Supreme Court dismisses appeal against administrative court decision due to failure to properly cite and prove the legal ground.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by a transport company against a final administrative court decision regarding land expropriation. The appellant argued that the lower court failed to examine a specific legal provision regarding the revocation of expropriation, but the court ruled this claim inadmissible. The court held that the appellant did not properly cite or prove the required procedural prerequisites for this legal ground before the first-instance court, violating the rules of appeal admissibility.
Legislator headnote
AI generatedArticle 562 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure; Article 19 of Law 2882/2001: An appeal is inadmissible if the appellant fails to properly cite and prove the specific legal grounds and procedural prerequisites required for their application before the court of first instance.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 440 / 2021 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 440/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Μαρία Τζανακάκη, Αικατερίνη Βλάχου και Ευστάθιο Νίκα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Ιανουαρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «Εθνικαί Μεταφοραί Π. Σ. ΑΕ», που εδρεύει στον Κορυδαλλό και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ανδρέα Αβδούλο, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τους Υπουργούς Οικονομικών, Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής, Πολιτισμού και Τουρισμού, που κατοικοεδρεύουν στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Όλγα Παπαχρήστου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.
Του προσθέτως παρεμβαίνοντος: ΝΠΔΔ – ΟΤΑ με την επωνυμία «ΔΗΜΟΣ ΚΟΡΥΔΑΛΛΟΥ», που εδρεύει στον Κορυδαλλό Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, για τον οποίο (Δήμο) παραστάθηκε ο Δήμαρχός του Νικόλαος Χουρσαλάς με τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Κωνσταντίνο Πενταγιώτη και Γρηγόριο Καλαποθαράκο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19.01.2010 αίτηση του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς και συνεκδικάστηκε με την προφορικώς ασκηθείσα στο ακροατήριο πρόσθετη παρέμβαση του «ΔΗΜΟΥ ΚΟΡΥΔΑΛΛΟΥ». Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6731/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 108/2012 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε το Ελληνικό Δημόσιο με την από 10.07.2014 αίτησή του.
Εκδόθηκε η 1007/2015 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση, ως προς κάποιους εκ των αναιρεσιβλήτων, αναίρεσε δε την ως άνω εφετειακή απόφαση ως προς τους λοιπούς και ανάπεμψε την υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος της για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.
Εκδόθηκε η 475/2017 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 23.04.2018 αίτησή της, το δε προσθέτως παρεμβαίνον με το από 13.11.2020 δικόγραφό του άσκησε πρόσθετη υπέρ του αναιρεσιβλήτου παρέμβαση.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Κωστούλα Φλουρή – Χαλεβίδου, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, οι πληρεξούσιοι του προσθέτως παρεμβαίνοντος ζήτησαν την παραδοχή της πρόσθετης παρέμβασης και την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
[I] Με την κρινόμενη από 23.04.2018 με ειδικό αριθμό καταθέσεως 42/2018 αίτηση διώκεται η αναίρεση της, εκδοθείσας κατά την ειδική διαδικασία των διατάξεων του άρθρου 19 του ν. 2882/2001, υπ’ αριθμ. 475/2017 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς, με την οποία έγινε δεκτή η από 25.04.2011 έφεση του εκκαλούντος και ήδη αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου κατά της πρωτόδικης 6731/2010 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς και μετά την εξαφάνισή της, την διακράτηση της υποθέσεως και την εκδίκαση αυτής κατ’ ουσίαν, δέχθηκε ως και κατ' ουσίαν βάσιμη την από 19.01.2020 αίτησή του, μεταξύ άλλων και κατά της ήδη αναιρεσείουσας και διέταξε την αποβολή της από τα αναφερόμενα ακίνητα του κτηματολογικού πίνακα της απαλλοτριώσεως, που είχε κηρυχθεί δυνάμει της ... /… .11.2003 κοινής αποφάσεως των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε. και Πολιτισμού, που δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (Φ.Ε.Κ. …/… .11.2003) υπέρ της Γενικής Γραμματείας Αθλητισμού και με δαπάνες του Δημοσίου, για λόγους δημόσιας ωφέλειας, και ειδικότερα για την ανέγερση συμπληρωματικών αθλητικών εγκαταστάσεων για την ανάπλαση και πολεοδομική αναβάθμιση του χώρου (όπως αθλητικές εγκαταστάσεις, μελλοντικά σχέδια πόλεως, κτιριακές υποδομές κοινής ωφέλειας Δ.Ε.Η. κ.λπ.) σημαντικών για τις ανάγκες των Ολυμπιακών Αγώνων του 2004, στην περιοχή ... του Δήμου Κορυδαλλού, εκτάσεως συνολικού εμβαδού 115.304,75 τ.μ.
[ΙΙ] Κατά τη διάταξη του άρθρου 80 του ΚΠολΔ αν, σε δίκη που εκκρεμεί μεταξύ άλλων, τρίτος έχει έννομο συμφέρον να νικήσει κάποιος διάδικος, έχει δικαίωμα μέχρι την έκδοση αμετάκλητης αποφάσεως να ασκήσει πρόσθετη παρέμβαση για να υποστηρίξει τον διάδικο αυτόν και κατά τη διάταξη του άρθρου 81 παρ. 1 του ΚΠολΔ η πρόσθετη παρέμβαση ασκείται σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν για την αγωγή και κοινοποιείται σε όλους τους διαδίκους. Από την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 80 του ΚΠολΔ προκύπτει σαφώς, ότι πρόσθετη παρέμβαση μπορεί να ασκηθεί και το πρώτον ενώπιον του Αρείου Πάγου. Το ότι στη διάταξη του άρθρου 573 παρ. 1 του ΚΠολΔ, στην οποία απαριθμούνται οι εφαρμοζόμενες και στην αναιρετική διαδικασία άλλες (πλην αυτών του κεφαλαίου περί αναιρέσεως) διατάξεις του ΚΠολΔ, δεν μνημονεύεται και το άρθρο 80 του ΚΠολΔ δεν αποτελεί επιχείρημα υπέρ της αντίθετης απόψεως, διότι οι διατάξεις του πρώτου βιβλίου του ΚΠολΔ, στο οποίο περιλαμβάνεται και το άρθρο 80, εφαρμόζονται σε όλες τις διαδικασίες, συμπεριλαμβανομένης και της διαδικασίας ενώπιον του Αρείου Πάγου (ΟλΑΠ 12/2018, ΟλΑΠ 1/1996).
