Legislator Case Law & Legislation
440/2010 AI generated

440/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 440/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Αποζημίωση αποχωρούντος υπαλλήλου Τράπεζας της Ελλάδος (άρθρ. 8 του Ν.3198/1955). Προϋποθέσεις. Όχι περιορισμός αποζημιώσεως κατά τις διατάξεις του ΑΝ 173/1967 για υπαλλήλους Τράπεζας της Ελλάδος.

Legislator headnote

AI generated

440/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Επειδή με το αρθρ. 2§2 του ΑΝ 173/1967 ορίζεται ότι στις περιπτώσεις που εργοδότης είναι το Δημόσιο ή ΝΠΔΔ ή Τράπεζες κλπ, η από τον Ν. 2112/1920, όπως αυτός τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε μεταγενέστερα, οφειλόμενη αποζημίωση δεν μπορεί σε κάθε περίπτωση να υπερβαίνει το ποσό των 240.000 δρχ. Το ανώτατο αυτό όριο αυξήθηκε σε 600.000 δρχ.

Keywords

AI generated
termination of benefits objection to debt enforcement consumer credit revocation authorization to levy debt enforcement opt-out clause waiver of wage claims
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 440 / 2010 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:

Αποζημίωση αποχωρούντος υπαλλήλου Τράπεζας της Ελλάδος (άρθρ. 8 του Ν.3198/1955). Προϋποθέσεις. Όχι περιορισμός αποζημιώσεως κατά τις διατάξεις του ΑΝ 173/1967 για υπαλλήλους Τράπεζας της Ελλάδος.

Αριθμός 440/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2 Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μίμη Γραμματικούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Χρήστο Αλεξόπουλο, Βασίλειο Λυκούδη, Γρηγόριο Κουτσόπουλο και Σαράντη Δρινέα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 8 Δεκεμβρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Μαριάννας Νίκου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ" η οποία εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θεμιστοκλή Μερσίνη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Του αναιρεσιβλήτου:Ψ, κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χαράλαμπο Κάπο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-2-2006 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 158/2007 του ίδιου Δικαστηρίου και 5596/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 3-12-2008 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Σαράντης Δρινέας ανέγνωσε την από 25-11-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη της αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 8 εδ. α του Ν. 3198/1955, μισθωτοί που συνδέονται με σχέση εργασίας αόριστης διάρκειας και έχουν συμπληρώσει δεκαπενταετή υπηρεσία στον ίδιο εργοδότη, με την έννοια του αρθρ. 6§1 του Ν. 2112/1920 ή του Β.Δ. της 16/18-7-1920 ή το προβλεπόμενο από τον οικείο ασφαλιστικό οργανισμό όριο ηλικίας και, αν δεν προβλέπεται αυτό, το 65° έτος της ηλικίας τους, αποχωρώντας από την εργασία τους με τη συγκατάθεση του εργοδότη, δικαιούνται το ήμισυ της οριζόμενης από τον Ν. 2112/1920 ή το ανωτέρω Β.Δ.

αποζημιώσεως για την περίπτωση της απροειδοποίητης καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας. Η αποζημίωση αυτή υπολογίζεται σύμφωνα με το αρθρ. 5 §§1 και 2 του νόμου αυτού. Περαιτέρω, με τις διατάξεις του αρθρ. 8 εδ. β' και γ' του ίδιου νόμου, που προστέθηκαν με το αρθρ. 8§4 του ΝΔ 3789/1957 και αντικαταστάθηκαν με το αρθρ. 5§1 του Ν. 435/1976, ορίζονται τα εξής:

Μισθωτοί γενικά που υπάγονται στην ασφάλιση οποιουδήποτε ασφαλιστικού οργανισμού για τη χορήγηση συντάξεως, εφόσον συμπλήρωσαν ή συμπληρώνουν τις προϋποθέσεις για τη λήψη πλήρους συντάξεως γήρατος, μπορούν, εάν μεν έχουν την ιδιότητα του εργατοτεχνίτη να αποχωρούν από την εργασία, εάν δε έχουν την ιδιότητα του υπαλλήλου-είτε να αποχωρούν είτe να απομακρύνονται από την εργασία από μέρους του εργοδότη τους.

