Legislator Case Law & Legislation
440/2017 AI generated

440/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 440/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

440/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κατά την διάταξη του άρθρου 62 εδ. α’ του Κ.Πολ.Δικ. "όποιος έχει την ικανότητα να είναι υποκείμενο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων έχει και την ικανότητα να είναι διάδικος" και κατά την διάταξη του άρθρου 35 του Α.Κ. "Το πρόσωπο αρχίζει να υπάρχει μόλις γεννηθεί ζωντανό και παύει να υπάρχει με το θάνατό του". Εξ άλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 73 του Κ.Πολ.Δικ.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 440 / 2017 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 440/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 2 Δεκεμβρίου 2016, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην …, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Σοφία Διαμαντοπούλου, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Γ. Φ. του Α., κατοίκου ... (...), 2) Α. Ο. του Ι., κατοίκου ... (...), 3) Λ. Φ. του Ν., κατοίκου ... (...), 4) Θ. Κ. του Γ., κατοίκου ... (...), 5) Α. χας Α. Φ., το γένος Θ. Κ., κατοίκου ... (...), 6) Α. συζ. Π. Ζ., το γένος Λ. Φ., κατοίκου ... (...) και 7) Θ. συζ. Α. Ο., το γένος Π. Π., κατοίκου ... (...), οι οποίοι δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-11-2011 αίτηση καθορισμού οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης απαλλοτρίωσης του ήδη αναιρεσείοντος (μετά την έκδοση της 338/2011 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων που καθόρισε προσωρινή τιμή μονάδος αποζημίωσης), που κατατέθηκε στο Εφετείο Ιωαννίνων και συνεκδικάστηκε με τις (διά των προτάσεων) ανταιτήσεις των ήδη 4ου και 6ης και κύρια παρέμβαση της 7ης των αναιρεσιβλήτων.

Εκδόθηκε η 161/2013 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων, την αναίρεση της οποίας ζητεί το αναιρεσείον με την από 12-5-2014 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο το αναιρεσείον όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου διάβασε την από 10-3-2016 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του δευτέρου λόγου και την απόρριψη του πρώτου λόγου της από 12-5-2014 αιτήσεως για αναίρεση της 161/2013 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά την διάταξη του άρθρου 62 εδ. α’ του Κ.Πολ.Δικ. "όποιος έχει την ικανότητα να είναι υποκείμενο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων έχει και την ικανότητα να είναι διάδικος" και κατά την διάταξη του άρθρου 35 του Α.Κ. "Το πρόσωπο αρχίζει να υπάρχει μόλις γεννηθεί ζωντανό και παύει να υπάρχει με το θάνατό του". Εξ άλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 73 του Κ.Πολ.Δικ.

το δικαστήριο εξετάζει και αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης, αν συντρέχει η, κατά το άρθρο 62 του ίδιου Κώδικα προϋπόθεση, ενόψει της διατάξεως του άρθρου 313 παρ. 1 εδ. δ’ του ίδιου Κώδικα, κατά την οποία "μπορεί να επιδιωχθεί με αγωγή ή ένσταση η αναγνώριση της ανυπαρξίας μιας δικαστικής αποφάσεως, αν εκδόθηκε σε δίκη που είχε διεξαχθεί κατά ανυπάρκτου φυσικού ή νομικού προσώπου".

Τέλος, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 558 του Κ.Πολ.Δικ. "η αναίρεση απευθύνεται κατά εκείνων οι οποίοι ήταν διάδικοι στην δίκη κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση ή των καθολικών διαδόχων τους ή των κληροδόχων τους. Αν υπάρχει αναγκαστική ομοδικία, η αναίρεση πρέπει να απευθύνεται κατά όλων των ομοδίκων, αλλιώς απορρίπτεται ως απαράδεκτη".

Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι αίτηση αναιρέσεως που στρέφεται κατά ανυπάρκτου φυσικού ή νομικού προσώπου είναι απαράδεκτη και απορριπτέα, διότι η έλλειψη, του να είναι κάποιος διάδικος, αποτελεί απαραίτητη διαδικαστική προϋπόθεση για την δυνατότητα εκδόσεως αποφάσεως επί της ουσίας (ΑΠ 1130/2006, ΑΠ 433/2005).

Στην προκειμένη περίπτωση από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, παραδεκτώς, κατ’ άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ., επισκοπούμενα, τα πρακτικά της συνεδριάσεως του Δικαστηρίου αυτού και τα στοιχεία της δικογραφίας προκύπτουν τα ακόλουθα: Το αναιρεσείον με την από 3.12.2010 αίτησή του, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων, απευθυνόμενη, μεταξύ άλλων, και κατά του τρίτου των καθ’ ων αυτή εστρέφετο, Λ.

Φ. του Ν., ζήτησε τον προσδιορισμό της προσωρινής τιμής μονάδας αποζημιώσεως των αναφερομένων σ’ αυτήν απαλλοτριωθέντων ακινήτων. Επί της αιτήσεως αυτής, συζητήσεως γενομένης (κατά το ενδιαφέρον εν προκειμένω σημείο) ερήμην του ως άνω καθ’ ου, εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. 338/ 2011 απόφαση του παραπάνω Δικαστηρίου με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή ως και κατ’ ουσίαν βάσιμη.

Ακολούθως το Ελληνικό Δημόσιο με την από 8.11.2011 αίτησή του, ενώπιον του Εφετείου Ιωαννίνων, απευθυνόμενη, μεταξύ άλλων και κατά του προαναφερομένου (Λ. Φ. του Ν.), ζήτησε τον καθορισμό της οριστικής τιμής μονάδας αποζημιώσεως των αναφερομένων σ’ αυτήν απαλλοτριωθέντων ακινήτων, επί της οποίας, συζητήσεως γενομένης ερήμην του ως άνω καθ’ ου, εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή ως και κατ’ ουσίαν βάσιμη.

Κατά της αποφάσεως αυτής το Ελληνικό Δημόσιο άσκησε την κρινόμενη από 12.5.2014 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως ... αίτηση αναιρέσεως, την οποία απευθύνει και κατά του ως άνω τρίτου των καθ’ ων οι αιτήσεις και ήδη τρίτου αναιρεσιβλήτου Λ. Φ. του Ν., ως αντιδίκου του κατά την δίκη κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση.

