Legislator Case Law & Legislation
440/2022 AI generated

Supreme Court annuls labor dispute judgment and retains case for substantive review under Article 580 of Civil Procedure Code.

Case Number 440/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece annulled the first-instance judgment regarding the first defendant while dismissing appeals against the other parties. The court found that the contested judgment failed to examine the merits of the dispute on specific grounds, rendering those arguments inadmissible. Consequently, the case was retained for the Supreme Court to conduct a full substantive review without remitting it for a second referral.

Legislator headnote

AI generated

Articles 570, 579, 580 of the Code of Civil Procedure; If the Supreme Court annuls a judgment for reasons other than jurisdictional defects, it may retain the case and adjudicate the substance directly, avoiding a second remittal.

Keywords

AI generated
labor dispute procedure retention of case substantive review second remittal prohibition Article 580 Civil Procedure Code inadmissible appeal grounds supreme court jurisdiction

Cited Legislation

AI generated
Article 580 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 579 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 570 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 440 / 2022 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 440/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Νικολακέα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Θεόδωρο Μαντούβαλο, Καλλιόπη Πανά - Εισηγήτρια και Παναγιώτη Αθανασόπουλο, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 19 Ιανουαρίου 2021, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1)Α. Π. του Α., 2)Β. Β. του Χ., 3)Χ. Β. του Χ., 4)Μ. Β. του Χ., 5)Μ. Β. του Θ. και 5)Χ. Β. του Χ. κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους Αθανάσιο Γεωργιάδη και Σπύρο Μπαλατσούκα, που κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1)Δημοτικής Επιχείρησης Ύδρευσης και Αποχέτευσης Κοζάνης, που εδρεύει στην Κοζάνη και εκπροσωπείται νόμιμα, 2)ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "...." και το διακριτικό τίτλο "....", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, 3)Δ. Π. του Γ. και 4)Μ. Π. του Ι.. Η 1η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Διαμαντόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο οποίος κατέθεσε προτάσεις και οι λοιποί (2η, 3ος και 4η) εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Γκουτζιώτη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27/5/2013 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κοζάνης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 357/2015 του ίδιου Δικαστηρίου και 55/2017 του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας. Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκε αναίρεση και εκδόθηκε η 1048/2018 απόφαση του Αρείου Πάγου (Β1 Πολιτικό Τμήμα), η οποία την αναίρεσε και παρέπεμψε την υπόθεση προς νέα κρίση στο ίδιο ως άνω δικαστήριο. Κατόπιν αυτής εκδόθηκε η 75/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας, την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 3/9/2020 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσειόντων ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη των αντιδίκων τους στη δικαστική δαπάνη τους.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 3-9-2020 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών υπ'αριθμ. 75/2020 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας, η οποία δέχθηκε και κατ' ουσίαν την υπ'αριθμ. καταθ. 99/31-12-2015 (από παραδρομή αναφέρεται ως υπ'αριθμ. 2/8 ... 2016) έφεση με πρόσθετους λόγους και αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων που περιέχονται στην από 22-8-2018 κλήση, με αριθμ. καταθ. 91/2018. Επί της προαναφερόμενης έφεσης εκδόθηκε αρχικά η υπ' αριθμ. 55/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας, με την οποία απορρίφθηκε αυτή (έφεση), μετά δε την άσκηση αναίρεσης κατά της άνω απόφασης εκ μέρους της νυν πρώτης αναιρεσίβλητης, με την υπ'αριθμ. 1048/2018 απόφαση του Αρείου Πάγου, αναιρέθηκε η άνω τελεσίδικη απόφαση όσο αφορά αυτήν (νυν πρώτη αναιρεσίβλητη) και παραπέμφθηκε η υπόθεση για νέα εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο το οποίο εξέδωσε την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση.

Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 495 και 564 παρ. 3 ΚΠολΔ). Αυτή δεν είναι παραδεκτή κατά το μέρος που στρέφεται κατά της πρώτης αναιρεσίβλητης, που νίκησε στην δίκη ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου (της παραπομπής), μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία, όπως προκύπτει από την απόφαση αυτή ήταν αντίδικος των νυν αναιρεσειόντων - εναγόντων, όχι δε και κατά το μέρος που στρέφεται κατά των συνεναγομένων της - δεύτερης, τρίτου και τετάρτης των νυν αναιρεσιβλήτων - δεύτερης, τρίτου και τετάρτης των εναγομένων, που είναι απλοί ομόδικοι της πρώτης στην δίκη επί της κρινόμενης αγωγής, ως προς τους οποίους και κατά το κεφάλαιο που τους αφορά δεν αναιρέθηκε η αρχική απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Κοζάνης και ως προς αυτούς έγινε τελεσιδίκως δεκτή η αγωγή, απορριφθείσης της έφεσής τους ως αβάσιμης (απόφαση με αριθμ. 55/2017) (άρθρ. 68, 556, 558 ΚΠολΔ). Η αναίρεση ως προς αυτούς είναι απαράδεκτη, γιατί οι προτεινόμενοι μ' αυτήν λόγοι δεν τους αφορούν, έτσι δεν είναι δυνατόν ν' αναιρεθεί ως προς αυτούς η απόφαση και αν ακόμη ευδοκιμήσουν οι προβληθέντες αναιρετικοί λόγοι, ούτε επικαλούνται με την αναίρεση (οι αναιρεσείοντες) κάποιο ειδικό έννομο συμφέρον για την άσκησή της έναντι αυτών (ΑΠ 913/2014, ΑΠ 1521/07, ΑΠ 125/06, ΑΠ 731/05, ΑΠ 943/92). Τέλος τα δικαστικά έξοδα πρέπει να συμψηφιστούν μεταξύ των διαδίκων (άρθρ. 179 περ. β', 183, 191 ΚΠολΔ).

Στο άρθρο 579 παρ. 1 ΚΠολΔ, ορίζεται ότι "αν αναιρεθεί η απόφαση, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την απόφαση που αναιρέθηκε και η διαδικασία πριν από την απόφαση αυτή ακυρώνεται μόνο εφόσον στηρίζεται στην παράβαση για την οποία έγινε δεκτή η αναίρεση. Κάθε απόφαση που στηρίζεται σ'αυτήν που αναιρέθηκε αναιρείται, εφόσον οι λόγοι της αναίρεσης αναφέρονται και σ' αυτήν".