Στην προκειμένη περίπτωση, το ΝΠΔΔ – Οργανισμός Τοπικής Αυτοδιοικήσεως, με την επωνυμία «Δήμος Κορυδαλλού» άσκησε το πρώτον ενώπιον του Αρείου Πάγου με ιδιαίτερο αυτοτελές δικόγραφο, που κατατέθηκε στη γραμματεία του Αρείου Πάγου, στις 13.11.2020, πρόσθετη παρέμβαση υπέρ του αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου, ορίστηκε δε για τη συζήτηση της παρεμβάσεως αυτής δικάσιμος η 22.12.2021.
Σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, παραδεκτώς ασκήθηκε η ως άνω πρόσθετη παρέμβαση το πρώτο ενώπιον του Αρείου Πάγου, καθ’ όσον, υπό τα εκτιθέμενα σ’ αυτήν, το προσθέτως υπέρ του αναιρεσιβλήτου παρεμβαίνον ΝΠΔΔ έχει έννομο συμφέρον προς τούτο, αφού επικαλείται ότι κατόπιν της από 15 Ιουλίου 2020 με αριθμό ΥΠΠΟΑ/ΓΔΟΑ/ΔΤΑΕΥ/ΤΑΠΑΥ/ 369316/11747/ 1515/113 κοινής αποφάσεως των προϊσταμένων των Γενικών Διευθύνσεων των Υπουργείων Οικονομικών – Πολιτισμού και Αθλητισμού – Εσωτερικών (Φ.Ε.Κ. 3092/24.7.2020) παραχωρήθηκε σ’ αυτό, για χρονικό διάστημα 20 ετών, άνευ ανταλλάγματος και υπό τον όρο του αμεταβίβαστου σε τρίτους, η χρήση της απαλλοτριωμένης ως άνω εκτάσεως (στην οποία συμπεριλαμβάνονται και οι ιδιοκτησίες, από τις οποίες διατάχθηκε η αποβολή της ήδη αναιρεσείουσας), για να κατασκευάσει αθλητικές εγκαταστάσεις και ότι σε περίπτωση ευδοκιμήσεως της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως θα ματαιωθεί η εκ μέρους του ανέγερση και κατασκευή αθλητικών εγκαταστάσεων, με συνέπεια να πληγούν ευθέως τα συμφέροντα των κατοίκων τόσο του Δήμου Κορυδαλλού, όσο και της ευρύτερης περιοχής της Περιφέρειας Πειραιώς.
Πρέπει, επομένως, να εξεταστεί περαιτέρω κατ’ ουσίαν, συνεκδικαζόμενη με την αίτηση (άρθρο 246 του ΚΠολΔ).
Επειδή κατά τη διάταξη του άρθρου 14 παρ. 1 του ν. 2882/2001 «Κώδικας Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων Ακινήτων (Κ.Α.Α.Α.)» ενδιαφερόμενοι, οι οποίοι δύνανται να ζητήσουν δικαστικώς τον προσωρινό ή οριστικό προσδιορισμό της αποζημιώσεως είναι α) ο υπόχρεος να καταβάλει την αποζημίωση, β) ο υπέρ ου κηρύχθηκε η αναγκαστική απαλλοτρίωση και γ) όποιος αξιώνει κυριότητα ή άλλο εμπράγματο δικαίωμα στο απαλλοτριούμενο. Η ρύθμιση αυτή είναι επακόλουθη της ρυθμίσεως του άρθρου 4 του άνω Κ.Α.Α.Α., κατά το οποίο η αναγκαστική απαλλοτρίωση ακινήτου συνεπάγεται αυτοδικαίως και την απαλλοτρίωση κάθε κτίσματος, κατασκευής και δέντρου, που υπάρχει πάνω σε αυτό και κάθε άλλου συστατικού του πράγματος, κατά τα άρθρα 953 και επόμενα του ΑΚ, ανεξάρτητα από τη μνεία τους στην απόφαση κηρύξεως της αναγκαστικής απαλλοτριώσεως ή στο κτηματολογικό διάγραμμα ή στον κτηματολογικό πίνακα, καθώς και του άρθρου 5 του ίδιου Κ.Α.Α.Α., κατά το οποίο η αναγκαστική απαλλοτρίωση αφορά στο πράγμα, ανεξάρτητα από το πρόσωπο που έχει την κυριότητα ή άλλο εμπράγματο δικαίωμα σε αυτό.
Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων και εκείνης του άρθρου 9 παρ. 2 του αυτού Κ.Α.Α.Α., κατά την οποία μετά τη συντέλεση της αναγκαστικής απαλλοτριώσεως κάθε νομέας ή κάτοχος του απαλλοτριωθέντος ακινήτου υποχρεούται να παραδώσει τούτο ελεύθερο στον υπέρ ου η απαλλοτρίωση, συνάγονται τα ακόλουθα: (1) ο νομοθέτης περιόρισε τον αριθμό των προσώπων και καθόρισε επακριβώς τα πρόσωπα, τα οποία δύνανται να προσλάβουν την ιδιότητα του διαδίκου στις δίκες καθορισμού τιμής μονάδας αποζημιώσεως (προσωρινής ή οριστικής) λόγω αναγκαστικής απαλλοτριώσεως. (2) Ακόμη, ο νομοθέτης, συνεπής προς τις διατάξεις του άρθρου 17 του Συντάγματος και των άρθρων 947, 948, 949, 999 και 1000 του ΑΚ, περιόρισε την προβλεπόμενη από την άνω διάταξη του Συντάγματος και του άρθρου 13 παρ.1 του Κ.Α.Α.Α.
