Legislator Case Law & Legislation
440/2024 AI generated

Supreme Court allows appeal against Cassandrea Municipality, remanding case due to conflicting prior judgments.

Case Number 440/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court allowed the appeal filed by a company against the Cassandrea Municipality, ordering the case remanded to the Third-instance Court of Thessaloniki. The court found the municipality failed to appear at the hearing and did not address evidence proving the contract terminated in June 2008, contrary to two prior final judgments. Consequently, the court held the appeal admissible and the lower decision void, mandating a retrial with a new panel of judges.

Legislator headnote

AI generated

Articles 568(4), 575, 576(2), 226(4)(c)-(d) of the Code of Civil Procedure; If the appellee is absent and the appellant has served the document, the Supreme Court proceeds to the hearing; if a prior judgment contradicts the appealed decision on a material fact, the appeal is admissible and the case must be remanded for retrial.

Keywords

AI generated
appeal admissibility absence of appellee contradictory judgments remand for retrial contract termination date legal costs allocation new panel of judges

Cited Legislation

AI generated
Article 568(4) of the Code of Civil Procedure
Article 575 of the Code of Civil Procedure
Article 576(2) of the Code of Civil Procedure
Article 226(4)(c) and (d) of the Code of Civil Procedure
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure
Article 495(4) of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 281(2) of Law 3463/2006
Article 22(1) of Law 3693/1957

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court 1375/2022
Supreme Court 484/2022
Supreme Court 189/2021
Supreme Court 3/2020
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 440 / 2024 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 440/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Χρήστο Κατσιάνη, Στέφανο - Σπυρίδωνα Πανταζόπουλο, Γεώργιο Παπαγεωργίου και Φώτιο Μουζάκη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 8 Μαΐου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "Δ. Τ. Α. «Ε. και το διακριτικό τίτλο «Δ. Τ. Α..Ε..", που εδρεύει στην Νέα Ευκαρπία Θεσσαλονίκης και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της Ετερόρρυθμης Εταιρείας με την επωνυμία "Δ.. Δ. Κ. Σ. Ε..Ε.." και το διακριτικό τίτλο "Τ. Δ. Ε..Ε..", η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Γιαννόπουλο που ανακάλεσε την από 12/4/2023 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε στο ακροατήριο και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Οργανισμού Τοπικής Αυτοδιοίκησης με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ ΚΑΣΣΑΝΔΡΑΣ", που εδρεύει στην Κασσανδρεία Χαλκιδικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16/1/2010 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Χαλκιδικής. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 106/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1000/2020 του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 29/6/2020 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 568 παρ. 4 και 576 παρ. 2, 575 και 226 παρ. 4 εδαφ. γ' και δ' του ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως απουσιάζει ο αναιρεσίβλητος και ο αναιρεσείων που επισπεύδει τη συζήτηση έχει επιδώσει σ' αυτόν αντίγραφο του κατατεθέντος δικογράφου της αίτησης, με κλήση προς συζήτηση κατά τη δικάσιμο που έχει οριστεί, ο Άρειος Πάγος προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία του κλητευθέντος αναιρεσιβλήτου. Αν δε η συζήτηση αναβληθεί από το πινάκιο για μεταγενέστερη δικάσιμο, δεν απαιτείται νέα κλήτευση των διαδίκων, επομένως και του αναιρεσιβλήτου, για τη νέα αυτή δικάσιμο, αφού η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο της μετ' αναβολή δικασίμου ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων (ΑΠ 1375/2022).

Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά, ο αναιρεσίβλητος οργανισμός τοπικής αυτοδιοίκησης δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του πινακίου στην αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο και δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ. … έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Θεσσαλονίκης Ε. Λ., την οποία η αναιρεσείουσα προσκομίζει μετ' επικλήσεως, ο τελευταίος επέδωσε στον αναιρεσίβλητο νόμιμα (άρθρ. 143 παρ.1 ΚΠολΔ) και εμπρόθεσμα, ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης, με την κάτω από αυτήν πράξη, με την οποία ορίζεται η αρχική δικάσιμος της 24ης Ιανουαρίου 2022 προς συζήτησή της, μαζί με κλήση για να παραστεί κατά τη δικάσιμο αυτή. Κατά την ανωτέρω (αρχική δικάσιμο) η υπόθεση αναβλήθηκε και ορίστηκε για την αναφερόμενη στην αρχή της απόφασης αυτής δικάσιμο (8-5-2023), κατά την οποία η υπόθεση εγγράφηκε στο πινάκιο. Επομένως, σύμφωνα με την προηγηθείσα νομική σκέψη, αφού η αναβολή έκτου πινακίου ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων, το δικαστήριο θα προχωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης σαν να ήταν παρών ο αναιρεσίβλητος.

Με την από 29-6-2020 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η εκδοθείσα αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, υπ' αριθμ. 1000/2020 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία έγινε τυπικά και κατ' ουσίαν δεκτή η με αριθμό κατάθεσης 25/27-2-2014 έφεση της ενάγουσας κατά της υπ' αριθμ. 106/17-12-2014 οριστικής αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής, δυνάμει της οποίας η υπόθεση είχε παραπεμφθεί προς εκδίκαση στο Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης και μετά την εξαφάνιση της κατά ανωτέρω εκκαλουμένης αποφάσεως, δέχθηκε εν μέρει τη με αριθμό κατάθεσης 231/30/26-1-2010 αγωγή και υποχρέωσε τον εναγόμενο ΟΤΑ να καταβάλει στην ενάγουσα α) το ποσό των 40.862,66 ευρώ, με το νόμιμο τόκο (6%) από την επομένη της επιδόσεως της αγωγής και β)το ποσό των 3.677,63 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την έκδοση του αναφερόμενου φορολογικού παραστατικού. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495, 552, 553, 556, 558, 564 παρ.1, 566 παρ.1 ΚΠολΔ), ενώ κατά την άσκησή της καταβλήθηκε και το προσήκον παράβολο του Δημοσίου (βλ. αριθμ. 33879936595008280065/2020 e-παράβολο στην έκθεση καταθέσεως ενδίκου μέσου). Είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να εξεταστεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 του ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης ιδρύεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής "πράγματα" είναι οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης η αντένστασης.