Στο άρθρο του 580 παρ. 3 του ίδιου Κώδικα, ότι "αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2 (δηλαδή για υπέρβαση δικαιοδοσίας ή για παράβαση των διατάξεων των σχετικών με την αρμοδιότητα, αντίστοιχα), παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση σε άλλο δικαστήριο ισόβαθμο και ομοειδές προς εκείνο το οποίο εξέδωσε την απόφαση που αναιρέθηκε ή στο ίδιο, αν είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές" και στο άρθρο του 581 παρ. 2 αυτού, ότι "η υπόθεση συζητείται (στο δικαστήριο της παραπομπής) μέσα στα όρια που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση..".

Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι, η αναίρεση της απόφασης και επομένως και η εξαφάνισή της μπορεί να είναι ολική ή μερική. Τούτο θα εξαρτηθεί από το κατά πόσο έχουν προσβληθεί όλα ή κάποιο από τα περισσότερα κεφάλαια αυτής (ΑΠ 251/2016). Η απόφαση αναιρείται κατά το μέτρο παραδοχής της αναίρεσης, δηλαδή κατά τα κεφάλαια (αιτήσεις παροχής έννομης προστασίας), τα οποία αφορά ο λόγος αναίρεσης που έγινε δεκτός, καθώς και αυτά που συνάπτονται, άρρηκτα, με εκείνα που αναιρέθηκαν.

Η έκταση αυτή της αναίρεσης προκύπτει από το συγκεκριμένο περιεχόμενο της αναιρετικής απόφασης, κατισχύει από κάθε αντίθετη γενική διατύπωση αυτής και μάλιστα του τυχόν χαρακτηρισμού της από την ίδια της έκτασης της αναιρέσεως της προσβαλλόμενης απόφασης ως ολικής (ΑΠ 1150/2017, ΑΠ 304/2016). Στο δικαστήριο της παραπομπής η υπόθεση συζητείται μέσα στα όρια που διαγράφονται από την αναιρετική απόφαση.

Αν η απόφαση αναιρεθεί στο σύνολο της αποβάλλει την ισχύ της και δεν παράγει δεδικασμένο επί οποιουδήποτε ζητήματος έκρινε αυτή, ενώ οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που ήταν πριν από αυτήν. Στο σύνολο της θεωρείται ότι αναιρείται η απόφαση όταν η αναιρετική, κατά το διατακτικό της, δεν περιορίζει με σχετική διάταξη αυτού την αναίρεση σε ορισμένο ή ορισμένα κεφάλαια της όλης δίκης ή ως προς μερικούς μόνο από τους διαδίκους Περίπτωση ολικής αναίρεσης συντρέχει και όταν ο αναιρετικός λόγος που έγινε δεκτός πλήττει, κατά νομική ακολουθία, το κύρος της όλης απόφασης, σύμφωνα με το διατακτικό της αναιρετικής, αλλά σε συνδυασμό και με το αιτιολογικό της (ΟλΑΠ 27/2007, ΑΠ 84/2017, ΑΠ 359/2017).

Τα παράπονα που είχαν διατυπωθεί ως λόγοι εφέσεως και ως αναιρετικοί λόγοι κατ' αρχήν καλύπτονται από το δεδικασμένο της αναιρετικής απόφασης. Και στην περίπτωση αυτή, αν είχαν γίνει δεκτά ως αναιρετικοί λόγοι, τότε το δικαστήριο της παραπομπής δεσμεύεται να τα δεχτεί και ως βάσιμους λόγους της έφεσης, ενώ αν είχαν απορριφθεί ως αναιρετικοί λόγοι είναι ως λόγοι έφεσης απαράδεκτοι (ΑΠ 1476/2012, ΑΠ 738/2012).

Αν η απόφαση αναιρεθεί μερικά, ως προς ορισμένα κεφάλαια της όλης δίκης, τότε μόνο ως προς αυτά εξαφανίζεται η απόφαση, όπως και ως προς εκείνα που συνδέονται άρρηκτα με αυτά, τα οποία συναναιρούνται. Η εξουσία του δικαστηρίου της παραπομπής δεν εκτείνεται στα άλλα κεφάλαια, τα οποία δεν προσβλήθηκαν με την αίτηση αναίρεσης ή εκείνα ως προς τα οποία απορρίφθηκαν οι λόγοι αναίρεσης (ΑΠ 634/2016).

Ως προς αυτά τα κεφάλαια, ως προς τα οποία δεν αναιρέθηκε η απόφαση, αυτή παράγει δεδικασμένο, το οποίο λαμβάνεται υπόψη και αυτεπάγγελτα από το δικαστήριο. Εάν το δικαστήριο της παραπομπής εξετάσει εκ νέου τα κεφάλαια ως προς τα οποία δεν αναιρέθηκε η απόφαση, παραβιάζει το δεδικασμένο της απόφασης αυτής κατά τη θετική του λειτουργία, αν κρίνει διαφορετικά από την υφιστάμενη από το δεδικασμένο δέσμευση, οπότε ιδρύεται ο προβλεπόμενος από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 16 ΚΠολΔ λόγος, διότι κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο (ΑΠ 503/2017).

Ο Άρειος Πάγος ελέγχει μόνο την "παράβαση νόμου", δηλαδή την ψευδή ερμηνεία ή εσφαλμένη εφαρμογή των περί δεδικασμένου διατάξεων σε σχέση με όσα γίνονται ανελέγκτως δεκτά, ήτοι αν αυτά συνιστούν την έννοια του δεδικασμένου, και, σε καταφατική περίπτωση, αν αυτό έχει την έκταση και τα αποτελέσματα που του προσέδωσε η απόφαση, ενώ διαφεύγει του αναιρετικού ελέγχου, ως κρίση περί τα πράγματα, η συνδρομή ή όχι των περιστατικών ως προς την ταυτότητα της διαφοράς και των διαδίκων (ΑΠ 644/2015).

Αν η κρίση περί δεδικασμένου στηρίζεται επί διαδικαστικών εγγράφων για την εξακρίβωση της βασιμότητας ή μη του λόγου, ελέγχεται και η εκτίμηση του περιεχομένου τους, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ. Ο Άρειος Πάγος επισκοπεί και την απόφαση από τη οποία απορρέει το δεδικασμένο και ελέγχει με βάση αυτή, τη σχετική παραδοχή του δικαστηρίου (ΟλΑΠ 15/1998, ΑΠ 2068/2014).