Όπως όμως προκύπτει από το προσκομιζόμενο από το αναιρεσείον αντίγραφο της με αριθμό ... ληξιαρχικής πράξεως θανάτου που έχει εκδώσει η ληξίαρχος του Δήμου ... του Νομού Ιωαννίνων ο ανωτέρω Λ. Φ. του Ν. απεβίωσε στις 3.2. 2002. Επομένως, εφόσον ο ανωτέρω τρίτος αναιρεσίβλητος Λ. Φ. του Ν. είχε παύσει να υπάρχει, λόγω θανάτου του, ήδη από τις 3.2.2002, δηλαδή πολύ πριν από την άσκηση της από 8.11.2011 αιτήσεως του ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου περί καθορισμού οριστικής τιμής μονάδας, αλλά και πριν από την άσκηση της από 3.12.2010 αιτήσεώς του (Ελληνικού Δημοσίου) περί καθορισμού προσωρινής τιμής μονάδος, τόσον η πρωτόδικη απόφαση, όσο και η αναιρεσιβαλλομένη εφετειακή, ως εκδοθείσες σε δίκες που διεξήχθησαν κατά φυσικού προσώπου που είχε παύσει να υπάρχει πριν από την κάταρξη της όλης δίκης, ναι μεν δεν είναι ανυπόστατες, αφού έχουν όλα τα στοιχεία του πραγματικού των δικαστικών αποφάσεων, είναι όμως, λόγω ελλείψεως διαδίκου, του ετέρου δηλαδή των υποκειμένων της δικονομικής εννόμου σχέσεως, αυτοδικαίως άκυρες (ανίσχυρες) ως προς τον διάδικο αυτό και, συνακολούθως, ουδεμία απολύτως έννομη συνέπεια παράγουν ως προς αυτόν.

Κατά συνέπειαν, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως κατά το μέρος αυτής που στρέφεται κατά του τρίτου αναιρεσιβλήτου Λ. Φ. του Ν. είναι απαράδεκτη και απορριπτέα.

Κατά την διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ., αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε την συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος σ’ αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στην συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.

Κατά δε την διάταξη του άρθρου 6Α του διατάγματος της 26 Ιουνίου - 10 Ιουλίου 1944 "Περί κώδικος των νόμων περί δικών του Δημοσίου", που προστέθηκε με το άρθρο 46 παρ. 3 του ν. 4305/ 2014, "Η επίδοση από το Ελληνικό Δημόσιο ή οποιοδήποτε Ν.Π.Δ.Δ. κάθε ενδίκου βοηθήματος και ενδίκου μέσου, οποιασδήποτε κλήσης προς συζήτηση υπόθεσης, οποιασδήποτε δικαστικής απόφασης, προσωρινής διαταγής, για οποιαδήποτε υπόθεση σε οποιονδήποτε βαθμό ή στο πλαίσιο της αναιρετικής δίκης, ενώπιον οποιουδήποτε πολιτικού ή διοικητικού δικαστηρίου, δύναται να γίνει:

α) στους αντιδίκους του ή τον αντίκλητό τους, β) στον δικηγόρο ο οποίος τους εκπροσώπησε κατά την τελευταία συζήτηση της υπόθεσης ή έχει υπογράψει το τελευταίο δικόγραφο που αφορά την υπόθεση, στην τελευταία δηλωθείσα, κατά τις κείμενες διατάξεις, διεύθυνσή τους. Ο δικηγόρος στην περίπτωση του προηγούμενου εδαφίου θεωρείται αντίκλητος και για κάθε μεταγενέστερη επίδοση, εκτός εάν ο διάδικος, κατά περίπτωση, γνωστοποίησε με δήλωση στην Κεντρική Υπηρεσία του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους ή την έδρα του Ν.Π.Δ.Δ., το διορισμό νέου πληρεξουσίου ή αντικλήτου.

Ο δικηγόρος ή ο αντίκλητος οφείλει να παραδίδει αμελλητί το επιδιδόμενο έγγραφο. Επιδόσεις που έχουν διενεργηθεί κατά τα αναφερόμενα στα προηγούμενα εδάφια θεωρούνται νόμιμες και για εκκρεμείς σε οποιοδήποτε στάδιο υποθέσεις". Στην προκειμένη περίπτωση, από την υπ’ αριθμ. ...8-10-2015 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Ιωαννίνων Κ.

Κ., την οποία προσκομίζει και επικαλείται το αναιρεσείον, που επισπεύδει την συζήτηση της αναιρέσεως, προκύπτει ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως με την κάτω από αυτήν πράξη καταθέσεως και ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 18.3.2016, κατά την οποία η συζήτηση αναβλήθηκε για την δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, με παραγγελία της πληρεξουσίας δικηγόρου του αναιρεσείοντος Σ.

Δ., Παρέδρου του Ν.Σ.Κ., προς τον, θεωρούμενο, κατά τα ανωτέρω, ως αντίκλητο των μη εμφανισθέντων τετάρτου και έκτης των αναιρεσιβλήτων (Θ. Κ. του Γ. και Α. συζ. Π. Ζ., το γένος Λ. Φ., αντίστοιχα), Ά. Λ., Δικηγόρο Ιωαννίνων, ο οποίος τους εκπροσώπησε κατά την τελευταία συζήτηση της υποθέσεως, ήτοι στην δίκη ενώπιον του Εφετείου Ιωαννίνων, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη 161/2013 απόφασή του περί καθορισμού οριστικής τιμής μονάδας αποζημιώσεως.

Εξ άλλου, όπως προκύπτει από τις υπ’ αριθμ. .../11.1.2016 εκθέσεις επιδόσεως του αυτού ως άνω δικαστικού επιμελητή, τις οποίες το αναιρεσείον προσκομίζει και επικαλείται, το τελευταίο επέδωσε, νόμιμα και εμπρόθεσμα, στους μη εμφανισθέντες και απολειπομένους πρώτο, δεύτερο, πέμπτη και έβδομη των αναιρεσιβλήτων (Γ.

Φ. του Α., Α. Ο. του Ι., Α. χήρα Α. Φ., το γένος Θ. Κ. και Θ. Ο., αντίστοιχα) ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως με την κάτω από αυτήν πράξη καταθέσεως και ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 18.3.2016 κατά την οποία αναβλήθηκε η συζήτηση της υποθέσεως για την δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας.

