Legislator Case Law & Legislation
440/2014 AI generated

440/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 440/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Ιανουαρίου 2014, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11/11/2007 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 60/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2116/2011 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 27/6/2013 αίτησή του.

Legislator headnote

AI generated

440/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Εξάλλου, επί αποδιδόμενης αναιρετικής πλημμέλειας, κατ' άρθρο 559,αριθ. 1 Κ.Πολ. Δικ., πρέπει να αναφέρεται ο ουσιαστικός κανόνας δικαίου, που παραβιάστηκε και σε τι συνίσταται η παραβίαση αυτού. Τέλος, τα διδάγματα της κοινής πείρας, η παραβίαση των οποίων συνιστά τον από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 440 / 2014 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 440/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Γιαννούλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημήτριο Μουστάκα, Χριστόφορο Κοσμίδη, Νικόλαο Τρούσα και Ασπασία Καρέλλου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Ιανουαρίου 2014, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Π. Β. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Θεοδώρα Ηλιάδου και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Μ. Κ. του Χ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θεόδωρο Σαρρή με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11/11/2007 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 60/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2116/2011 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 27/6/2013 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Μουστάκας ανέγνωσε την από 3/1/2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 27-6-2013 αίτησης του Π. Β., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 2116/2011 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Για να είναι παραδεκτό το ένδικο μέσο της αναιρέσεως, πρέπει, εκτός άλλων, να περιέχει κατά τρόπο σαφή και ορισμένο τους λόγους, στους οποίους αυτό στηρίζεται, καθώς και τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, ώστε να είναι εφικτό να κριθεί το βάσιμο αυτών (λόγων).

Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθο 559, αριθ.10 Κ.Πολ.Δικ., "αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο, παρά το νόμο δεν δέχθηκε πράγματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά, χωρίς απόδειξη ή δεν διέταξε απόδειξη γι' αυτά". Ο λόγος, όμως, αυτός αναιρέσεως δεν ιδρύεται και συνεπώς είναι απαράδεκτος, στις ειδικές διαδικασίες, κατά τις οποίες το δικαστήριο δεν έχει υποχρέωση να διατάξει αποδείξεις, η δε συζήτηση ολοκληρώνεται, κατά κανόνα, σε μία συνεδρίαση επ' ακροατηρίου, όπου εξετάζονται οι μάρτυρες και προσκομίζονται τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία.

Εξάλλου, επί αποδιδόμενης αναιρετικής πλημμέλειας, κατ' άρθρο 559,αριθ. 1 Κ.Πολ. Δικ., πρέπει να αναφέρεται ο ουσιαστικός κανόνας δικαίου, που παραβιάστηκε και σε τι συνίσταται η παραβίαση αυτού. Τέλος, τα διδάγματα της κοινής πείρας, η παραβίαση των οποίων συνιστά τον από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ.

αναιρετικό λόγο και τα οποία ο δικαστής δικαιούται να λαμβάνει υπόψη του και αυτεπαγγέλτως, χρησιμεύουν: α) για τη διαπίστωση της αλήθειας κάποιου πραγματικού ισχυρισμού και τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, β) για την εφαρμογή των κανόνων δικαίου και μάλιστα για την υπαγωγή των αποδεδειγμένων ή αναμφισβήτητων πραγματικών γεγονότων στον κανόνα δικαίου, που κρίθηκε εφαρμοστέος και γ) για την εκτίμηση των αποδείξεων καθώς και την εκτίμηση της αξιοπιστίας των μαρτύρων.

Όταν, όμως, η αποδιδόμενη παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας γίνεται για την εξακρίβωση των πραγματικών περιστατικών της υποθέσεως (εκτίμηση των αποδείξεων) ή για την κρίση, προς εξακρίβωση της αξιοπιστίας των μαρτύρων, που εξετάσθηκαν, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου και, συνεπώς ο λόγος αναιρέσεως, για παραβίαση των διδαγμάτων κοινής πείρας, ο οποίος σχετίζεται με την εκτίμηση των αποδείξεων, είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος.

Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων, με την κρινόμενη αίτησή του, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 2116|2011 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, εκθέτει τα εξής, κατά λέξη,: "Ζητώ να αναιρεθεί η εφετειακή απόφαση, για τους ακολούθους λόγους και για όσους επιφυλάσσομαι να προσθέσω: Το Δικαστήριο δέχθηκε παρά τον νόμο (πράγματα) που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη.