Επί αγωγής που στηρίζεται σε περισσότερες βάσεις, οι οποίες είναι αμοιβαίως επικουρικές, η αναίρεση της απόφασης για λόγο που αφορά μόνο μία από τις βάσεις αυτές, εκτείνεται και στις διατάξεις αυτής για τις λοιπές βάσεις οι κατά των οποίων λόγοι αναίρεσης είναι μάταιο να εξετασθούν (ΑΠ 1608/1991). Επίσης όταν μεταξύ των περισσοτέρων κεφαλαίων της απόφασης που αναιρέθηκε, υπάρχει συνάφεια, διότι αυτά αναγκαίως συνέχονται, ή όταν από την ερμηνεία της αναιρετικής απόφασης, σε συνδυασμό με το αναιρετήριο, προκύπτει αμφιβολία ως προς την έκταση της αναίρεσης οι συνέπειες της αναίρεσης εκτείνονται και σε εκείνα τα κεφάλαια που δεν αναφέρθηκαν με σαφή και ρητή διάταξη (ΑΠ 1683/2008, ΑΠ 674/1998).

Απαραίτητη προϋπόθεση για την επέκταση της αναίρεσης στις διατάξεις της απόφασης για τους λοιπούς λόγους της αγωγής είναι να προσβάλλονται αυτοί με την αίτηση αναίρεσης, οπότε, λόγω παραδοχής κάποιου λόγου αναίρεσης, αναιρείται η απόφαση χωρίς να εξεταστούν οι λοιποί λόγοι. Αν δεν προσβλήθηκε με την αίτηση αναίρεσης η απόρριψη κάποιων λόγων της αγωγής η απόρριψη αυτών είναι πλέον αμετάκλητη, δεν καταλαμβάνεται συνεπώς από την έκταση της αναιρετικής απόφασης και το δικαστήριο της παραπομπής, παρά την αναίρεση της απόφασης με την παραδοχή κάποιου άλλου λόγου αναίρεσης δεν μπορεί, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, να εξετάσει αυτούς τους λόγους εκ νέου αφού καλύπτονται από το δεδικασμένο.

Η διαδικαστική πορεία της παρούσας υπόθεση έχει ως εξής: Με την υπ' αριθμ. καταθ. ΜΤΕ 1195/2013 αγωγή των εδώ αναιρεσειόντων ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κοζάνης (ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών) εναντίον της εδώ πρώτης αναιρεσίβλητης και κατά των δεύτερης, τρίτου και τετάρτης των αναιρεσιβλήτων ιστορούσαν αυτοί: Ότι από αποκλειστική υπαιτιότητα των εναγομένων, άνω αναιρεσιβλήτων, υπό τις ιδιότητές τους που αναφέρονται στην αγωγή, προκλήθηκε ο τραυματισμός και εξ αυτού ο θάνατος του Χ. Β. όταν, κατά την διάρκεια ελαιοχρωματισμού της περιγραφόμενης αγωγής δεξαμενής της δημοτικής επιχείρησης (πρώτης αναιρεσίβλητης - εναγομένης) προκλήθηκε έκρηξη. Ότι ο θάνατος του συζύγου, πατέρα και υιού αυτών τους προξένησε έντονη θλίψη και ψυχική οδύνη και ζητούσαν για την αποκατάστασή της τα ποσά που αναφέρονται για τον καθένα τους, από τους εναγόμενους εις ολόκληρον ο καθένας.

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 357/2015 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κοζάνης η οποία έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή και υποχρέωσε τους εναγόμενους για την άνω αιτία, να καταβάλουν στους ενάγοντες, εις ολόκληρο ο καθένας, 80.000 ΕΥΡΩ στην πρώτη ενάγουσα, για τον εαυτό της 80.000 ΕΥΡΩ σ' αυτήν για το ανήλικο τότε τέκνο της (Β.

Β.), 80.000 ΕΥΡΩ για την τρίτη ενάγουσα, 30.000 ΕΥΡΩ για την τέταρτη και 30.000 ΕΥΡΩ για τον πέμπτο, νομιμοτόκως. Ακολούθως τόσο η νυν πρώτη αναιρεσίβλητη όσο κι'οι λοιποί συνεναγόμενοί της αναιρεσίβλητοι άσκησαν χωριστά εφέσεις κατά της πρωτόδικης απόφασης (με αριθμούς 99/2015 και 2/2016 αντίστοιχα). Επί των εφέσεων αυτών που συνεκδικάστηκαν εκδόθηκε η υπ'αριθμ. 55/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας, η οποία τις απέρριψε και επικύρωσε την πρωτόδικη.

Κατά της απόφασης αυτής άσκησε αναίρεση μόνο η νυν πρώτη αναιρεσίβλητη (από 19-6-2017) ενώπιον του Αρείου Πάγου. Επ' αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 1048/2018 απόφασή του, η οποία την έκανε δεκτή κατά τον λόγο της που ανάγετο στον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ενώ δεν ερεύνησε τους λοιπούς λόγους και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Μονομελές Εφετείο Δυτικής Μακεδονίας.

Με την από 22-8-2018 κλήση της πρώτης αναιρεσίβλητης η υπόθεση επαναφέρθηκε στο άνω Εφετείο, το οποίο με την νυν προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε την έφεση της πρώτης αναιρεσίβλητης, εξαφάνισε την υπ' αριθμ. 357/2015 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κοζάνης ως προς την πρώτη εναγομένη-πρώτη αναιρεσίβλητη - εκκαλούσα.

Κράτησε και δίκασε κατά το άνω παραπεμφθέν κεφάλαιο και απέρριψε την αγωγή ως προς την άνω πρώτη εναγόμενη και δέχθηκε την αίτηση περί επαναφοράς στην προηγούμενη κατάσταση που είχε υποβληθεί απ'αυτήν.

Στην προσβαλλόμενη απόφαση υπ' αριθμ. 75/2020 του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας αναφέρεται ότι κρίθηκαν με δύναμη δεδικασμένου, που προκύπτει από την υπ'αριθμ. 55/2017 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, η οποία δεν αναιρέθηκε ως προς αυτά με την υπ' αριθμ. 1048/2018 απόφαση του Αρείου Πάγου, όσα αφορούν τους λοιπούς εναγόμενους (πλην της πρώτης), λόγω μη άσκησης αναίρεσης απ' αυτούς, ως προς την υπαιτιότητά τους στην πρόκληση του θανάτου του συγγενούς τους.

Κατά της απόφασης οι εδώ αναιρεσείοντες άσκησαν την από 4/9/2020 με αριθμ. καταθ. 14/2020 αίτηση αναίρεσης.