Πράγμα επομένως είναι, υπό την έννοια αυτή, και οι λόγοι της έφεσης, κύριοι και πρόσθετοι, που συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς και περιέχουν παράπονα κατά της πρωτοβάθμιας κρίσης (ΟλΑΠ 22/2005, ΟλΑΠ 25/2003, ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 1327/2019). Περαιτέρω, αν στην απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν περιέχεται η οποιαδήποτε κρίση για την ύπαρξη ή ανυπαρξία δεδικασμένου, ενώ προβλήθηκε σχετικός ισχυρισμός, δηλαδή όταν το δικαστήριο παρέλειψε να ερευνήσει τον σχετικό ισχυρισμό, ιδρύεται ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (και όχι από τον αριθμό 16 αυτού), αλλά με την προϋπόθεση, που πρέπει επίσης να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο διάδικος προσκόμισε στο δικαστήριο της ουσίας την τελεσίδικη απόφαση, από την οποία απορρέει το δεδικασμένο και το επικαλέσθηκε προς απόδειξη ή απόκρουση της ένδικης αγωγής (ΑΠ 55/2022, ΑΠ 1299/2021, ΑΠ 1089/2017, ΑΠ 1345/2011, Α.Π. 1442/2009).

Ο λόγος, όμως, αυτός αναίρεσης δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του ισχυρισμό που δεν ήταν νόμιμος, ή ήταν αλυσιτελής, ή που προβλήθηκε απαραδέκτως και, συνεπώς, δεν ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (Ολ.Α.Π.2/1989, ΑΠ 1327/2019, ΑΠ 99/2019,). Εξάλλου, κατά το άρθρο 321 ΚΠολΔ, δεδικασμένο - το οποίο, κατ' άρθρο 332 ΚΠολΔ, λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως σε κάθε στάση της δίκης, εμποδίζοντας το δικαστήριο να ερευνήσει την ίδια υπόθεση και πάλι - δημιουργούν οι οριστικές αποφάσεις των πολιτικών δικαστηρίων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση, δηλαδή οι τελεσίδικες, ενώ αυτό, κατά το άρθρο 322 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτείνεται στο ουσιαστικό και δικονομικό ζήτημα που κρίθηκε με την απόφαση οριστικά για μια έννομη σχέση, που έχει προσβληθεί με αγωγή, ανταγωγή, κύρια παρέμβαση ή ένσταση συμψηφισμού (ΑΠ 403/2023).

Κατά δε το άρθρο 324 ΚΠολΔ, το δεδικασμένο υπάρχει μεταξύ των ιδίων προσώπων με την ίδια ιδιότητα μόνο για το δικαίωμα που κρίθηκε και εφόσον πρόκειται για το ίδιο αντικείμενο και για την ίδια ιστορική και νομική αιτία, καλύπτει δε όχι μόνο το δικαίωμα που κρίθηκε (την έννομη σχέση που διαγνώσθηκε), αλλά και την ιστορική αιτία που έγινε δεκτή από την απόφαση (υπό την έννοια των πραγματικών περιστατικών που ήταν αναγκαία για τη διάγνωση της έννομης σχέσεως), καθώς και τη νομική αιτία (το νομικό χαρακτηρισμό) που το δικαστήριο έδωσε στα πραγματικά περιστατικά, υπάγοντας αυτά στην οικεία διάταξη νόμου, την οποία εφάρμοσε, δηλαδή καλύπτει, ως ενιαίο όλον, ολόκληρο το δικανικό συλλογισμό, όπως διατυπώνεται στην απόφαση (ΑΠ 1327/2021).

Ειδικότερα το δεδικασμένο καλύπτει: α) το δικαίωμα που κρίθηκε, β) τη νομική αιτία, δηλαδή το νομικό χαρακτηρισμό που δόθηκε από το δικαστήριο στα πραγματικά περιστατικά και γ) την ιστορική αιτία που αποτελείται από τα πραγματικά περιστατικά, που έγιναν δεκτά από το Δικαστήριο και ήταν αναγκαία για τη διάγνωση της έννομης σχέσης (ΑΠ 1327/2021, ΑΠ 1559/2017).

Ειδικότερα ως προς την ιστορική αιτία, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία συγκροτούν το πραγματικό της νομικής διατάξεως που εφαρμόστηκε, αυτά από μόνα τους, δεν καλύπτονται από το δεδικασμένο. Με άλλες λέξεις, το δεδικασμένο δεν καλύπτει τα πραγματικά περιστατικά αυτοτελώς λαμβανόμενα, ανεξάρτητα δηλαδή από το δικανικό συλλογισμό της πρώτης αποφάσεως.