Και συγκεκριμένα το Δικαστήριο μετέφρασε αυθαίρετα και παράνομα την έκφραση της μάρτυρος (σελ.6)<πήγαινε και πριν πάει στο στρατό >ως συνομολόγηση περιστασιακής απασχόλησης για τον πρό της 10-2-2006 χρόνο. Μάλλον υπερβάλλοντα ζήλο επέδειξε το δικαστήριο σε αυτήν την περίπτωση καθώς το αγωγικό μας αίτημα ουδεμία σχέση έχει με τον χρόνο προ της 10-2-2006.Σε αυτό το σημείο τολμώ να πω ότι η ενισχυμένη αποδεικτική και καθοριστική δύναμη την οποία προσέδωσε το Δικαστήριο σε αυτή τη φράση παραβιάζει τους ορισμούς του Νομού σχετικά με την δύναμη των αποδεικτικών μέσων.

Με λίγα λόγια αγκιστρώθηκε από μια φράση η οποία δεν είχε σχέση και συνάφεια με την παροχή εργασίας μου τον επίδικο χρόνο αφού αφορούσε το προ της θητείας μου διάστημα για νακρίνει τον επίδικο χρόνο και μάλιστα να εξάγει ασφαλή συμπεράσματα ουδόλως όμως ανταποκρινόμενα στην αλήθεια. Επί πλέον το Δικαστήριο της Εφέσεως παραβίασε διδάγματα της κοινής πείρας καθώς τα πραγματικά γεγονότα της αγωγής μου εμπεριέχονται σε αυτά.

Δηλαδή ωσάν το Δικαστήριο να άκουγε για πρώτη φορά ότι εκατοντάδες εργαζόμενοι δουλεύουν ανασφάλιστοι και χωρίς συμβάσεις προκείμενου να μη χάσουν την εργασία τους. Εις εξ αυτών ήμουν και εγώ ο οποίος εκτός του λόγου ότι φοβόμουν μη χάσω την δουλειά μου, επί πλέον επίστευα ότι η ξαδέλφη μου δεν πρόκειται να με αδικήσει και πολύ περισσότερο υπέμεινα ευελπιστώντας να καταφέρω και την δανειοδότησή μου για να αγοράσω την επιχείρηση.,<αόριστα αναφέρεται η αντίδικος περί του τιμήματος και αντιφατικό όπως θα αναλύσω.> Ακόμη πιο σκανδαλώδες θεωρώ ότι είναι η αποδοχή ισχυρισμών από το Δικαστήριο χωρίς αποδείξεις.

Δηλαδή (σελ.7)με ποια λογική το Δικαστήριο θεωρεί ότι συνηγορεί υπέρ των απόψεων της εναγομένης το γεγονός ότι εγώ δεν μπορούσα να αγοράσω την επιχείρηση λόγω αδυναμίας εξεύρεσης δανείου η δε αντίδικος μου δεν επροτίθετο να μου την παραχωρήσει άνευ ανταλλάγματος. Αδυνατώ να αντιληφθώ την λογική και μάλιστα χωρίς καμία νόμιμη απόδειξη του Δικαστηρίου.

Αντιθέτως αντιλαμβάνομαι ότι το Δικαστήριο δέχθηκε ως απόδειξη την υποθετική λογική της αντιδίκου μου ,<αντί να κοπιάσει να κόψει τον καρπό ,να τον αφήσει να πέσει μόνος του>ΓΡΑΦΙΚΗ ΘΑ ΕΛΕΓΑ ως λαϊκή σοφία αλλά μήπως εννοεί ότι θα έπρεπε να κοπιάζω ανεχόμενος πέραν του ενός έτους εργασίας μου δίχως τον συμφωνημένο μου μισθό και κοινωνική ασφάλιση , ακόμη έναν;

Μήπως δηλαδή θα έπρεπε να ζω εις βάρος της μητέρας μου ακόμη έναν χρόνο ,προσφέροντας την εργασία μου στην αντίδικο μου δωρεάν και μάλιστα δίχως να διαμαρτύρομαι ; Σημειώστε παρακαλώ ότι το Δικαστήριο ενώ έλαβε υπ όψιν υποθετικούς και αναπόδεικτους ισχυρισμούς της αντιδίκου δεν έλαβε υπ όψιν του τις πρωτόδικες προτάσεις μου τις οποίες επανειλημμένως επικαλούμαι με την άτοπη φράση <δεν επικαλέσθηκαν;".Και τέλος όσον αφορά το δικόγραφο της Εφέσεως για το οποίο αναφέρει η εφετειακή απόφαση ότι δεν προσβάλει τα κονδύλια, θάλεγε κανείς ότι όλη η δικαστική διαμάχη μέχρι σήμερα προσβάλλει τα κονδύλια ,η φράση άραγε ήταν το ουσιαστικό θέμα ακόμη και αν αποδεχόμουν το ποσό αυτό άραγε η κοινή πείρα περί αθέμιτων μεθοδεύσεων της εργοδοσίας είναι άγνωστη στο δικαστήριο;