Σύμφωνα με το άρθρο 1 του ν. 3669/2008 "Κωδικοποίηση της νομοθεσίας περί δημοσίων έργων" (αντίστοιχο του άρθρου 1 του ν. 1418/1984) ορίζεται ότι οι διατάξεις του παρόντος Κώδικα εφαρμόζονται σε όλα τα έργα που προγραμματίζονται και εκτελούνται από τους φορείς, που αναφέρονται στην παρ. 1 του άρθρ. 14 του ν. 2190/1994, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και η πρώτη αναιρεσίβλητη που αποτελεί ΝΠΙΔ με κοινωφελή χαρακτήρα ένεκα του οποίου εντάσσεται στον ευρύτερο Δημόσιο Τομέα.

Συνεπώς γι' αυτήν έχουν εφαρμογή και οι διατάξεις του άρθρου 28 παρ. 1γ και παρ. 3δ του ν. 3669/2008 (αντίστοιχες του άρθρου 4 παρ. 2γ του ν.1418/1984 και του άρθρου 83 του ν. 2362/1995), με την πρώτη των οποίων ορίζεται ότι προϋπόθεση εφαρμογής της εξαιρετικής διαδικασίας της απ' ευθείας ανάθεσης δημόσιου έργου αποτελεί μεταξύ άλλων η ειδική περίπτωση του σοβαρού επικείμενου κινδύνου, ενώ με την δεύτερη ότι επιτρέπεται, μετά από έγκριση του αρμόδιου οργάνου, χωρίς δημοσίευση της σχετικής προκήρυξης, η απ' ευθείας ανάθεση σε περίπτωση που έκτακτη και προδήλως κατεπείγουσα ανάγκη (η συνδρομή της οποίας αιτιολογείται πλήρως από την αρμόδια υπηρεσία), καθιστά αδύνατη την τήρηση των διατάξεων που αφορούν την διενέργεια δημοπρασίας και υπό την προϋπόθεση, ότι η ως άνω έκτακτη και κατεπείγουσα ανάγκη δεν οφείλεται σε δική της ευθύνη.

Περαιτέρω, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρ. 1 παρ. 1 και 9 εδ. α'του ίδιου ν. 1418/1984 δημόσια έργα είναι έργα υποδομής της χώρας, τα οποία καλύπτουν βασικές ανάγκες του κοινωνικού συνόλου, συμβάλλουν στην ανάπτυξη των παραγωγικών δυνατοτήτων, στην αύξηση του εθνικού προϊόντος, στην ασφάλεια της χώρας και γενικά αποσκοπούν στην βελτίωση της ποιότητας ζωής του κοινωνικού συνόλου.

Από τεχνική άποψη, δημόσια έργα είναι όλα τα έργα, που εκτελούν φορείς του δημόσιου τομέα και συνδέονται με οποιοδήποτε τρόπο με το έδαφος, το υπέδαφος ή τον υποθαλάσσιο χώρο, όπως και τα πλωτά τμήματα των τεχνικών έργων. Ως έργο νοείται κάθε νέα κατασκευή ή επέκταση ή ανακαίνιση ή επισκευή ή συντήρηση και η οικονομικά ή τεχνικά αυτοτελής λειτουργία και κάθε σχετική ερευνητική εργασία, που απαιτεί τεχνική γνώση και επέμβαση (ΑΠ 100/2020, ΑΠ 845/2009).

Κατά δε τη διάταξη του άρθρ. 2 του ίδιου νόμου, αυτός εφαρμόζεται σε όλα τα έργα, που προγραμματίζονται και εκτελούνται από τους φορείς του δημόσιου τομέα, στους οποίους περιλαμβάνονται μεταξύ άλλων, και οι Οργανισμοί Τοπικής Αυτοδιοίκησης. Σύμφωνα δε με το άρθρο 277 του π.δ. 410/1995 "Δημοτικός Κοινοτικός Κώδικας, σε συνδ.

με το άρθρ. 1 παρ. 1 του ν. 1069/1980, οι δημοτικές και κοινοτικές επιχειρήσεις, που μπορούσαν να δημιουργούν οι δήμοι και οι κοινότητες (ήδη υφίσταται περιορισμός με το αρ. 107 παρ. 1 του ν. 3852/2010), όπως είναι εκείνες κατασκευής και συντήρησης έργων υποδομής στην περιοχή τους, αποτελούν νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου με κοινωφελή χαρακτήρα.

Η σχετική σύμβαση κατασκευής έργου μ' αυτές, είναι ιδιωτικού δικαίου προβλέπεται όμως από τον νόμο γι' αυτές (άρθρ.23 παρ. 5 πδ 171/1987) η εφαρμογή της νομοθεσίας περί δημοσίων έργων (ΑΠ 100/2020).

Περαιτέρω κατά το άρθρο922 ΑΚ "Ο κύριος ή ο προστήσας κάποιον άλλον σε μία υπηρεσία ευθύνεται για τη ζημία που ο υπηρέτης ή ο προστηθείς προξένησε σε τρίτον παράνομα κατά την υπηρεσία του". Εξ άλλου από τις διατάξεις των άρθρων 681, 688-691 και 698 ΑΚ προκύπτει ότι ο εργολάβος δεν θεωρείται κατ' αρχήν, ως προστηθείς του εργοδότη.

Όταν, όμως, ο εργοδότης επιφύλαξε (ρητά ή σιωπηρά) για τον εαυτό του τη διεύθυνση και την επίβλεψη εκτέλεσης του έργου και μάλιστα (επιφύλαξε) το δικαίωμα παροχής οδηγιών προς τον εργολάβο, ο τελευταίος θεωρείται ότι βρίσκεται σε σχέση πρόστησης με τον εργοδότη, οπότε στην περίπτωση αυτή, τα σχετικά με την ευθύνη (ενδοσυμβατική ή εξωσυμβατική) αυτών (εργοδότη-εργολάβου) ρυθμίζονται από τις διατάξεις των άρθρων 330, 334, 922 ΑΚ.