Τα ανωτέρω ισχύουν, και όταν η έννομη σχέση που έχει αναγνωρισθεί τελεσίδικα αποτελεί προδικαστικό ζήτημα άλλης, μεταγενέστερης αξιώσεως. Κατά το άρθρο 331 ΚΠολΔ, το δεδικασμένο υφίσταται για προδικαστικό ζήτημα που κρίνεται παρεμπιπτόντως και αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση του κύριου ζητήματος. Ως παρεμπίπτον (προδικαστικό) ζήτημα νοείται άλλη έννομη σχέση ή δικαίωμα ή συνέπεια του ουσιαστικού δικαίου από το οποίο εξαρτάται η κρίση επί του κυρίου ζητήματος της δίκης, δηλαδή το δεδικασμένο επεκτείνεται σε εκείνο το προδικαστικό ζήτημα, το οποίο η απόφαση έκρινε ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση στηρίζει τη διαγνωσθείσα ή απαγγελθείσα απ' αυτήν έννομη συνέπεια (ΑΠ 403/2023, ΑΠ 1327/2021).

Το δεδικασμένο του άρθρου 331 ΚΠολΔ δεν αφορά ούτε πραγματικά περιστατικά ούτε αξιολογικές κρίσεις, εκτείνεται δε μόνο σε δικαίωμα που κρίθηκε (άρθρο 324 ΚΠολΔ), ενώ η ύπαρξη και η έκτασή του προκύπτουν από το περιεχόμενο της απόφασης και όχι απ" αυτό της κριθείσας αγωγής, έστω και αν το δικαστήριο δεν εξάντλησε το αντικείμενο της ή το υπερέβη ή απομακρύνθηκε απ' αυτό (ΑΠ 1327/2021, ΑΠ 1559/2017).

Τέλος, η κατά το άρθρο 331 ΚΠολΔ αυτοτελής κάλυψη του προδικαστικού ζητήματος εναρμονίζεται με τη ρύθμιση του άρθρου 322 ΚΠολΔ στο μέτρο που προδικαστικό ζήτημα στην έννοια του άρθρου 331 ΚΠολΔ αποτελούν μόνον οι προδικαστικές έννομες συνέπειες (και όχι τυχόν πραγματικά γεγονότα ή νομικές έννοιες κ.λπ.), κατά τον ίδιο ακριβώς λόγο που σύμφωνα με τη βασική ρύθμιση του άρθρου 322 ΚΠολΔ αντικείμενο του δεδικασμένου γενικώς μπορούν να αποτελέσουν μόνον έννομες σχέσεις (έννομες συνέπειες) [ΑΠ 45/2023, ΑΠ 370/2019].

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο από τους λόγους αναιρέσεως [εκ του άρθρου 559 αριθμ.8 ΚΠολΔ], η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι το δικαστήριο, κατά παράβαση του νόμου, αγνόησε το επικαλεσθέν εκ μέρους της δεδικασμένο των αποφάσεων του Εφετείου Θεσσαλονίκης 953 και 954/2015, αναφορικά με τον χρόνο λήξης της 10443/25.07.2007 σύμβασης, αφού, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των αγωγικών ισχυρισμών της και της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, παρίσταται ως προφανές ότι ο χρόνος αυτός ασκούσε ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της ένδικης διαφοράς, εφόσον η αξίωση της αναιρεσείουσας εταιρείας, για υπερσυμβατικές εργασίες, προϋπέθετε για την ευδοκίμησή της ότι οι εργασίες αυτές είχαν εκτελεσθεί μετά τη λήξη της αρχικής σύμβασης.

Ότι ενώ, με τις αποφάσεις αυτές (953/2015 και 954/2015), το Εφετείο Θεσσαλονίκης είχε ήδη κρίνει για άλλα χρονικά διαστήματα (προγενέστερο και μεταγενέστερο, αντίστοιχα) ότι η με αριθ. 10443/25.07.2007 σύμβαση είχε λήξει στις 17.6.2008 και, επομένως, το ζήτημα αυτό, ανέκυπτε ως κοινό προδικαστικό ζήτημα τόσο στις προηγουμένως κριθείσες αγωγές της όσο και στην επίδικη και καλυπτόταν από το δεδικασμένο των παραπάνω αποφάσεων, παρά το γεγονός ότι επικαλέστηκε το δεδικασμένο των άνω αποφάσεων (το οποίο δεν μπορούσε να πράξει πρωτοδίκως, επειδή η πρωτόδικη δημοσιεύθηκε το 2013), με τις προτάσεις της ενώπιον του δικάσαντος εφετείου (προβάλλοντας, μάλιστα, σχετική ένσταση), το τελευταίο απέστη της κρίσεως των προηγούμενων αποφάσεων επί του ιδίου ζητήματος και, αντιθέτως, έκρινε (χωρίς τον παραμικρό σχολιασμό για τις ανωτέρω αποφάσεις) πως η αρχική σύμβαση είχε λήξει μόλις στις 25.7.2008, αγόμενο κατ' αποτέλεσμα στην εν μέρει απόρριψη της ένδικης αγωγής, κατά το μέρος που ζητούσε την επιδίκαση των αμοιβών της για το διάστημα 1.7.2008 - 24.7.2008, έστω και κατά τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού.