Σε όλες τις ανωτέρω περιπτώσεις, οι μεν επικουρικά ασφαλισμένοι λαμβάνουν τα 40%, οι δε μη επικουρικά ασφαλισμένοι τα 50% της αποζημιώσεως, την οποία δικαιούνται, σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις για την περίπτωση της απροειδοποίητης καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας από μέρους του εργοδότη. Για τη χορηγούμενη ως άνω μειωμένη αποζημίωση προς τους αποχωρούντες ή τους απομακρυνόμενους μισθωτούς εφαρμόζονται όσα ορίζονται στις διατάξεις των αρθρ. 1, 2, 3, 4, 5, 6, 7, 8, και 9 του Ν. 3198/1955, καθώς και εκείνες του Ν. 2112/1920 ή του ΒΔ της 16/18-7-1920, πλην των διατάξεων που αφορούν την προειδοποίηση.

Από την αντιπαραβολή των δύο ως άνω εδαφίων του άρθρου 8 του Ν. 3198/1955, η θέσπιση των οποίων αποσκοπούσε στην παροχή κινήτρων για την ανανέωση του προσωπικού των επιχειρήσεων με την έξοδο των παλαιών ή υπερηλίκων και την είσοδο νέων εργατοτεχνιτών ή υπαλλήλων, την ευρύτερη διατύπωση του δεύτερου εδαφίου και τη θέσπιση με το εδάφιο αυτό δυνατότητας λύσεως της εργασιακής συμβάσεως με μονομερείς ενέργειες των συμβληθέντων (αποχώρηση εργαζομένου ή καταγγελία εργοδότη), στις οποίες ο νόμος προσδίδει τις ανωτέρω συνέπειες, συνάγονται τα ακόλουθα:

α) Η εφαρμογή του πρώτου εδαφίου της άνω διατάξεως προϋποθέτει ρητώς μισθωτούς που συνδέονται με σχέση εργασίας αόριστης διάρκειας και δεν επεκτείνεται και σε εκείνους που η εργασιακή τους σχέση είναι ορισμένου χρόνου, όπως είναι και η σύμβαση των εργαζομένων που έχουν προσχωρήσει σε κανονισμό του εργοδότη, με τον οποίο προβλέπεται η αποχώρηση από την εργασία με τη συμπλήρωση ορίου ηλικίας.

Στην περίπτωση όμως που με τον κανονισμό έχει παράλληλα προβλεφθεί δυνατότητα πρόωρης λύσεως της συμβάσεως, τότε ενυπάρχει διαλυτική αίρεση, η οποία, εφόσον πληρωθεί, η σύμβαση εργασίας μεταπίπτει εξαρχής σε αορίστου χρόνου (Ολ. ΑΠ 1110/86). β) Σε αντίθεση προς το δεύτερο εδάφιο, για την εφαρμογή του οποίου προσαπαιτείται η συμπλήρωση των προϋποθέσεων για λήψη πλήρους συντάξεως γήρατος, το πρώτο εδάφιο δεν αξιώνει τη συνδρομή του στοιχείου αυτού.

γ) Η εφαρμογή του πρώτου εδαφίου προϋποθέτει, εκτός άλλων και τη συγκατάθεση του εργοδότη για την αποχώρηση του μισθωτού. Η συγκατάθεση (συναίνεση) αυτή πρέπει να παρέχεται πριν από την αποχώρηση του μισθωτού, δύναται δε να είναι έγγραφη ή προφορική, ρητή ή σιωπηρή, αρκεί, στην τελευταία περίπτωση, να είναι σαφής και αναμφίβολη.

Τέτοια συγκατάθεση μπορεί να προβλεφθεί και να παρασχεθεί εκ των προτέρων με τον Κανονισμό, όταν διαλαμβάνεται σε αυτόν ότι είναι υποχρεωτική για τον εργοδότη, μετά πάροδο ορισμένου χρόνου, η αποδοχή της πρόωρης παραίτησης του μισθωτού. Στην περίπτωση αυτή ο εργοδότης, κατά την κατάρτιση του κανονισμού, αυτοδεσμεύεται συμβατικά έκτοτε, παρέχοντας εκ των προτέρων τη συγκατάθεσή του στην παραίτηση του υπαλλήλου, οποτεδήποτε ήθελε αυτή υποβληθεί.

Εξάλλου, ο αναιρετικός λόγος από το άρθρ. 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ ιδρύεται αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με την απόδοση στον κανόνα δικαίου έννοιας μη αληθινής ή μη αρμόζουσας ή έννοιας περιορισμένης ή στενής είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΑΠ(ολ) 7/2006, 4/2005).

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα: Ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος προσλήφθηκε από την εναγόμενη και ήδη αναιρεσείουσα Τράπεζα με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου τη 19-7-1976 και εξελίχθηκε βαθμολογικά μέχρι τον βαθμό του Εντεταλμένου Τμηματάρχη.