Επίσης στο άρθρο 6 του Ν. 1418/1984 που προαναφέρθηκε (Δημόσια 'Εργα και ρυθμίσεις συναφών θεμάτων) ορίζεται ότι "1. Η παρακολούθηση, ο έλεγχος και η διοίκηση των έργων ανήκει στην αρμόδια τεχνική υπηρεσία του φορέα κατασκευής του έργου (διευθύνουσα υπηρεσία ή επιβλέπουσα υπηρεσία), η οποία ενεργεί ό,τι απαιτείται για την καλή και έγκαιρη εκτέλεση των έργων και ορίζει τους τεχνικούς υπαλλήλους που θα ασχοληθούν ειδικότερα με την επίβλεψη, προσδιορίζει τα καθήκοντά τους όταν είναι περισσότεροι από ένας, παρακολουθεί το έργο τους και γενικά προβαίνει σε κάθε νόμιμη ενέργεια ... 2.

Στην περίπτωση κατασκευής έργου με ανάθεση σε ανάδοχο, η επίβλεψη αποσκοπεί στην πιστή εκπλήρωση απ' τον ανάδοχο των όρων της σύμβασης και στην κατασκευή του έργου κατά τους κανόνες της τέχνης, ώστε να ανταποκρίνεται στον προορισμό του. Η επίβλεψη μπορεί να ασκηθεί εκτός από τον τόπο των έργων και σε όλους τους χώρους που κατασκευάζονται τμήματα του έργου.

Ο ανάδοχος είναι υποχρεωμένος να εξασφαλίσει την απρόσκοπτη άσκηση της επίβλεψης στα εργοτάξια που τυχόν κατασκευάζονται τμήματα του έργου και γενικά σε όλους τους χώρους που κρίνει απαραίτητο η επιβλέπουσα υπηρεσία". Στο άρθρο 7 του αυτού νομοθετήματος ορίζονται τα εξής: "1. Ο ανάδοχος είναι υποχρεωμένος να κατασκευάσει το έργο κατά τους όρους της σύμβασης και τις σύμφωνες προς αυτή και το νόμο έγγραφες εντολές του φορέα κατασκευής του έργου.

Ο ανάδοχος που δεν εκπληρώνει τις υποχρεώσεις του μπορεί να κηρυχθεί έκπτωτος. 2....". Περαιτέρω στο άρθρο 34 του π.δ/τος 609/1985, με τίτλο "Κατασκευή δημοσίων έργων" ορίζεται ότι "1. Ο ανάδοχος έχει την υποχρέωση να τηρεί με ακρίβεια τη διάταξη και τις διαστάσεις των διαφόρων μερών του έργου, όπως προκύπτουν από τα εγκεκριμένα σχέδια ή άλλα στοιχεία της μελέτης.... 3.

Αν δεν ορίζεται διαφορετικά στη σύμβαση, ο ανάδοχος υποχρεούται να διαθέσει για το έργο όλο το απαιτούμενο προσωπικό, υλικά, μηχανήματα, οχήματα, αποθηκευτικούς χώρους και οποιαδήποτε άλλα μέσα. Ο ανάδοχος σε κάθε περίπτωση βαρύνεται με όλες τις απαιτούμενες δαπάνες για την ολοκλήρωση του έργου, όπως είναι...

οι δαπάνες αποζημιώσεων ζημιών στο προσωπικό του, στον κύριο του έργου ή σε οποιονδήποτε τρίτο και γενικά κάθε είδους δαπάνη απαραίτητη για την καλή και έντεχνη εκτέλεση του έργου. 4. Ο ανάδοχος έχει την υποχρέωση για την τήρηση των διατάξεων της εργατικής νομοθεσίας, των διατάξεων και κανονισμών για την πρόληψη ατυχημάτων στο προσωπικό...

ή σε οποιονδήποτε τρίτο και για τη λήψη μέτρων προστασίας του περιβάλλοντος. Σχετικά με τη λήψη μέτρων ασφαλείας είναι υποχρεωμένος να εκπονεί με ευθύνη του κάθε σχετική μελέτη (στατική, ικριωμάτων, μελέτη προσωρινής σήμανσης έργων κ.λπ.) και να λαμβάνει όλα τα σχετικά μέτρα". Με την τελευταία αυτή διάταξη δεν επιχειρήθηκε, προδήλως, η κατάργηση ή τροποποίηση των σχετικών κειμένων διατάξεων, με τις οποίες ρυθμίζονται διαφορετικά τα ανωτέρω θέματα, αλλά αποκλειστικώς ο καθορισμός των υποχρεώσεων του αναδόχου έναντι του κυρίου του έργου προς εξυπηρέτηση των δια του ν. 1418/1984 και του π.δ/τος 609/1985 επιδιωκομένου σκοπού, συνισταμένου στην αρτιότερη και ευχερέστερη εκτέλεση των δημοσίων έργων.

Εκ τούτων, παρέπεται ότι ο κύριος δημοσίου έργου, έχοντας την ιδιότητα του προσήκοντος αναδόχου, όπως προσδιορίζεται στην προαναφερθείσα διάταξη στο άρθρο 6 παρ. 1 του Ν. 1491/1984, υπέχει αστική ευθύνη για τις ζημίες που προκαλούνται σε τρίτους εξ αιτίας της εκτελέσεως δημοσίου έργου, έστω κι αν η εκτέλεση του έργου αυτού έχει ανατεθεί δια συμβάσεως σε ιδιώτη ανάδοχο (ΑΠ 100/2020, ΑΠ 576/2016, ΑΠ 1782/2014, ΑΠ 690/2012, ΑΠ 1014/2008, ΑΠ 2112/2014, βλ.

και ΣτΕ 2917/2019, ΣτΕ 529/2014, ΣτΕ 453/2013, 2897/2013). Η ευθύνη δε του Δημοσίου, όταν συντρέχει, είναι αυτοτελής και δεν επηρεάζεται από την τυχόν από άλλες διατάξεις προκύπτουσα ευθύνη του αναδόχου για βλάβες στα έργα ή για την μη τήρηση των κατά τον νόμο ή τη σύμβαση ή κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και τους κανόνες της καλής πίστεως υποχρεώσεών του ΣτΕ 529/2014, ΣτΕ 453/2013, πρβ.

ΣτΕ 2521/2008, 347/1997, ΑΠ 576/2016).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ'ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στον νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.

Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε τον νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε τον νόμο παρ' ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται και αν παραβιάστηκαν οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Τέτοιοι κανόνες είναι και οι γενικοί και ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, οι οποίοι αφορούν στην αναζήτηση, κατά την ερμηνεία των συμβάσεων και των δικαιοπραξιών γενικώς της αληθινής βουλήσεως των συμβαλλομένων, χωρίς προσήλωση στις λέξεις που αυτοί χρησιμοποίησαν, και όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπ' όψη και τα συναλλακτικά ήθη.