και επιδικαζόμενη αποζημίωση λόγω απαλλοτριώσεως, μόνο για τα ακίνητα πράγματα και τα επ’ αυτών υπάρχοντα κτίσματα, κατασκευές και δέντρα, καθώς και όλα τα κατά τα άρθρα 953 και επόμενα του ΑΚ συστατικά και (3) την αποζημίωση από την απαλλοτρίωση των ανωτέρω πραγμάτων παρέχει, όπως προκύπτει από τις διατάξεις του άρθρου 26 του Κ.Α.Α.Α., μόνο στους αναγνωριζόμενους κατά τη διαγραφόμενη στο άρθρο αυτό (και τον ΚΠολΔ) διαδικασία ως κυρίους ή έχοντες άλλο εμπράγματο δικαίωμα (από τα περιοριστικώς αναφερόμενα στο νόμο – άρθρο 973 ΑΚ) και απέκλεισε ρητώς την αναγνώριση ως δικαιούχο της αποζημιώσεως από αναγκαστική απαλλοτρίωση τον έχοντα επί του απαλλοτριωθέντος δικαίωμα νομής, πολύ δε περισσότερο κατοχής, ορίζοντας στην παρ. 9 του άνω άρθρου 26, ότι η νομή καθ’ εαυτή δεν θεμελιώνει δικαίωμα αποζημιώσεως.
Κατ’ ακολουθίαν, επομένως, των ανωτέρω διατάξεων, εκείνος που έχει δικαίωμα κατοχής επί του απαλλοτριωθέντος ακινήτου και των συστατικών του συνεπεία της έννομης σχέσεως της μισθώσεως, η οποία λύνεται με τη συντέλεση της αναγκαστικής απαλλοτριώσεως και ο μισθωτής έχει υποχρέωση να παραδώσει το μίσθιο στον υπέρ ου η απαλλοτρίωση, ούτε αξίωση αποζημιώσεως έχει για το δικαίωμα κατοχής του επί των απαλλοτριωθέντων επικειμένων συστατικών του μίσθιου ακινήτου και την ασκούμενη επ’ αυτού επιχείρησή του, ούτε νομιμοποιείται ενεργητικώς να ζητήσει τον καθορισμό της τιμής μονάδας αποζημιώσεως (προσωρινής και οριστικής) για τα συστατικά και την επιχείρηση αυτή.
Η ρύθμιση αυτή, κατά τα προεκτεθέντα, δεν αντίκειται, αλλά είναι σύμφωνη με τις διατάξεις του άρθρου 17, 20 παρ. 1 και 25 παρ. 1 του Συντάγματος, ούτε προσκρούει στις διατάξεις του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για την προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (ΕΣΔΑ) που κυρώθηκε (μαζί με τη Σύμβαση) με το ν.δ. 57/1974 και έχει αυξημένη έναντι των κοινών νόμων ισχύ (άρθρο 28 παρ.1 του Συντάγματος), η οποία επιβάλλει το σεβασμό της περιουσίας κάθε φυσικού ή νομικού προσώπου και απαγορεύει να στερηθεί κάποιος της περιουσίας του, παρά μόνο για λόγους δημόσιας ωφέλειας και υπό τους προβλεπόμενους από το νόμο και τις γενικές αρχές του διεθνούς δικαίου όρους.
Και τούτο διότι: (α) Κατά την έννοια των άρθρων 17 του Συντάγματος και 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου, το δικαίωμα κατοχής επί των συστατικών του απαλλοτριωθέντος ακινήτου, δεδομένου ότι τα συστατικά αυτά κατά την καθιερούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 953, 954 και 955 του ΑΚ αρχή «τα επικείμενα είκει τοις υποκειμένοις», ακολουθούν τη νομική τύχη του δικαιώματος κυριότητας επί του ακινήτου και δεν μπορούν να είναι χωριστά αντικείμενα κυριότητας ή άλλου εμπράγματου δικαιώματος, δεν αποτελεί αυτοτελές απαλλοτριούμενο περιουσιακό στοιχείο• (β) Στην έννοια της «πλήρους αποζημιώσεως» για την απαλλοτρίωση πράγματος για δημόσια ωφέλεια, που προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 17 παρ. 2 του Συντάγματος και δικαιούται ο ιδιοκτήτης του πράγματος ως ενιαίου συνόλου από ακίνητο και συστατικά αυτού, περιλαμβάνεται και η αξία της κατοχής επί των συστατικών• (γ) Η αποζημίωση για την αξία της επιχειρήσεως που ασκείται στο ακίνητο, που απαλλοτριώνεται, κατά τις ίδιες άνω διατάξεις, δεν συμπεριλαμβάνεται στην έννοια της «πλήρους αποζημιώσεως», αλλά λαμβάνεται υπόψη η συνδεόμενη με το ακίνητο που απαλλοτριώθηκε πρόσοδος, σε σχέση με την ασκούμενη σε αυτό επιχειρηματική δραστηριότητα κατά την εκτίμηση της αξίας του απαλλοτριουμένου ακινήτου (ΟλΑΠ 8/2006, ΟλΑΠ 7/2006)• (δ) Ο μισθωτής – κάτοχος του ακινήτου και των συστατικών του δεν στερείται του δικαιώματος να διεκδικήσει τις τυχόν αξιώσεις για τα απαλλοτριωθέντα συστατικά και τις γενόμενες στο μίσθιο για τη λειτουργία της επιχειρήσεώς του δαπάνες από τον εκμισθωτή – ιδιοκτήτη του όλου απαλλοτριωθέντος ακινήτου, ο οποίος είναι δικαιούχος της αποζημιώσεως αυτού είτε βάσει της μισθωτικής σχέσεως είτε βάσει των διατάξεων περί διοικήσεως αλλότριων ή του αδικαιολογήτου πλουτισμού ή και των διατάξεων περί αδικοπραξιών του ΑΚ, το ύψος μάλιστα της οποίας, όπως καθορίστηκε από το δικαστήριο και καταβλήθηκε σ’ εκείνον, δεν οριοθετεί και το μέγεθος των άνω αξιώσεων του μισθωτή, οι οποίες μπορεί να είναι και υπέρτερες εκείνης.
Για τους ίδιους λόγους η ανωτέρω ρύθμιση δεν είναι αντίθετη στην αρχή της ισότητας (άρθρο 4 του Συντάγματος), ούτε στο δικαίωμα εργασίας (άρθρο 22 του Συντάγματος) – (ΑΠ 1299/2014, ΑΠ 1608/2011, ΑΠ 937/2009).