Πλην, όμως, εν όψει του ότι η επίδικη αξίωση αφορά σε διαφορετικό χρονικό διάστημα από εκείνα για τα οποία κρίθηκαν άλλες αξιώσεις (ανεξαρτήτως του ότι, κατά τα λοιπά, στηρίζονταν στην ίδια νομική και κατά το πλείστον ιστορική αιτία) της αναιρεσείουσας, ο εν προκειμένω προβαλλόμενος , εκ του αριθμ. 8 άρθρου 559 ΚΠολΔ (και μη συντρέχουσας της περιπτώσεως εκ του αριθμ. 16 άρθρου 559 ΚΠολΔ, που επικουρικώς, επίσης, προβάλλεται), λόγος αναιρέσεως, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού, κατά τα ανωτέρω εκτιθέμενα, προδικαστικό ζήτημα στην έννοια του άρθρου 331 ΚΠολΔ αποτελούν μόνο οι προδικαστικές έννομες συνέπειες (και όχι τυχόν πραγματικά γεγονότα ή νομικές έννοιες κ.λπ.), εκτείνεται δε μόνο σε δικαίωμα που κρίθηκε (άρθρο 324 ΚΠολΔ) και, επομένως, από μόνα τους τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία συγκροτούν το πραγματικό της νομικής διατάξεως που εφαρμόστηκε, δεν καλύπτονται από το δεδικασμένο, ενώ τα ανωτέρω ισχύουν και όταν η έννομη σχέση που έχει αναγνωρισθεί τελεσίδικα αποτελεί προδικαστικό ζήτημα άλλης, μεταγενέστερης, αξιώσεως, με συνέπεια να μην είναι νόμιμος, στην προκειμένη περίπτωση, ο ισχυρισμός περί υπάρξεως δεδικασμένου από τα κριθέντα για αξιώσεις της αναιρεσείουσας αναφορικά με προγενέστερο και μεταγενέστερο του επιδίκου χρονικό διάστημα, δεδομένου ότι οι επιζήμιες συνέπειες, που αναφέρονται σε άλλο χρονικό διάστημα, δεν είχαν καταστεί αντικείμενο έρευνας κατά τις προηγηθείσες δίκες.

Εξάλλου, ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αρ.11 περ. γ' ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Για την ίδρυση του λόγου αυτού αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, που νόμιμα επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, τα οποία ήταν υποχρεωμένο να εκτιμήσει, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339,340 και 346 ΚΠολΔ, υπό την προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός, για την απόδειξη του οποίου ο διάδικος επικαλείται το φερόμενο ωςαγνοηθέν αποδεικτικό μέσο, ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 242/2023).

Καμία, ωστόσο, διάταξη επιβάλλει να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα, αλλά αρκεί η γενική διαβεβαίωση του δικαστηρίου της ουσίας ότι ελήφθησαν υπόψη όλα τα κατ' είδος αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, που υποβλήθηκαν νομίμως στην κρίση του, έστω και αν στην απόφαση έχει γίνει ιδιαίτερη αναφορά σε ορισμένα μόνο από τα αποδεικτικά μέσα, επειδή θεωρήθηκαν μεγαλύτερης σημασίας, κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου (ΑΠ 566/2023, ΑΠ 765/2014).

Μόνο αν από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο έγγραφο, στοιχειοθετείται ο από το άρθρο 559 αρ.11 περ. γ ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης. Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη έγγραφο, αλλά του προσέδωσε αποδεικτική βαρύτητα διαφορετική από εκείνη που ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι αυτό έχει, αφού η σχετική εκτίμηση δεν υπόκειται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 ΚΠολΔ, στον αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 566/2023, ΑΠ 1047/2018, 569/2017, ΑΠ 967/2015).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της ένδικης αναίρεσης (σελ. 34 επ.), η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι, ανεξαρτήτως του εάν ήθελε γίνει δεκτό ότι οι παρακάτω αναφερόμενες αποφάσεις δεν πληρούν (λόγω διαφορετικών χρονικών περιόδων στις οποίες αναφέρονται και ως μη αφορώσες σε προδικαστικό ζήτημα για την παρούσα υπόθεση) τις προϋποθέσεις για την αναγνώριση από αυτές δεδικασμένου, σε κάθε περίπτωση, δεν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του τις υπ' αριθμ. 953 και 954/2015 αποφάσεις του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης ως δικαστικά τεκμήρια, αλλά επιπρόσθετα και το έγγραφο με αριθμ. 14331/27.8.2009 του αναιρεσιβλήτου ΟΤΑ, τα οποία αφορούσαν στο ουσιώδες αποδεικτικό ζήτημα του χρόνου λήξης της με αριθμ. 10443/25.07.2007 σύμβασης, από το οποίο εξηρτάτο "ευθέως η έκταση της ευδοκίμησης της... (υπό κρίση) αγωγής", όπως αναλυτικά εκθέτει, κατά τα λοιπά, στον πρώτο από τους λόγους αναιρέσεως.

Ότι, ιδίως, τις ως άνω δικαστικές αποφάσεις νομίμως προσκόμισε μετ' επικλήσεως ενώπιον του Εφετείου που εξέδωσε την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, από τις οποίες, σε συνδυασμό με το προαναφερόμενο έγγραφο και το λοιπό αποδεικτικό υλικό, αποδεικνύεται ότι η αρχική σύμβαση παροχής υπηρεσιών, που είχε συναφθεί μεταξύ της αναιρεσείουσας και του αναιρεσιβλήτου, ολοκληρώθηκε στις 17 Ιουνίου 2008 (και όχι στις 24-7-2008 που δέχθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, με αποτέλεσμα να απορριφθεί εν μέρει η αγωγή της).

Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε τα εξής: "Η εταιρία με την επωνυμία "Δ..Δ. Κ. Σ. «Ε. και διακριτικό τίτλο «Τ. Δ. «Ε., καθολική διάδοχος της οποίας είναι η εκκαλούσα, ως τεχνική εταιρεία, στις δραστηριότητες της οποίας συγκαταλέγεται η εκτέλεση κάθε φύσεως τεχνικών έργων, δημοσίων, δημοτικών και ιδιωτικών, έλαβε μέρος σε δημοπρασία έργων που διεξήχθησαν από τον Δήμο Κασσάνδρας με αντικείμενο τις εργασίες αποκομιδής απορριμμάτων του Δήμου Κασσάνδρας και αναδείχθηκε μειοδότρια, για πρώτη φορά το έτος 2003 και στη συνέχεια και για τα έτη 2004, 2005, 2006 και 2007.

