440/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 440 / 2016 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Legislator headnote
AI generated440/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 440 / 2016 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Full text
Απόφαση 440 / 2016 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 440/2016
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές: Ευφημία Λαμπροπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Στυλιανή Γιαννούκου, Χαράλαμπο Μαχαίρα, Γεώργιο Αναστασάκο και Σοφία Καρυστηναίου, Aρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του στις 17 Νοεμβρίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Γ. Κ. του Λ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αντώνιο Ρουπακιώτη με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ. και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "..." και το διακριτικό τίτλο "..." που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου λόγω συγχωνεύσεως με απορρόφηση της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "....", η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ουρανία Μπάρλου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-11-2006 αγωγή του ήδη αναιρεσείντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 507/2010 του ίδιου δικαστηρίου και 7727/2013 του Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 26-5-2014 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Η εισηγήτρια αρεοπαγίτης Σοφία Καρυστηναίου ανέγνωσε την από 6-11-2015 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο μόνος λόγος της αίτησης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Κατά το άρθρο 656 του Α.Κ., όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 61 του ν. 4139/2013, το οποίο (σύμφωνα με το άρθρο 98 παρ. 1 του ίδιου νόμου) καταλαμβάνει και τις εκκρεμείς υποθέσεις και συνακόλουθα την ένδικη υπόθεση που ήταν εκκρεμής ενώπιον του εφετείου στις 16-4-2013: "Αν ο εργοδότης έγινε υπερήμερος ως προς την αποδοχή της εργασίας ο εργαζόμενος έχει δικαίωμα να απαιτήσει την πραγματική απασχόλησή του, καθώς και το μισθό για το διάστημα που δεν απασχολήθηκε. Δικαίωμα να απαιτήσει το μισθό έχει ο εργαζόμενος και στην περίπτωση που η αποδοχή της εργασίας είναι αδύνατη από λόγους που αφορούν στον εργοδότη και δεν οφείλονται σε ανώτερη βία. Στις ανωτέρω περιπτώσεις ο εργαζόμενος δεν είναι υποχρεωμένος να παράσχει την εργασία σε άλλο χρόνο. Ο εργοδότης, όμως, έχει δικαίωμα να αφαιρέσει από το μισθό καθετί που ο εργαζόμενος ωφελήθηκε από τη ματαίωση της εργασίας ή από την παροχή της αλλού". Υπερήμερος περί την αποδοχή της εργασίας καθίσταται και ο εργοδότης που κατήγγειλε ακύρως (για οποιοδήποτε λόγο) την εργασιακή σύμβαση, εφόσον πλέον δεν αποδέχεται τις υπηρεσίες του μισθωτού (Α.Π. 359/2015). Η ανωτέρω εκ του άρθρου 656 Α.Κ. αξίωση του μισθωτού για μισθούς υπερημερίας λόγω αρνήσεως του εργοδότη να αποδέχεται τις υπηρεσίες του μετά την άκυρη καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του στηρίζεται στη σύμβαση εργασίας και συνεπώς, για να είναι ορισμένη η σχετική αγωγή, πρέπει να εκτίθενται σε αυτή η κατάρτιση της συμβάσεως εργασίας, ο συμβατικός ή νόμιμος μισθός του μισθωτού και η άρνηση του εργοδότη να αποδέχεται την προσηκόντως προσφερόμενη εργασία του (Α.Π. 192/2009). 2. Στην προκειμένη περίπτωση με την από 22-11-2006 αγωγή του ο αναιρεσείων εξέθεσε ότι στις 20-7-1979 προσελήφθη από την αρχικά εναγομένη ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "....", της οποίας καθολική διάδοχος είναι η ήδη αναιρεσίβλητη, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου. Ότι στις 8-9-2006 η εναγομένη κατήγγειλε ακύρως τη σύμβαση εργασίας του, επικαλούμενη προσχηματικά ότι αυτός απουσίαζε αδικαιολογήτως από την εργασία του πέραν των τριάντα ημερών και ότι η απουσία του αυτή κατά τον οργανισμό του προσωπικού της θεωρείται ως οικειοθελής αποχώρηση. Ότι επικουρικά, αν κριθεί ότι η