Εξ άλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 17 παρ. 4 εδάφ. δ’ του Συντάγματος, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 11 παρ. 3 εδάφ. α’ του ν. 2882/2001 «Κώδικας Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων», προκειμένου να συντελεστεί η αναγκαστική απαλλοτρίωση, κατά το άρθρο 7 του ίδιου νόμου, η αποζημίωση που ορίστηκε καταβάλλεται υποχρεωτικά το αργότερο μέσα σε ενάμισι έτος από τη δημοσίευση της αποφάσεως για τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημιώσεως και, σε περίπτωση απευθείας αιτήσεως για οριστικό προσδιορισμό της αποζημιώσεως, από τη δημοσίευση της σχετικής αποφάσεως του δικαστηρίου, διαφορετικά η απαλλοτρίωση αίρεται αυτοδικαίως και η αρμόδια για την κήρυξη της απαλλοτριώσεως αρχή υποχρεούται να εκδώσει μέσα σε τέσσερις μήνες από τη λήξη της προθεσμίας αυτής βεβαιωτική πράξη για την αυτοδίκαιη άρση που επήλθε, η οποία και δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.
Όμως, στην παράγραφο 3 του πιο πάνω άρθρου 11 ν. 2882/2001 προστέθηκαν δύο εδάφια (το β’ και το γ’) με την παράγραφο 3α του άρθρου 39 ν. 4024/2011 (που αναφέρεται ότι «αντικατέστησε» την παράγραφο 3 του άρθρου 11) και ορίζεται πλέον (στο εδάφιο β’) ότι η εν λόγω επερχόμενη, αυτοδικαίως, ανάκληση της αναγκαστικής απαλλοτριώσεως θεωρείται ότι δεν έγινε, όταν, μέσα σε ετήσια ανατρεπτική προθεσμία από την παρέλευση της παραπάνω προθεσμίας των 18 μηνών, οι θιγόμενοι ιδιοκτήτες, δηλαδή οι καθ’ ων η απαλλοτρίωση, επιθυμώντας τη διατήρηση της απαλλοτριώσεως που ήρθη αυτοδίκαια, υποβάλλουν αίτηση και υπεύθυνη δήλωση προς την αρχή που εξέδωσε την απαλλοτριωτική απόφαση ότι επιθυμούν τη διατήρηση της απαλλοτριώσεως και την καταβολή της δικαστικά καθορισμένης, προσωρινής ή οριστικής, αποζημιώσεως και το αίτημά τους γίνει δεκτό από την αρχή που κήρυξε την απαλλοτρίωση και υποχρεούται στην καταβολή της αποζημιώσεως.
Στην περίπτωση αυτή, δεν επιτρέπεται ο ανακαθορισμός της αποζημιώσεως ή η αναζήτηση τόκων υπερημερίας. Οι διατάξεις αυτές εφαρμόζονται, όπως ορίζεται στο εδάφιο γ’ του ίδιου άρθρου (11 παρ. 3), και σε απαλλοτριώσεις που έχουν κηρυχθεί σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου αυτού (2882/2001) και έχει επέλθει αυτοδίκαιη ανάκληση, λόγω παρελεύσεως της δεκαοκτάμηνης προθεσμίας, οπότε, στην περίπτωση αυτή, κατά την τελευταία περίοδο του υπόψη γ’ εδαφίου, οι ενδιαφερόμενοι μπορούν να υποβάλουν αίτηση για τη διατήρηση της απαλλοτριώσεως μέχρι τις 31.12.2012 (ήδη, η τελευταία αυτή περίοδος του γ’ εδαφίου αντικαταστάθηκε με το άρθρο 74 ν. 4530/1918 – ΦΕΚ 59| Τεύχος Α’|30-3-2018).
Έτσι, με την επαναφορά σε ισχύ, με το άρθρο 39 παρ. 3α του ν. 4024/2011 (ΦΕΚ 226| Τεύχος Α| 27-10-2011), διατάξεως παρεμφερούς του άρθρου 11 παρ. 3 ν.δ. 797/1971, όπως είχε αντικατασταθεί με το άρθρο 3 παρ. 1 και 2 ν. 212/1975 (ΑΕΔ 26/2010, ΣτΕ Ολομ. 922/2014), η οποία δεν είχε περιληφθεί, αρχικά, στο ν. 2882/ 2001, διευκολύνεται η διάσωση της απαλλοτριώσεως και η εκτέλεση έργων δημόσιας ωφέλειας, με τη συναίνεση, όμως, των θιγόμενων ιδιοκτητών, προκειμένου να μην πλήττεται το άξιο προστασίας συμφέρον τους να μην παραμένει η απαλλοτρίωση που κηρύχθηκε σε βάρος τους επί μακρό χρονικό διάστημα εκκρεμής και μετέωρη (βλ.
αιτιολογική έκθεση του νόμου 4024/2011, στη σελίδα 23), οι οποίοι έχουν το δικαίωμα να προβάλουν την αυτοδίκαιη ανάκληση της απαλλοτρίωσης με την παρέλευση των δεκαοκτώ μηνών, η οποία δεν λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο (ΟλΑΠ 12/2018, ΟλΑΠ 7/2007, ΑΠ 1630/2018).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 εδάφ. α’ του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται «αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών [...]». Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναιρέσεως αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση. Με το λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ.
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο παρών λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
[III] Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο Πειραιώς, με την προσβαλλομένη απόφασή του, που, όπως προαναφέρθηκε, εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία του άρθρου 19 του ν. 2882/2001, μετ’ αναίρεση της υπ’ αριθμ. 108/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς, δυνάμει της 1007/2015 αποφάσεως του Αρείου Πάγου, δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά ως προς τα πραγματικά γεγονότα κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ), κατά το μέρος που ενδιαφέρει την παρούσα αναιρετική δίκη, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:
«| Με την υπ’ αρ. ... /…-11-2003 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε. και Πολιτισμού, που δημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (ΦΕΚ …/…-11-2003 τ. Δ') κηρύχθηκε υπέρ της Γενικής Γραμματείας Αθλητισμού και με δαπάνες του Δημοσίου, χαρακτηρισθείσας ως κατεπείγουσας, αναγκαστική απαλλοτρίωση για λόγους δημόσιας ωφέλειας, και ειδικότερα για την ανέγερση συμπληρωματικών αθλητικών εγκαταστάσεων για την ανάπλαση και πολεοδομική αναβάθμιση του χώρου (όπως αθλητικές εγκαταστάσεις, μελλοντικά σχέδια πόλεως, κτιριακές υποδομές κοινής ωφέλειας ΔΕΗ, κ.λπ.) σημαντικών για τις ανάγκες των Ολυμπιακών Αγώνων του 2004, στην περιοχή ...