Ειδικότερα το έτος 2007 με την υπ' αριθμό45/2007 απόφαση του Δ.Σ, του εναγόμενου Δήμου Κασσάνδρας, του Χαλκιδικής, εγκρίθηκε ανοικτός μειοδοτικός διαγωνισμός, για την επιλογή αναδόχου, για την ανάθεση του έργου αποκομιδής απορριμμάτων Δήμου συνολικού ποσού 604.244,48 € συμπεριλαμβανομένου Φ.Π.Α 8% και β) "Καθαρισμού κοινόχρηστων χώρων και απορριμμάτων του Δήμου Κασσάνδρας", προϋπολογιζόμενης δαπάνης 429.174,74 €, συμπεριλαμβανομένου του ΦΠΑ, για χρονικό διάστημα δώδεκα (12) μηνών.

Ο διαγωνισμός αυτός, διενεργήθηκε, ύστερα από τήρηση των νομίμων διατυπώσεων δημοσιότητας και αφού εκδόθηκε από το εναγόμενο η υπ' αριθμ 22/2007 απόφαση ΔΕ, περί καθορισμού των όρων διακήρυξης αναφορικά με την παροχή υπηρεσιών "Αποκομιδή απορριμμάτων του Δήμου Κασσάνδρας" και η υπ' αριθμ. 137/2007 απόφαση περί έγκρισης του πρακτικού διαγωνισμού, κατά τον οποίο αναδείχθηκε η ενάγουσα ως μειοδότρια.

Ακολούθως, δυνάμει της υπ' αριθμό 137/2007 απόφασης του Διοικητικού Συμβουλίου του εναγόμενου, υπογράφηκε μεταξύ των διαδίκων στις 24-07-2007, η υπ' αριθμ. 10443/ 25-07-2007 σύμβαση παροχής υπηρεσιών ανώτατου συνολικού ποσού συμπεριλαμβανομένου του Φ.Π.Α 1.091.039,80 €. Με τη σύμβαση αυτή, η ενάγουσα, ανέλαβε την εκτέλεση, με δικές της δαπάνες (εργατικό προσωπικό, μηχανήματα και εξοπλισμό), των εργασιών που απαιτούντο για την υλοποίηση της παροχής υπηρεσιών, για τον καθαρισμό κοινοχρήστων χώρων και απορριμμάτων του εναγόμενου Δήμου, όπως οι υπηρεσίες, αυτές, περιγράφηκαν στην τεχνική έκθεση και στο τεύχος Σ.Υ, που περιέχονταν στο τεύχος δημοπράτησης, σε όλη τη διοικητική περιφέρεια του Δήμου, για χρονικό διάστημα δώδεκα μηνών, από την ημερομηνία υπογραφής της σύμβασης (25-7- 2007) και η αμοιβή της ορίστηκε στο ποσό των 1.091.039,80 € (συμπεριλαμβανομένου του ΦΠΑ), ορίστηκε δε, ότι σ' αυτήν περιλαμβάνεται και κάθε μορφής δαπάνη για την εκτέλεση των εργασιών, καθώς και ότι "οι πληρωμές του Αναδόχου θα γίνονται τμηματικά στο τέλος κάθε μήνα, με την υποχρεωτική υποβολή εβδομαδιαίας πιστοποίησης εργασιών και εφόσον βεβαιωθεί η καλή εκτέλεση της εργασίας, από την Διευθύνουσα Υπηρεσία του Δήμου Κασσάνδρας και ανάλογα με την πρόοδο των εργασιών".

Ενώ, σε όλη την ανωτέρω σύμβαση, /αλλά και στο Τεύχος Δημοπράτησης του προηγηθέντος μειοδοτικού διαγωνισμού, το κρίσιμο, για τη διάρκεια της σύμβασης, στοιχείο είναι ο χρόνος (δωδεκάμηνη διάρκεια της, βλ. σχετικά το άρθρο 1.2 της σύμβασης) στην παράγραφο 3 του άρθρου 1.2 συμπεριλήφθηκε εδάφιο κατά το οποίο "Η συντόμευση της περιόδου εκτέλεσης των καθηκόντων του αναδόχου πριν την εκπνοή των 12 μηνών, μπορεί να ισχύει στην περίπτωση που εκτελεσθούν όλες οι εργασίες που περιγράφονται στα τεύχη δημοπράτησης".

Στα τεύχη δημοπράτησης δεν υφίσταται εμφανής ποσοτικός καθορισμός του υπό δημοπράτηση έργου, ώστε να θεωρείται η σύμβαση εκπληρωθεϊσα μετά την εκτέλεση αυτού. Μόνον στο τεύχος "Τεχνικής Έκθεσης", όπου προϋπολογίζεται, με βάση τη συνήθη κατά τα τελευταία έτη παραγωγή απορριμμάτων, το κόστος των εργασιών και ειδικότερα στον "Ενδεικτικό Προϋπολογισμό" του έργου γίνεται αναφορά σε ποσότητα 13.000 τόνων, η οποία, όμως, ως ενδεικτική και προπαρασκευαστική της δημοπράτησης ενέργεια, δεν δεσμεύει τους συμβαλλόμενους που απέβλεφαν, όπως προαναφέρθηκε στην χρονική διάρκεια της σύμβασης.

