνουν τέτοια γεγονότα, το κράτος νομίμως επιδιώκει επαναδιαπραγμάτευση, βάσει της ρήτρας "rebus sic stantibus" (ρήτρας μεταβολής των συνθηκών), η οποία οριοθετεί τη γενική αρχή του δικαίου "pacta sunt servanda".

Η αντίθετη νομική εκδοχή στηρίζεται στην παραδοχή ότι το κράτος έχει απόλυτη φερεγγυότητα, ήτοι τη δυνατότητα να εξασφαλίζει πάντοτε τα αναγκαία κεφάλαια για την ικανοποίηση των πιστωτών του, λόγω της διαρκούς υπόστασής του, του απεριόριστου πλούτου και της ακλόνητης πιστοληπτικής ικανότητας....". Ενόψει όλων των προεκτεθέντων, κρίνεται ότι ο ιδιώτης επενδυτής δεν δύναται να επιστηρίξει αξιώσεις κατά του φορέως (πιστωτικού ιδρύματος) στην αρχική μεταξύ τους σύμβαση πωλήσεως των - υποχρεωτικώς ακυρωθέντων ομολόγων (άρθρα 513 επ.

ΑΚ), αλλά ούτε και στη σύμβαση παρακαταθήκης (άρθρα 822 επ. ΑΚ), ως εκ της ιδιότητας του πιστωτικού ιδρύματος ως θεματοφύλακα των ομολόγων του δημοσίου, καθ' όσον η επέμβαση στο χαρτοφυλάκιο ενός εκάστου επενδυτή (με αναγκαστική ανταλλαγή του αρχικού τίτλου με άλλους τίτλους, ελάσσονος αξίας) δεν πραγματοποιήθηκε παρανόμως, αλλά συννόμως και δη κατ' εφαρμογή του Ν. 4050/2012 και των κατ' εξουσιοδότηση αυτού εκδοθέντων νομοθετημάτων, κατά τα αναλυτικώς εκτιθέμενα ανωτέρω στην μείζονα σκέψη.

Αβάσιμος δε είναι και ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος ότι διατηρούνται τα δικαιώματα των επενδυτών έναντι του φορέα - ομολογιούχου, άλλως ο Ν. 4050/2012 θα προσέκρουε στην συνταγματική αρχή της ισότητας (άρθρο 4 §§ 1 και 4 του Σ), αφού θα εισήγαγε ανεπίτρεπτη διάκριση σε βάρος των επενδυτών σε ομόλογα έναντι των πολιτών που είχαν τοποθετήσει τις αποταμιεύσεις τους σε τραπεζικές καταθέσεις και τούτο διότι όπως κρίθηκε και με τις 1116, 1117 και 1714/2014 αποφάσεις της Ολομέλειας του ΣτΕ, οι ως άνω νομοθετικές διατάξεις (Ν. 4046/2012 και Ν. 4050/2012) δεν παραβιάζουν τις αρχές του Συντάγματος, του δικαίου της Ένωσης και της ΕΣΔΑ και συγκεκριμένα δεν αντίκεινται στις διατάξεις των άρθρων 5 και 25 § 1 του Συντάγματος, δεδομένου ότι ψηφίστηκαν υπό όλως εξαιρετικές περιστάσεις, δηλαδή προ του κινδύνου στάσης πληρωμών και κατάρρευσης της εθνικής οικονομίας, λόγω των ιδιαιτέρως δυσμενών συνθηκών που ήδη εκτέθηκαν, ούτε θεσπίστηκαν κατά τρόπο αυθαίρετο και είναι σύμφωνες με τα διεθνή συναλλακτικά ήθη, ενώ επίσης η υπαγωγή των φυσικών προσώπων στις διατάξεις τους δεν αντιβαίνει στο άρθρο 4 § 1 του Συντάγματος, πολλώ δε μάλλον σε καμία περίπτωση δεν θίγονται τα περιουσιακής φύσης δικαιώματα, που προστατεύονται με το άρθρο 17 Συντάγματος και το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ.

Πλέον ειδικότερα, όπως κρίθηκε και με μεταγενέστερη παγιωθείσα νομολογία του ΣτΕ: α) Δεν αντιβαίνουν στις συνταγματικές αρχές της ισότητας (4 § 1 Σ) και του κράτους δικαίου (25 § 1 Σ) οι διατάξεις του άρθρου πρώτου 2-11 Ν. 4050/2012, με τις οποίες θεσπίσθηκε διαδικασία βασιζόμενη στον κανόνα της συμφωνίας του Ελληνικού Δημοσίου με το πλειοψηφούν κεφάλαιο και ορίσθηκε ότι η έκβαση της διαδικασίας είναι υποχρεωτική και για τους μη συναινούντες, καθόσον η αρχή της ισότητας (4 § 1 Σ) δεν επιβάλλει στο Ελληνικό Δημόσιο να επιφυλάσσει ιδιαίτερη ευνοϊκή μεταχείριση σε ορισμένους από τους πιστωτές του, οι οποίοι αντλούν δικαιώματα από τους τίτλους που διέπονται από τις διατάξεις του Ν. 2198/1994, αντιθέτως επί σχέσης πλειόνων πιστωτών με τον ίδιο οφειλέτη η σχέση αυτή επιβάλλει την πορεία μέχρι την τελική λύση των σχέσεων με ίσο βήμα, ώστε σε αδυναμία ικανοποίησης του συνόλου των απαιτήσεων των πιστωτών κάθε πιστωτής να ικανοποιηθεί ανάλογα με το ύψος της απαίτησής του.

Για την εξυπηρέτηση δε αυτού του σκοπού επιβλήθηκε και η δέσμευση των μη συναινούντων πιστωτών, β) άλλες φορολογικές απαλλαγές που θεσπίσθηκαν με το άρθρο πρώτο παρ. 5 και 6 του Ν. 4046/2012, υπέρ των νομικών προσώπων με σκοπό τον περιορισμό των ζημιών που επρόκειτο να υποστούν από την αντικατάσταση των τίτλων, όχι μόνο δεν αντιβαίνουν στην αρχή της ισότητας αλλά ήταν και επιβεβλημένες για την συγκράτηση, κυρίως της καθαρής θέσης και της αξιοπιστίας των ιδρυμάτων του χρηματοπιστωτικού συστήματος, του οποίου η ευπάθεια, κατά τα κοινώς γνωστά, συνιστά σοβαρότατη απειλή για την εθνική οικονομία στο σύνολό της, είναι δε αποδεδειγμένο ότι κατά τον κρίσιμο χρόνο (2012) οι συνθήκες λειτουργίας του χρηματοπιστωτικού συστήματος απαιτούσαν την λήψη συνθέτων μέτρων από την Ελληνική Δημοκρατία για την στήριξή του (βλ.

μεταξύ άλλων την από 1.3.2012 δανειακή σύμβαση χρηματοδοτικής διευκόλυνσης από το ΕΤΧΣ μέχρι 23 δις. ευρώ για την "ανακεφαλαιοποίηση" τραπεζών) και γ) οι διατάξεις του Ν. 4050/2012 που επέτρεψαν την ακύρωση τίτλων καθώς και την στέρηση όλων των ενοχικών δικαιωμάτων επενδυτών που απορρέουν από την ιδιοκτησία τους επί των τίτλων χωρίς χρηματική αποζημίωση δεν αντίκεινται στο άρθρο 17 § 2 Σ και στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου (ΠΠΠ) της ΕΣΔΑ, καθόσον η ακύρωση τίτλου δεν είναι συνιστά απαλλοτρίωση κατά την έννοια του άρθρου 17 § 2 Σ, ώστε να εξαρτάται η νομιμότητα της απαλλοτρίωσης από την καταβολή χρηματικής αποζημίωσης.

Εξάλλου, σύμφωνα με τα άρθρα 5 § 1, 17 § 1 και 25 § 1 του Συντάγματος και το άρθρο 1 ΠΠΠ της ΕΣΔΑ, σε περίπτωση συνδρομής σοβαρού λόγου δημοσίου συμφέροντος είναι επιτρεπτός ο περιορισμός των πάσης φύσεως ενοχικών δικαιωμάτων, εάν κρίνεται αναγκαίος και πρόσφορος για την εξυπηρέτηση του δημοσίου συμφέροντος και συμβατός με την αρχή της αναλογικότητας.

Τα ανωτέρω δεν αναιρούνται από το ότι το ΣτΕ έκρινε στην ΟλΣΤΕ 1116/2014 (σκ 24) ότι "οι διατάξεις του άρθρου πρώτου του ν. 4050/2012 δεν έθιξαν διαδικαστικά δικαιώματα των αιτούντων, ως επενδυτών σε άυλους τίτλους", αφού το ΣτΕ στην ως άνω απόφασή του αναφέρεται σε διαδικαστικά δικαιώματα και μόνο (πχ συμμετοχή τους στη διαδικασία της επαναδιαπραγμάτευσης και ψηφοφορίας κλπ-πβλ και ΣτΕ 928/2016, ΣτΕ 1785/2016, ΣτΕ 1094/2016, ΣτΕ 1177/2016, ΣτΕ 11802016).

Τέλος, κρίθηκε με την απόφαση στην υπόθεση T -107/2017 Frank Steinhoff, με την οποία απορρίφθηκε αγωγή αποζημίωσης που άσκησαν κατά της ΕΚΤ ιδιώτες επενδυτές, οι οποίοι υπέστησαν ζημίες λόγω της αναδιάρθρωσης του ελληνικού δημοσίου χρέους το 2012, ότι η κρίση του ελληνικού δημόσιου χρέους εντάσσεται στην έννοια των "απρόβλεπτων γεγονότων" και συνεπώς εφαρμοστέα είναι η αρχή rebus sic stantibus (αρχή της μεταβολής των συνθηκών), σύμφωνα με την οποία η απρόβλεπτη μεταβολή των περιστάσεων μπορεί να επιτρέψει την επαναδιαπραγμάτευση των όρων της συναφθείσας σύμβασης, στην περίπτωση της κατοχής κρατικών χρεογράφων από ιδιώτες.

Η αντίθετη νομική εκδοχή στηρίζεται στην (εσφαλμένη) παραδοχή ότι το κράτος έχει απόλυτη φερεγγυότητα, ήτοι τη δυνατότητα να εξασφαλίζει πάντοτε τα αναγκαία κεφάλαια για την ικανοποίηση των πιστωτών του, λόγω της διαρκούς υπόστασής του, απεριόριστου πλούτου και ακλόνητης πιστοληπτικής ικανότητας, παραδοχή που διαψεύδεται από την πραγματικότητα.

Κρίθηκε, επίσης, ότι ο Ν. 4050/2012 κατά το μέρος που επέτρεψε τη μείωση της ονομαστικής αξίας των προαναφερθέντων ομολόγων οδήγησε σε περιορισμό του δικαιώματος ιδιοκτησίας των κατόχων τους, δικαιώματος που προστατεύεται από το άρθρο 17 παρ. 1 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων, πλην όμως αυτός ήταν επιτρεπτός, καθότι επιβάλλεται για την επίτευξη σκοπών δημοσίου συμφέροντος, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγεται η διασφάλιση της σταθερότητας του τραπεζικού συστήματος της ζώνης του ευρώ στο σύνολό της (πρβλ και ΑΠ 1024/2022).

ΙΙΙ. Από τις διατάξεις των άρθρων 914, 297, 298 και 330 ΑΚ προκύπτει, ότι για να γεννηθεί από αδικοπραξία ευθύνη προς αποζημίωση απαιτείται: α) συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, β) ζημία και γ) αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της ζημιογόνου συμπεριφοράς (νομίμου λόγου ευθύνης) και της ζημίας (ΑΠ 16/2024, ΑΠ 145/2024, ΑΠ 149/2024, ΑΠ 314/2024, ΑΠ 484/2024, ΑΠ 332/2023, ΑΠ 140/2023, ΑΠ 354/2022, ΑΠ 1319/2022).

Πότε μία πράξη είναι παράνομη συνάγεται όχι από την διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ (που εισάγει "λευκό" κανόνα δικαίου), αλλά κρίνεται από την αντίθεση της πράξης σε άλλες (εκτός της ανωτέρω) διατάξεις, στις οποίες η διάταξη αυτή παραπέμπει. Έτσι η ΑΚ 914 δεν είναι καθοριστική του επιτρεπτού και του απαγορευμένου, αλλά προσδιοριστική της κύρωσης για την πράξη που είναι παράνομη από την αντίθεσή της σε κάποιο άλλο κανόνα δικαίου, γραπτό ή άγραφο που προϋπάρχει.