Με την από 6-10-2005 αίτησή του γνωστοποίησε στην αναιρεσείουσα την πρόθεσή του να παραιτηθεί. Η παραίτησή του έγινε δεκτή με την ... πράξη του Διοικητή της Τράπεζας σύμφωνα με τα άρθρ. 16 και 18 του Γενικού Κανονισμού της Κατάστασης Υπαλλήλων αυτής. Η σύμβαση εργασίας του αναιρεσιβλήτου διεπόταν από τον πιο πάνω συμβατικής ισχύος Κανονισμό, που πρόβλεπε τη λύση της συμβάσεώς του με τη συμπλήρωση των ορίων ηλικίας κι επομένως ήταν ορισμένου χρόνου.

Με τον ίδιο Κανονισμό, οι όροι του οποίου αποτελούσαν και περιεχόμενο της ατομικής συμβάσεως εργασίας του αναιρεσιβλήτου, προβλεπόταν και περίπτωση πρόωρης λύσης της συμβάσεως με μονομερή δήλωση παραιτήσεως του μισθωτού. Υπήρχε, επομένως, διαλυτική αίρεση στη σύμβαση εργασίας του τελευταίου, σύμφωνα με τα άρθρ. 669 και 202 του ΑΚ, η οποία πληρώθηκε με τη δήλωση παραιτήσεως που υπεβλήθη από αυτόν.

Έτσι, η σύμβαση εργασίας του κατέστη εξ υπαρχής αορίστου χρόνου και λύθηκε με τη συγκατάθεση της εργοδότριας, η οποία αποδέχθηκε την παραίτησή του από τότε που ζητούσε ο αναιρεσίβλητος να ισχύσει, με συνέπεια να δικαιούται αυτός την προβλεπόμενη από το άρθρ. 8 εδ. α' του Ν. 3198/1955 αποζημίωση, έχοντας δε συμπληρώσει από την υπηρεσία του στην Τράπεζα συντάξιμο χρόνο 29 ετών και 3 μηνών και ως επικουρικά ασφαλισμένος στο Μετοχικό Ταμείο Υπαλλήλων της Τράπεζας της Ελλάδος, εδικαιούτο να λάβει το κατά το άρθρ. 8 εδ.

β' του άνω νόμου ποσοστό 40% της αποζημίωσης που θα ελάμβανε σε περίπτωση απροειδοποίητης καταγγελίας της συμβάσεώς του από την αναιρεσείουσα. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις προαναφερθείσες διατάξεις των άρθρ. 8 παρ. 1 του Ν. 3198/1955 και 202 και 669 του ΑΚ.

Ειδικότερα, η έλλειψη ανάλογης προβλέψεως υπό τη μορφή διαλυτικής αίρεσης στον Κανονισμό της αναιρεσείουσας ως προς τη δυνατότητα πρόωρης λύσης της συμβάσεως του μισθωτού και εκ μέρους της με καταγγελία δεν επηρεάζει τη μετατροπή της συμβάσεως του τελευταίου σε σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου στην περίπτωση που πληρωθεί η υπέρ αυτού προβλεπόμενη διαλυτική αίρεση, δηλαδή η προβλεπόμενη δυνατότητα πρόωρης λύσης της συμβάσεως με παραίτησή του από την υπηρεσία με τη συγκατάθεση του εργοδότη, η συγκατάθεση δε αυτή εγκύρως παρέχεται δια της εκ των προτέρων κατά την κατάρτιση του Κανονισμού συμβατικής προς τούτο αυτοδέσμευσης της Τράπεζας, με συνακόλουθη συνέπεια την υποχρέωσή της να καταβάλει την αποζημίωση του άρθρ. 8 εδ.

α' του Ν. 3198/1955, αφού συντρέχουν οι απαιτούμενες κατά τα άνω προϋποθέσεις, δηλαδή η ύπαρξη συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου και η συμπλήρωση 15ετούς τουλάχιστον υπηρεσίας στον ίδιο εργοδότη. Επομένως, ο από το άρθρ. 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ πρώτος λόγος αναιρέσεως με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως τις προαναφερθείσες διατάξεις με το να δεχθεί ότι η πρόβλεψη στον Κανονισμό της αναιρεσείουσας της δυνατότητας πρόωρης λύσης της συμβάσεως εργασίας με δήλωση παραιτήσεως του μισθωτού με τη συγκατάθεση του εργοδότη παρεχομένη δια της εκ των προτέρων αυτοδέσμευσής του με σχετικό όρο του Κανονισμού, χωρίς να υφίσταται ανάλογου περιεχομένου πρόβλεψη και υπέρ της αναιρεσείουσας για την εκ μέρους της ελεύθερη καταγγελία της συμβάσεως εργασίας, συνιστά διαλυτική αίρεση με την πλήρωση της οποίας η σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου μεταπίπτει εξαρχής σε αορίστου χρόνου, δεν είναι βάσιμος.