Άλλωστε, κατά ειδική διάταξη του άρθρου 5 του τεύχους "Συγγραφής Υποχρεώσεων" το διάστημα παροχής υπηρεσιών "λήγει με την έκδοση βεβαίωσης από τον Δήμο ότι έληξαν ικανοποιητικά οι συμβατικές υποχρεώσεις του αναδόχου", για την έκδοση δε της βεβαιώσεως αυτής "ο ανάδοχος πρέπει να υποβάλει για έλεγχο την τελική έκθεση των υπηρεσιών που παρασχέθηκαν", πράξεις που ουδόλως έλαβαν χώρα.

Από τα ανωτέρω αποδεικνύεται ότι η για το έτος 2007 σύμβαση μεταξύ των διαδίκων, έχοντας εκκινήσει την 25-7-2007 έληξε την 24-7-2007 (σημ. εκ παραδρομής αναφέρεται το τελευταίο αυτό έτος, αφού το ορθό προκύπτει αμέσως κατωτέρω και είναι 2008), ο δε αντίθετος ισχυρισμός της ενάγουσας για πρόωρη λήξη της σύμβασης, λόγω εκτέλεσης του συνόλου των υπηρεσιών, τον οποίο μάλιστα, όπως και όλους τους αγωγικούς ισχυρισμούς, επαναλαμβάνουν στις ένορκες βεβαιώσεις τους οι υπάλληλοι της Α.

Π. και Μ. Ρ., κρίνεται αβάσιμος. Σε συνάντηση που έγινε, περί τα τέλη Ιουνίου 2008, μεταξύ των εκπροσώπων των διαδίκων, ενόψει της επερχόμενης λήξης της ανωτέρω σύμβασης, την 24-7-2008 και επειδή η ανάγκη εκτέλεσης των παραπάνω εργασιών, αποκομιδής των απορριμμάτων του Δήμου, ήταν επιτακτική, ενόψει της τουριστικής περιόδου και του γεγονότος, ότι οι διαδικασίες για τη διενέργεια του επομένου διαγωνισμού και η ανάθεση των εργασιών αυτών σε ανάδοχο, δεν είχαν αποπερατωθεί, ο δε εναγόμενος δεν βρισκόταν σε ετοιμότητα να εκτελέσει τις εργασίες αυτές, με εποχικό προσωπικό και μισθωμένα μηχανήματα, λόγω της κατεπείγουσας, κατά τα παραπάνω, περίστασης, της αποκομιδής των οικιακών απορριμμάτων από τα δημοτικά διαμερίσματα και της μεταφοράς αυτών, στον ΧΥΤΑ Κασσάνδρας, ο Δήμος Κασσάνδρας ανέθεσε στην ενάγουσα, άτυπα, με προφορική συμφωνία την εκτέλεση του παραπάνω έργου, για το επόμενο της λήξης της σύμβασης χρονικό διάστημα, μέχρι την επιτυχή ολοκλήρωση της επόμενης διαγωνιστικής διαδικασίας, εντός του οποίου και το διάστημα από 25-7- 2008 έως 31-7-2008.

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι, η ενάγουσα, καθ' όλο το παραπάνω αναφερόμενο χρονικό διάστημα, εκτέλεσε, σε καθημερινή βάση, όλες τις εργασίες συλλογής και αποκομιδής των οικιακών απορριμμάτων, όλων των δημοτικών διαμερισμάτων του Δήμου, όπως τις εκτελούσε και κατά τη διάρκεια της έγγραφης μεταξύ τους σύμβασης, με τις ίδιες προδιαγραφές, διαθέτοντας όλον τον απαραίτητο εξοπλισμό και τον ίδιο αριθμό εργαζόμενων.

Έτσι, κατά την διάρκεια του παραπάνω χρονικού διαστήματος, όπως αποδεικνύεται από τα προσκομιζόμενα ζυγολόγια μεταφοράς τα οποία λήφθηκαν μετά από καθημερινή ζύγιση στη γεφυροπλάστιγγα του ΧΥΤΑ Κασσάνδρας καθώς και ημερήσια Δελτία Καταγραφής Δρομολογίων Οχημάτων, η ενάγουσα συνέλεξε και μετέφερε στον ΧΥΤΑ Κασσάνδρας την 25-7-2008: 87.940 kg, την 26-7-2008: 90.260 kg, την 27-7- 2008: 92.530 kg, την 28-7-2008:106.090 kg, την 29-7-2008: 91.890 kg, την 30-7- 2008: 86.380 kg και την 31-7-2008: 83.090 kg απορριμμάτων και συνολικά για το χρονικό διάστημα από 25-7-2008 έως και 31-7-2008 638,18 τόνους οικιακών απορριμμάτων.

Η παραπάνω σύμβαση, η οποία καταρτίστηκε προφορικά μεταξύ των διαδίκων, του εναγομένου εκπροσωπούμενου από το Δήμαρχο του, είναι άκυρη, για το λόγο ότι καταρτίσθηκε με απευθείας ανάθεση χωρίς να υπάρχει έγγραφη απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου του εναγομένου Δήμου, για τη διάθεση πιστώσεων με απευθείας ανάθεση λόγω συνδρομής εξαιρετικά επείγουσας περίπτωσης, οφειλόμενης αποκλειστικά σε απρόβλεπτες περιστάσεις, ήτοι σε έκτακτα πραγματικά γεγονότα, τα οποία αφενός δεν απορρέουν από παραλείψεις ή έλλειψη προγραμματισμού και επιμέλειας (υπαιτιότητα) του Δήμου (αναθέτουσα αρχή) αφετέρου δεν μπορούσαν, σύμφωνα με τα διδάγματα της ανθρώπινης εμπειρίας και λογικής, σε καμία περίπτωση να προβλεφθούν, και επί πλέον ούτε καταρτίστηκε με τήρηση του έγγραφου συστατικού τύπου, καθόσον το αντικείμενο της υπερβαίνει το ποσό των 2.500,00 €.