Το παράνομο κρίνεται και από το αποτέλεσμά της, με την έννοια ότι για την κατάφαση της παρανομίας ερευνάται αν προκλήθηκε παράνομα ζημία, αν δηλαδή προσβλήθηκε δικαίωμα ή έννομο συμφέρον του ζημιωθέντος, καθόσον για την ύπαρξη παρανομίας, ως προϋπόθεσης της ΑΚ 914, δεν αρκεί μόνον συμπεριφορά αντίθετη σε οποιαδήποτε διάταξη, αλλά απαιτείται παράβαση διάταξης που θεμελιώνει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος.

Ειδικότερα, παράνομη είναι συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο και σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας. Η παράλειψη ως όρος της αδικοπραξίας, συντρέχει, όταν εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη, ήταν υποχρεωμένος στην επιχείρηση της πράξης που παραλείφθηκε.

Τοιαύτη νομική υποχρέωση μπορεί να προκύψει είτε από ειδική διάταξη νόμου, είτε από δικαιοπραξία, είτε από την απορρέουσα από τα άρθρα 281 και 288 ΑΚ αρχή της καλής πίστης, όπως αυτή διαμορφώνεται κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 12/2008, ΑΠ 16/2024, ΑΠ 149/2024, ΑΠ 167/2024, ΑΠ 170/2024, ΑΠ 314/2024, ΑΠ 484/2024, ΑΠ 633/2024).

Με τα δεδομένα αυτά, παρανομία συνιστά και η παράβαση της γενικής υποχρέωσης πρόνοιας και ασφάλειας στο πλαίσιο της συναλλακτικής και της κοινωνικής εν γένει δραστηριότητας των ατόμων, η παράβαση της κοινωνικώς επιβεβλημένης και από τη θεμελιώδη δικαιϊκή αρχή της συνεπούς συμπεριφοράς απορρέουσας υποχρέωσης λήψης ορισμένων μέτρων επιμέλειας για την αποφυγή πρόκλησης ζημίας σε έννομα αγαθά τρίτων προσώπων (ΑΠ 16/2024, ΑΠ 149/2024, ΑΠ 1672024, ΑΠ 170/2024, ΑΠ 314/2024, ΑΠ 484/2024, ΑΠ 633/2024, ΑΠ 140/2023, ΑΠ 354/2022, ΑΠ 1560/2021).

Για την θεμελίωση της αδικοπρακτικής ευθύνης προς αποζημίωση, δεν αρκεί μόνον ο χαρακτηρισμός της συμπεριφοράς του ζημιώσαντος ως παράνομης. Αυτοτελής προϋπόθεση είναι και η υπαιτιότητα του ζημιώσαντος, δηλαδή απαιτείται να μπορεί η συμπεριφορά του αυτή να αποδοθεί σε μια ιδιαίτερη ψυχική στάση που θεωρείται επιλήψιμη και αποδοκιμάζεται από το δίκαιο.

Με τον όρο πταίσμα ή υπαιτιότητα, ως αναγκαία προϋπόθεση για τη θεμελίωση της ευθύνης, κατά το σύστημα του ΑΚ (άρθρο 330 αυτού), εννοείται ο ψυχικός δεσμός του προσώπου προς μια ενέργειά του ή προς το αποτέλεσμά της, ο οποίος (δεσμός) δικαιολογεί τη σε βάρος του μομφή από την έννομη τάξη με τη γένεση στο πρόσωπο του ευθύνης προς αποζημίωση.

Ο ψυχικός αυτός δεσμός του προσώπου προς μία ενέργειά του συνίσταται, είτε στο ότι επιδίωξε την ενέργεια αυτή (δόλος), είτε στο ότι δεν έλαβε τα επιβαλλόμενα μέτρα ώστε να την αποφύγει. Η προϋπόθεση της υπαιτιότητας πληρούται αν στο πρόσωπο του ζημιώσαντος υπάρχει οποιαδήποτε μορφή δόλου η αμέλειας (βαριά ή ελαφρά) (ΑΠ 435/2024, ΑΠ 642/2022, ΑΠ 831/2021, ΑΠ 290/2021).

Αμέλεια ως μορφή υπαιτιότητας, υπάρχει κατά το άρθρο 330 εδ. 2 ΑΚ, όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, αυτή δηλαδή που πρέπει να καταβάλλεται κατά τη συναλλακτική πίστη από το δράστη στον κύκλο της αρμοδιότητάς του είτε υπάρχει προς τούτο σαφώς νομικό καθήκον, είτε όχι, αρκεί να συμπεριφέρθηκε κατά τρόπο αντίθετο από εκείνον, που επιβάλλεται από τις περιστάσεις.

Όταν δε η ζημιογόνος συμπεριφορά συνίσταται σε υπαίτια παράλειψη, αμέλεια και εντεύθεν υποχρέωση αποζημίωσης, υπάρχει, όταν, εξαιτίας της παράλειψης του δράστη να καταβάλει την επιμέλεια που, αν κατέβαλε με μέτρο τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς εκπροσώπου του κύκλου της δραστηριότητάς του, θα ήταν δυνατή η αποτροπή του ζημιογόνου αποτελέσματος, αυτός (δράστης), είτε δεν προέβλεψε την επέλευση του εν λόγω αποτελέσματος, είτε προέβλεψε μεν το ενδεχόμενο επέλευσής του, ήλπιζε, όμως, ότι θα το αποφύγει (ΑΠ 196/2015).

Εξάλλου, αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της πράξης ή παράλειψης του δράστη και της περιουσιακής ζημίας ή της ηθικής βλάβης, υπάρχει όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου (που μπορεί να είναι και ο ίδιος ο ζημιωθείς στην περίπτωση που συντέλεσε και ο ίδιος στην πρόκληση ή την επαύξηση της ζημίας) ήταν, με βάση αντικειμενικά κριτήρια και κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή και μπορούσε να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων και την κοινή ανθρώπινη πείρα το επιζήμιο αποτέλεσμα, επέφερε, δε, πράγματι τούτο στην συγκεκριμένη περίπτωση (ΟλΑΠ 18/2004, ΑΠ 354/2022, ΑΠ 266/2021, ΑΠ 1182/2021, ΑΠ 1564/2021).

Το βάρος επίκλησης και απόδειξης των προϋποθέσεων της αδικοπραξίας φέρει ο ζημιωθείς. Αυτός πρέπει να αποδείξει όλα εκείνα τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία προκύπτουν το ζημιογόνο γεγονός, η παράνομη συμπεριφορά του ζημιώσαντος, η υπαιτιότητα, ο αιτιώδης σύνδεσμος συμπεριφοράς και ζημίας και η ζημία (ΑΠ 346/2018, ΑΠ 9/2015, ΑΠ 100/2015).

Περαιτέρω, η αθέτηση προϋφιστάμενης ενοχής δεν συνιστά αδικοπραξία, είναι όμως δυνατόν μια ζημιογόνος πράξη ή παράλειψη, με την οποία παραβιάζεται η σύμβαση, να θεμελιώνει συγχρόνως και ευθύνη από αδικοπραξία. Αυτό συμβαίνει όταν η ενέργεια αυτή και χωρίς την προϋπάρχουσα συμβατική σχέση θα ήταν παράνομη, ως αντίθετη προς το γενικό καθήκον, που επιβάλλει η διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, να μην προκαλεί κάποιος σε άλλον υπαιτίως ζημία (ΟλΑΠ 2/2019).

Εξάλλου, από τις διατάξεις του άρθρου 8 του Ν. 2251/1994, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 10 § 3 Ν. 3587/2007, προκύπτει ότι η ευθύνη του παρέχοντος υπηρεσίες, ο οποίος, κατά την έννοια των διατάξεων αυτών, μπορεί να είναι και τράπεζα έναντι του πελάτη της ή άλλου με αυτή συμβεβλημένου προσώπου, μπορεί να είναι είτε ενδοσυμβατική είτε αδικοπρακτική, ανεξάρτητα από προϋφιστάμενη ενοχική σχέση μεταξύ παρέχοντος τις υπηρεσίες και ζημιωθέντος (ΑΠ 63/2022, ΑΠ 1319/2022, ΑΠ 1028/2015).

Υπό την συνδρομή των προϋποθέσεων των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει, περαιτέρω, ότι με αυτές, θεμελιώνεται αστική ευθύνη σε αποζημίωση τόσο λόγω αδικοπραξίας όσο και λόγω παροχής τραπεζικών επενδυτικών υπηρεσιών, εφόσον ο αντισυμβαλλόμενος της Τράπεζας χαρακτηρίζεται ως καταναλωτής, σύμφωνα με την ρύθμιση του άρθρου 1 § 3 του Ν. 2251/1994.

Ο ανωτέρω νόμος έχει συμπεριλάβει ειδικές διατάξεις, που επιβάλλουν στον οποιονδήποτε "προμηθευτή" και στις τράπεζες την ορθή, αναγκαία και κατάλληλη πληροφόρηση του μέσου "καταναλωτή" - και του ιδιώτη επενδυτή - ώστε αυτός να λαμβάνει τεκμηριωμένα την σωστή απόφαση της πράγματι ηθελημένης συναλλαγής.

Η προβλεπόμενη στο νόμο κύρωση για την περίπτωση παράβασης της εν λόγω υποχρέωσης εκ μέρους του "προμηθευτή" συνίσταται κυρίως σε αποζημίωση του καταναλωτή. Όπως δε προαναφέρθηκε, πέρα από τη θεμελίωση των υποχρεώσεων συμβουλευτικής καθοδήγησης και ενημέρωσης στη γενική υποχρέωση πρόνοιας που απορρέει από την καλή πίστη, καθώς επίσης και στον, κοινοτικής προέλευσης, νόμο για την προστασία του καταναλωτή, το καθήκον παροχής συμβουλών στον καταναλωτή απαντάται και στο κοινοτικό δίκαιο των επενδυτικών υπηρεσιών και, ειδικότερα στο άρθρο 19 της οδηγίας 2004/39/ΕΚ για τις αγορές χρηματοπιστωτικών μέσων, όπου γίνεται δεκτό ότι για την παροχή εύλογων συμβουλών λαμβάνεται υπόψη η καλύτερη εξυπηρέτηση του συμφέροντος του πελάτη.

Η παραπάνω οδηγία ενσωματώθηκε στο ελληνικό δίκαιο με το Ν. 3606/2007, όπου εξειδικεύονται και διευκρινίζονται οι υποχρεώσεις που επιβάλλονται προς προστασία των επενδυτών (ΑΠ 16/2024, ΑΠ 149/2024, ΑΠ 314/2024, ΑΠ 484/2024, ΑΠ 524/2024, ΑΠ 974/2018). Με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με τις αιτιάσεις ότι το Εφετείο που την εξέδωσε προέβη σε εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία του άρθρου 25 του Ν. 3606/2007, η οποία είχε ως αποτέλεσμα την μη εφαρμογή της ΑΚ 914, των άρθρων 281, 288, 298 και 330 εδάφιο β' του ΑΚ, καθώς και του άρθρου 8 του Ν. 2251/1994.

Ειδικότερα, ο αναιρεσείων ισχυρίζεται η προσβαλλόμενη απόφαση ερεύνησε τις υποχρεώσεις της αναιρεσίβλητης τράπεζας για παροχή επενδυτικών συμβουλών μόνο στα πλαίσια εφαρμογής των σχετικών διατάξεων του Ν. 3606/2007 και απέρριψε την αγωγή του ως κατ' ουσία αβάσιμη, κρίνοντας εσφαλμένα ότι λόγω της κατάρτισης σύμβασης απλής εκτέλεσης - διαβίβασης εντολών και ανυπαρξίας σύμβασης παροχής επενδυτικών συμβουλών, η αναιρεσίβλητη δεν είχε την υποχρέωση να του παράσχει σαφή, πλήρη και αληθή πληροφόρηση κατά την αγορά των συγκεκριμένων ομολόγων, παραβιάζοντας ευθέως δια της μη εφαρμογής της, ενώ ήταν εφαρμοστέα, τη διάταξη του άρθρου 8 του Ν. 2251/1994, καθώς και τις διατάξεις των άρθρων 281 και 288 του ΑΚ, με τις οποίες επιβάλλεται από το γενικό καθήκον πρόνοιας, ασφάλειας και προστασίας των αγαθών των τρίτων στον οποιοδήποτε προμηθευτή αλλά και στις τράπεζες, η ορθή, αναγκαία και κατάλληλη πληροφόρηση, ώστε αυτός να είναι σε θέση να αντιληφθεί τη μορφή τοποθέτησης των κεφαλαίων του και να κατανοήσει τους κινδύνους της συγκεκριμένης επιλογής, οι δε υποχρεώσεις αυτές ανάγονται σε προσυμβατικό στάδιο και αφορούν τη συγκεκριμένη επενδυτική επιλογή ανεξάρτητα από την κατάρτιση ή μη σύμβασης παροχής επενδυτικών συμβουλών.