Κατά την τελευταία αυτή δικάσιμο οι ως άνω αναιρεσίβλητοι δεν εμφανίστηκαν στο ακροατήριο του Δικαστηρίου, κατά τη νόμιμη εκφώνηση της υποθέσεως στην σειρά της από το πινάκιο, ούτε εκπροσωπήθηκαν νομίμως, με δήλωση, από πληρεξούσιο δικηγόρο, κατά την διάταξη του άρθρου 242 παρ. 2, που εφαρμόζεται και κατά την αναιρετική δίκη, κατά την διάταξη του άρθρου 573 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ, όπως αυτό προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά συνεδριάσεως του Δικαστηρίου.

Δεδομένου δε ότι η μετά την αναβολή αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων, σύμφωνα με την επίσης εφαρμοζόμενη και στην αναιρετική διαδικασία (άρθρο 575 εδ. β’ του Κ.Πολ.Δικ.) διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 του ίδιου Κώδικα, πρέπει οι ως άνω αναιρεσίβλητοι να δικαστούν ερήμην, αλλά να προχωρήσει η συζήτηση της υποθέσεως σαν να ήταν και αυτοί παρόντες.

Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δικ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ` αυτήν λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.ΑΠ 1/1999).

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Το κατά νόμον αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ειδικότερα, ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (Ολ.ΑΠ 1/1999, ΑΠ 1935/2009, ΑΠ 9/2013, ΑΠ 101/ 2015).

Ως ζητήματα δε, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από νόμιμη βάση την απόφαση, νοούνται μόνον ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στην θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα, που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για την οποία η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή η αντιφατικότητα της αιτιολογίας δεν ιδρύει, όπως προαναφέρθηκε, λόγο αναιρέσεως, εκτός αν η παράθεση ασαφών ή αντιφατικών επιχειρημάτων προσδίδει ασαφές ή αντιφατικό περιεχόμενο στο αποδεικτικό πόρισμα.

Εξ άλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 13 του ν. 2882/2001 "1. Η αποζημίωση πρέπει να είναι πλήρης και να ανταποκρίνεται στην αξία του απαλλοτριωμένου ακινήτου κατά τον χρόνο της συζήτησης ενώπιον του δικαστηρίου για τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημίωσης ή, σε περίπτωση απευθείας αίτησης για οριστικό προσδιορισμό, κατά το χρόνο της συζήτησης για τον προσδιορισμό αυτόν.

Αν η συζήτηση για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης διεξαχθεί μετά την παρέλευση έτους από τη συζήτηση για τον προσωρινό προσδιορισμό, τότε για τον προσδιορισμό της αποζημίωσης λαμβάνεται υπόψη η αξία κατά το χρόνο συζήτησης για τον οριστικό προσδιορισμό. Ως κριτήριο για την εκτίμηση της αξίας του απαλλοτριωμένου ακινήτου λαμβάνονται υπόψη, ιδίως, η αξία που έχουν κατά τον κρίσιμο χρόνο παρακείμενα και ομοειδή ακίνητα, που προσδιορίζεται κυρίως από την αντικειμενική αξία, τα τιμήματα σε συμβόλαια μεταβίβασης κυριότητας ακινήτων, τα οποία συντάχθηκαν κατά το χρόνο της κήρυξης της απαλλοτρίωσης, καθώς και η πρόσοδος του απαλλοτριωμένου".

Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι για τον υπολογισμό της αξίας των απαλλοτριωμένων ακινήτων λαμβάνεται υπόψη η αξία αυτών κατά τον χρόνο συζητήσεως για τον οριστικό προσδιορισμό στο Εφετείο, αν η συζήτηση αυτή διεξαχθεί μετά από ένα έτος από την συζήτηση για τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημιώσεως και ότι τα δικαστήρια, κατά τον καθορισμό τιμής μονάδας αποζημιώσεως ακινήτου, που εμπίπτει στο ισχύον σύστημα αντικειμενικού προσδιορισμού της αξίας του, υποχρεούνται να λαμβάνουν υπόψη και την αντικειμενική αξία αυτού, καθώς και των ομόρων και ομοειδών προς αυτό ακινήτων, κατά τον κρίσιμο χρόνο, ως ασφαλές και αντικειμενικό μέτρο κρίσεως για την εξεύρεση της πραγματικής αξίας του απαλλοτριωμένου ακινήτου, η οποία πάντως σε καμιά περίπτωση δεν δεσμεύει την δικαστική κρίση για την πραγματική αξία του.

Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής τα διαγραφόμενα κριτήρια δεν είναι αποκλειστικά και υποχρεωτικά για το δικαστήριο για την διάγνωση της πραγματικής αξίας του απαλλοτριωμένου, κατά τον κρίσιμο χρόνο, έτσι, ώστε να θεωρείται ότι παραβιάζεται στην περίπτωση που το δικαστήριο δεν τα λάβει υπόψη του ή θα λάβει υπόψη άλλα τέτοια.

Το δικαστήριο μπορεί να στηρίζει την κρίση του για την πραγματική αξία του απαλλοτριουμένου ακινήτου, ενόψει της χρησιμοποιούμενης στην παραπάνω διάταξη λέξεως "ιδίως", σε κάθε πρόσφορο συγκριτικό στοιχείο, αφού το αξιολογήσει κατάλληλα. Μεταξύ των κριτηρίων, τα οποία μπορεί να λάβει υπόψη του το δικαστήριο είναι και οι υπάρχουσες, κατά τον ανωτέρω χρόνο, οικονομικές και νομισματικές συνθήκες, χωρίς να είναι υποχρεωμένο να τις αναλύει διεξοδικά, όταν αυτές είναι πασίγνωστες και οι οποίες λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως και χωρίς απόδειξη (άρθρο 336 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ.).

Η σχετική για το πρόσφορο ή όχι του συγκριτικού στοιχείου κρίση του δικαστηρίου ανάγεται στην εκτίμηση πραγμάτων και ως εκ τούτου δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ. (ΑΠ 418/2014, ΑΠ 2142/2013, ΑΠ 600/2010). Στην προκειμένη περίπτωση από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη, ως προς την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων, κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ.) ως αποδεικτικό πόρισμα, κατά το ενδιαφέρον ενταύθα μέρος του, τα ακόλουθα: "Δυνάμει της υπ’ αριθμ. 1105584/7942/Δ0010/09.1.2007 κοινής υπουργικής απόφασης των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων, νομίμως δημοσιευθείσας στο με αριθμό 16/24.01.2007 ΦΕΚ (τεύχος Δ’ ) κηρύχθηκε συμπληρωματική αναγκαστική απαλλοτρίωση, υπέρ και με δαπάνη του Ελληνικού Δημοσίου, για λόγους δημοσίας ωφέλειας και ειδικότερα για την κατασκευή της ..., στο τμήμα 1.2.3. "... ...", έκτασης συνολικού εμβαδού 1.664 τ.μ., που ευρίσκεται στην περιοχή του Δήμου ...