του Δήμου Κορυδαλλού, έκτασης συνολικού εμβαδού 115.304,75 τ.μ.. Η απαλλοτριούμενη έκταση εικονίζεται με κλίμακα 1:500 στα από 16.05.2003 κτηματολογικά διαγράμματα με αριθμό (1) και (2), που συνοδεύονται από τον αντίστοιχο κτηματολογικό πίνακα, όπως επίσης και τον διορθωμένο κτηματολογικό πίνακα ως προς τις υπ’ αρ.
…, …, … και … ιδιοκτησίες, της Δ/νσης Δ12 του Υ.ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε. και της Δ/νσης Μελετών Αθλητικών Έργων της Γ.Γ.Α., τα οποία συντάχθηκαν για τη «ΜΕΤΡΟΓΕΩΝΕΤ ΑΕΜΕ» από τον Τοπογράφο Μηχανικό Κ. Χ. και θεωρήθηκαν από την Διευθύντρια της Διεύθυνσης Μελετών Αθλητικών Έργων της Γενικής Γραμματείας Αθλητισμού, Αρχιτέκτονα Μηχανικό Α.
Χ. , στις 16.05.2003. Τα απαλλοτριούμενα ακίνητα βρίσκονται στη θέση ... , εκτός του σχεδίου πόλεως. Μεταξύ των απαλλοτριουμένων ακινήτων περιλαμβάνονται και οι ιδιοκτησίες με α/α …5, …6και …9 στον κτηματολογικό πίνακα.
Με τις υπ’ αρ. 1775/2004 και 2156/2004 αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς καθορίστηκε προσωρινά η τιμή μονάδας των απαλλοτριούμενων ακινήτων και με την υπ’ αρ. 207/2005 απόφαση του Δικαστηρίου αυτού, που εκδόθηκε την 28.02.2005, καθορίστηκε οριστικά η τιμή μονάδας αποζημίωσης των ακίνητων αυτών. Μετά την έκδοση αυτής το αιτούν την 13.08.2007 παρακατέθεσε το ποσό της αποζημίωσης, όπως καθορίστηκε με την προαναφερόμενη απόφαση του Δικαστηρίου αυτού, καθώς και τις Δικηγορικές αμοιβές υπέρ του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών και υπέρ του Δικηγορικού Συλλόγου Πειραιώς, στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, εκδοθέντων των υπ’ αρ. ... , ... και ... /13.08.2007 γραμματίων σύστασης παρακαταθήκης αντίστοιχα, ενώ η ανωτέρω παρακατάθεση γνωστοποιήθηκε με δημοσίευση στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (ΦΕΚ …/…-2007 τεύχος Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων και Πολεοδομικών Θεμάτων). Συνεπώς, η ως άνω απαλλοτρίωση έχει συντελεστεί.
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι οι πρώτος, δεύτερη, τέταρτος, έκτη, όγδοη και ένατη των εφεσίβλητων – πρώτος, δεύτερη, πέμπτος, όγδοη, ενδέκατη και δωδέκατη των καθ’ ων η αίτηση, είναι εγκατεστημένοι στα επίδικα ακίνητα, (χωρίς να αποδεικνύεται ότι είναι ιδιοκτήτες αυτών) και ειδικότερα […] η έκτη των εφεσιβλήτων – όγδοη των καθ’ ων η αίτηση εταιρεία, με την επωνυμία "Εθνικαί Μεταφοραί Π.
Σ. Α.Ε." στα α/α …5, …6 και …9, φερομένων ιδιοκτησιών, κατά τον κτηματολογικό πίνακα, τρίτων προσώπων […]. Μετά την κατά τα ανωτέρω παρακατάθεση της αποζημίωσης και τη συντέλεση της απαλλοτρίωσης το αιτούν απηύθυνε στους ως άνω εφεσίβλητους την από 13.12.2009 εξώδικη πρόσκληση, κοινοποιηθείσα σε καθένα από αυτούς την 29.12.2009 [βλ.
τις υπ’ αριθμ. …/ 29.12.2009 (για την όγδοη των καθ’ ων η αίτηση ως προς το ακίνητο α/α …9), …/29.12.2009 (για την όγδοη των καθ’ ων η αίτηση ως προς το ακίνητο α/α …6), …/29.12.2009 (για την όγδοη των καθ’ ων η αίτηση ως προς το ακίνητο α/α …5) εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Πειραιώς Θεοδώρου Ευστ.
Λυκοτραφίτη], για να του παραδώσουν τα ακίνητα που απαλλοτριώθηκαν ελεύθερα, εντός 10 ημερών από την επίδοση της έγγραφης πρόσκλησης, πλην όμως οι καθ’ ων αρνήθηκαν. Κατόπιν τούτων το αιτούν άσκησε την ένδικη αίτηση, την οποία επέδωσε προς τους ως άνω εφεσίβλητους – καθ’ ων η κλήση την 01.02.2010 (βλ. τις υπ’ αρ.
…/1-2-2010, …/1-2-2010, …/1-2-2010, …/1-2-2010, …/1-2-2010 και …/1-2-2010 εκθέσεις επιδόσεως του Δικαστικού Επιμελητή στο Πρωτοδικείο Πειραιώς Θεόδωρου Ευστ. Λυκοτραφίτη αντίστοιχα) και πάλι όμως, οι καθ’ ων η αίτηση δεν του παρέδωσαν τα απαλλοτριωθέντα ακίνητα, αντίστοιχα, ο καθένας και εξακολουθούν να είναι εγκαταστημένοι σ’ αυτά (ακίνητα).