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο ενάγων διατηρούσε επί πολλά έτη συνεργασία με την εναγομένη, αποταμιεύοντας το μεγαλύτερο μέρος των καταθέσεών του σε προθεσμιακά προϊόντα αυτής. Στις αρχές του 2009, έχοντας συγκεντρώσει ένα σημαντικό χρηματικό ποσό, αποφάσισε να το επενδύσει σε Ομόλογα του Ελληνικού Δημοσίου και συγκεκριμένα, αγόρασε από την εναγομένη:

α) στις 8.4.2009, το υπ' αριθ. ... ομόλογο έκδοσης του Ελληνικού Δημοσίου, με ημερομηνία έκδοσης 28.1.2009, ημερομηνία λήξης 20.8.2014, επιτοκίου 5,5% και ονομαστικής αξίας ... ευρώ, για το οποίο κατέβαλε στην εναγομένη το ποσό των ... ευρώ και β) στις 2.2.2010, το υπ' αριθ. ... ομόλογο έκδοσης του Ελληνικού Δημοσίου, με ημερομηνία έκδοσης 2.2.2010, ημερομηνία λήξης 20.8.2015, επιτοκίου 6,1% και ονομαστικής αξίας ...

ευρώ, για το οποίο κατέβαλε στην εναγομένη το ποσό των ... ευρώ. Δύο χρόνια αργότερα, στο πλαίσιο επικείμενης χρεοκοπίας του Ελληνικού Κράτους, ψηφίστηκε ο προαναφερόμενος ν. 4050/2012 αναφορικά με τους κανόνες τροποποίησης των ομολόγων του Ελληνικού Δημοσίου, με συμφωνία των ομολογιούχων, δυνάμει του οποίου τα ομόλογα έκδοσης ή εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου, που διέπονται από το ελληνικό δίκαιο, αντικαταστάθηκαν με άλλα μικρότερης αξίας και μεγαλύτερης διάρκειας, τα δε ομόλογα που αντικαταστάθηκαν ακυρώθηκαν αυτοδίκαια.

Η αντικατάσταση αυτή έλαβε χώρα με τη διαδικασία, που ορίζεται στον ανωτέρω νόμο και στις εκδοθείσες προς τούτο υπουργικές αποφάσεις και περιγράφεται στη ως άνω νομική σκέψη. Κατόπιν αυτής της νομοθετικής παρέμβασης, στις 12.3.2012, όλα τα ομόλογα του Ελληνικού Δημοσίου, όπως και αυτά του ενάγοντος, αντικαταστάθηκαν υποχρεωτικά με άλλους τίτλους έκδοσης του ίδιου του Ελληνικού Δημοσίου και του ΕΤΧΣ, μειωμένης κατά 53,5% ονομαστικής αξίας σε σχέση με την αρχική ονομαστική τους αξία και στην περίπτωση του ενάγοντος με ομόλογα των παραπάνω κατηγοριών συνολικής ονομαστικής αξίας (...) ...

ευρώ. Στην ως άνω απόφαση αγοράς των ένδικων ομολόγων οδηγήθηκε ο ενάγων με δική του πρωτοβουλία και όχι κατόπιν παροχής επενδυτικών συμβουλών από την εναγομένη. Ειδικότερα, όπως ο ίδιος ο ενάγων αναφέρει στην αγωγή του, θορυβημένος από την κατάρρευση της Lehman Brothers και φοβούμενος για πιθανή απώλεια των αποταμιεύσεών του, λόγω της αστάθειας που επικρατούσε στο τραπεζικό σύστημα και τις τραπεζικές καταθέσεις, αναζητούσε ένα ασφαλές προϊόν, εκτός του τραπεζικού συστήματος, όπως ήταν τα ΟΕΔ.

Μάλιστα, τα τελευταία παρείχαν υψηλότερο επιτόκιο, από το αντίστοιχο των προθεσμιακών καταθέσεων και αφορολόγητο, σε περίπτωση που δεν προεξοφλούνταν ο τίτλος πριν από την ημερομηνία λήξης του. Επομένως, η αβεβαιότητα που επικρατούσε στο τραπεζικό σύστημα, σε συνδυασμό με το υψηλό επιτόκιο, αλλά και την ασφάλεια που παρείχαν τα ΟΕΔ, καθόσον μέχρι τότε αξιολογούνταν ως επενδύσεις με το συγκριτικά μικρότερο επενδυτικό κίνδυνο, ο δε βαθμός πιστοληπτικής ικανότητας του Ελληνικού Δημοσίου ήταν υψηλότερος αυτού των τραπεζών, συμπεριλαμβανομένης και της εναγόμενης, καθώς και το γεγονός ότι ο ενάγων αγόρασε το δεύτερο ομόλογο σε τιμή μικρότερη της ονομαστικής του αξίας, με αποτέλεσμα να έχει κέρδος και από αυτό, πλην του υψηλότερου - ακόμα και σε σχέση με το πρώτο ομόλογο - επιτοκίου, ήταν αυτά που τον έκαναν να τοποθετήσει το προαναφερόμενο χρηματικό ποσό σε ΟΕΔ.

Από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν αποδεικνύεται μετά βεβαιότητος ότι συνήφθη μεταξύ των διαδίκων σύμβαση παροχής επενδυτικών συμβουλών, αντίθετα αποδείχθηκε ότι ο ενάγων με δική του πρωτοβουλία και ωθούμενος από το φόβο του για το τραπεζικό σύστημα και τις τραπεζικές καταθέσεις αποφάσισε την αγορά των δυο ένδικων ομολόγων.

Στη κρίση αυτή συνηγορούν αφενός οι με ημερομηνίες 8.4.2009 και 2.2.2010 βεβαιώσεις που έχει υπογράψει ο ενάγων και επικαλείται η εναγομένη (προσκομίζονται και από τον ίδιο τον ενάγοντα στην οπίσθια όψη των δύο αποδεικτικών επένδυσης σε ομόλογο με ISIN: ... και ...), στις οποίες αναγράφεται ρητά "Κατά την παροχή των υπηρεσιών εκτέλεσης και λήψης-διαβίβασης εντολών σε μη σύνθετα επενδυτικά προϊόντα...", αφετέρου το προσκομιζόμενο από τον ενάγοντα ενημερωτικό φυλλάδιο της εναγομένης με ημερομηνία ... 2007 και τίτλο "ΩΡΑ ΓΙΑ ΕΘΝΙΚΗ ΚΑΙ ΣΤΙΣ ΕΠΕΝΔΥΣΕΙΣ", στο οποίο στην παρ. 6.7 που φέρει τον τίτλο "Επενδυτικές Συμβουλές και Διαχείριση Χαρτοφυλακίου" αναγράφεται ότι "Η τράπεζα παρέχει υπηρεσίες επενδυτικών συμβουλών και διαχείρισης χαρτοφυλακίου στους πελάτες της μόνο κατόπιν υπογραφής σχετικής σύμβασης...", ήτοι η παροχή υπηρεσιών επενδυτικών συμβουλών από την εναγομένη προϋποθέτει την κατάρτιση σχετικής έγγραφης σύμβασης.

Με βάση τα ανωτέρω και λαμβανομένης υπόψη της ανυπαρξίας σχετικής έγγραφης σύμβασης μεταξύ των διαδίκων, το Δικαστήριο καταλήγει στην κρίση ότι η εναγόμενη περιορίστηκε στην εκτέλεση της προκείμενης εντολής για την αγορά ΟΕΔ χωρίς να παράσχει επενδυτικές συμβουλές στον ενάγοντα, απορριπτομένου ως αβασίμου του ισχυρισμού του ότι στην αγορά αυτών προέβη κατόπιν ασαφούς, ελλιπούς και παραπλανητικής πληροφόρησης των υπαλλήλων της τράπεζας που τον προέτρεψαν να αγοράσει τα συγκεκριμένα ομόλογα.

Περαιτέρω, στο πλαίσιο κατάρτισης σύμβασης μόνο για εκτέλεση και λήψη - διαβίβαση εντολών του ενάγοντος, ο τελευταίος είχε λάβει γνώση των όρων των επενδυτικών προϊόντων και είχε παραλάβει αντίγραφο της σύμβασης με τίτλο "Σύμβαση για πράξεις επί χρεογράφων μέσω του Δικτύου της ΕΤΕ", όπως προκύπτει από τη σχετική βεβαίωσή του που έχει τεθεί στο τέλος της προσκομιζόμενης από την εναγομένη "Αίτησης χορήγησης κωδικού πελάτη επενδυτικών προϊόντων και δημιουργίας συνδυασμού συνδικαιούχων".

Επομένως, είναι σαφές ότι ο ενάγων είχε ενημερωθεί και γνώριζε τους κινδύνους της επένδυσης σε ομόλογα (οι βασικοί κίνδυνοι των ομολόγων, που είναι ο πιστωτικός κίνδυνος και ο κίνδυνος αγοράς, αναγράφονται και στο προαναφερόμενο ενημερωτικό φυλλάδιο της εναγομένης που προσκόμισε και επικαλέστηκε ο ενάγων και το οποίο προφανώς κατείχε κατά το χρόνο αγοράς των ομολόγων, ήταν ευρύτερα γνωστοί και ευκόλως κατανοητοί για κάθε απλό επενδυτή, είτε μέσω των ΜΜΕ, είτε μέσω μιας απλής αναζήτησης στο διαδίκτυο, αναγράφονταν δε και στην οπίσθια όψη των αποδεικτικών επένδυσης σε ομόλογο και ειδικότερα στην υπ' αριθ. 19 παράγραφο: "Οι επενδύσεις επί ομολογιακών τίτλων εκτίθενται στους συνήθεις επενδυτικούς κινδύνους, όπως επιτοκίων ...

πιστωτικούς ... συναλλαγματικούς ... ρευστότητας αγοράς ... νομικούς... οικονομικούς ..."). Με δεδομένη την ανυπαρξία σύμβασης παροχής επενδυτικών συμβουλών και εφόσον η εντολή αφορούσε μόνο στην αγορά των ομολόγων που αποφάσισε ο ενάγων με δική του πρωτοβουλία, αποβλέποντας πρωτίστως με βάση τα διδάγματα της κοινής πείρας στο ελκυστικό επιτόκιο που προσέφεραν, υψηλότερο από αυτό οποιασδήποτε προθεσμιακής κατάθεσης, η εναγομένη δεν ήταν υποχρεωμένη να προβεί σε έλεγχο καταλληλότητας των πωλούμενων τίτλων για τον συγκεκριμένο επενδυτή, υποχρέωση που βαρύνει την τράπεζα μόνο κατά την παροχή επενδυτικών συμβουλών και τη διαχείριση χαρτοφυλακίου (άρθρο 25 παρ. 4 του ν. 3606/2007).

Αντίθετα, αν η τράπεζα απλώς και μόνον παρέχει την υπηρεσία της εκτέλεσης εντολών πελατών, όπως στην προκειμένη περίπτωση, πρέπει μόνο να προχωρήσει στον προβλεπόμενο έλεγχο συμβατότητας και να ειδοποιήσει σχετικώς τον πελάτη. Στην προκειμένη περίπτωση, οι προστηθέντες υπάλληλοι της εναγομένης ενεργώντας στα πλαίσια λήψης και διαβίβασης εντολής δεν προέβησαν σε ολοκληρωμένο και τυπικό έλεγχο συμβατότητας του ενάγοντος, δεδομένου ότι η επενδυτική υπηρεσία την οποία παρείχαν σ' αυτόν, αφορούσε σε μη σύνθετα χρηματοπιστωτικά μέσα, η δε υπηρεσία αυτή παρασχέθηκε κατόπιν πρωτοβουλίας του ενάγοντος (άρθρο 25 παρ. 6 α και β' του ν. 3606/2007).