Η ακυρότητα της συμβάσεως είναι απόλυτη, καθώς αντιβαίνει στις απαγορευτικού και επιτακτικού χαρακτήρα, διατάξεις, του Ν. 3463/2006 (άρθρα 93, 209) του Ν.2286/1995 ( άρθρα 1 και 2 ) των π.δ. 370/1995 και 57/2000 οι οποίες, ενόψει του σκοπού εξασφάλισης της διαφάνειας και της χρηστής διοίκησης, είναι αναγκαστικού δικαίου και μ' αυτές αποδοκιμάζονται οι δικαιοπραξίες που συνάπτονται με καταστρατήγηση του νόμου.

Η ακυρότητα αυτή επέρχεται αυτομάτως, ανεξάρτητα από τη γνώση των συμβαλλομένων, ενώ δεν θεραπεύεται ούτε είναι δυνατή η κύρωση ή έγκρισή τους, ούτε με αναγνώριση από τα μέρη ή με συμβιβασμό ή παραίτηση. Η ως άνω σύμβαση, θα έπρεπε να καταρτισθεί σύμφωνα με τις διατάξεις του Ε.Κ.Π.Ο.Τ.Α, όπως ισχύει, κατά τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, ήτοι κατά κανόνα κατόπιν μειοδοτικού διαγωνισμού, ώστε να καθίσταται δυνατή, με την προσέλευση μεγάλου ή έστω ικανού αριθμού μειοδοτών, η ανάπτυξη επαρκούς ανταγωνισμού και η διασφάλιση των οικονομικών συμφερόντων του εναγομένου ΟΤΑ, με την επιλογή της πλέον συμφέρουσας γι' αυτόν προσφοράς, αλλά και μέσω της διαπραγμάτευσης η επίτευξη καλύτερων τιμών.

Η σύμβαση αυτή η οποία καταρτίσθηκε προφορικά με απευθείας ανάθεση από τον Δήμαρχο, χωρίς να υφίστανται οι σχετικές αποφάσεις των οργάνων του εναγομένου συνήφθη, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, με τους ίδιους όρους, που είχαν περιληφθεί στην ήδη υπογραφείσα μεταξύ τους σύμβαση, ήτοι αντί τιμή μονάδος 64,03 € ανά τόνο συλλογής και μεταφοράς απορριμμάτων μη συμπεριλαμβανομένου ΦΠΑ, ο δε ισχυρισμός της ενάγουσας περί αναπροσαρμογής της τιμής μονάδος, στο ποσό των 74,03 € (προ ΦΠΑ), κρίνεται αβάσιμος και απορριπτέος, ενόψει μάλιστα της δυνατότητας που παρείχε η ανωτέρω 10443/ 25-07-2007 σύμβαση παροχής υπηρεσιών για παράταση της με ρητή συμφωνία των μερών.

Αποδείχθηκε περαιτέρω, ότι για όλες τις πιο πάνω εργασίες, που εκτέλεσε η ενάγουσα, καθ' όλο το χρονικό διάστημα του μηνός Αυγούστου 2008, δεν καταβλήθηκε σ αυτήν κανένα ποσό, από την συμφωνηθείσα αμοιβή της των (638,18 Χ 64,03=)40.862,66 € ούτε συμπεριλήφθηκε αυτή, σε κάποιο μεταγενέστερο ένταλμα πληρωμής. Κατά το παραπάνω ποσό των 40.862,66 €, των δαπανών στις οποίες υποβλήθηκε η ενάγουσα, για την παροχή της προαναφερόμενης υπηρεσίας της, στο εναγόμενο, κατά το ένδικο χρονικό διάστημα, σ' εκτέλεση της μεταξύ τους άτυπης και συνακόλουθα άκυρης, λόγω μη τήρησης της προβλεπόμενης διαδικασίας, ανάθεσης των εργασιών που εκτελέστηκαν, κατόπιν προκήρυξης διαγωνισμού και του αναγκαίου, κατά το νόμο, έγγραφου τύπου, συμβάσεως, ο εναγόμενος κατέστη αδικαιολογήτως πλουσιότερος σε βάρος της ενάγουσας, καθόσον, ωφελήθηκε κατά το εν λόγω ποσό, χωρίς νόμιμη αιτία, σε βάρος της περιουσίας της, εξοικονομώντας την ισόποση δαπάνη, στην οποία θα υποβαλλόταν, για να καταβάλλει, ως αμοιβή, σ' άλλον, ο οποίος θα αναλάμβανε με έγκυρες σχετικές συμβάσεις, την παροχή των συγκεκριμένων υπηρεσιών αποκομιδής των απορριμμάτων, των δημοτικών διαμερισμάτων που απαρτίζουν το Δήμο του κατά το ένδικο χρονικό διάστημα, κάτω από τις ίδιες περιστάσεις και συνακόλουθα, η ενάγουσα δικαιούται το ποσό αυτό, που είναι ίσο, με τη συνηθισμένη και δικαιολογημένη για την παροχή των υπηρεσιών που παρείχε στον εναγόμενο, αμοιβή, κατά τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού (........).