Οι παριστάμενοι εφεσίβλητοι με τις έγγραφες προτάσεις που κατέθεσαν νομίμως κατά την ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου συζήτηση της ένδικης αιτήσεως, καθώς και με δήλωση των πληρεξούσιων Δικηγόρων τους που καταχωρήθηκε στα ταυτάριθμα με την προσβαλλόμενη απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδριάσεως, προέβαλαν τον ισχυρισμό, τον οποίο επαναφέρουν με τις νομίμως κατατεθείσες ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού προτάσεις τους, της άρσης της απαλλοτρίωσης για το λόγο ότι εφόσον η αποζημίωση δεν παρακατατέθηκε μέσα στη νόμιμη προθεσμία, δεν επήλθε συντέλεση της απαλλοτρίωσης, αλλά αυτοδίκαιη άρση αυτής. Με το ως άνω περιεχόμενο, ο ισχυρισμός αυτός, τον οποίο παρεμπιπτόντως μπορεί να ερευνήσει το παρόν Δικαστήριο, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη της παρούσας, πρέπει να απορριφθεί, καθόσον την αυτοδίκαιη άρση της απαλλοτρίωσης για την ως άνω αιτία, αποβλέπουσα αποκλειστικώς στο συμφέρον του καθ’ ου η απαλλοτρίωση ιδιοκτήτη, η οποία δεν λαμβάνεται αυτεπαγγέλτως υπόψη από το Δικαστήριο, μπορεί να προτείνει, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη της παρούσας, μόνον ο καθ’ ου η απαλλοτρίωση ιδιοκτήτης. Εξάλλου οι ως άνω εφεσίβλητοι δεν επικαλούνται, ούτε, σε κάθε περίπτωση, αποδεικνύεται, ότι έχουν αναγνωρισθεί δικαστικώς ως δικαιούχοι της αποζημίωσης […].
Επομένως, το αρμόδιο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που, με την εκκαλουμένη απόφασή του, δέχθηκε (ως προς τους πρώτο, δεύτερη, τέταρτο, έκτη, όγδοη και ένατη των εφεσίβλητων) ότι συνεπεία της μη συντέλεσης της επίδικης αναγκαστικής απαλλοτρίωσης λόγω της αυτοδίκαιης άρσης αυτής, κατά το βάσιμο περί τούτου ισχυρισμό που προέβαλαν αυτοί, δεν επιτρέπεται η κατάληψη των ως άνω ακινήτων μετά των επ’ αυτών επικειμένων από το αιτούν, ώστε να πραγματοποιηθεί ο σκοπός για τον οποίο κηρύχθηκε αυτή (απαλλοτρίωση), καθόσον κάτι τέτοιο θα προσέκρουε στις προαναφερθείσες διατάξεις για το σεβασμό της περιουσίας και την προστασία της ιδιοκτησίας και ακολούθως απέρριψε την αίτηση ως προς αυτούς, έσφαλε και συνεπώς πρέπει να γίνει δεκτός ο σχετικός πρώτος λόγος της από 25.04.2011 έφεσης […]|.
[IV] Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, με την πληττόμενη απόφασή του, αφού δέχθηκε ως και ουσιαστικά βάσιμη την από 25.04.2011 έφεση του αιτούντος – εκκαλούντος και ήδη αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου κατά της πρωτόδικης 6731/2010 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, την οποία και εξαφάνισε, μεταξύ άλλων και ως προς την ήδη αναιρεσείουσα και κρατώντας και δικάζοντας κατ’ ουσίαν την υπόθεση, δέχθηκε την ένδικη από 19.01.2010 αίτησή του (αιτούντος – εκκαλούντος και ήδη αναιρεσιβλήτου) και διέταξε την αποβολή της από τα με α/α …5, …6 και …9 ακίνητα του κτηματολογικού πίνακα. Με την κρίση του αυτή, το Εφετείο ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε τις παρατεθείσες στην αρχή της παρούσας ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, εφ’ όσον, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, η προβλέπουσα την αυτοδίκαιη ανάκληση της απαλλοτριώσεως διάταξη του άρθρου 11 παρ. 3 του ν. 2882/2001, όπως αυτή ισχύει μετά την τροποποίησή της με το άρθρο 39 παρ. 3α του ν. 4024/2011, θεσπισθείσα προς το συμφέρον του καθ’ ου η απαλλοτρίωση, δεν παρέχει δικαίωμα επικλήσεως αυτής στον δυνάμει ενοχικής σχέσεως κατέχοντα το απαλλοτριωθέν ακίνητο, και αφού, κατά τις ανέλεγκτες αναιρετικά παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως:
(α) η αναιρεσείουσα δεν συνδέεται με τα αναγκαστικώς απαλλοτριωθέντα ως άνω ακίνητα με κυριότητα ή άλλο εμπράγματο δικαίωμα, αλλά με ενοχικό δικαίωμα, τυγχάνουσα μισθώτρια των εκτάσεων αυτών,
(β) ότι, συνεπώς, δεν νομιμοποιείται να προβάλει τον ισχυρισμό περί αυτοδίκαιης άρσεως της απαλλοτριώσεως, λόγω παρελεύσεως δεκαοκταμήνου από τον καθορισμό της οριστικής αποζημιώσεως,
(γ) ότι ο ισχυρισμός αυτός αφ’ ενός μεν δεν λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο, αφ’ ετέρου δε μόνον από τον καθ’ ου η απαλλοτρίωση – κύριο των απαλλοτριωθέντων ακινήτων και δικαιούχο της αποζημιώσεως μπορεί να προταθεί,
διέλαβε δε στην προσβαλλομένη απόφασή του επαρκείς και σαφείς αιτιολογίες, που στηρίζουν το διατακτικό της και επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής εφαρμογής των διατάξεων που εφαρμόστηκαν. Επομένως, οι πρώτος και δεύτερος λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως, κατά το νοηματικά πρώτο σκέλος τους, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλομένη απόφαση οι πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο με το να κρίνει ότι μόνον ο καθ’ ου η απαλλοτρίωση, κύριος των απαλλοτριωθέντων ακινήτων και δικαιούχος της αποζημιώσεως μπορεί να προτείνει τον ισχυρισμό περί αυτοδίκαιης άρσεως της απαλλοτριώσεως, λόγω παρελεύσεως του δεκαοκταμήνου από τον καθορισμό της αποζημιώσεως και να απορρίψει τον προβληθέντα από την αναιρεσείουσα, μισθώτρια των προαναφερομένων ακινήτων σχετικό ισχυρισμό, δεχόμενο, συνακολούθως την αίτηση του ήδη αναιρεσιβλήτου και διατάζοντας την αποβολή της από τα εν λόγω ακίνητα, αντί να δεχθεί ότι νομιμοποιείται και η ίδια για την προβολή του, τον οποίο (ισχυρισμό), σε κάθε περίπτωση, όφειλε να έχει εξετάσει αυτεπαγγέλτως, κρίνονται αβάσιμοι και απορριπτέοι.