Στην περίπτωση αυτή και σύμφωνα με την παρ. γ του ως άνω άρθρου η εναγομένη οφείλει να ενημερώσει σαφώς τον πελάτη ότι, κατά την παροχή της εν λόγω υπηρεσίας, δεν υποχρεούται να αξιολογήσει τη συμβατότητα του χρηματοπιστωτικού μέσου που προσφέρεται ή της υπηρεσίας που παρέχεται και ότι ο πελάτης δεν καλύπτεται από την αντίστοιχη προστασία των σχετικών κανόνων επαγγελματικής συμπεριφοράς.

Όπως αποδεικνύεται δε από τα προαναφερόμενα δύο έγγραφα, που φέρουν ημερομηνίες 8.4.2009 και 2.2.2010 και είναι υπογεγραμμένα από τον ενάγοντα, ο τελευταίος είχε ενημερωθεί ότι η εναγομένη δεν υποχρεούται να προβεί σε έλεγχο συμβατότητας. Μετά δε την εκτέλεση της εντολής αγοράς των ομολόγων, η εναγομένη δεν είχε υποχρέωση ενημέρωσης ως προς την πορεία ή την καταλληλότητα των ομολόγων αυτών.

Αλλά και για τη βαθμιαία μείωση της πιστοληπτικής ικανότητας του ελληνικού δημοσίου που επήλθε κατά το επόμενο διάστημα μετά την αγορά των ΟΕΔ, η εναγόμενη δεν είχε υποχρέωση από την ως άνω σύμβαση λήψης και εκτέλεσης εντολών να ενημερώσει σχετικά τον ενάγοντα, ώστε ο τελευταίος να προβεί ως ισχυρίζεται σε ενδεχόμενη ρευστοποίηση των ομολόγων.

Συγκεκριμένα, κατά τη δεδομένη χρονική στιγμή της αγοράς των ομολόγων, η πιστοληπτική ικανότητα των ΟΕΔ ήταν επαρκής και το επίπεδο κινδύνου χαμηλό. Ακόμη, όμως, και αν ήθελε θεωρηθεί ότι η εναγομένη είχε στη βάση της αρχής της καλής πίστης, κατ' άρθρο 288 ΑΚ, ως παρεπόμενη υποχρέωση, από τη σύμβαση που κατήρτισε με τον ενάγοντα, να τον διαφωτίσει ως επενδυτή, όταν αυτός κατ' ευδιάκριτο τρόπο δεν διακρίνει κινδύνους της σκοπούμενης από αυτόν συναλλαγής, η υποχρέωση αυτή εξαντλείται κατά το χρόνο εκπλήρωσης της παροχής της, η οποία ολοκληρώνεται στην προκειμένη περίπτωση με τη λήψη και εκτέλεση της εντολής και δεν εκτείνεται σε χρόνο μετά από αυτήν, όπως θα ίσχυε σε περίπτωση παροχής επενδυτικών συμβουλών, που στην προκειμένη περίπτωση έχει αποκλειστεί.

Περαιτέρω, και στην περίπτωση που ήθελε να συναχθούν παρεπόμενες υποχρεώσεις της εναγόμενης και μετά τη λήξη της ενοχής, βάσει της διάταξης του άρθρου 288 ΑΚ, αυτές δεν μπορούν να υπερβαίνουν το γνωστικό πεδίο της εναγομένης, δεν μπορεί δηλαδή να αξιωθεί από αυτήν να ενημερώνει τον επενδυτή για γεγονότα, για τα οποία ούτε η ίδια ήταν σε θέση να γνωρίζει κατά τη σύναψη της σύμβασης.

Ειδικότερα, στην προκειμένη περίπτωση δεν υπήρχε από την εναγόμενη υποχρέωση ειδικής ενημέρωσης του ενάγοντα για τον τυχόν αυξημένο κίνδυνο των τίτλων, καθόσον κατά τη χρονική στιγμή που διενεργήθηκε η τελευταία αγορά, δηλαδή προ της επίτασης της κρίσης του ημεδαπού δημόσιου χρέους (που σήμανε ραγδαία πτώση των τιμών διαπραγμάτευσης των εν λόγω τίτλων στη δευτερογενή αγορά), κανένα πιστωτικό ίδρυμα ή διεθνής οίκος πιστοληπτικής αξιολόγησης δε θα μπορούσε να προβλέψει την μετά από δύο έτη εφαρμογή των παραπάνω εξαιρετικών νομοθετικών διατάξεων του ν. 4050/2012 που εισήγαγαν αναδρομικά ρήτρες συλλογικής δράσης.

Η χαμηλή πιστοληπτική αξιολόγηση ενός ομολογιακού δανείου δεν οδηγεί αυτομάτως και σε εφαρμογή αντίστοιχων νομοθετικών μέτρων, ιδίως όταν πρόκειται για κρατικά ομόλογα, δεδομένου ότι, διαχρονικά, οι επενδύσεις σε κρατικούς ομολογιακούς τίτλους, μολονότι δεν είναι απαλλαγμένες κινδύνου περιουσιακής απώλειας, δεν παύουν να αξιολογούνται καταρχήν ως επενδύσεις με το συγκριτικά μικρότερο επενδυτικό κίνδυνο (βλ.

σχετ. ΟλΣτΕ 1116/2014 Τ.Ν.Π. ΝΟΜΟΣ). Άλλωστε, ακόμη και αν ήθελε υποτεθεί ότι το έτος 2011 η εναγόμενη όφειλε να συστήσει την πώληση των ομολόγων, διότι ο πιστωτικός κίνδυνος ήταν πλέον ευδιάκριτος και παρέλειψε να τον ενημερώσει, η παράλειψή της αυτή ουδόλως συνδέεται αιτιωδώς με τη ζημία, που υπέστη ο ενάγων, αφού τα δυσμενή οικονομικά στοιχεία της χώρας ήταν, πλέον, γνωστά σε όλους από την εκτεταμένη πληροφόρηση, που παρείχαν τα ΜΜΕ, επομένως τα γνώριζε και ο ενάγων, ο οποίος, λαμβανομένου υπόψη του μορφωτικού του επιπέδου (μηχανολόγος μηχανικός) και της πολυετούς συνεργασίας του με την εναγομένη, δεν προέκυψε ότι δεν είχε εμπειρία περί τα οικονομικά και τις χρηματοοικονομικές συναλλαγές.

Συνεπώς, απορριπτέος ως αβάσιμος κρίνεται ο ισχυρισμός του ενάγοντος, που καταλογίζει στην εναγόμενη ότι μετά την κτήση των τίτλων δεν ενημερώθηκε από τους εκπροσώπους της για τον κίνδυνο που διέτρεχε η επένδυσή του από τις διακυμάνσεις της πιστοληπτικής ικανότητας του εκδότη του ομολόγου, ώστε να μπορέσει να αποφασίσει σε τι ενέργειες θα προβεί για την προστασία της επένδυσής του, διότι είναι προφανές ότι οι παραπάνω, εξαιρετικής φύσεως, νομοθετικές διατάξεις του ν. 4050/2012 δεν μπορούσαν να προβλεφθούν από οποιονδήποτε ιδιώτη που συμμετείχε στην αναδιάταξη του ελληνικού χρέους, ούτε από τις τράπεζες, ώστε να μπορεί να γίνει λόγος για υποχρέωση αντίστοιχης ενημέρωσης στο πλαίσιο της ΑΚ 288.

Στο σημείο αυτό θα πρέπει να επισημανθεί ότι η επιδίωξη, με τις διατάξεις του άρθρου 1 του ν. 4050/2012 μιας επαναδιαπραγμάτευσης του οφειλόμενου στον ιδιωτικό τομέα χρέους, δεν αντιβαίνει στα άρθρα 5 και 25 παρ. 1 του Συντάγματος και στις αρχές της ΕΣΔΑ (βλ. ΟλΣτΕ 1116/2014 και 1117/2014 Τ.Ν.Π. ΝΟΜΟΣ). Κατόπιν τούτων, ελλείψει συμβατικής ή αδικοπρακτικής ευθύνης της εναγόμενης, η απόκτηση και αντικατάσταση των ένδικων δύο τίτλων με νέους τίτλους, συνολικά μικρότερης κατά 53,5% ονομαστικής αξίας, η οποία επέφερε μείωση της περιουσίας του ενάγοντος, ανάγεται αποκλειστικά στη δική του σφαίρα ευθύνης και δεν αποτελεί ζημία προκληθείσα από πράξη ή παράλειψη τρίτου, ώστε να δικαιούται αυτός να ζητήσει την αποκατάστασή της.

Σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, πρέπει η υπό κρίση αγωγή, κατά το μέρος που κρίθηκε νόμιμη, να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη, καθόλες τις νομικές βάσεις των οποίων γίνεται επίκληση, απορριπτομένων αντίστοιχα των 2ου και 3°υ λόγων της έφεσης". Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, δεν παραβίασε ευθέως τις παραπάνω διατάξεις των άρθρων 281, 288, 299, 330 εδάφιο β' του ΑΚ καθώς και του άρθρου 8 του Ν. 2251/1994, δια της μη εφαρμογής τους καθώς και αυτές του άρθρου 25 του Ν. 3606/2007, η εσφαλμένη εφαρμογή των οποίων είχε σαν αποτέλεσμα την μη εφαρμογή της ΑΚ 914, όπως ισχυρίζεται ο αναιρεσείων, αναφορικά με την εκδήλωση παράνομης συμπεριφοράς της αναιρεσίβλητης κατά την παροχή προς τον ενάγοντα επενδυτικών υπηρεσιών, συνιστάμενη, κατά τον ενάγοντα - αναιρεσείοντα, στην εκ μέρους της παράλειψη της κατάλληλης πληροφόρησης του ίδιου ως προς τους κινδύνους της ένδικης επένδυσης (αγορά ομολόγων του Ελληνικού Δημοσίου) αλλά και της παράλειψής της να προβεί σε έλεγχο καταλληλότητας των πωλούμενων τίτλων, βάσει του άρθρου 25 § 4 του Ν. 3606/2007 και σε κάθε περίπτωση σε έλεγχο συμβατότητας, βάσει του άρθρου 25 § 6α και β του Ν. 3606/2007, υποχρεώσεις οι οποίες επιβάλλονται από το γενικό καθήκον πρόνοιας, ασφάλειας και προστασίας των αγαθών των τρίτων στον οποιοδήποτε προμηθευτή, όπως είναι και οι τράπεζες, ώστε να είναι σε θέση ο επενδυτής να αντιληφθεί τη μορφή τοποθέτησης των κεφαλαίων του και να κατανοήσει τους κινδύνους της συγκεκριμένης επιλογής, καθόσον οι προαναφερόμενες ουσιαστικές παραδοχές του, δεν πληρούσαν το πραγματικό των διατάξεων αυτών και δεν δικαιολογούσαν την εφαρμογή τους.