Συνακόλουθα των ανωτέρω, πρέπει, να γίνει εν μέρει δεκτή η αγωγή, ως βάσιμη στην ουσία της και να υποχρεωθεί ο εναγόμενος Δήμος Κασσάνδρας Χαλκιδικής να καταβάλλει στην ενάγουσα το ποσό των 40.862,66 € με τον νόμιμο τόκο (6%) από την επομένη της επίδοσης της αγωγής, πλέον Φ.Π.Α 9% ήτοι το ποσό των 3.677,63 € καταβλητέο στην ενάγουσα με την έκδοση του σχετικού φορολογικού παραστατικού είσπραξης του προαναφερθέντος ποσού, με τον νόμιμο τόκο από την επομένη της έκδοσης του σχετικού παραστατικού από την ενάγουσα...".

Στήριξε δε την κρίση του το Εφετείο και σε "...όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν με τις νομότυπα κατατεθείσες έγγραφες προτάσεις τους, μερικά εκ των οποίων μνημονεύονται ειδικότερα κατωτέρω, χωρίς ωστόσο να παραλείπεται κανένα κατά την ουσιαστική διάγνωση της διαφοράς, ούτε και η αναφορά μερικών από αυτά να προσδίδει σε αυτά αυξημένη αποδεικτική ισχύ σε σχέση με τα λοιπά επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα, για τα οποία δεν γίνεται ειδική για το καθένα μνεία, που είναι όμως ισοδύναμα, και όπως προεκτέθηκε, όλα ανεξαιρέτως συνεκτιμώνται προς σχηματισμό της δικανικής του κρίσεως "...

Έτσι, όμως, από τις ως άνω παραδοχές του Εφετείου δεν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι αυτό έλαβε υπόψη του, κατά τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, και ότι συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις και τις αναφερόμενες ανωτέρω δύο τελεσίδικες αποφάσεις του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, που είχαν προσκομιστεί μετ' επικλήσεως, με τις προτάσεις (βλ.

σελ. 20,21 και 34 αυτών, στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο) της εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας, κατά τη συζήτηση της υπόθεσης σε αυτό (δευτεροβάθμιο δικαστήριο), εν όψει του ότι η αναφορά της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης στα αποδεικτικά αυτά μέσα (έγγραφα) είναι πλήρως γενική και δεν γίνεται ουδεμία ειδική μνεία σ' αυτήν, μη αξιολογώντας τις ως άνω δικαστικές αποφάσεις ως προς τον ουσιώδη ισχυρισμό της ενάγουσας ότι, πριν την αναιρεσιβαλλόμενη, είχαν ήδη εκδοθεί δύο τελεσίδικες αποφάσεις του (Μονομελούς) Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την ίδια ιστορική αιτία (πλην των χρονικών διαστημάτων για τα οποία ζητούσε αποζημίωση) και, συγκεκριμένα, οι:

α) ΜΕφΘεσ 953/2015, η οποία επεδίκασε υπέρ της αναίρεσε ίο υ σας το ποσό των 55.295,66 € (πλέον τόκων 6%) και πλέον ΦΠΑ για το ποσό αυτό, για το μεταφορικό έργο τηςπεριόδου 18.6.2008 - 30.6.2008 και β) ΜΕφΘεσ 954/2015 που επεδίκασε υπέρ της αναιρεσείουσας το ποσόν των 32.837,14 € (πλέον τόκων 6%) και πλέον ΦΠΑ για το ποσό αυτό, για το μεταφορικό έργο της περιόδου 1.9.2008 - 9.9.2008, δεχόμενες αμφότερες (η μία για προγενέστερο και η άλλη για μεταγενέστερο χρονικό διάστημα από αυτό της ένδικης υπόθεσης ) ότι η αρχική σύμβαση είχε περατωθεί στις 17.6.2008 (και όχι στις 24.7.2008 που έγινε δεκτό με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση).

Συνεπώς, ο τρίτος λόγος αναίρεσης, από τον αρ. 11 γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος.

Ακολούθως, κατά παραδοχή του ως άνω λόγου αναιρέσεως και παρέλκουσας της έρευνας του δεύτερου από τους λόγους της [περί ευθείας παράβασης νόμου, ειδικότερα δε του άρθρου 6 § 1 ΕΣΔΑ (λόγος αναιρέσεως εκ του αριθμ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ), κατά το μέτρο που δεν ελήφθη υπόψη και δεν συνεκτιμήθηκε το επικληθέν δεδικασμένο των αποφάσεων 953/2015 και 954/2015 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης], λόγω της αναιρετικής εμβέλειας του κριθέντος ως βάσιμου (τρίτου) λόγου της στο σύνολο της προσβαλλόμενης απόφασης, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων οι οποίοι εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ), να διαταχθεί, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ, η επιστροφή του παραβόλου στην αναιρεσείουσα και να καταδικαστεί ο αναιρεσίβλητος Ο.Τ.Α. στα δικαστικά έξοδα αυτής, που κατέθεσε προτάσεις, λόγω της ήττας του (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), μειωμένα όμως κατ' άρθρο 281 παρ. 2 Ν. 3463/2006 - Κώδικας Δήμων και Κοινοτήτων, σε συνδυασμό με το άρθρο 22 παρ. 1 Ν. 3693/1957 (ΑΠ 484/2022, ΑΠ 189/2021, ΑΠ 3/2020), κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 1000/2020 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.

Διατάσσει την απόδοση του παραβόλου στην αναιρεσείουσα.

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας τα οποία ορίζει σε εξακόσια (600) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Ιανουαρίου 2024.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 20 Μαρτίου 2024.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ O ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