Απορριπτέοι, επίσης, ως αβάσιμοι κρίνονται οι ως άνω λόγοι, κατά το νοηματικά δεύτερο μέρος αυτών, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο με το να απορρίψει τον ως άνω ισχυρισμό της αναιρεσείουσας ως ανομιμοποίητο, παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Συμβάσεως της Ρώμης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου και τις θεμελιώδεις ελευθερίες αυτού, που επικυρώθηκε με το Ν.Δ. 53/19.09.1974 και σύμφωνα με το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος αποτελεί αναπόσπαστο μέρος του εσωτερικού ελληνικού δικαίου και υπερισχύει από κάθε άλλη αντίθετη διάταξη νόμου, η οποία επιτάσσει το σεβασμό και την προστασία της περιουσίας του προσώπου, στην έννοια της οποίας περιλαμβάνονται όχι μόνο τα εμπράγματα δικαιώματα, αλλά και τα ενοχικά δικαιώματα, τα οποία έχουν οικονομική αξία.
Τούτο δε διότι, σύμφωνα με την οικεία νομική σκέψη της παρούσας, ναι μεν η ως άνω διάταξη επιτάσσει το σεβασμό και την προστασία της περιουσίας του προσώπου, στην έννοια της οποίας περιλαμβάνονται όχι μόνον τα εμπράγματα δικαιώματα, αλλά και τα ενοχικά περιουσιακά δικαιώματα του προσώπου, όπως και το δικαίωμα αποζημιώσεως για την προσγενόμενη ζημία στην περιουσία του, πλην, όμως, στην προκειμένη περίπτωση δεν υφίσταται έλλειψη σεβασμού της περιουσίας του δυνάμει ενοχικής σχέσεως κατόχου, η οποία υφίσταται όταν η συνεπεία του λόγου της αποζημιώσεως μείωση της περιουσιακής δυναμικότητας του προσώπου δεν αποκαθίσταται πλήρως, αφού, όπως προαναφέρθηκε αυτή, ως δυνάμει ενοχικής σχέσεως κάτοχος των απαλλοτριωθεισών εκτάσεων, στις οποίες λειτουργεί η επιχείρησή της, δεν στερείται του δικαιώματός της να διεκδικήσει τις τυχόν αξιώσεις της από τον ιδιοκτήτη των απαλλοτριωθεισών εκτάσεων, με τον οποίο συνδέεται ενοχικά, ο οποίος είναι ο δικαιούχος της αποζημιώσεως, λόγω αναγκαστικής απαλλοτριώσεως αυτών, είτε βάσει της μεταξύ τους ενοχικής σχέσεως, είτε βάσει των διατάξεων περί διοικήσεως αλλοτρίων, ή του αδικαιολόγητου πλουτισμού ή των αδικοπραξιών του ΑΚ, το ύψος των οποίων μάλιστα μπορεί να είναι μεγαλύτερο της καθορισθείσας και καταβλητέας στον ιδιοκτήτη αποζημιώσεως, η οποία δεν οριοθετεί το μέγεθος των παραπάνω αξιώσεων του κατόχου.
Ακόμη, ο πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, κατά το υπόλοιπο μέρος του, με τον οποίο προσάπτονται στην προσβαλλομένη απόφαση οι αναιρετικές πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, έλαβε υπόψη τη διάταξη του άρθρου 28 παρ. 7 του ν. 3479/2006, με την οποία ορίζεται ότι «Με σκοπό την απόκτηση και των υπολοίπων απομενουσών ιδιοκτησιών στην περιοχή … Κορυδαλλού προκειμένου να ολοκληρωθεί στο σύνολό της η απαλλοτρίωση που κηρύχθηκε με την κοινή υπουργική απόφαση αριθμ. ... /… .11.2003 (ΦΕΚ … Δ') για τη δημιουργία του προβλεπόμενου στο άρθρο 1 του ν. 2730/1999 (ΦΕΚ 130 Α') και χωροθετημένου με την παράγραφο 2 του άρθρου 7 του ν. 3207/2003 (ΦΕΚ 302 Α') Αθλητικού Κέντρου Σχιστού Κορυδαλλού, δύναται η Γενική Γραμματεία Αθλητισμού να παρακαταθέσει στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων το αναλογούν στις συγκεκριμένες αυτές ιδιοκτησίες ποσό της επιδικασθείσας αποζημίωσης και μετά τη λήξη του προβλεπόμενου στην παράγραφο 1 του άρθρου 7 του ν. 2882/2001 (ΦΕΚ 17 Α') δεκαοκταμήνου, εφόσον συναινούν προς τούτο εγγράφως οι ενδιαφερόμενοι ιδιοκτήτες», παρά το γεγονός ότι η εν λόγω διάταξη: (α) αφορά αποκλειστικά και μόνον τους ιδιοκτήτες των εκτάσεων τις οποίες καταλαμβάνει η επίδικη απαλλοτρίωση, τους οποίους εξαιρεί από την εφαρμογή της δεκαοκτάμηνης προθεσμίας που προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 7 παρ. 1 του ν. 2882/2001, (β) με αυτήν επιτρέπεται η αφαίρεση ιδιοκτησίας χωρίς την εμπρόθεσμη καταβολή αποζημιώσεως, σε αντίθεση με ό,τι ο νόμος ορίζει και (γ) τέθηκε σε ισχύ τρία χρόνια μετά την κήρυξη της απαλλοτριώσεως, με σκοπό να «θεραπεύσει» – κατά τρόπο αντισυνταγματικό – την παράλειψη του Δημοσίου να καταβάλει εμπροθέσμως στους δικαιούχους τα ποσά των αποζημιώσεων και να συμμορφωθεί προς τα οριζόμενα στα άρθρα 17 παρ. 4 εδ.
γ' του Συντάγματος και 7 παρ. 1 του ν. 2882/2001, με συνέπεια να αντίκειται στις συνταγματικώς κατοχυρωμένες αρχές της ισότητας και της προστασίας της ιδιοκτησίας, που προβλέπονται από τις διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1 και 2, 7 παρ. 1 και 2 του Συντάγματος και, επομένως, έρχεται σε ευθεία αντίθεση με την αρχή της προβλεπόμενης από τη διάταξη του άρθρου 2 του ΑΚ μη αναδρομικότητας του νόμου, τις οποίες (διατάξεις) παραβίασε τόσον ευθέως, όσο και εκ πλαγίου, κρίνεται αβάσιμος και απορριπτέος, καθ’ όσον η προβολή του εν λόγω ισχυρισμού προϋποθέτει αναγκαίως τη δυνατότητα επικλήσεως εκ μέρους της αναιρεσείουσας της αυτοδίκαιης άρσεως της απαλλοτριώσεως μετά την παρέλευση του δεκαοκτάμηνου, δυνατότητα, όμως, που, όπως προαναφέρθηκε, δεν διαθέτει.
Ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, που στόχο έχει τη διασφάλιση του συζητητικού συστήματος (άρθρο 106 ΚΠολΔ), αλλά και την αρχή της ακροάσεως των διαδίκων (άρθρο 110 παρ. 2 ΚΠολΔ), ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο και εκτιμώντας προφανώς εσφαλμένα τα διαδικαστικά έγγραφα (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) είτε έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, είτε δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν επίσης ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, νοούνται δε ως πράγματα οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, δηλαδή οι ισχυρισμοί που κατά το νόμο διαμόρφωσαν ή ανάλογα ήταν ικανοί να διαμορφώσουν το διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως, θα πρέπει δε, αν πρόκειται για ισχυρισμούς που δεν λήφθηκαν υπόψη ενώ έπρεπε να ληφθούν, να προτάθηκαν παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας (ΟλΑΠ 12/2000, 2/2001) και μάλιστα από τον ήδη αναιρεσείοντα (ΑΠ 793/2015) Ειδικότερα, αν προσβάλλεται με τον παραπάνω λόγο απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, θα πρέπει ο ισχυρισμός που δεν αξιολογήθηκε, να είχε προταθεί παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αλλά και να επαναφέρθηκε παραδεκτά (με λόγο εφέσεως ή αναλόγως, κατά το άρθρο 240 ΚΠολΔ, με τις προτάσεις) στο δεύτερο βαθμό και να αναφέρεται αυτό στο αναιρετήριο (ΑΠ 793/2015, ΑΠ 760/2004), εκτός αν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ ή πρόκειται για ισχυρισμό που παραδεκτά κατά το άρθρο 527 του ΚΠολΔ προτάθηκε για πρώτη φορά στην κατ' έφεση δίκη, με την επίκληση των προϋποθέσεων της βραδείας προβολής του (ΑΠ 243/2015, ΑΠ 793/2015, ΑΠ 9/2014).
Συνεπώς, ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρονται ο χρόνος και ο τρόπος προτάσεώς του, ώστε να μπορεί να κριθεί με βάση το αναιρετήριο αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος (ΟλΑΠ 15/2000, AΠ 432/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με τον τέταρτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον στηριζόμενο στη διάταξη του άρθρου 12 παρ. 2 του 2882/2001 ουσιώδη ισχυρισμό της «περί της μη υλοποιήσεως του σκοπού της επίδικης απαλλοτριώσεως εντός ευλόγου χρόνου και περί της συνακόλουθης υποχρεώσεως της Διοικήσεως να ανακαλέσει αυτήν», άλλως ότι με το να μην εξετάσει τη συνδρομή του κανόνα δικαίου που ενσωματώνεται στη διάταξη του άρθρου 12 (παρ. 2 κατ’ εκτίμηση των εκτιθεμένων στο λόγο αυτό) του Ν. 2882/2001, ώστε να αποφανθεί με βάση αυτόν για τη νομιμότητα της διοικητικής πράξης της απαλλοτρίωσης παραβίασε, την ως άνω διάταξη.
Ο λόγος αυτός τόσο κατά την κύρια, όσο και κατά την επικουρική βάση του είναι απορριπτέος προεχόντως, ως απαράδεκτος, κατ’ άρθρο 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ, καθ' όσον η αναιρεσείουσα δεν επικαλείται το χρόνο και τον τρόπο επίκλησης του ως άνω ισχυρισμού και ειδικότερα παραδεκτή προβολή του εν λόγω ισχυρισμού ενώπιον του Δικαστηρίου της ουσίας, με καταχώρισή του στα πρακτικά συνεδριάσεως του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και επαναφορά του, κατά νόμιμο τρόπο, ενώπιον του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, ανεξαρτήτως του ότι με βάση τα εκτιθέμενα στο λόγο αυτό από την αναιρεσείουσα, δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής της, εν λόγω διάταξης, μεταξύ των οποίων αίτηση του καθού η απαλλοτρίωση ιδιοκτήτη υποβαλλόμενη εντός της αναφερόμενης σ' αυτήν ανατρεπτικής προθεσμίας (εδ.
α') η δήλωση του καθού η απαλλοτρίωση ιδιοκτήτη και πριν την παρέλευση της ως άνω προθεσμίας ότι επιθυμεί την ανάκληση σε περίπτωση που η πραγματοποίηση του σκοπού της απαλλοτρίωσης κατέστη ανέφικτη (εδ. β').
[V] Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω και ενόψει της μη προβολής άλλου αναιρετικού λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η ένδικη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου και του προσθέτως υπέρ αυτού παρεμβαίνοντος κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα των τελευταίων, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις (άρθρα 176, 182 παρ. 1, 183, 189 παρ. 2 του ΚΠολΔ), μειωμένων όμως, κατ’ άρθρο 22 παρ. 1 του ν. 3693/1957, για το αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο και, κατ’ άρθρο 281 παρ. 2 του ν. 3463/2006 «Κύρωση του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων», για το προσθέτως υπέρ του αναρεσιβλήτου παρεμβάν ΝΠΔΔ – Ο.Τ.Α., όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό. Επίσης πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου, λόγω της ήττας της, στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 εδ. ε' του ΚΠολΔ, όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015, που ισχύει, κατ' άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 αυτού, για τα κατατιθέμενα από 01.01.2016 ένδικα μέσα).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Συνεκδικάζει την από 23.04.2018 με ειδικό αριθμό καταθέσεως 42/2018 αίτηση για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 475/2017 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς και την από 13.11.2020 πρόσθετη υπέρ του αναιρεσιβλήτου παρέμβαση.
Απορρίπτει την αίτηση αναιρέσεως.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου και του προσθέτως υπέρ αυτού παρεμβάντος, το ύψος των οποίων καθορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ και εξακοσίων (600) ευρώ, αντίστοιχα. Και
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 5 Μαρτίου 2021.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 2 Απριλίου 2021.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