Νομού Ιωαννίνων και εικονίζεται με κλίμακα 1:200 στο από 21.12.2004 ακριβές αντίγραφο του κτηματολογικού διαγράμματος και του αντίστοιχου κτηματολογικού πίνακα της εταιρίας "... Α.Ε.", τα οποία έχει συντάξει η ανάδοχος μελέτης εταιρία "... Α.Ε." και έχει θεωρήσει ο Διευθυντής της Δ12 Διεύθυνσης του Υ.ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε., Κ. Δ.

στις 21.12.2004. Η απαλλοτριωθείσα έκταση ευρίσκεται στην περιφέρεια του δημοτικού διαμερίσματος ... του Δήμου ... του Ν. Ιωαννίνων. Η εκτιμητική Επιτροπή του άρθρου 15 του Ν. 2882/2001, προσδιόρισε στην από 06-06-2007 σχετική Έκθεσή της, την αντικειμενική αξία ενός εκάστου απαλλοτριούμενου ακινήτου, κατά το χρόνο κήρυξης της ένδικης απαλλοτρίωσης, σύμφωνα με τα έντυπα (...) για τον προσδιορισμό της αντικειμενικής αξίας της γης εκτός σχεδίου πόλης ή οικισμών, που δεν έχει ειδικούς όρους δόμησης, ως ακολούθως:

α) για ακίνητο με πρόσωπο σε Εθνική ή Επαρχιακή οδό, χέρσο, σε 19,916 ευρώ/τ.μ. και β) για ακίνητο χωρίς πρόσωπο σε οδό, χέρσο σε 12,32 ευρώ/τ.μ. και συγκεκριμένα 1) για την ιδιοκτησία υπ’ αριθ. 1, εμβαδού 1.067 τ.μ. σε ποσό 21.250,37 ευρώ (ήτοι σε 19,916 ευρώ/τ.μ., 2) για την ιδιοκτησία υπ’ αριθ. 2, εμβαδού 300 τ.μ., σε ποσό 3.696 ευρώ (ήτοι σε 12,32 ευρώ/τ.μ.) και 3) για την ιδιοκτησία υπ’ αριθ. 3, εμβαδού 297 τ.μ., σε ποσό 5.915,05 ευρώ (ήτοι σε 19,916 ευρώ/τ.μ.).

Επιπλέον, η ίδια ως άνω Επιτροπή προσδιόρισε την αξία των επικειμένων ως εξής: α) για περίφραξη με συρματόπλεγμα σε μεταλλικούς πασσάλους σε 8,00 ευρώ/μ., β) για τις μεγάλες κορομηλιές σε 120,00 ευρώ/τεμάχιο, γ) για τις μεγάλες βελανιδιές σε 150,00 ευρώ/τεμάχιο, δ) για τις μεγάλες καρυδιές σε 350,00 ευρώ/τεμάχιο, ε) για τις μεσαίες καρυδιές σε 230,00 ευρώ/τεμάχιο και στ) για τις μεσαίες κερασιές σε 120,00 ευρώ/τεμάχιο.

Ήδη, μετά και την αύξηση των αντικειμενικών τιμών, η οποία έλαβε χώρα το μήνα Απρίλιο του έτους 2008, η αντικειμενική αξία των ανωτέρω απαλλοτριούμενων ακινήτων στο Δ.Δ. ... του Δήμου ... Ν. Ιωαννίνων αναπροσαρμόστηκε και ανήλθε, ως συνομολογείται από το αιτούν Ελληνικό Δημόσιο και επιβεβαιώθηκε και από την ενόρκως εξετασθείσα ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου μάρτυρα του αιτούντος, Ε.

Ζ., υπάλληλο της Κτηματικής Υπηρεσίας Ν. Ιωαννίνων, σε α) για ακίνητο με πρόσωπο σε Εθνική ή Επαρχιακή οδό, χέρσο, σε 22,10 ευρώ/τ.μ. και β) για ακίνητο χωρίς πρόσωπο σε οδό, χέρσο, σε 14,00 ευρώ/τ.μ. Εξ ετέρου, σύμφωνα με τις παραπάνω διαστίξεις, η συνολική αντικειμενική αξία ενός εκάστου απαλλοτριουμένου ακινήτου, μετά την, κατά τα προεκτεθέντα, αύξηση των αντικειμενικών αξιών, ανήλθε: 1) για την ιδιοκτησία υπ’ αριθ. 1, εμβαδού 1.067 τ.μ.

σε ποσό 23.580,70 ευρώ (ήτοι σε 22,10 ευρώ/τ.μ., 2) για την ιδιοκτησία υπ’ αριθ. 2, εμβαδού 300 τ.μ., σε ποσό 4.200,00 ευρώ (ήτοι σε 14,00 ευρώ/τ.μ.) και 3) για την ιδιοκτησία υπ’ αριθ. 3, εμβαδού 297 τ.μ., σε ποσό 6.563,70 ευρώ (ήτοι σε 22,10 ευρώ/τ.μ.)... Οι ανταιτούντες, εξάλλου, προσκομίζουν και επικαλούνται τις υπ’ αριθ. 251/2002 και 397/2003 αποφάσεις του Εφετείου Ιωαννίνων, οι οποίες όμως δεν αποτελούν πρόσφορα συγκριτικά στοιχεία, καθόσον αφορούν απαλλοτριωθέντα ακίνητα που βρίσκονται στην περιοχή ...