Ο από την ίδια δε διάταξη τέταρτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση ότι το Εφετείο εσφαλμένα έκρινε ότι στην ένδικη περίπτωση ήταν εφαρμοστέα η διάταξη του εδ. β' του άρθρ. 8 του Ν. 3198/1955 και επιδίκασε την προβλεπόμενη από αυτό αποζημίωση ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του και δη εκείνη του δικαιώματος να λάβει ο αναιρεσίβλητος πλήρη σύνταξη γήρατος, αφού κατά τον χρόνο της παραιτήσεώς του είχε συμπληρώσει συντάξιμο χρόνο 29 ετών και 3 μηνών, αλυσιτελώς προτείνεται, αφού με την προσβαλλόμενη απόφαση έγινε δεκτό ότι ο αναιρεσίβλητος δικαιούται την αποζημίωση του άρθρ. 8 εδ.

α' του Ν. 3198/1955, δηλαδή το ήμισυ της οριζομένης από τον Ν. 2112/1920 αποζημιώσεως για την περίπτωση απροειδοποίητης καταγγελίας της συμβάσεώς του αλλά ως επικουρικώς ασφαλισμένος στο Μετοχικό Ταμείο Υπαλλήλων της Τράπεζας της Ελλάδος επιδικάσθηκε ποσοστό 40% της πιο πάνω αποζημιώσεως, το οποίο και ζητούσε με την αγωγή του.

Επειδή με το αρθρ. 2§2 του ΑΝ 173/1967 ορίζεται ότι στις περιπτώσεις που εργοδότης είναι το Δημόσιο ή ΝΠΔΔ ή Τράπεζες κλπ, η από τον Ν. 2112/1920, όπως αυτός τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε μεταγενέστερα, οφειλόμενη αποζημίωση δεν μπορεί σε κάθε περίπτωση να υπερβαίνει το ποσό των 240.000 δρχ. Το ανώτατο αυτό όριο αυξήθηκε σε 600.000 δρχ.

με το αρθρ. 1 του ΝΔ 207/1974, σε 1.000.000 δρχ. με το αρθρ. 24 του Ν. 1082/1980, σε 1.150.000 δρχ. με το αρθρ. 24 του Ν. 1545/1985, σε 1.500.000 δρχ. με το αρθρ. 33 του Ν. 1876/1990 και σε 15.000 ευρώ με το αρθρ. 21§13 του Ν. 3144/2003. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τις διατάξεις του αρθρ. 103§§7 και 8 του Συντ., όπως ισχύουν μετά την αναθεώρηση του έτους 2001, ο ευρύτερος δημόσιος τομέας καθορίζεται κάθε φορά από τον νόμο.

Από τις διατάξεις των αρθρ. 9§1 του Ν. 1232/1982, 1§6 του Ν. 1256/1982 και 51 του Ν. 1892/1990 συνάγεται ότι η αναιρεσείουσα Τράπεζα της Ελλάδος δεν περιλαμβάνεται στον δημόσιο τομέα, αφού δεν ανήκει στο νομικό πρόσωπο του Δημοσίου, στο σύνολο της ή κατά πλειοψηφία, έχει συσταθεί ως ανώνυμη εταιρεία και συνιστά από τη φύση της νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, στο οποίο το Δημόσιο και οι δημόσιες επιχειρήσεις, δεν μπορούσαν να κατέχουν αμέσως ή εμμέσως μετοχές αυτής κατά ποσό που υπερβαίνει στο σύνολο το 1/10 του ονομαστικού κεφαλαίου της, σύμφωνα με τα αρθρ. 1§1 και 8§4 του καταστατικού της, που κυρώθηκε με τον Ν. 3427/1927 και έχει ισχύ νόμου (το παραπάνω ποσοστό αυξήθηκε μεταγενεστέρως με το αρθρ. 34 του Ν. 2778/1999 στο 35% του ονομαστικού κεφαλαίου της).