Εξ άλλου αν το Δικαστήριο ήθελε να ερευνήσει και να διασφαλίσει την ορθή κρίση του ακόμη και αν θεωρηθήκανε οι ένορκες βεβαιώσεις μου ότι δεν πρέπει να ληφθούν υπ όψιν θα μπορούσε όμως το Δικαστήριο να τις εκτιμήσει ελεύθερα καθώς αντιλαμβάνεται ότι δεν έχει την απόλυτη γνώση και ευθύνη στη διαδικασία ο διάδικος ως άτομο μια και ο νόμος επιβάλλει την εκπροσώπησή του.

Τέλος διαμαρτύρομαι και θεωρώ ότι επι πλέον το Δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του Νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων δεδομένου ότι έκρινε ότι η επιταγή των 2000,00ευρώ έστω και αν εδόθη σε αντάλλαγμα κάποιων υπηρεσιών του δεν αποδεικνύει κατάρτιση συμβάσεως, αλλά δεν αιτιολογεί τι αποδεικνύει τότε καθώς ούτε η αντίδικος ιιου ισχυρίσθηκε ότι είχαμε άλλου είδους οικονομική συναλλαγή".

Ζητεί, στη συνέχεια, για τους πιο πάνω λόγους, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη εφετειακή απόφαση. Με τέτοιο περιεχόμενο η ένδικη αίτηση, είναι απορριπτέα προεχόντως ως απαράδεκτη, αφού με το εν λόγω περιεχόμενό, όπως αυτό εκτιμάται και το αίτημά της, πλήττεται ουσιαστικά η απόφαση του Εφετείου, ως προς τις αναιρετικά ανέλεγκτες πραγματικές παραδοχές της, σχετικά με το ουσιαστικά βάσιμο της ένδικης αγωγής και τους εν γένει ισχυρισμούς των διαδίκων μερών.

Πέρα από αυτά, ως προς τον πρώτο λόγο, σύμφωνα με τον οποίο, το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε πράγματα χωρίς αποδείξεις, η αίτηση είναι απορριπτέα (και) διότι, στην προκειμένη ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών δεν ιδρύεται, όπως αναφέρθηκε στη μείζονα σκέψη, ο από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 αναιρετικός λόγος.

Ως προς τον δεύτερο, σύμφωνα με τον οποίο το εφετείο παρεβίασε διδάγματα της κοινής πείρας, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι δεν προσδιορίζονται επακριβώς τα εν λόγω "διδάγματα", δεν αναφέρεται τι επίδραση είχε το γεγονός αυτό στην έκβαση της δίκης και, πάντως, έτσι όπως είναι διατυπωμένος ο λόγος, πλήττεται με αυτόν ουσιαστικά η ανέλεγκτη κρίση του εφετείου, ως προς την εκτίμηση της αξίας των αποδεικτικών μέσων.

Τέλος, ο ισχυρισμός ότι το Εφετείο παρεβίασε τους ορισμούς του νόμου, σχετικά με την ισχύ των αποδεικτικών μέσων και ειδικότερα διότι έκρινε ότι η επιταγή εκ δύο χιλιάδων (2.000) ευρώ, που δόθηκε στον αναιρεσείοντα , ήταν αντάλλαγμα κάποιων υπηρεσιών του και όχι για κατάρτιση συμβάσεως εργασίας μεταξύ αυτού και της αναιρεσίβλητης, είναι απορριπτέος, διότι ο από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ.

λόγος αναιρέσεως δίδεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας προσδίδει σε αποδεικτικό μέσο μεγαλύτερη ή μικρότερη από εκείνη που του απονέμει ο νόμος, πράγμα, το οποίο δεν συνέβη στην προκειμένη περίπτωση, αφού το επικαλούμενο αποδεικτικό μέσο είναι ιδιωτικό έγγραφο, χωρίς αυξημένη αποδεικτική δύναμη (όπως είναι η ομολογία, τα δημόσια έγγραφα κ.λπ.) και ως τέτοιο το συνεκτίμησε το δικαστήριο ελεύθερα, μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά στοιχεία, προκειμένου να συναγάγει το αποδεικτικό πόρισμά του.

Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση, στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, κατά το διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 27-6-2013 αίτηση του Π. Β., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 2116|2011 απόφασης του Εφετείου Αθηνών και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, εκ χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 18 Φεβρουαρίου 2014.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 27 Φεβρουαρίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