Ιωαννίνων, η οποία βρίσκεται πλησίον του Πανεπιστημίου και του Πανεπιστημιακού Νοσοκομείου Ιωαννίνων, η οποία έχει εντελώς διαφορετικά χαρακτηριστικά από πλευράς οικιστικής ανάπτυξης, λόγω γειτνίασης με τον πολεοδομικό ιστό της πόλης των Ιωαννίνων. Ενόψει όλων των ανωτέρω, λαμβανομένου υπόψη του προορισμού, της χρησιμότητας και της θέσης της απαλλοτριωθείσας έκτασης, υπό το πρίσμα των κανόνων της λογικής και των διδαγμάτων της κοινής πείρας (άρθρο 336 του ΚΠολΔ), και σε συνδυασμό με το γεγονός ότι η αντικειμενική αξία, η οποία δεν αποτελεί στοιχείο δεσμευτικό για τη δικανική κρίση αναφορικά με την πραγματική αξία των απαλλοτριούμενων ακινήτων, αλλά ενδεικτικό στοιχείο για την εκτίμηση της αξίας τους, κατά κανόνα υπολείπεται της πραγματικής αξίας των ακινήτων, το Δικαστήριο κρίνει ότι, η πραγματική αξία των επιδίκων ακινήτων και των επικειμένων τους, κατά το χρόνο συζήτησης της ένδικης αίτησης οριστικού προσδιορισμού (20.3.2013), αφού αυτή διεξάγεται μετά την παρέλευση έτους από τη συζήτηση, στις 18-5-2011, της αίτησης προσωρινού προσδιορισμού (άρθρο 13 παρ. 1β νόμου 2882/2001, όπως ισχύει μετά το άρθρο 1 παρ. 4 νόμου 2985/2002), βάσει των οικονομικών και νομισματικών συνθηκών, που υπήρχαν κατά τον ανωτέρω κρίσιμο χρόνο και χωρίς να ληφθεί υπόψη η ενδεχόμενη μεταβολή της αξίας τους από την εξαγγελία ή την κήρυξη της απαλλοτρίωσής τους και, κατά συνέπεια, η πλήρης αποζημίωση, εκείνη δηλαδή με την οποία μπορεί να αντικατασταθούν με άλλα ισάξιά τους, ανέρχεται στα ποσά που αναφέρονται ειδικότερα στο διατακτικό, στα οποία πρέπει να προσδιοριστεί, κατά μερική παραδοχή και ως βασίμων στην ουσία της αίτησης και της ανταίτησης, η οριστική αποζημίωση γι’ αυτά...".

Και υπό τις ανωτέρω παραδοχές δέχθηκε εν μέρει την αίτηση και τις ανταιτήσεις και καθόρισε την οριστική τιμή μονάδας αποζημιώσεως των απαλλοτριωθέντων ακινήτων και των επικειμένων τους, ως εξής: Α] των εδαφικών εκτάσεων: α) για τα ακίνητα με πρόσωπο σε Εθνική ή Επαρχιακή οδό σε 28,00 ευρώ/τ.μ. και β) για τα ακίνητα χωρίς πρόσωπο σε οδό σε 19,00 ευρώ/τ.μ.

και συγκεκριμένα 1) για την ιδιοκτησία υπ’ αριθμ. 1, εμβαδού 1.067 τ.μ. σε ποσό 28,00 ευρώ/τ.μ., 2) για την ιδιοκτησία υπ’ αριθμ. 2, εμβαδού 300 τ.μ., σε ποσό 19,00 ευρώ/τ.μ. και 3) για την ιδιοκτησία υπ’ αριθμ. 3, εμβαδού 297 τ.μ., σε ποσό 28,00 ευρώ/τ.μ. και Β] των επικειμένων των ως άνω ιδιοκτησιών: 1) για κάθε περίφραξη με συρματόπλεγμα σε μεταλλικούς πασσάλους σε 12,00 ευρώ/μ., β) για κάθε μεγάλη κορομηλιά σε 180,00 ευρώ/τεμάχιο, γ) για κάθε μεγάλη βελανιδιά σε 200,00 ευρώ/τεμάχιο, δ) για κάθε μεγάλη καρυδιά σε 400,00 ευρώ/τεμάχιο, ε) για κάθε μεσαία καρυδιά σε 280,00 ευρώ/τεμάχιο και στ) για κάθε μεγάλη κερασιά σε 180,00 ευρώ/τεμάχιο.

Από τις ως άνω παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα - στο οποίο αυτή κατέληξε, αφού έλαβε υπόψη α) τα γενικά χαρακτηριστικά της περιοχής και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά των απαλλοτριουμένων ακινήτων και των επικειμένων τους και ιδίως το είδος, την θέση, την έκταση, την πραγματική κατάσταση και την χρησιμότητά τους, β) τις καταθέσεις των μαρτύρων αποδείξεως και ανταποδείξεως, γ) τα, μετ’ επικλήσεως, προσκομισθέντα από κάθε διάδικο μέρος αποδεικτικά στοιχεία, δ) την από 6.6.2007 έκθεση της Επιτροπής Εκτιμήσεως της αξίας των απαλλοτριουμένων ακινήτων και των επικειμένων τους και ε) τις κοινώς γνωστές και υφιστάμενες, κατά τον ανωτέρω χρόνο, οικονομικές και νομισματικές συνθήκες - όπως αυτές είχαν διαμορφωθεί τότε στην χώρα - προκύπτει ότι έχει νόμιμη βάση και δη την απαιτούμενη αιτιολογία, γιατί καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς να χρειαζόταν οποιαδήποτε άλλη περαιτέρω παραδοχή, το πραγματικό του εφαρμοστέου εδώ κανόνα ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 13 του ν. 2882/2001, τον οποίο η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων αιτιολογιών, αναφερομένων στην αξία παρακειμένων και ομοειδών με τα απαλλοτριωθέντα ακινήτων ή σε τιμήματα σε συμβόλαια μεταβιβάσεως κυριότητας παρακειμένων ακινήτων, όπως αβασίμως διατείνεται το αναιρεσείον, δοθέντος ότι, όπως προαναφέρθηκε, τα κριτήρια αυτά δεν είναι αποκλειστικά και υποχρεωτικά για το Δικαστήριο για την διάγνωση της πραγματικής αξίας των απαλλοτριουμένων ακινήτων, δυναμένου τούτου (Δικαστηρίου) να στηρίξει την σχετική κρίση του σε κάθε πρόσφορο συγκριτικό στοιχείο, αφού το αξιολογήσει κατάλληλα.

Εξ άλλου, το Εφετείο δεν ήταν υποχρεωμένο να αναλύσει διεξοδικά τις υφιστάμενες τότε οικονομικές και νομισματικές συνθήκες, τις οποίες, κατά τα ανωτέρω, έλαβε υπόψη του για την διάγνωση της πραγματικής αξίας των απαλλοτριωμένων ακινήτων, εφόσον αυτές, κατά τον κρίσιμο χρόνο, ήταν πασίγνωστες, λαμβανόμενες, συνεπώς, υπόψη και αυτεπαγγέλτως, χωρίς απόδειξη.

Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει το αναιρεσείον με τον πρώτο λόγο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., με τις αιτιάσεις ότι: 1) δεν αναφέρεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αξία που είχαν, κατά τον κρίσιμο ως άνω χρόνο, παρακείμενα και ομοειδή των απαλλοτριουμένων ακίνητα και 2) η αναφορά της προσβαλλομένης αποφάσεως στις οικονομικές και νομισματικές συνθήκες που επικρατούν στην χώρα είναι αόριστη, γιατί δεν προσδιορίζονται με συγκεκριμένο τρόπο οι συνθήκες και οι προϋποθέσεις αυτές, κρίνονται αβάσιμα, όπως και ο αντίστοιχος λόγος της αναιρέσεως, κατά τα οικεία σκέλη του.

Ο λόγος αυτός, ως προς το πρώτο σκέλος του δεν μπορεί να εκτιμηθεί ούτε ως λόγος από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., ενόψει του ότι δεν προβάλλεται με το αναιρετήριο ότι είχε γίνει επίκληση ενώπιον του δικαστηρίου συγκεκριμένων τέτοιων συγκριτικών στοιχείων, ως αποδεικτικών στοιχείων ή μέσων, με σύγχρονη προσκόμιση αυτών.

Ο ίδιος λόγος ως προς τις αιτιάσεις ότι: α) δεν περιλαμβάνεται στην προσβαλλομένη απόφαση αιτιολογία σε σχέση με την πρόσοδο των ακινήτων και β) δεν διευκρινίζεται η θέση κάθε μιας ιδιοκτησίας σε σχέση προς την υπάρχουσα Εθνική ή αγροτική οδό, παρότι αναγάγει το κριτήριο αυτό ως καίριο παράγοντα για την διαμόρφωση της αξίας των ακινήτων, και γ) αν και δέχεται ως πρόσφορο συγκριτικό στοιχείο την έκθεση της εκτιμητικής επιτροπής του άρθρου 15 του ν. 2882/2001, εντούτοις προβαίνει στον καθορισμό της οριστικής τιμής των επικειμένων των επιδίκων ακινήτων σε τιμές πολύ μεγαλύτερες, χωρίς να αιτιολογεί την κρίση του, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθ’ όσον ελλείψεις αναγόμενες στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες, αφού, κατά τα προεκτεθέντα, το από τις αποδείξεις πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια, πειστικότητα και κατά λογική ακολουθία τρόπο στην προσβαλλομένη απόφαση, πέραν βεβαίως της αβασιμότητάς του ως προς το υπό στοιχ.

β’ σκέλος του, καθόσον στην προσβαλλομένη απόφαση καθορίζεται η θέση κάθε ιδιοκτησίας σε σχέση προς την υπάρχουσα Εθνική ή αγροτική οδό και αναλόγως αυτής προσδιορίζεται και η οριστική τιμή μονάδας αποζημιώσεως των απαλλοτριουμένων εκτάσεων. Με τον ίδιο λόγο και κατά το υπόλοιπο μέρος του, εκ του περιεχομένου του οποίου δεν προκύπτει ότι συντρέχει εξαιρετική περίπτωση από εκείνες του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ., πλήττεται πλέον, υπό το πρόσχημα της εκ του αριθμού 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., πλημμέλειας, η ακυρωτικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου ως προς το πραγματικό ζήτημα και, συνεπώς, ο λόγος αυτός, κατά το οικείο μέρος του, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.

Κατά την διάταξη του άρθρου 18 παρ. 4 του Ν. 2882/2001 (ΚΑΑΑ), η δικαστική δαπάνη, μαζί με τη νόμιμη, κατά την έννοια της παρ. 1 του άρθρου 92 του Κώδικα Δικηγόρων, όπως αντικαταστάθηκε με την παρ. 6 του άρθρου 5 του ν. 3919/2011 (Α’ 32), αμοιβή των πληρεξουσίων δικηγόρων, βαρύνει τον υπόχρεο προς αποζημίωση, επιδικάζεται από το Δικαστήριο με την ίδια απόφαση, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά από το νόμο αυτόν και παρακατατίθεται στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων (Τ.Π.Δ.) υπέρ του οικείου Δικηγορικού Συλλόγου.

Η εκκαθάριση της δικαστικής δαπάνης γίνεται σύμφωνα με τις οικείες διατάξεις που ισχύουν κάθε φορά. Όταν υπόχρεος προς αποζημίωση είναι φορέας που υπάγεται στη Γενική Κυβέρνηση, κατά την έννοια του άρθρου 1Β του ν. 2362/1995, όπως είναι το Ελληνικό Δημόσιο, η επιδικαζόμενη από τα Δικαστήρια αμοιβή του πληρεξουσίου δικηγόρου των δικαιούχων αποζημιώσεως στις περιπτώσεις που υπολογίζεται με βάση την αξία του αντικειμένου της δίκης, καθορίζεται υποχρεωτικά έως το ήμισυ των νόμιμων αμοιβών του Κώδικα Δικηγόρων, σύμφωνα με το άρθρο 130 παρ. 2 του ν. 4070/2012, που τροποποίησε την σχετική διάταξη του άρθρου 18 παρ. 4 του ν. 2882/2001 και η οποία εφαρμόζεται, σύμφωνα με το άρθρο 146 παρ. 9 περ.

δ’ των μεταβατικών διατάξεων του ίδιου νόμου και στις εκκρεμείς απαλλοτριώσεις, κατά την έναρξη της ισχύος του, που συμπίπτει με την δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, την 10-4-2012 (ΦΕΚ Α’ /10-4-2012), κατά το άρθρο 188 του ίδιου νόμου. Από τις διατάξεις αυτές, οι οποίες, εναρμονιζόμενες προς τις διατάξεις των παραγράφων 2 και 4 εδάφιο τελευταίο του άρθρου 17 του Συντάγματος, αποσκοπούν στην μη φαλκίδευση της οφειλόμενης στον καθ’ ου η απαλλοτρίωση πλήρους αποζημιώσεως μέσω επιβαρύνσεων του τελευταίου, έστω και με μέρος των εξόδων της δίκης για τον καθορισμό της, συνάγεται ότι στην δίκη αυτή (καθορισμού αποζημιώσεως αναγκαστικά απαλλοτριωμένων ακινήτων), κατά παρέκκλιση από τους γενικούς κανόνες των άρθρων 173 επ.