Ειδικότερα, το δικαστήριο παραβιάζει τους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών που εισάγουν οι ανωτέρω διατάξεις, όταν καίτοι διαπιστώνει, ανελέγκτως έστω και εμμέσως, την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας στις δηλώσεις βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων και εντεύθεν την ανάγκη συμπληρώσεως ή ερμηνείας αυτών, παραλείπει να προσφύγει για την συμπλήρωση ή ερμηνεία των, στις διατάξεις των άρθρων 173, 200 ΑΚ ή προσφεύγει στην εφαρμογή των διατάξεων αυτών και τη συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, καίτοι δέχεται, επίσης ανελέγκτως ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη ερμηνείας ή συμπληρώσεως όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη, ως στοιχεία προσδιοριστικά της καλής πίστης.

Οι αυτοί δε ερμηνευτικοί κανόνες παραβιάζονται ευθέως και όταν το ερμηνευτικό πόρισμα στο οποίο, μετά από ερμηνεία της δικαιοπραξίας, κατέληξε το δικαστήριο, δεν είναι σύμφωνο προς την καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη ήτοι οι συνήθειες και τρόποι ενέργειας που επικρατούν στις συναλλαγές.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την εν λόγω διάταξη που αποτελεί έκφανση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάση του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Ο συγκεκριμένος αναιρετικός λόγος προϋποθέτει ουσιαστική έρευνα της υπόθεσης και επομένως δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας απέρριψε την αγωγή ως αόριστη ή μη νόμιμη αφού στις περιπτώσεις αυτές το δικαστήριο δεν εκτιμά πραγματικά περιστατικά, ώστε να είναι δυνατόν να υπάρξουν ελλείψεις στην περιγραφή τους (ΟλΑΠ 9/2011, 3/1997, ΑΠ 9/2019, 76/2019, 538/2018).

Για το ορισμένο του λόγου αυτού πρέπει στο αναιρετήριο, πλην της αναφοράς στη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, του προταθέντος ουσιώδους αυτοτελούς ισχυρι9σμού και των θεμελιούντων αυτόν πραγματικών περιστατικών, το μεν να αναφέρονται οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, το δε να εξειδικεύονται οι ανεπάρκειες και οι αντιφάσεις που προσάπτονται στις ως άνω παραδοχές, δηλαδή να διαλαμβάνεται ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις (ολ ΑΠ 20/2005, ΑΠ 1354/2017, ΑΠ 1184/2015).

Η σαφής και πλήρης αναφορά των πραγματικών περιστατικών, που δέχτηκε το δικαστήριο ως θεμελιωτικά της κρίσης του για το βάσιμο ή μη της αγωγής είναι αναγκαία, διότι ευδοκίμηση της αναιρέσεως εξαρτάται όχι από την ορθότητα του αιτιολογικού της προσβαλλόμενης απόφασης, αλλά από εκείνη του διατακτικού της (ΚΠολΔ 578), τούτο δε συνάπτεται, σε σχέση λογικής ακολουθίας, προς τις ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου, έτσι ώστε η έκθεση των τελευταίων στο αναιρετήριο να είναι απαραίτητη, προκειμένου να ελεγχθεί αν η πλημμέλεια που αποδίδεται στην απόφαση οδήγησε σε σφαλερό διατακτικό, δοθέντος ότι η αοριστία του λόγου της αναίρεσης δεν μπορεί να συμπληρωθεί με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο (ΟλΑΠ 27/1998, ΟλΑΠ 32/1996).

Η έλλειψη νόμιμης βάσης της προσβαλλόμενης απόφασης πρέπει να προκύπτει από την διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της απόφασης ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δηλαδή από τις παραδοχές της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας επί των ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης (ΑΠ 1420/2013) και κατά τούτο συνιστούν, στοιχείο του ορισμένου του προβαλλομένου στο αναιρετήριο σχετικού λόγου αναίρεσης (ΑΠ 1354/2017).

Κατ' άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης ιδρύεται και όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Πράγματα υπό την έννοια της άνω διάταξης είναι οι ασκούντες ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης (ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 1187/2008) όχι όμως, και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επιρροή στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται ν' απαντήσει ούτε οι αιτιολογημένες αρνήσεις και οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω κι αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης (ΟλΑΠ 14/2004).

Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο (ΑΠ 250/2014). Περαιτέρω, στην περίπτωση μη λήψης υπόψη προταθέντος ισχυρισμού τον λόγο αναίρεσης νομιμοποιείται να ασκήσει μόνο ο βλαπτόμενος διάδικος, ανεξάρτητα από το πραγματικό ζήτημα, αν τον σχετικό ισχυρισμό είχε προτείνει ο ίδιος ή ο αντίδικός του ή ο ομόδικός του και τούτο διότι το κρίσιμο ζήτημα από πλευράς εννόμου συμφέροντος θα είναι, αν ο αναιρεσείων με τη μη λήψη υπόψη προταθέντος σχετικού ισχυρισμού υφίσταται βλάβη (ΑΠ 1294/2014).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον υπό κρίση λόγο αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος του από τον αριθμ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προσάπτεται στο Εφετείο η αναιρετική πλημμέλεια ότι παρ' ότι με την ένδικη αγωγή οι ενάγοντες - νυν αναιρεσείοντες - ισχυρίστηκαν ότι η πρώτη εναγομένη-νυν πρώτη αναιρεσίβλητη - είχε αυτοτελή ευθύνη για το επισυμβάν δυστύχημα που είχε ως συνέπεια τον θάνατο του συζύγου, πατέρα και γιού τους, πέρα από την ευθύνη σ' αυτό και του αναδόχου του έργου, εν προκειμένω των λοιπών εναγομένων και της σχέσης πρόστησης που υπήρχε μεταξύ τους, αφού η αναιρεσίβλητη ΔΕΥΑ Κοζάνης, ως αναθέτουσα αρχή δεν είχε φροντίσει να διαθέσει τον τεχνικό ασφαλείας της ώστε να ελέγχει και να επιθεωρεί τις εργασίες της ένδικης σύμβασης καθαρισμού με αμμοβολή και βαφή δύο υπογείων δεξαμενών νερού στο αντλιοστάσιο στην περιοχή του ΑΗΣ Αγίου Δημητρίου Κοζάνης, κατ' άρθρο 8 παρ. 1 Ν. 3850/2010, δεν ήλεγχε την ασφάλεια κατ' άρθρο 14 και δεν επιθεωρούσε την τήρηση των μέτρων ασφάλειας κατ' άρθρο 15.