απουσία του ήταν αδικαιολόγητη, η άσκηση του δικαιώματος της εναγομένης είναι καταχρηστική για τους ειδικά αναφερόμενους λόγους, σε κάθε δε περίπτωση διότι η εναγομένη με την ανωτέρω απόφαση παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας, μη παραπέμποντας αυτόν για πειθαρχικό έλεγχο αλλά απολύοντάς τον. Ζήτησε δε να κριθεί άκυρη η απόλυσή του, άλλως η απόφανση της εναγομένης για δήθεν οικειοθελή αποχώρησή του και να υποχρεωθεί η εναγομένη: α) να αποδέχεται τις υπηρεσίες του με απειλή χρηματικής ποινής 300 ευρώ για κάθε ημέρα καθυστερήσεως και β) να του καταβάλει για αποδοχές υπερημερίας το ποσό των 19.550 ευρώ νομιμοτόκως κατά τις αναφερόμενες διακρίσεις. Ειδικότερα για τη θεμελίωση του τελευταίου αυτού αιτήματος εξέθεσε κατά λέξη τα εξής: "Μετά την απόφαση της εναγομένης να με απολύσει, εγώ δήλωσα, ότι διατηρώ τις υπηρεσίες μου στη διάθεσή της, αλλά αυτή αρνήθηκε να τις αποδεχθεί, παρά τις αρχικές υποσχέσεις αρμοδίων παραγόντων της, γι' αυτό και έγινε υπερήμερη, μου οφείλει δε αποδοχές υπερημερίας για το χρονικό διάστημα από 8-9-2006 - 8-4-2007, μήνες 8 1/2 (με επιδόματα εορτών, Χριστουγέννων 2006 και Πάσχα 2007) Χ 2.350 ευρώ, που ανέρχονταν οι τακτικές αποδοχές μου κατά τον τελευταίο πριν από την απόλυσή μου μήνα = 19.550 ευρώ". Με αυτό το περιεχόμενο η αγωγή ήταν νόμιμη και ορισμένη ως προς το αίτημά της για την επιδίκαση αποδοχών υπερημερίας αφού για τη θεμελίωσή του αναφερόταν η κατάρτιση της μεταξύ των διαδίκων συμβάσεως εργασίας, η κατά τον ενάγοντα άκυρη καταγγελία της εκ μέρους της εναγομένης και η άρνηση της τελευταίας να αποδέχεται την προσηκόντως προσφερόμενη εργασία του. Επί πλέον αναφερόταν ο μηνιαίος μισθός του ενάγοντος (2.350 ευρώ) και το χρονικό διάστημα για το οποίο ζητήθηκαν οι αποδοχές υπερημερίας (από 8-9-2006 έως 8-4-2007), ήτοι για διάστημα επτά μηνών και με το συνυπολογισμό των δώρων Χριστουγέννων 2006 και Πάσχα 2007 (τα οποία εκ του νόμου ορίζονται στους μισθούς ενός και μισού μηνός αντίστοιχα) για συνολικό διάστημα οκτώμισι μηνών, από τον πολλαπλασιασμό των οποίων προς το ποσό των 2.350 ευρώ προέκυπτε το συνολικά οφειλόμενο ποσό (19.975 ευρώ), χωρίς να έχει οποιαδήποτε έννομη επιρροή το αριθμητικό σφάλμα του ενάγοντος κατά τον υπολογισμό του, αφού στην περίπτωση που το αγωγικό αυτό αίτημα γινόταν δεκτό, θα του επιδικαζόταν το αιτούμενο κατώτερο ποσό των 19.550 ευρώ. Με βάση τα ανωτέρω το εφετείο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε ότι το αίτημα αυτό "είναι απορριπτέο ως απαράδεκτο λόγω της αοριστίας του δεδομένου ότι δεν αναφέρεται σε τι ποσό ανέρχεται ο κάθε επιμέρους μισθός και πως προκύπτει το ποσό των 19.550,00 ευρώ και σε ποιο χρονικό διάστημα αντιστοιχεί", υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια της παρά το νόμο κηρύξεως απαραδέκτου και γι' αυτό ο μόνος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 14 Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πιο πάνω πλημμέλεια, είναι βάσιμος. 3.
Συνεπώς πρέπει να γίνει δεκτός ο αναιρετικός αυτός λόγος, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος της που απέρριψε το αγωγικό αίτημα για επιδίκαση στον αναιρεσείοντα αποδοχών υπερημερίας, να παραπεμφθεί δε η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, η σύνθεση του οποίου από άλλους δικαστές είναι δυνατή (άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.). Τέλος πρέπει να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος σύμφωνα με το σχετικό αίτημα του τελευταίου (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 7727/2013 απόφαση του Εφετείου Αθηνών κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος της.
Παραπέμπει την υπόθεση κατά το μέρος της αυτό προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.
Επιβάλλει σε βάρος της αναιρεσίβλητης τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Μαρτίου 2016.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 28 Ιουνίου 2016.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