του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, αφενός μεν η δικαστική δαπάνη επιβάλλεται πάντοτε σε βάρος του υπόχρεου σε αποζημίωση και αφετέρου αποκλείεται ο ολικός ή μερικός συμψηφισμός των δικαστικών εξόδων, καθώς και η κατανομή του οικείου ποσού ανάλογα με την έκταση της νίκης ή της ήττας καθενός από τους διαδίκους.

Ο προβλεπόμενος από τις εν λόγω διατάξεις υποχρεωτικός καθορισμός της επιδικαζόμενης από το δικαστήριο αμοιβής του πληρεξούσιου δικηγόρου του δικαιούχου της αποζημιώσεως μέχρι το ήμισυ των νόμιμων αμοιβών του Κώδικα Δικηγόρων, όταν αυτή υπολογίζεται με βάση την αξία του αντικειμένου της δίκης και όταν υπόχρεος προς αποζημίωση είναι φορέας που υπάγεται στη Γενική Κυβέρνηση κατά την έννοια του άρθρου 1Β του Ν. 2362/1995, όπως είναι το Ελληνικό Δημόσιο, δεν αντίκειται στις διατάξεις των άρθρων 17 παρ. 2 εδάφ.

α’ του Συντάγματος και 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, διότι, αφενός μεν δεν μειώνεται η αποζημίωση, αφού ο δικαιούχος αυτής υποχρεούται να καταβάλει στον δικηγόρο του μόνο την μειωμένη αμοιβή που προβλέπεται από το νόμο, η οποία επιδικάζεται σ’ αυτόν και την εισπράττει από τον αντίδικο του και υπόχρεο προς αποζημίωση, αφετέρου δε η μείωση της αμοιβής του δικηγόρου του δικαιούχου της αποζημιώσεως δεν παραβιάζει τις αρχές της δίκαιης δίκης, αφού δεν αναιρεί και δεν περιορίζει το δικαίωμα παροχής έννομης προστασίας και δεν αποτελεί ανεπίτρεπτο περιορισμό της επαγγελματικής ελευθερίας των δικηγόρων, αν ληφθεί μάλιστα υπόψη και ο δικαιολογητικός λόγος για τον οποίο υπαγορεύτηκε ο περιορισμός αυτός (απλότητα στη διαχείριση των υποθέσεων) που εξυπηρετεί και το δημόσιο συμφέρον (ΑΠ 1175/2015).

Η απόφαση του μονομελούς πρωτοδικείου, με την οποία καθορίζεται η προσωρινή τιμή μονάδας, αποτελεί, ως προς την δικαστική δαπάνη, εκτελεστό τίτλο σε βάρος του υπόχρεου προς αποζημίωση, εάν και οι δύο διάδικοι αποδέχθηκαν την απόφαση αυτή ή πέρασε άπρακτη η προθεσμία της παρ. 2 του άρθρου 20. Σε περίπτωση εμπρόθεσμης αιτήσεως, το Εφετείο αποφαίνεται ενιαίως τόσο για την δικαστική δαπάνη της ενώπιον αυτού διαδικασίας, όσο και για την δικαστική δαπάνη του προσωρινού προσδιορισμού της αποζημιώσεως.

Σύμφωνα με τα άρθρα 18, 19 και 20 του άνω νόμου (ΚΑΑΑ), ένα είναι το αντικείμενο της δίκης, ο προσδιορισμός της αποζημιώσεως και συνεπώς μία αμοιβή του δικηγόρου σε ποσοστό επί της αξίας του αντικειμένου αυτού της δίκης ορίζεται, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 100 παρ. 1 και 114 παρ. 5 του Κώδικα Δικηγόρων. Έτσι, σε περίπτωση εμπρόθεσμης αιτήσεως για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημιώσεως στο Εφετείο, μετά τον προσωρινό προσδιορισμό αυτής, η δικαστική δαπάνη περιλαμβάνει: 1) τα γενόμενα για την διεξαγωγή και υπεράσπιση της δίκης έξοδα που ήταν απαραίτητα (άρθ. 189 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ.), 2) την αμοιβή του δικηγόρου του δικαιούχου για την παράστασή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου και ενώπιον του Εφετείου (άρθρα 109 και 111 του Κώδικα Δικηγόρων) και 3) την αμοιβή του δικηγόρου του δικαιούχου της αποζημιώσεως σε ποσοστό επί της καθοριζομένης οριστικής αποζημιώσεως και συγκεκριμένα:

α) σε ποσοστό 2% της αποζημιώσεως για την σύνταξη της αιτήσεως ή ανταιτήσεως με ιδιαίτερο δικόγραφο ή κυρίας παρεμβάσεως με ιδιαίτερο δικόγραφο, β) σε ποσοστό 1% για την σύνταξη προτάσεων επί της αιτήσεως ή ανταιτήσεως και κυρίας παρεμβάσεως, που ασκήθηκαν με ιδιαίτερο δικόγραφο και γ) σε ποσοστό 2% για την άσκηση ανταιτήσεως ή κυρίας παρεμβάσεως με τις προτάσεις (Ολ.ΑΠ 14/2011, ΑΠ 844/2015, ΑΠ 2227/2013, ΑΠ 1747/2011, ΑΠ 526/2009).

Ο προσδιορισμός της αμοιβής των πληρεξουσίων δικηγόρων στο ήμισυ των νομίμων αμοιβών του Κώδικα Δικηγόρων σε περίπτωση κατά την οποία υπόχρεος προς αποζημίωση είναι φορέας που υπάγεται στην Γενική Κυβέρνηση, κατά την έννοια του άρθρου 1Β του ν. 2362/1995 (άρθρο 18 παρ. 4 εδ. 3 του ν. 2882/2001, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 130 παρ. 2 του ν. 4070/2012) εφαρμόζεται σε υποθέσεις που συζητήθηκαν στο δικαστήριο της ουσίας μετά την έναρξη ισχύος της τελευταίας αυτής διατάξεως (ΑΠ 844/2015, ΑΠ 926/2015, ΑΠ 1021/2015, ΑΠ 2227/2013), δηλονότι μετά την, κατά τα προεκτεθέντα, 10.4.2012 και, συνεπώς, η επιδικαζόμενη αμοιβή του πληρεξουσίου δικηγόρου των δικαιούχων αποζημιώσεως, υπολογιζόμενη με βάση την αξία του αντικειμένου της δίκης, καθορίζεται:

α) σε ποσοστό 1% της αποζημιώσεως, για την σύνταξη αιτήσεως ή ανταιτήσεως με ιδιαίτερο δικόγραφο ή κυρίας παρεμβάσεως με ιδιαίτερο δικόγραφο, β) σε ποσοστό 0,50% για την σύνταξη προτάσεων επί της αιτήσεως ή ανταιτήσεως και κυρίας παρεμβάσεως, που ασκήθηκαν με ιδιαίτερο δικόγραφο και γ) σε ποσοστό 1% για την άσκηση ανταιτήσεως ή κυρίας παρεμβάσεως με τις προτάσεις.