Τούτο δε, καθόσον η ανάδοχος εταιρία δεν διέθετε τεχνικό ασφαλείας. Επομένως σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ. 1 του Ν. 3669/2008 κατά το οποίο οι διατάξεις του εφαρμόζονται σε όλα τα έργα που εκτελούνται από τους φορείς της παρ. 1 άρθρου 14 Ν. 2190/1994, όπου περιλαμβάνονται μεταξύ άλλων οι ΟΤΑ Α' και Β' βαθμού και οι πάσης φύσεως επιχειρήσεις τους, έφερε αυτοτελή ευθύνη.

Ότι με την αγωγή τους επεσήμαναν τις υποχρεώσεις της πρώτης αναιρεσίβλητης από τις διατάξεις των άρθρων 36 και 37 του Ν. 3669/2008 προκειμένου να θεμελιώσουν την βάση της αγωγής που στηριζόταν στην αυτοτελή και ανεξάρτητη ευθύνη από αμέλεια της πρώτης εναγομένη - πρώτη αναιρεσίβλητης ως κυρίας του έργου, έχουσας την υποχρέωση της επίβλεψης της αναδόχου σχετικά με τη λήψη και εφαρμογή των μέτρων ασφαλείας κατά τις διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας του Π.Δ./τος 17/1996 (άρθρ. 739).

Ότι τον σχετικό ισχυρισμό είχαν επαναφέρει με τις προτάσεις τους στο Εφετείο.

Από την παραδεκτή επισκόπηση των δικογράφων της κρινόμενης υπόθεσης προκύπτει ότι με την ένδικη αγωγή οι ενάγοντες ισχυρίστηκαν: 1) κατά την πρώτη βάση της ότι η πρώτη εναγομένη ΔΕΥΑΚ Κοζάνης ήταν κυρία του έργου, όπου έλαβε χώρα το ένδικο ατύχημα, οι εργασίες πραγματοποιούνταν σε χώρο ευθύνης της, δεν διέθετε τεχνικό ασφαλείας και δεν επιθεωρούσε την τήρηση των μέτρων ασφαλείας.

Ότι ίσχυαν για το συγκεκριμένο έργο, που ανέθεσε στους λοιπούς εναγόμενους, αναδόχους του, οι διατάξεις περί Δημοσίων έργων, που ισχύουν και σ' όλες τις επιχειρήσεις των ΟΤΑ που είναι φορείς της παρ. 1 άρθρ. 14 Ν. 2190/1994 και ότι έτσι αυτή έφερε αυτοτελή και ανεξάρτητη ευθύνη για το επισυμβάν ατύχημα. 2) Κατά την δεύτερη βάση της που απέρρεε από την αδικοπραξία της δεύτερης εναγομένης, αναδόχου εταιρείας και της σχέσης πρόστησης αυτής με την πρώτη ισχυρίστηκαν την εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 71, 299, 330, 662, 914, 922, 926 και 932 ΑΚ σε συνδ.

με το Ν. 3669/2008. Επ' αυτής εκδόθηκε, όπως προαναφέρθηκε η υπ' αριθμ. 357/2015 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κοζάνης που δέχθηκε την αγωγή ως κατά ένα μέρος βάσιμη ως προς αμφότερες τις άνω βάσεις της. Η απόφαση του Πρωτοδικείου επικυρώθηκε από την υπ'αριθμ. 55/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας, που επίσης έκρινε και επί των δύο άνω βάσεων της αγωγής που τις έκρινε νόμιμες.

Συγκεκριμένα σ' αυτήν αναφέρονται κατά λέξη τα εξής που αφορούν το κρινόμενο ζήτημα και την πρώτη εναγομένη: "από την σύμβαση έργου που καταρτίστηκε σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 14 παρ. 1 Ν. 2190/1994 και 1 παρ. 1, 36, 37 Ν. 3669/2008 συνάγεται ότι ως εργοδότρια διαφύλαξε για τον εαυτό της την επίβλεψη και εκτέλεση του έργου, που αποτελούσε έργο συντήρησης της υφιστάμενης δεξαμενής νερού.

Μεταξύ της πρώτης και της δεύτερης εναγομένης υφίσταται σχέση πρόστησης ως συνάγεται και από τον 3.3. όρο της σύμβασής του, με την οποία η εργοδότρια πριν την παραλαβή του έργου υποχρεούτο σε έλεγχο αυτού ...". Επίσης αυτή όσο αφορά τα πραγματικά περιστατικά έκρινε ότι η πρώτη εναγομένη είχε συσταθεί ως δημοτική επιχείρηση με το π.δ. 171/1985, ώστε μεταξύ άλλων σκοπών να εκμεταλλεύεται τα δίκτυα τηλεθέρμανσης της Κοζάνης.

Όσο για την αυτοτελή ευθύνη της πρώτης εναγομένης στην οποία θεμελιωνόταν μεταξύ άλλων η αγωγή, με την άνω απόφαση του Εφετείου έγινε αναφορά στα άρθρα 14 παρ. 1 Ν. 2190/1994 και 1 παρ. 1, 36, 37 Ν. 3669/2008, όπως προηγούμενα είχε κρίνει και το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο. Περαιτέρω, μέσα στα όρια της αίτησης αναίρεσης της πρώτης εναγομένης - ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 1048/2018 απόφαση του Αρείου Πάγου, που ερεύνησε αυτήν ως προς την δεύτερη βάση της αγωγής, χωρίς να εξεταστεί το ζήτημα της αυτοτελούς ευθύνης της και έκανε δεκτή την αναίρεση κατά τον λόγο της από τον αριθμ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ για αντιφατικές αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης του Εφετείου, ως προς το ζήτημα της ύπαρξη σχέσης πρόστησης μεταξύ των δύο πρώτων εναγομένων, παρέπεμψε δε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Δυτικής Μακεδονίας (Μονομελές).

Μετά την παραπομπή, η προσβαλλόμενη απόφαση εξέτασε τη σχέση πρόστησης μεταξύ της πρώτης και της δεύτερη εναγόμενης από την δεύτερη βάση της αγωγής και την απέρριψε στην ουσία (αγωγή), δεχθείσα την έφεση της πρώτης εναγομένης - εκκαλούσας ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης και τον ισχυρισμό της ότι δεν υπήρχε σχέση πρόστησης μεταξύ των δύο πρώτων εναγομένων.