Ενόψει όμως και των αναφερομένων στα αρθρ. 2§1 εδ. α' έως ζ' και 4§1 του καταστατικού της αρμοδιοτήτων, που της έχουν ανατεθεί και των προνομίων που της έχουν παραχωρηθεί από τη σύσταση της και μεταγενεστέρως και ιδιαίτερα του εκδοτικού προνομίου της και της διαχειρίσεως του εξωτερικού συναλλάγματος, η αναιρεσείουσα δεν είναι ούτε νομικό πρόσωπο καθαρά ιδιωτικού δικαίου, αλλά έχει ιδιότυπο διφυή χαρακτήρα, νομικού μεν προσώπου ιδιωτικού δικαίου ως προς την άσκηση από μέρους της των τραπεζικών εργασιών και τις σχέσεις της με το προσωπικό της και τους πελάτες της, δημοσίου δε δικαίου ως προς τη διαχείριση του εξωτερικού συναλλάγματος ή την άσκηση του εκδοτικού προνομίου της, ως προς τις οποίες ασκεί δημόσια εξουσία.

Επομένως, ο υπάλληλος της Τράπεζας αυτής, ο οποίος αποχωρεί από την υπηρεσία του, δικαιούται την προβλεπόμενη από τις διατάξεις των αρθρ. 8 εδ. α' του Ν. 3198/1955 και 5§1 του Ν. 435/1976 αποζημίωση χωρίς τους περιορισμούς των διατάξεων των αρθρ. 2§2 και 3 του ΑΝ 173/1967 και 1§§1 και 2 του ΝΔ 618/1970, όπως αυτές συμπληρώθηκαν και τροποποιήθηκαν, αφού η Τράπεζα της Ελλάδος δεν υπάγεται στον ευρύτερο δημόσιο τομέα (ΑΠ (Ολ). 1/2006).Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση του, δέχθηκε επί πλέον ότι ο αναιρεσίβλητος, ως επικουρικώς ασφαλισμένος στο Μετοχικό Ταμείο Υπαλλήλων Τράπεζας της Ελλάδος, εδικαιούτο κατ' αρθρ. 8 εδ.

β' του Ν. 3198/1955 το 40% της αποζημιώσεως, την οποία θα ελάμβανε στην περίπτωση απροειδοποίητης καταγγελίας της συμβάσεως του από την αναιρεσείουσα, χωρίς τους περιορισμούς του αρθρ. 2§2 του ΑΝ 173/1967, όπως ισχύει μετά τις προαναφερθείσες τροποποιήσεις, έτσι δε η αναιρεσείουσα, που του κατέβαλε αποζημίωση περιορισμένη σύμφωνα με τη διάταξη του αρθρ. 21§13 του Ν. 3144/2003, δηλαδή το ποσό των 15.000 ευρώ, υποχρεούται να καταβάλει τη διαφορά ανερχόμενη στο ποσό των 30.323,28 ευρώ και απέρριψε την έφεση της τελευταίας κατά της πρωτόδικης αποφάσεως, που είχε αποφανθεί ομοίως.

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και ο τρίτος λόγος αναιρέσεως από το αρθρ. 559 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., είναι αβάσιμος.

Επειδή με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως από το άρθρ. 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι το Εφετείο "εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τον νόμο και εσφαλμένα έκρινε ότι δεν ασκείται καταχρηστικά η αγωγή και δεν παραβιάζονται δια της ασκήσεώς της τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος (281 ΑΚ)", δεχόμενο ότι "ο ισχυρισμός αυτός της εναγομένης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, κυρίως διότι τα περιστατικά που επικαλείται η εναγομένη και αληθή υποτιθέμενα δεν συνιστούν καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος, ενώ η είσπραξη εκ μέρους του ενάγοντος της καταβληθείσας αποζημιώσεως, έστω και χωρίς τη διατύπωση επιφύλαξης, δεν αποτελεί παραίτηση αυτού της τυχόν περαιτέρω επιδιώξεως μεγαλύτερης αποζημιώσεως". Ο λόγος αυτός αναιρέσεως ερείδεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, διότι από την επισκόπηση των οικείων διαδικαστικών εγγράφων προκύπτει ότι η ούτε η αναιρεσείουσα είχε προβάλει τέτοιο ισχυρισμό ούτε το Εφετείο έκρινε σχετικώς, η σχετική δε παραπομπή του αναιρετηρίου στο "φύλλο 8ο της προσβαλλομένης" αποφάσεως είναι λανθασμένη. Επομένως, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 3-12-2008 αίτηση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ" για αναίρεση της 5596/2008 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε χίλια διακόσια (1200) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 18 Ιανουαρίου 2010.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 9 Μαρτίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