Εξ άλλου, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 559 αριθμός 1 εδ. α’ του Κ.Πολ.Δικ. ο κανόνας ουσιαστικού παραβιάζεται και έτσι ιδρύεται ο προβλεπόμενος από την διάταξη αυτή λόγος αναιρέσεως είτε με ψευδή ερμηνεία, η οποία υπάρχει όταν αποδίδεται στον κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε με μη ορθή εφαρμογή, η οποία εκδηλώνεται όταν εφαρμόζεται κανόνας, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή όταν δεν εφαρμόζεται, ενώ έπρεπε να εφαρμοστεί ή όταν εφαρμόζεται εσφαλμένα. (Ολ.ΑΠ 14/2011).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφασή του, αφού καθόρισε την οριστική τιμή μονάδας αποζημιώσεως των απαλλοτριωθέντων ακινήτων και των επικειμένων τους, για τα οποία είχε προηγηθεί προσωρινός προσδιορισμός αποζημιώσεως, καταδίκασε το αιτούν και ήδη αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, ως υπόχρεο καταβολής της αποζημιώσεως στην δικαστική δαπάνη των παρισταμένων εκ των καθ’ ων, που άσκησαν ανταιτήσεις και κύρια παρέμβαση με τις εμπρόθεσμα κατατεθείσες προτάσεις τους, σε ποσοστό 2% επί της οριστικής αποζημιώσεως.

Προσδιορίζοντας, επομένως, το Εφετείο την αμοιβή των πληρεξουσίων δικηγόρων των παρισταμένων εκ των καθ’ ων η αίτηση - ανταιτούντων - κυρίως παρεμβαίνουσας και ήδη αναιρεσιβλήτων σε ποσοστό 2% επί του ποσού της αποζημιώσεως, αντί να καθορίσει αυτήν (αμοιβή των πληρεξουσίων τους δικηγόρων) σε ποσοστό 1% επί του ποσού της αποζημιώσεως, παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις προπαρατεθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, διότι, το μεν οι παριστάμενοι εκ των καθ’ ων η αίτηση - ανταιτούντες - κυρίως παρεμβαίνουσα είχαν ασκήσει ανταιτήσεις - παρέμβαση με τις προτάσεις τους και όχι με ιδιαίτερο δικόγραφο, το δε υπόχρεο για την καταβολή της δικαστικής δαπάνης είναι το αιτούν και ήδη αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, δηλαδή φορέας που, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, υπάγεται στην Γενική Κυβέρνηση, προσέτι δε η προκειμένη υπόθεση συζητήθηκε ενώπιον του Εφετείου Ιωαννίνων στις 20.3.2013, δηλαδή μετά την 10.4.2012.

Επομένως, ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο προσάπτεται στο Εφετείο η πλημμέλεια του αριθμού 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., διότι καθόρισε την συνολική αμοιβή των πληρεξουσίων δικηγόρων των παρισταμένων εκ των καθ’ ων η αίτηση - ανταιτούντων - κυρίως παρεμβαίνουσας και ήδη αναιρεσιβλήτων σε ποσοστό 2% επί του ποσού της αποζημιώσεως, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος.

Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή η αναίρεση και δη μόνο κατά το κεφάλαιο της αμοιβής των πληρεξουσίων δικηγόρων των παρασταθέντων εκ των καθ’ ων η αίτηση - ανταιτούντων - κυρίως παρεμβαίνουσας και ήδη αναιρεσιβλήτων (εκτός του τρίτου τούτων, για τον οποίο, όπως προαναφέρθηκε, η αίτηση πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη), να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση κατά τούτο και δεδομένου ότι η υπόθεση δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση, να κρατηθεί η υπόθεση κατά το μέρος αυτό (άρθρο 580 παρ. 3 εδ.

α’ του Κ.Πολ.Δικ.) και να καταδικαστεί το ήδη αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο στην δικαστική δαπάνη των παρισταμένων εκ των καθ’ ων η αίτηση - ανταιτούντων - κυρίως παρεμβαίνουσας και ήδη αναιρεσιβλήτων (δικαιούχων της αποζημιώσεως) (εκτός του τρίτου) για κάθε ομάδα παρασταθέντων με κοινό δικηγόρο, την οποία ορίζει σε ποσοστό 1% επί του ποσού της αποζημιώσεως.

Οι λοιποί, πλην του τρίτου, αναιρεσίβλητοι, ως ηττηθέντες διάδικοι, πρέπει να καταδικασθούν στην δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος της παρούσας αναιρετικής δίκης, κατά το νόμιμο αίτημα του τελευταίου (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ.), μειωμένη κατά το άρθρο 22 παρ. 1 και 3 του Ν. 3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αρ.18 Εισ.Ν.

Κ.Πολ.Δικ.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 12.5.2014 και με αριθμό καταθέσεως ... αιτήσεως για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 161/2013 αποφάσεως του Εφετείου Ιωαννίνων ως προς τον τρίτο αναιρεσίβλητο Λ. Φ. του Ν.

Αναιρεί την 161/2013 απόφαση του Εφετείου Ιωαννίνων ως προς τους λοιπούς αναιρεσιβλήτους, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό της παρούσας κεφάλαιο.

Κρατεί και δικάζει την υπόθεση κατά το ανωτέρω κεφάλαιο.

Καταδικάζει το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο στην δικαστική δαπάνη των παρισταμένων εκ των καθ’ ων η αίτηση - ανταιτούντων - κυρίως παρεμβαίνουσας και ήδη αναιρεσιβλήτων (εκτός του τρίτου τούτων), την οποία ορίζει για κάθε ομάδα παρασταθέντων με κοινό δικηγόρο, σε ποσοστό 1% επί του ποσού της αποζημιώσεως.

Καταδικάζει τους ως άνω (εκτός του τρίτου) αναιρεσιβλήτους στην δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος της παρούσας αναιρετικής δίκης, την οποία ορίζει στο ποσόν των τριακοσίων (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Φεβρουαρίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 16 Μαρτίου 2017.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