Ειδικότερα, το Εφετείο στήριξε το αποδεικτικό του πόρισμα για τη μη ευθύνη της αναιρεσίβλητης προς καταβολή αποζημίωσης για την αποκατάσταση της θετικής ζημίας και χρηματικής ικανοποίησης για την ηθική βλάβη του ενάγοντος, από αδικοπραξία, τελεσθείσα στα πλαίσια παροχής της ένδικης επενδυτικής υπηρεσίας της αγοράς ομολόγων του Ελληνικού Δημοσίου, από την αναιρεσίβλητη στον αναιρεσείοντα, στις παραδοχές ότι:

α) Η μεταξύ του αναιρεσείοντος και της αναιρεσίβλητης τράπεζας καταρτισθείσα σύμβαση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών, δεν ήταν σύμβαση παροχής επενδυτικών συμβουλών, η οποία μόνον εγγράφως μπορούσε να καταρτισθεί, γεγονός που δεν συνέτρεξε εν προκειμένω, αλλά αφορούσε αποκλειστικά και μόνο την κύρια επενδυτική υπηρεσία, της λήψης - διαβίβασης και εκτέλεσης εντολών των αναιρεσείοντος σε μη σύνθετα επενδυτικά προϊόντα, και συγκεκριμένα στην αγορά ομολόγων του Ελληνικού Δημοσίου, β) στα πλαίσια της μεταξύ των διαδίκων καταρτισθείσας σύμβασης μόνο για λήψη - διαβίβαση και εκτέλεση εντολών του αναιρεσείοντος, ο τελευταίος, σύμφωνα με σχετική βεβαίωση που προσκομίσθηκε στο Δικαστήριο, είχε λάβει γνώση των όρων των επενδυτικών προϊόντων, αφού είχε παραλάβει αντίγραφο της σύμβασης με τίτλο "Σύμβαση για πράξεις επί χρεογράφων μέσω του Δικτύου της ΕΤΕ", είχε ενημερωθεί και γνώριζε τους κινδύνους της επένδυσης σε ομόλογα, καθόσον οι βασικοί κίνδυνοι των ομολόγων, που είναι ο πιστωτικός κίνδυνος και ο κίνδυνος αγοράς, αναγράφονταν στο ενημερωτικό φυλλάδιο, το οποίο κατείχε ο αναιρεσείων και επιπρόσθετα αυτοί ήταν ευρύτεροι γνωστοί και ευκόλως κατανοητοί για κάθε απλό επενδυτή, αναγράφονταν δε και στην οπίσθια όψη των αποδεικτικών επένδυσης σε ομόλογο, γ) Τα εν λόγω ομόλογα δεν ήταν πολύπλοκα ή σύνθετα χρηματοπιστωτικά μέσα και συνεπώς δεν απαιτείτο για την απόκτησή τους ή τη μετέπειτα διαχείρισή τους ιδιαίτερη γνώση και ενασχόληση με οικονομικά μεγέθη, για την επένδυση δε σε αυτά αρκούσε απλή ενημέρωση του πελάτη με τυποποιημένο γενικό τρόπο, όπως και πράγματι έγινε, δ) η αναιρεσίβλητη τράπεζα, ενεργώντας στα πλαίσια λήψης και διαβίβασης εντολής, κατόπιν πρωτοβουλίας του αναιρεσείοντος και επειδή η παραπάνω επενδυτική υπηρεσία αφορούσε σε μη σύνθετα χρηματοπιστωτικά μέσα δεν ήταν υποχρεωμένη να προβεί σε αξιολόγηση της γνώσης και εμπειρίας του πελάτη και σε σχηματισμό κρίσης σχετικά με την καταλληλότητα του χρηματοπιστωτικού μέσου (έλεγχο συμβατότητας), δεδομένου ότι συνέτρεχαν σωρευτικά οι προϋποθέσεις της παρ. 6 του άρθρου 25 Ν. 3606/2007, ε) ο αναιρεσείων είχε ενημερωθεί από την αναιρεσίβλητη, κατ' εφαρμογή του άρθρου 25 § 6γ του Ν. 3606/2007, με σχετικά έγγραφα που είχε υπογράψει ο ίδιος ότι αυτή κατά την παροχή της ως άνω επενδυτικής υπηρεσίας δεν υποχρεούται να αξιολογήσει την συμβατότητα του χρηματοπιστωτικού μέσου, στ) η αναιρεσίβλητη από την ως άνω σύμβαση λήψης και εκτέλεσης εντολών δεν είχε υποχρέωση να ενημερώνει τον αναιρεσείοντα για την βαθμιαία μείωση της πιστοληπτικής ικανότητας του Ελληνικού Δημοσίου που επήλθε κατά το επόμενο διάστημα μετά την αγορά των επίδικων ομολόγων, έτσι ώστε αυτός να προβεί στην ρευστοποίησή τους, δεν υπείχε δε ούτε παρεπόμενη υποχρέωση από τη μεταξύ τους σύμβαση, με βάση τις αρχές της καλής πίστης και των χρηστών ηθών, καθώς αφενός μεν η υποχρέωσή της εξαντλείται κατά το χρόνο εκπλήρωσης της παροχής, η οποία ολοκληρώθηκε με την λήψη και εκτέλεση της εντολής και δεν εκτείνεται σε χρόνο μετά από αυτήν, αφετέρου δε, και στην περίπτωση που ήθελε συναχθούν παρεπόμενες υποχρεώσεις της αναιρεσίβλητης μετά τη λήξη της ενοχής, με βάση τη διάταξη του άρθρου 288 ΑΚ, η αναιρεσίβλητη δεν θα μπορούσε να προβλέψει τη μεταγενέστερη δυσμενή κατάληξη των επενδύσεων των ομολογιούχων με την ψήφιση του Ν. 4050/2012, γεγονός το οποίο ούτε η ίδια ήταν σε θέση να γνωρίζει κατά τη σύναψη της σύμβασης ούτε βέβαια να προβλέψει την μετά από δύο έτη εφαρμογή των διατάξεων του παραπάνω νόμου και ζ) η επικαλούμενη από τον αναιρεσείοντα ζημία του, από την αντικατάσταση των ομολόγων του, δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα της αναιρεσίβλητης, αλλά είναι αποτέλεσμα της νομοθετικής παρέμβασης με τις προαναφερθείσες αναγκαστικού δικαίου διατάξεις του Ν. 4050/2012 και της επακολουθήσασας διαδικασίας απομείωσης της αξίας τους, που ήταν δεσμευτική ακόμα και για τον μη συμμετέχοντα σ' αυτήν επενδυτή - αναιρεσείοντα και επομένως, το αποτέλεσμα αυτό θα επερχόταν, ανεξάρτητα από την ενημέρωσή του ή όχι από την εναγομένη.

Από τη διατύπωση των ως άνω παραδοχών, αλλά και το συνολικό περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης κατ'ορθή ερμηνεία των ως άνω διατάξεων ουσιαστικού δικαίου, κρίθηκε από το Εφετείο ότι δεν συνέτρεξαν στην προκειμένη περίπτωση οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους και συγκεκριμένα ότι δεν υπήρξε παράνομη συμπεριφορά της αναιρεσίβλητης τράπεζας, (δια των προστηθέντων υπαλλήλων της), συνιστάμενη στην παράλειψη ενημέρωσης και διαφώτισης του ήδη αναιρεσείοντος, ως προς τους επενδυτικούς κινδύνους, τους οποίους αυτός ανέλαβε, συνάπτοντας, κατά τα έτη 2009 και 2010, τις ένδικες επενδυτικές συμβάσεις, τόσο κατά το προσυμβατικό στάδιο, όσο και μεταγενέστερα, πριν την αντικατάσταση των ομολόγων στα πλαίσια του PSI, καθόσον σύμφωνα με τα ανελέγκτως δεκτά γενόμενα περιστατικά παρασχέθηκε σε αυτόν από την αναιρεσίβλητη, απλή ενημέρωση για τη φύση και τους κινδύνους, μεταξύ των οποίων και οι πιστωτικοί, που ενέχουν τα ομόλογα και επιπλέον χορηγήθηκε σε αυτόν από την αναιρεσίβλητη και ενημερωτικό φυλλάδιο για την παροχή επενδυτικών υπηρεσιών, αναφέρονταν δε αυτοί και στην οπίσθια όψη των αποδεικτικών επένδυσης σε ομόλογο, ενώ υποχρέωση της αναιρεσίβλητης για ενημέρωση του αναιρεσείοντος, όσον αφορά την πορεία των ομολόγων του ελληνικού δημοσίου μετά την αγορά τους, έτσι ώστε να προβεί στην ρευστοποίησή τους ώστε να περιορίσει τη ζημία του από το "κούρεμα" τον επίδικων ομολόγων, η αναιρεσίβλητη δεν είχε ούτε με βάση τη σύμβαση, ούτε με βάση τις αρχές της καλής πίστης και των χρηστών ηθών, ενόψει και του ότι όπως έγινε αναιρετικά ανέλεγκτο δεκτό με την προσβαλλόμενη απόφαση, η αναιρεσίβλητη δεν μπορούσε να προβλέψει τη δυσμενή κατάληξη των επενδύσεων των ομολογιούχων με την ψήφιση του Ν. 4050/2012, τρία χρόνια αργότερα.

Περαιτέρω, εφόσον κατά τις ως άνω ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλόμενης, η ένδικη επενδυτική υπηρεσία (αγορά ομολόγων του Ελληνικού Δημοσίου) παρασχέθηκε από την αναιρεσίβλητη προς τον αναιρεσείοντα, στα πλαίσια απλής εκτέλεσης εντολής και μόνον και όχι σύμβασης παροχής επενδυτικών συμβουλών ή διαχείρισης χαρτοφυλακίου, η τελευταία δεν ήταν υποχρεωμένη, να διενεργήσει έλεγχο καταλληλότητας του ενάγοντος για την υπηρεσία αυτή, σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 4 άρθρου 25 του Ν. 3606/2007, όπως αβάσιμα ο ίδιος ισχυρίζεται, αφού ο εν λόγω έλεγχος, κατά τις τελευταίες διατάξεις, επιβάλλεται μόνο επί σύμβασης παροχής επενδυτικών συμβουλών ή διαχείρισης χαρτοφυλακίου.

Επίσης, η αναιρεσίβλητη νομίμως δεν προχώρησε στον προβλεπόμενο στην παράγραφο 5 του ίδιου ως άνω άρθρου 25 του Ν. 3606/2007, έλεγχο συμβατότητας του προϊόντος (κρατικού ομολόγου), με το πρόσωπο του ενάγοντος, γιατί υφίστατο νόμιμος λόγος απαλλαγής της από την υποχρέωση αυτή. Και τούτο διότι, σύμφωνα με τις προπαρατιθέμενες παραδοχές του Εφετείου:

α) Η παροχή της ένδικης επενδυτικής υπηρεσίας, αφορούσε την αγορά των συγκεκριμένων κρατικών ομολόγων και όχι σύνθετων ή πολύπλοκων χρηματοπιστωτικών μέσων, β) Η υπηρεσία αυτή παρασχέθηκε κατόπιν πρωτοβουλίας του επενδυτή - ενάγοντος και όχι κατόπιν παρότρυνσης ή προτροπής της εναγομένης και γ) η αναιρεσίβλητη - τράπεζα, ενημέρωσε εγγράφως τον ενάγοντα - επενδυτή - αναιρεσείοντα ότι δεν υποχρεούται σε έλεγχο συμβατότητας αυτών στην περίπτωση απλών χρηματοπιστωτικών μέσων, όπως τα εν λόγω ομόλογα, με συνέπεια να μην ενεργοποιείται η προβλεπομένη από τη διάταξη του άρθρου 25 § 5 Ν. 3606/2007, υποχρέωση διεξαγωγής ελέγχου συμβατότητας και η αναιρεσίβλητη να απαλλάσσεται κατά την παρ. 6 του ίδιου ως άνω άρθρου από την υποχρέωση διεξαγωγής του προαναφερομένου ελέγχου συμβατότητας του αναιρεσείοντος, αναφορικά με τη συγκεκριμένη επένδυση, σε ομόλογα ελληνικού Δημοσίου.

Εξάλλου, το Εφετείο διέλαβε επί πλέον στις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασής του ότι αα) η ένδικη ζημία του αναιρεσείοντος από την απομείωση της απόδοσης των επενδύσεών του, δεν συνδέεται αιτιωδώς με την επικαλούμενη από αυτόν παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά των αρμοδίων οργάνων της αναιρεσίβλητης τράπεζας, από την παράλειψη ενημέρωσής του, ως προς τους επενδυτικούς κινδύνους, τους οποίους αυτός ανέλαβε, συνάπτοντας, κατά τα έτη 2009 και 2010 τις ένδικες επενδυτικές συμβάσεις, με την επισήμανση ότι η απομείωση αυτή, ήταν αποκλειστικά αποτέλεσμα της εφαρμογής των διατάξεων του νόμου 4050/2012 και των βάσει αυτών κυβερνητικών πράξεων περί ανταλλαγής των συγκεκριμένων ομολογιακών τίτλων, διαδικασία που ήταν δεσμευτική ακόμη και για τους μη συμμετέχοντες σ' αυτή ομολογιούχους και το αποτέλεσμα αυτό θα επερχόταν ανεξάρτητα από την ενημέρωσή του ή μη από την αναιρεσίβλητη.

ββ) ότι πράγματι, η συμπεριφορά της αναιρεσίβλητης δεν ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή ούτε μπορούσε, αντικειμενικά και κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει το συγκεκριμένο επιζήμιο αποτέλεσμα, χωρίς τη μεσολάβηση κατά το Μάρτιο του έτους 2012 της αναφερόμενης νομοθετικής παρέμβασης της Ελληνικού Δημοσίου, καθόσον τα τελευταία αποτελούν περιστατικά κείμενα εκτός της συνηθισμένης και κανονικής πορείας των πραγμάτων, ως γεγονότα εντελώς έκτακτα, εξαιρετικά και ως εκ τούτου μη δυνάμενα να προβλεφθούν κατά τον ως άνω κρίσιμο χρόνο της σύναψης των ένδικων επενδυτικών συμβάσεων, από το μέσο λογικό, ευσυνείδητο και επιμελή άνθρωπο.

Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει ο αναιρεσείων με τον δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση, ευθεία παραβίαση των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων του άρθρου 25 του Ν. 3606/2007, με αποτέλεσμα να μη εφαρμοστούν οι διατάξεις των άρθρων 281, 288, 330 εδάφιο β', 914 ΑΚ, οι οποίες όμως δεν ήταν εφαρμοστέες στην προκειμένη περίπτωση, όσον αφορά τη συνδρομή του στοιχείου του παρανόμου των πράξεων και παραλείψεων των προστηθέντων της αναιρεσίβλητης τράπεζας, κατά την παροχή προς τον ενάγοντα της άνω επενδυτικής υπηρεσίας, από τη μη ενημέρωσή του ως προς τα στοιχεία των ομολόγων και τους κινδύνους αυτών και τη μη τήρηση των αρχών της καταλληλότητας και συμβατότητας, αλλά και του στοιχείου του αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς αυτής και της ζημίας, ως στοιχεία θεμελιωτικά της αδικοπρακτικής συμπεριφοράς της αναιρεσίβλητης, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.

Επίσης, ουδόλως η προσβαλλόμενη απόφαση παραβίασε το άρθρο 8 του Ν. 2251/1994, διότι, όπως σαφώς προκύπτει από τις προπαρατιθέμενες παραδοχές της, στην απόρριψη της αγωγής του αναιρεσείοντος, κατέληξε το δικαστήριο της ουσίας, δεχόμενο τους ισχυρισμούς της αναιρεσίβλητης, περί ανυπαρξίας παράνομης και υπαίτιας πράξης της και έλλειψης συνδρομής αιτιώδους συνδέσμου, μεταξύ της τελευταίας και της ζημίας, αφού έκρινε επαρκείς τις αποδείξεις που προσκόμισε η αναιρεσίβλητη προς ανατροπή της τεκμαιρόμενης σχετικής ευθύνης της, σύμφωνα και με τα εκτιθέμενα στην υπό στοιχεία

ΙΙΒ νομική σκέψη της παρούσας (ΑΠ 314/2024, ΑΠ 484/2024, ΑΠ 1160/2024).

ΙV. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 § 3 εδ.

α` του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (ΟλΑΠ 2/2022, ΟλΑΠ 1/2020, ΟλΑΠ 1/1999, ΑΠ 2/2022, ΑΠ 1319/2022, ΑΠ 367/2020).

Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006, ΑΠ 1319/2022, ΑΠ 367/2020).

Για να είναι, συνεπώς, ορισμένος ο από τον αριθμό 19 του άνω άρθρου λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, πρέπει να μνημονεύονται στο αναιρετήριο, ο κανόνας δικαίου που φέρεται ότι παραβιάστηκε, προκειμένου να ελεγχθεί αν υπάρχει, σχετικά με την εφαρμογή του, έλλειψη αιτιολογιών ή αντίφαση ή, κυρίως, ανεπάρκεια αυτών, καθώς επίσης:

α) οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης ή μνεία ότι αυτή δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, β) ο ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση) και τα περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή η αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό και γ) εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, δηλαδή, αν πρόκειται για παντελή έλλειψη αιτιολογίας, μνεία μόνο τούτου, αν πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολογία, ποια επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται ή ως προς τι υπάρχει έλλειψη νομικού χαρακτηρισμού και, αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες, ποιες είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από πού προκύπτει και τούτα σε σχέση με τον νόμιμο ισχυρισμό που παραδεκτά προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας (ΟλΑΠ 16/2006, ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 81/2020, ΑΠ 23/2020, ΑΠ 1184/2015).

Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η διάταξη αυτή, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων, και ιδίως στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ' αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 § 1 του ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτόν γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος, καθόσον ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.

Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 1319/2022, ΑΠ 367/2020, ΑΠ 548/2020). Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, συνεπώς, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε, στο πλαίσιο της υπόψη διάταξης του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια (ΑΠ 367/2020) ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς (ΑΠ 367/2020 ΑΠ 1420/2013, ΑΠ 1703/2009, ΑΠ 1202/2008, ΑΠ 520/1995), οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος (ΑΠ 548/2020, ΑΠ 367/2020).

Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 § 1 KΠολΔ, προκύπτει, ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 KΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει κάποια από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΟλΑΠ 1/1995, ΑΠ 23/2020, ΑΠ 1228/2019), ενώ οι λόγοι αναίρεσης απορρίπτονται ως αβάσιμοι, με την αιτιολογία ότι στηρίζονται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, όταν υποστηρίζεται με αυτούς ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ή δεν δέχθηκε ορισμένα πραγματικά περιστατικά, ενώ από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει το αντίθετο (ΑΠ 1319/2022, ΑΠ 1406/2021).

Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ και συγκεκριμένα ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται νόμιμης βάσης επειδή περιέχει αντιφατικές αιτιολογίες σχετικά με το ουσιώδες και κρίσιμο για την έκβαση της δίκης ζήτημα του χαρακτήρα της σύμβασης που καταρτίσθηκε μεταξύ των διαδίκων (αν πρόκειται δηλαδή για σύμβαση εκτέλεσης εντολών, κατ' άρθρο 713 ΑΚ ή αγοραπωλησία), με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής των διατάξεων του άρθρου 25 του Ν. 3606/2007, τις οποίες παραβίασε εκ πλαγίου, καθόσον αυτές δεν εφαρμόζονται όταν έχει καταρτισθεί σύμβαση αγοραπωλησίας.

Συγκεκριμένα, κατά τις αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, το Εφετείο, ενώ δέχεται ότι ο ίδιος "Στις αρχές του 2009, έχοντας συγκεντρώσει ένα σημαντικό χρηματικό ποσό, αποφάσισε να το επενδύσει σε Ομόλογα του Ελληνικού Δημοσίου και συγκεκριμένα, αγόρασε από την εναγομένη: α) στις 8-4-2009 το υπ' αριθ. ... ομόλογο έκδοσης του Ελληνικού Δημοσίου, με ημερομηνία έκδοσης 28-1-2009, ημερομηνία λήξης 20-8-2014, επιτοκίου 5,5% και ονομαστικής αξίας ...

ευρώ για το οποίο κατέβαλε στην εναγομένη το ποσό των ... ευρώ και β) στις 2-2-2010, το υπ' αριθ. ... ομόλογο έκδοσης του Ελληνικού Δημοσίου, με ημερομηνία έκδοσης 2-2-2010, ημερομηνία λήξης 20-8-2015, επιτοκίου 6,1% και ονομαστικής αξίας ... ευρώ, για το οποίο κατέβαλε στην εναγομένη το ποσό των ... ευρώ" (συναλλαγές που έχουν τον χαρακτήρα της αγοράς και πώλησης ΟΕΔ), ακολούθως, εντελώς αντιφατικά, δέχεται ότι μεταξύ του ιδίου και της εναγομένης καταρτίστηκε σύμβαση λήψης και διαβίβασης εντολής και ότι "λόγω της ανυπαρξίας σύμβασης παροχής επενδυτικών συμβουλών και εφόσον η εντολή αφορούσε μόνο την αγορά ομολόγων, που αποφάσισε ο ενάγων με δική του πρωτοβουλία...η εναγομένη δεν ήταν υποχρεωμένη να προβεί σε έλεγχο καταλληλότητας των πωλούμενων τίτλων.... (άρθρο 25 παρ. 4 ν. 3606/2007) και ότι οι προστηθέντες υπάλληλοι της εναγομένης, ενεργώντας στα πλαίσια λήψης και διαβίβασης εντολής, δεν προέβησαν σε ολοκληρωμένο και τυπικό έλεγχο συμβατότητας του ενάγοντος (άρθρο 25 παρ. 6α και β ν. 3606/2007)".

Η παραπάνω αιτίαση περί αντιφατικότητας μεταξύ των συγκεκριμένων ως άνω αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης πρέπει να απορριφθεί ως παντελώς αβάσιμη και τούτο διότι στην προκειμένη περίπτωση με βάση τις ως άνω παραδοχές το Εφετείο δέχθηκε ότι η επενδυτική υπηρεσία της αγοράς των ομολόγων παρασχέθηκε εκ μέρους της αναιρεσίβλητης τράπεζας, στα πλαίσια απλής εκτέλεσης εντολής και όχι στα πλαίσια (έγγραφης ή προφορικής) σύμβασης παροχής επενδυτικών συμβουλών ή διαχείρισης χαρτοφυλακίου και για το λόγο αυτό δεν απαιτείτο η διενέργεια εκ μέρους της αναιρεσίβλητης ελέγχου καταλληλότητας, κατά τα οριζόμενα στις διατάξεις των παρ. 4 και 5 του άρθρου 25 του Ν. 3606/2007, αφού η υποχρέωση αυτή βαρύνει την τράπεζα μόνον κατά την παροχή επενδυτικών συμβουλών και τη διαχείριση χαρτοφυλακίου (άρθρο 25 παρ. 4 Ν. 3606/2007, την οποία ορθώς δεν εφάρμοσε), περαιτέρω δε, δέχθηκε ότι νομίμως η αναιρεσίβλητη δεν προχώρησε στον προβλεπόμενο στην παρ. 5 του άρθρου 25 του Ν. 3606/2007 έλεγχο συμβατότητας του αναιρεσείοντος με τη συγκεκριμένη επένδυση, γιατί υφίστατο νόμιμος λόγος απαλλαγής της από την υποχρέωση αυτή, συντρεχόντων των αναλυτικά παρατιθέμενων παραπάνω προϋποθέσεων που απαιτούνται σωρευτικά από την παράγραφο 6 του άρθρου 25 του Ν. 3607/2007, την οποία παράγραφο 6 ορθώς εφάρμοσε και ορθώς δεν εφάρμοσε την παράγραφο 5 που ήταν μη εφαρμοστέα, αφού κατά τις ανωτέρω παραδοχές της συνέτρεχε νόμιμος λόγος εξαίρεσης από την εφαρμογή της.

Κατόπιν αυτών, το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού όπως προκύπτει από το προεκτεθέν περιεχόμενο αυτής, διέλαβε σ' αυτήν πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο ως προς τα ουσιώδη ζητήματα αναφορικά α) με το είδος της σύμβασης που συνήφθη μεταξύ των διαδίκων και β) εάν απαιτείτο ή όχι στην προκειμένη περίπτωση η τήρηση της αρχής της καταλληλότητας εκ μέρους της εναγομένης κατά την παροχή εκ μέρους της επενδυτικών υπηρεσιών προς τον αναιρεσείοντα - ενάγοντα.

Ειδικότερα, η προσβαλλόμενη απόφαση διαλαμβάνει στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της, όλα τα αναγκαία περιστατικά που στηρίζουν με επάρκεια το σαφές ως άνω αποδεικτικό της πόρισμα, αναφορικά με την κρίση της ότι δεν απαιτείτο ο έλεγχος καταλληλότητας εκ μέρους της αναιρεσίβλητης, και συγκεκριμένα προσδιορίζει με σαφήνεια και πληρότητα αφενός το είδος της καταρτισθείσας μεταξύ των διαδίκων σύμβασης αγοράς των ένδικων ομολόγων αναφέροντας ρητά ότι η αγορά των ένδικων ομολόγων ενεργήθηκε κατόπιν προσωπικής επιλογής, απόφασης και πρωτοβουλίας του ενάγοντος, ο οποίος έδωσε τη σχετική εντολή στους υπαλλήλους της εναγομένης (προστηθέντες), χωρίς οι τελευταίοι να τον παροτρύνουν ή να του δώσουν οποιοσδήποτε σύσταση/συμβουλή για την εν λόγω επένδυση και χωρίς να τον διαβεβαιώσουν ότι η εν λόγω επένδυση είναι ασφαλής και απαλλαγμένη κινδύνου και συνεπώς η σύμβαση που καταρτίσθηκε ήταν μόνο για την εκτέλεση και λήψη - διαβίβαση εντολών του αναιρεσείοντος και όχι σύμβαση παροχής επενδυτικών συμβουλών μεταξύ των διαδίκων, ότι η αναιρεσίβλητη ήταν απλώς αποδέκτης και εκτελεστής της εντολής του αναιρεσείοντος και περιορίστηκε στην εκτέλεση της προκείμενης εντολής για την αγορά ΟΕΔ, χωρίς να παράσχει επενδυτικές συμβουλές στον ενάγοντα, και ότι, ενόψει του γεγονότος ότι η επενδυτική υπηρεσία της αγοράς των ομολόγων παρασχέθηκε στα πλαίσια απλής εκτέλεσης εντολής και όχι στα πλαίσια (έγγραφης, όπως προβλέπεται για την συγκεκριμένη τράπεζα) σύμβασης παροχής επενδυτικών συμβουλών ή διαχείρισης χαρτοφυλακίου, δεν απαιτείτο η διενέργεια εκ μέρους της εναγομένης ελέγχου καταλληλότητας, κατά τα οριζόμενα στις διατάξεις των παρ. 4 και 5 του άρθρου 25 του Ν. 3606/2007, αφού η υποχρέωση αυτή βαρύνει την τράπεζα μόνον κατά την παροχή επενδυτικών συμβουλών και την διαχείριση χαρτοφυλακίου (άρθρο 25 παρ. 4 Ν. 3606/2007) προϋπόθεση που δέχθηκε η προσβαλλόμενη ότι δεν συνέτρεξε στην παρούσα περίπτωση.