Όμως το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, μετά την ευδοκίμηση της αναίρεσης και την παραπομπή σ' αυτό προς νέα κρίση της υπόθεσης κατά το αναιρεθέν κεφάλαιο που αφορούσε την ευθύνη στο ένδικο ατύχημα της πρώτης εναγομένης - εκκαλούσας, νυν πρώτης αναιρεσίβλητης - από την μεταξύ αυτής και της δεύτερης εναγομένης, νυν δεύτερης αναιρεσίβλητης, σχέσης πρόστησης, έπρεπε να εξετάσει και το συναφές κεφάλαιο της ευθύνης της από την ειδική σχέση πρόστησης, που προβλέπουν οι διατάξεις περί δημοσίων έργων, την αυτοτελή της δηλαδή ευθύνη και όχι μόνο αυτή που απορρέει από την μεταξύ τους σύμβαση. Παρά ταύτα μετά την απόρριψη της δεύτερης βάσης της αγωγής που εξετάστηκε, μέσα στα όρια της αναιρετικής απόφασης, παρέλειψε να εξετάσει και τους ισχυρισμούς των εναγόντων περί αυτής (αυτοτελούς ευθύνης από δημόσιο έργο) κατά την πρώτη βάση της αγωγής που είναι συναφές κεφάλαιο με το εξετασθέν από τον 'Αρειο Πάγο και εισήχθη σ' αυτό (Εφετείο) στα πλαίσια έρευνας των λόγων έφεσης της πρώτης αναιρεσίβλητης, των ισχυρισμών των διαδίκων που περιέχονταν στις προτάσεις τους ενώπιον του Εφετείου, με τις οποίες επανέφεραν προς συζήτηση τους περιεχόμενους στην αγωγή σχετικού ισχυρισμούς τους περί αυτοτελούς ευθύνης της πρώτης εναγομένης και που έχουν ουσιώδη επιρροή για την ευδοκίμηση ή μη της αγωγής τους.

'Ετσι που έκρινε όμως δεν έλαβε υπόψη "πράγματα" που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (άριθμ. 8 αρθρ. 559 ΚΠολΔ), είναι δε νόμιμα στηριζόμενα στις προαναφερθείσες διατάξεις. 'Εσφαλε επομένως και παραβιάζοντας τους κανόνες δικαίου (αριθμ. 1, αρθρ. 559 ΚΠολΔ), που προεκτέθηκαν γιατί στην συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις εφαρμογής τους και δεν τις εφάρμοσε. Επομένως πρέπει να γίνει δεκτός ο λόγος αναίρεσης κατά τα αντίστοιχα δύο πρώτα σκέλη του (αριθμ. 1,8). Ο λόγος αυτός κατά το τρίτο σκέλος του (αριθμ. 19) είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, γιατί η προσβαλλόμενη δεν εξέτασε ως προς αυτά την ουσία της διαφοράς (ΑΠ 1168/07). Επομένως η προσβαλλόμενη πρέπει ν' αναιρεθεί κατά τα ανωτέρω.

Κατά το άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 12 παρ. 4 ν. 4055/2012) Αν ο 'Αρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2 (για υπέρβαση δικαιοδοσίας και για παράβαση των διατάξεων των σχετικών με την αρμοδιότητα), μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να ασχοληθεί με την εκδίκασή της, ιδίως αν κατά την κρίση του δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση.

Στην αντίθετη περίπτωση παραπέμπει την υπόθεση ... για περαιτέρω εκδίκαση σε άλλο δικαστήριο ισόβαθμο και ομοειδές προς εκείνο το οποίο εξέδωσε την απόφαση που αναιρέθηκε ή στο ίδιο, αν είναι δυνατή η σύνθεση του από άλλους δικαστές. Αν όμως αναιρεθεί η απόφαση του τελευταίου αυτού δικαστηρίου, δεν γίνεται δεύτερη παραπομπή, αλλά ο Άρειος Πάγος δικάζει αυτός την ουσία της υποθέσεως".

Εξάλλου, κατά το όρθρο 579 παρ. 1 ΚΠολΔ: "Αν αναιρεθεί η απόφαση, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την απόφαση που αναιρέθηκε ...", κατά δε το άρθρο 570 παρ. 2 ΚΠολΔ: "Νέοι ισχυρισμοί των διαδίκων και νέα αποδεικτικά μέσα για την ουσιαστική εκδίκαση της υπόθεσης από τον Άρειο Πάγο, μετά την αναίρεση, υποβάλλονται σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν για τα δικαστήρια της ουσίας".

Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι για την εφαρμογή της πρώτης τούτων (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ) πρέπει πρώτα να γίνεται η συζήτηση και να εκδίδεται απόφαση επί της αιτήσεως αναίρεσης και εφόσον αυτή γίνει δεκτή, να ακολουθεί δεύτερη συζήτηση ενώπιον του αναιρετικού τμήματος, με κλήση του επιμελέστερου των διαδίκων, κατά την οποία θα συζητείται η υπόθεση κατ' ουσίαν και θα εκδίδεται η αντίστοιχη απόφαση, (ΑΠ 1893/2014).

Στην προκείμενη περίπτωση, η προσβαλλόμενη 75/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας εκδόθηκε μετά την 1048/2018 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία, αφού αναιρέθηκε η 55/2017 απόφαση του ως άνω δικαστηρίου, παραπέμφθηκε η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, αλλά με άλλη σύνθεση.

Εφόσον λοιπόν, σύμφωνα με τα όσα εκτέθηκαν παραπάνω, αναιρείται η απόφαση του δικαστηρίου της παραπομπής, δεν γίνεται δεύτερη παραπομπή, αλλά ο Άρειος Πάγος, με κλήση του επιμελέστερος των διαδίκων προς περαιτέρω συζήτηση, θα δικάσει αυτός την ουσία της υποθέσεως, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την αναίρεση ως προς τους δεύτερη, τρίτο και τέταρτη των εδώ αναιρεσίβλητων.

Συμψηφίζει την μεταξύ των διαδίκων δικαστική δαπάνη.

Αναιρεί την υπ'αριθμ. 75/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας όσο αφορά στην πρώτη αναιρεσίβλητη.

Διακρατεί την υπόθεση προς περαιτέρω συζήτηση ενώπιον του Β2 Τμήματος του Αρείου Πάγου, σε δικάσιμο που θα οριστεί με κλήση του επιμελεστέρου από τους διαδίκους.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 18 Ιουνίου 2021.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 18 Μαρτίου 2022.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