Δεν ήταν δε αναγκαία, για την πληρότητα της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης (αναφορικά με το ως άνω ουσιώδες ζήτημα) η παράθεση και άλλων αιτιολογιών, αφού το Εφετείο κατά τον έλεγχο της νομικής βασιμότητας της αγωγής, απέρριψε αυτήν ως νομικά αβάσιμη κατά το σκέλος της που επιχειρούνταν να θεμελιωθεί στις διατάξεις περί αγοραπωλησίας, δεχόμενη ότι αυτή είναι νόμιμη, στηριζόμενη μόνο στις διατάξεις των άρθρων 71, 288, 297, 298, 299, 330, 334, 346, 361, 713 επ., 914, 922, 932 ΑΚ, 2, 3 παρ. 2, 4, 25 του ν. 3606/2007, 4 επ., 12-14 της υπ' αριθ. 1/452/2007 απόφασης του ΔΣ της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, 8 του ν. 2251/1994", 5-12 του ν. 2198/1994.

Περαιτέρω, ο αναιρεσείων, με τον ίδιο λόγο αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος του, αιτιάται αντιφατική αιτιολογία στην προσβαλλόμενη απόφαση, επειδή, όπως ισχυρίζεται, αν και αυτή (η απόφαση) δέχεται ότι μεταξύ των διαδίκων καταρτίσθηκε σύμβαση λήψης και διαβίβασης εντολής, ακολούθως δέχεται αντιφατικά ότι "...στο πλαίσιο κατάρτισης σύμβασης μόνο για εκτέλεση και λήψη - διαβίβαση εντολών του ενάγοντος, ο τελευταίος είχε λάβει γνώση των όρων των επενδυτικών προϊόντων και είχε παραλάβει αντίγραφο της σύμβασης με τίτλο "Σύμβαση για πράξεις επί χρεογράφων μέσω του δικτύου της ΕΤΕ", που προδήλως δεν είναι σύμβαση για εκτέλεση και λήψη - διαβίβαση εντολών.

Η αιτίαση αυτή πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη διότι, υπό την επίφαση της πλημμέλειας του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, πλήττεται η εκτίμηση από το Εφετείο των αποδείξεων, ήτοι η ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εν λόγω εγγράφου από το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, καθώς και η αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται από αυτές και η σχετική με αυτή (εκτίμηση των αποδείξεων) επιχειρηματολογία του Δικαστηρίου, οι οποίες δεν θεμελιώνουν την επικαλούμενη αναιρετική πλημμέλεια, εφόσον, όπως προαναφέρθηκε, το αποδεικτικό πόρισμα του Εφετείου από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα στην προσβαλλόμενη απόφασή του και επιτρέπει τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου.

Περαιτέρω, με τον ίδιο λόγο αναίρεσης, κατά το τρίτο σκέλος του, ο αναιρεσείων μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση ότι περιέχει ελλιπή αιτιολογία, διότι, κατά τους ισχυρισμούς του, αν και δέχθηκε ότι εν προκειμένω έχει εφαρμογή το άρθρο 25 §§ 4 και 6α και β του Ν. 3606/2007, όσον αφορά τον μη έλεγχο της καταλληλότητας και της συμβατότητας, δεν ανέφερε ότι συντρέχει και η προϋπόθεση, όπως η ΑΕΠΕΥ συμμορφώνεται με τις κατά το άρθρο 13 υποχρεώσεις της, που αναφέρονται στις συγκρούσεις συμφερόντων, αν και πρέπει, κατά την παράγραφο 6 του άρθρου 25 του Ν. 3606/2007, και αυτή η προϋπόθεση να συντρέχει σωρευτικά με τις λοιπές προϋποθέσεις για την παράλειψη του ελέγχου καταλληλότητας και συμβατότητας.

Η αιτίαση αυτή πρέπει να απορριφθεί ως παντελώς αβάσιμη καθόσον η προσβαλλόμενη απόφαση διαλαμβάνει στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της όλα τα αναγκαία περιστατικά που στηρίζουν με επάρκεια το σαφές ως άνω αποδεικτικό της πόρισμα αναφορικά με την ως άνω προϋπόθεση, χωρίς να είναι αναγκαίο να κατονομάζει ρητά αυτήν, αφού δέχθηκε ότι "κατά τη δεδομένη χρονική στιγμή της αγοράς των ομολόγων, η πιστοληπτική ικανότητα των ΟΕΔ ήταν επαρκής και το επίπεδο κινδύνου χαμηλό...δεν μπορεί να αξιωθεί από την εναγομένη υποχρέωση ειδικής ενημέρωσης του ενάγοντα για τον τυχόν αυξημένο κίνδυνο των τίτλων, καθόσον κατά τη χρονική στιγμή που διενεργήθηκε η τελευταία αγορά, δηλαδή προ της επίτασης της κρίσης του ημεδαπού δημόσιου χρέους (που σήμανε ραγδαία πτώση των τιμών διαπραγμάτευσης των εν λόγω τίτλων στη δευτερογενή αγορά), κανένα πιστωτικό ίδρυμα ή διεθνής οίκος πιστοληπτικής αξιολόγησης δεν θα μπορούσε να προβλέψει την μετά από δύο έτη εφαρμογή των παραπάνω εξαιρετικών νομοθετικών διατάξεων του ν. 4050/2012...Η χαμηλή πιστοληπτική αξιολόγηση ενός ομολογιακού δανείου δεν οδηγεί αυτομάτως και σε εφαρμογή αντίστοιχων νομοθετικών μέτρων, ιδίως όταν πρόκειται για κρατικά ομόλογα, δεδομένου ότι, διαχρονικά, οι επενδύσεις σε κρατικούς ομολογιακούς τίτλους, μολονότι δεν είναι απαλλαγμένες κινδύνου περιουσιακής απώλειας, δεν παύουν να αξιολογούνται καταρχήν ως επενδύσεις με το συγκριτικά μικρότερο επενδυτικό κίνδυνο...", ήτοι αναφέρθηκε σε περιστατικά από τα οποία με σαφήνεια συνάγεται ότι κατά την κατάρτιση των συμβάσεων ουδεμία σύγκρουση συμφερόντων υπήρχε μεταξύ των διαδίκων.

Επιπρόσθετα δε το Εφετείο δέχθηκε με σαφείς αιτιολογίες ότι η απομείωση της απόδοσης της επένδυσης του αναιρεσείοντος ήταν αποκλειστικά αποτέλεσμα της εφαρμογής των διατάξεων του Ν. 4050/2012 και των βάσει κυβερνητικών πράξεων περί ανταλλαγής συγκεκριμένων ομολογιακών τίτλων με σκοπό την ισόποση απομείωση του δημοσιονομικού χρέους του ελληνικού κράτους και ότι η συμμετοχή της εναγομένης τράπεζας στην διαδικασία του P.S.I και η διαδικασία αντικατάστασης των επιλέξιμων τίτλων ήταν αναγκαστική και συνεπώς δεν ήταν αναγκαία για την πληρότητα της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης (αναφορικά με το ως άνω ζήτημα) η παράθεση και άλλων αιτιολογιών.

Τέλος, ο αναιρεσείων, με τον ίδιο λόγο αναίρεσης, κατά το τέταρτο σκέλος του και κατ' εκτίμηση αυτού, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ και συγκεκριμένα ισχυρίζεται ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο προέβη σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του άρθρου 914 του ΑΚ, παραβιάζοντας εκ πλαγίου την παραπάνω διάταξη, με αποτέλεσμα να απορριφθεί η αγωγή του ως κατ' ουσία αβάσιμη.

Ειδικότερα, ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι για την περίπτωση που κριθεί ότι η αναφορά στην προσβαλλόμενη απόφαση "ότι ο ενάγων είχε ενημερωθεί και γνώριζε τους κινδύνους της επένδυσης σε ομόλογα (οι βασικοί κίνδυνοι των ομολόγων, που είναι ο πιστωτικός κίνδυνος και ο κίνδυνος αγοράς, αναγράφονται και στο προαναφερόμενο ενημερωτικό φυλλάδιο της εναγομένης που προσκόμισε και επικαλέστηκε ο ενάγων και το οποίο προφανώς κατείχε κατά τον χρόνο αγοράς των ομολόγων, ήταν ευρύτερα γνωστοί και ευκόλως κατανοητοί για κάθε απλό επενδυτή, είτε μέσω των ΜΜΕ, είτε μέσω μιας απλής αναζήτησης στο διαδίκτυο, αναγράφονταν δε και στην οπίσθια όψη των αποδεικτικών επένδυσης σε ομόλογο και ειδικότερα στην υπ' αριθ. 19 παράγραφο: "Οι επενδύσεις επί ομολογιακών τίτλων εκτίθενται στους συνήθεις επενδυτικούς κινδύνους, όπως επιτοκίων ...

πιστωτικούς .... συναλλαγματικούς ... ρευστότητας αγοράς ... νομικούς... οικονομικούς ..."), αποτελεί επάλληλη αιτιολογία σχετικά με την ενημέρωσή του κατά το προσυμβατικό στάδιο, η γνωστοποίηση και μάλιστα με έγγραφη αναφορά στην οπίσθια όψη του αποδεικτικού επένδυσης, των συνήθων κινδύνων που αναφέρονται σε όλα τα χρηματοπιστωτικά μέσα, κατ' αρχάς, ως περιεχόμενη στο αποδεικτικό επένδυσης το οποίο, (όπως από τον τίτλο του συνάγεται), λαμβάνει ο επενδυτής μετά την πραγματοποίηση της επένδυσης και εν προκειμένω μετά την αγορά των ομολόγων, δεν αναφέρεται στο προσυμβατικό στάδιο, όπως θα έπρεπε και κατά συνέπεια δεν καλύπτει την υποχρέωση της τράπεζας για ενημέρωση πριν λάβει την απόφαση ο επενδυτής να επενδύσει τα χρήματά του σε συγκεκριμένο χρηματοπιστωτικό μέσο".

Υποστηρίζει επιπρόσθετα ο αναιρεσείων ότι όσον αφορά στη δυνατότητα ενημέρωσης από τα ΜΜΕ και το διαδίκτυο, δεν καλύπτει την επιβαλλόμενη από τις προαναφερόμενες διατάξεις του ΑΚ και του Ν. 2251/1994 ενημέρωση... καθώς και ότι στη συγκεκριμένη χρονική στιγμή, που έλαβε χώρα η πρώτη αγορά ΟΕΔ, ήτοι στις 8-4-2009, είχαν εμφανισθεί τα πρώτα σύννεφα στον ορίζοντα, σχετικά με την κατιούσα πορεία της Ελληνικής οικονομίας, τον δε Φεβρουάριο του 2010, όταν έγινε η δεύτερη αγορά, η πιστοληπτική ικανότητα του Ελληνικού Δημοσίου είχε σημαντικά υποβαθμισθεί από όλους τους οίκους αξιολόγησης, ήδη δε από το τέλος του 2009 και συγκεκριμένα, κατά τις αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, από τον Οκτώβριο μέχρι και τον Δεκέμβριο 2009, οι οίκοι αξιολόγησης Fitch και Standard and Poor's υποβάθμισαν την πιστοληπτική ικανότητα του Ελληνικού Δημοσίου από το Α ¬στο ΒΒΒ+ και η Moody's από το επίπεδο Α1 στο Α2 τα δε spread είχαν φθάσει τον Φεβρουάριο 2010 στις 1000 μονάδες, και καθιστούσαν απαγορευτικό τον εξωτερικό δανεισμό της χώρας, γεγονότα, που συνεπάγονταν τον αυξημένο κίνδυνο των κρατικών ομολόγων και προδήλως οι αρμόδιοι υπάλληλοι της αναιρεσίβλητης γνώριζαν και σε κάθε περίπτωση όφειλαν να γνωρίζουν, λόγω της προνομιακής θέσης της τράπεζας στο οικονομικό σύστημα της χώρας.

Διαλαμβάνει, επίσης, ο αναιρεσείων στον ίδιο λόγο αναίρεσης ότι τις πληροφορίες αυτές τις αγνοούσε, αν και ο ίδιος είχε, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης, συνεργασία με την αναιρεσίβλητη τοποθετώντας τις αποταμιεύσεις του μόνο σε προνομιακές καταθέσεις, και συνεπώς έπρεπε να του παράσχουν τις πληροφορίες αυτές οι υπάλληλοι της αναιρεσίβλητης, ώστε να είναι σε θέση να λάβει την συμβατή με το δικό του συντηρητικό επενδυτικό προφίλ, απόφαση καθώς και ότι οι υπάλληλοι της αντιδίκου γνώριζαν τα παραπάνω, αφού αποτελούσε πασίδηλο, ότι η ελληνική οικονομική κρίση δεν ήταν κρίση του χρηματοπιστωτικού συστήματος, ώστε να κινδυνεύουν οι προθεσμιακές καταθέσεις του, αλλά κρίση χρέους, και είχε ως αποτέλεσμα την αδυναμία της ελληνικής κυβέρνησης να δανειστεί με χαμηλά επιτόκια από τις διεθνείς αγορές, στον απόηχο της Παγκόσμιας Οικονομικής Ύφεσης 2007-2009, και την επακόλουθη αδυναμία αποπληρωμής του δημόσιου χρέους, με περαιτέρω συνέπεια, την ραγδαία μείωση της ονομαστικής αξίας των κρατικών ομολόγων, πράγμα, που ήταν εμφανές για τους υπαλλήλους της τράπεζας κατά την αγορά από τον ίδιο του δεύτερου ομολόγου, για την οποία κατέβαλε μειωμένο τίμημα σε σχέση με την ονομαστική του αξία, η συμπεριφορά δε αυτή των υπαλλήλων της αναιρεσίβλητης συνδέεται αιτιωδώς με την ζημία του, διότι ειδικά η παράλειψη να του γνωστοποιήσουν τον αυξημένο, λόγω της οικονομικής συγκυρίας, κίνδυνο της επένδυσης σε κρατικά ομόλογα, τον οδήγησε στην αγορά τους και στην εντεύθεν ζημία του εξαιτίας της εφαρμογής του Ν. 4050/2012 και δεν έχει καμία σημασία για τη θεμελίωση του αιτιώδους συνδέσμου η γνώση ή η πρόβλεψη των υπαλλήλων της αναιρεσίβλητης για τη θεσμοθέτηση του ως άνω νόμου.

Οι παραπάνω αιτιάσεις είναι στο σύνολό τους απαράδεκτες, γιατί, με την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελίωσής τους στις διατάξεις του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και πλήττεται έτσι η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας με επαναξιολόγηση, με διαφορετική προσέγγιση, των αποδείξεων αυτών από τον αναιρεσείοντα (άρθρο 561 § 1 ΚΠολΔ).

Όπως δε αναφέρθηκε στην υπό στοιχεία

ΙΙΙΑ νομική σκέψη της παρούσας, ο ΑΠ δεν ερευνά γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε ένα περιστατικό και τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, συνεπώς, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε, στο πλαίσιο της υπόψη διάταξης του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαίτερα και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης κατά το τέταρτο σκέλος του είναι απαράδεκτος (ΑΠ 472/2023).

V. Κατά το άρθρο 559 αρ. 11 περ. β' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν. Ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ.11 περ. β' ΚΠολΔ, για λήψη υπόψη αποδεικτικών μέσων που δεν προσκομίσθηκαν, ιδρύεται και όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη ανύπαρκτη δικαστική ομολογία ή παρά τη ρητή άρνηση θεώρησε ότι συνάγεται έμμεση ομολογία, ή έλαβε υπόψη εξώδικη ομολογία που ανακλήθηκε, ως μη ανταποκρινόμενη προς την αλήθεια (άρθρο 354 ΚΠολΔ) (ΑΠ 1536/2022, ΑΠ 1227/2015, ΑΠ 1434/2007).

Κατά το άρθρο 352 ΚΠολΔ, η ομολογία του διαδίκου, γραπτή ή προφορική, ενώπιον του δικαστηρίου που δικάζει ή του εντεταλμένου δικαστή, αποτελεί πλήρη απόδειξη εναντίον εκείνου που ομολογεί. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι η ως άνω δικαστική ομολογία πρέπει να γίνεται αποκλειστικά κατά τον διαγραφόμενο από την παραπάνω διάταξη τύπο, ο οποίος συνίσταται σε ρητή δήλωση ενώπιον του δικαστηρίου που δικάζει την υπόθεση.

Περαιτέρω, το δικαστήριο της ουσίας κρίνει ανέλεγκτα, αν από τη μη αμφισβήτηση των ισχυρισμών του αντιδίκου και τη γενική άρνηση που προβάλλεται, συνάγεται έμμεση, κατά το άρθρο 261 ΚΠολΔ ομολογία. Στην περίπτωση αυτή ο Άρειος Πάγος ελέγχει μόνο, αν όντως υπάρχει αμφισβήτηση των ισχυρισμών με επισκόπηση του δικογράφου των προτάσεων (ΑΠ 540/2024, ΑΠ 450/2019, ΑΠ 1227/2010).

Αν υπάρχει ειδική αμφισβήτηση, δεν εφαρμόζεται το άρθρο 261 ΚΠολΔ και αν το δικαστήριο συνήγαγε, παρά τούτο, ομολογία ιδρύεται ο ως άνω λόγος αναίρεσης (ΑΠ308/2020, ΑΠ 46/2020, ΑΠ 1720/2013). Όμως, για να ιδρυθεί ο λόγος αυτός αναίρεσης, θα πρέπει από την ανύπαρκτη ομολογία, να έκρινε το δικαστήριο της ουσίας, ότι αποδείχθηκε πραγματικό γεγονός, που άσκησε ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, επέδρασε δηλαδή στο διατακτικό της απόφασης, αφού κατά το άρθρο 335 ΚΠολΔ, αντικείμενο απόδειξης είναι μόνο τέτοια γεγονότα, που ανήκουν στο πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου και συγκροτούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού (ΟλΑΠ 42/2002, ΑΠ 558/2023, ΑΠ 1257/2022, ΑΠ 31/2021, ΑΠ 46/2020, ΑΠ 376/2019).

Εξάλλου, από τη γενική αναφορά της προσβαλλόμενης απόφασης στις ομολογίες των διαδίκων που συνάγονται από τις προτάσεις τους ή άλλο δικόγραφο, δε συνάγεται ότι έχει ληφθεί υπόψη συγκεκριμένη ομολογία. Αν δε στην προσβαλλόμενη απόφαση αναφέρεται ότι το δικαστήριο σχημάτισε την κρίση του από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων απόδειξης και ανταπόδειξης, από τα έγγραφα που οι διάδικοι νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν και επιπρόσθετα αναφέρεται και σε όσα ο ενάγων διηγηματικά αναφέρει στην αγωγή του, δε σημαίνει ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του ανύπαρκτη ομολογία κάποιου διαδίκου, αφού η κρίση του σχηματίστηκε από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων και τα έγγραφα, η δε φράση "όπως ο ίδιος ο ενάγων αναφέρει στην αγωγή του" νοεί τα μη αμφισβητούμενα, πέραν εκείνων με τα οποία σχηματίστηκε η δικανική πεποίθηση, περιστατικά (ΑΠ 540/2024, ΑΠ 558/2023, ΑΠ 314/2021, ΑΠ 1072/2015, ΑΠ 1076/2010, ΑΠ 1717/2009).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 11β του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του ανύπαρκτη ομολογία που συνήγαγε από το δικόγραφο της αγωγής του και συγκεκριμένα ότι εσφαλμένα θεώρησε ότι με την αγωγή του ομολογούσε πως την απόφαση να αγοράσει τα δύο ένδικα ομόλογα την έλαβε με δική του πρωτοβουλία, ήτοι χωρίς να επηρεαστεί από τις ελλιπείς και παραπλανητικές πληροφορίες που του έδωσαν οι υπάλληλοι της αναιρεσίβλητης.

Ωστόσο, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του αιτιολογικού της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο, ως προς την κρίση του περί της ουσιαστικής βασιμότητας της αγωγής, δεν συνήγαγε ομολογία του αναιρεσείοντα, κατά την έννοια των άρθρων 352 και 261 ΚΠολΔ, αφού κάτι τέτοιο ούτε ρητά βεβαιώνεται, ούτε έμμεσα προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, στην οποία αναφέρεται, ως προς τα αποδεικτικά μέσα που ελήφθησαν υπόψη, τα εξής: "Από την επανεκτίμηση της υπ' αριθ. ...

ένορκης βεβαίωσης του μάρτυρα του ενάγοντος, Ι. Δ., που δόθηκε ενώπιον της Ειρηνοδίκη ..., κατόπιν νόμιμης και εμπρόθεσμης κλήτευσης της εναγομένης, της υπ' αριθ. ... ένορκης βεβαίωσης του μάρτυρα της εναγομένης, Δ. Χ., που δόθηκε ενώπιον της Ειρηνοδίκη ..., κατόπιν νόμιμης και εμπρόθεσμης κλήτευσης του ενάγοντος, σε συνδυασμό με τα έγγραφα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, αποδείχθηκαν, κατά την κρίση του Δικαστηρίου αυτού, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά..." και συνεπώς οι φράσεις της προσβαλλόμενης απόφασης, τις οποίες μέμφεται ο αναιρεσείων με τον λόγο αναίρεσής του, "Στην ως άνω απόφαση αγοράς των ένδικων ομολόγων οδηγήθηκε ο ενάγων με δική του πρωτοβουλία και όχι κατόπιν παροχής επενδυτικών συμβουλών από την εναγομένη.

Ειδικότερα, όπως ο ίδιος αναφέρει στην αγωγή του, θορυβημένος από την κατάρρευση της Lehman Brothers και φοβούμενος για πιθανή απώλεια των αποταμιεύσεών του, λόγω της αστάθειας που επικρατούσε στο τραπεζικό σύστημα και στις τραπεζικές καταθέσεις, αναζητούσε ένα ασφαλές προϊόν, εκτός του τραπεζικού συστήματος, όπως ήταν τα ΟΕΔ", έχουν την έννοια ότι από τις εν λόγω διηγηματικές αναφορές στην αγωγή από τον ίδιο τον ενάγοντα αποδείχτηκαν εκείνα τα πραγματικά περιστατικά της ελάσσονος πρότασης του δικανικού συλλογισμού που παρατίθενται από το δικαστήριο ασυνόδευτα από τη σχετική διχογνωμία των διαδίκων, ήτοι τα μη αμφισβητούμενα από τους διαδίκους, πέραν εκείνων, με τα οποία σχηματίστηκε η πιο πάνω δικανική πεποίθηση, περιστατικά.

Επομένως, ο τελευταίος αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 11 περ. β του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.

VI. Κατ' ακολουθίαν τούτων, μη υπάρχοντος άλλου αναιρετικού λόγου προς έρευνα, πρέπει η ένδικη αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί και να διαταχθεί, κατά την παράγραφο 3 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, η εισαγωγή του παραβόλου που καταβλήθηκε από τον αναιρεσείοντα, στο Δημόσιο Ταμείο. Τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, η οποία κατέθεσε προτάσεις, θα επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσείοντος, λόγω της ήττας του (άρθρα 176, 180, 183, 191 § 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από ... αίτηση του Ά. Ζ. του Α. για αναίρεση της υπ' αριθ. ... απόφασης του Τριμελούς Εφετείου ....

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Επιβάλλει σε βάρος του αναιρεσείοντος τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 27 Φεβρουαρίου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 11 Μαρτίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