440/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Ιανουαρίου 2009, με την παρουσία και του Γραμματέως Βασιλείου Λιβέρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated440/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η αξιολογική κρίση του διοικητικού συμβουλίου ως προς τις προαγωγές υπόκειται σε προσβολή ενώπιον των πολιτικών δικαστηρίων μόνον υπό τους όρους του άρθρου 281 του ΑΚ, δηλαδή όταν αυτή υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 440 / 2009 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 440/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Αλεξόπουλο, Αντώνιο Αθηναίο, Γρηγόριο Κουτσόπουλο και Σαράντη Δρινέα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Ιανουαρίου 2009, με την παρουσία και του Γραμματέως Βασιλείου Λιβέρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Της Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας που εδρεύει στην ... με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο - Σέργιο Σακαλή, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Ψ, κατοίκου ..., που παρέστη μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Βασιλείου Λιάπα, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-9-2004 αγωγή του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 344/2006 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 913/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 26-6-2007 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Σαράντης Δρινέας ανέγνωσε την από 2.1.2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή των τετάρτου και πέμπτου λόγων αναιρέσεως και την απόρριψη των λοιπών.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1 παρ. 4 και 9, 3 παρ. 1 και 4, 9 παρ. 1 και 2, 10 παρ. 1 και 5 και 11 παρ. 1, 2 και 3 του Οργανισμού υπηρεσίας της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος, ο οποίος εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 1 του ΝΔ 2510/1953, κυρώθηκε με το β.δ. 17/29-9-1953, δημοσιεύθηκε στην ΕτΚ ΦΕΚ Α' 267/1953 και έχει ισχύ νόμου προκύπτει ότι οι προαγωγές του προσωπικού στις οργανικές θέσεις από τον βαθμό του συμπράττοντος υποδιευθυντή και άνω ενεργούνται κατ' απόλυτη εκλογή από το διοικητικό συμβούλιο, εφόσον υπάρχει κενή οργανική θέση και ο υπάλληλος έχει συμπληρώσει τριετή τουλάχιστον ευδόκιμη υπηρεσία στον προηγούμενο βαθμό.
Η κρίση για την προαγωγή γίνεται με βάση τα στοιχεία που υπάρχουν στον φάκελο κάθε υπαλλήλου, στον οποίο περιλαμβάνονται και τα δελτία ποιότητας που συντάσσονται κάθε έτος με κρίσεις για τις γνώσεις, την ειδικότητα, την επιμέλεια, την ευσυνειδησία και την επάρκεια στην εκτέλεση της υπηρεσίας, του ήθους εν γένει, τις διοικητικές και οργανωτικές ικανότητες, την πρωτοβουλία, καθώς και τη συμπεριφορά του προς τους συναδέλφους του και το κοινό.
Η αξιολογική κρίση του διοικητικού συμβουλίου ως προς τις προαγωγές υπόκειται σε προσβολή ενώπιον των πολιτικών δικαστηρίων μόνον υπό τους όρους του άρθρου 281 του ΑΚ, δηλαδή όταν αυτή υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος.
Τέτοια υπέρβαση υπάρχει όταν παραλείπεται κατά τις προαγωγές, κατά παραβίαση των παραπάνω αρχών, κάποιος υπάλληλος, ο οποίος έχει τα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα και αντ' αυτού προάγεται άλλος, έναντι του οποίου υπερέχει καταδήλως, έτσι ώστε η παράλειψη του αυτή να είναι κατά κρίση αντικειμενική καταφόρως άδικη.
Στην περίπτωση αυτή το συμβούλιο παραβιάζει τη διάταξη του άρθρου 281 του ΑΚ διαπράττοντας αδικοπραξία κατά την έννοια του άρθρου 914 του ίδιου κώδικα και εκείνος που παραλείφθηκε δικαιούται να ασκήσει αγωγή και να ζητήσει την αναγνώριση του δικαιώματος του να προαχθεί στον ανώτερο βαθμό και την επιδίκαση λόγω αποζημίωσης των διαφορών αποδοχών, καθώς και χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη από την παράνομη και υπαίτια παράλειψη του.
Η απόφαση του δικαστηρίου που προβαίνει σε αναγνώριση του δικαιώματος του τελευταίου να προαχθεί στον ανώτερο βαθμό πρέπει να διαλαμβάνει στην αιτιολογία της τα πραγματικά περιστατικά που στοιχειοθετούν τα κατά τα ανωτέρω προσόντα του παραλειφθέντος υπαλλήλου (ενάγοντος) και των προτεινομένων προς σύγκριση συναδέλφων του.
Στην υπόθεση που κρίνεται, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα : Ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος προσλήφθηκε από την εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα Τράπεζα την 21-10-1964 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ως υπάλληλος του λογιστικού κλάδου με τον βαθμό του δόκιμου και εξελίχθηκε διαδοχικά στην υπηρεσιακή ιεραρχία μέχρι τον βαθμό του συμπράττοντος υποδιευθυντή με αρχαιότητα από 1-7-1996, τελικά δε απεχώρησε λόγω παραίτησης την 3-2-2000.
Ενωρίτερα ο αναιρεσίβλητος είχε ασκήσει την από 4-4-1995 αγωγή του, επί της οποίας εκδόθηκε η 420/1996 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και μετά την άσκηση εφέσεως η 2455/2000 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία αναγνωρίσθηκε ότι έπρεπε να προαχθεί στον παραπάνω βαθμό του συμπράττοντος υποδιευθυντή από 1-7-1991.
Επίσης, μετά την αποχώρησή του άσκησε την από4-7-2000 αγωγή, επί της οποίας εκδόθηκε η 8098/2002 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που κατέστη αμετάκλητη με την 604/2004 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία αναγνωρίσθηκε ότι έπρεπε να προαχθεί στον βαθμό του υποδιευθυντή από 1-7-1995. Η αναιρεσείουσα, συμμορφούμενη με τις πιο πάνω αποφάσεις, τον προήγαγε στους αντίστοιχους βαθμούς με την προαναφερόμενη αρχαιότητα.
Περαιτέρω, επί της κρινόμενης από 1-9-2004 αγωγής, με την οποία επικαλείται ότι παραλείφθηκε παρανόμως να προαχθεί στον βαθμό του Διευθυντή από 1-7-1999, αποδείχθηκε ότι ο αναιρεσίβλητος είναι πτυχιούχος του Νομικού Τμήματος της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών, γνωρίζει την αγγλική γλώσσα με διαβάθμιση 8/9 και τη γαλλική γλώσσα με διαβάθμιση 7/9 και έχει παρακολουθήσει συνολικά 18 επιμορφωτικά σεμινάρια.
Επί πλέον, δεν έχει τιμωρηθεί πειθαρχικά και στα δελτία ποιότητας των ετών 1985 έως 1994 χαρακτηρίζεται "διακεκριμένος" και ως προς τη δυνατότητα εξέλιξης κρίνεται "ώριμος για ανώτερη θέση". Στα ειδικά αξιολογικά σημειώματα βαθμολογήθηκε κατά τα έτη 1995 έως 1998 σε 16 προσόντα με 7/7 και σε ένα με 6/7 και το 1999 βαθμολογήθηκε σε όλα τα προσόντα με 7/7.
Από την πρόσληψή του το έτος 1964 μέχρι το έτος 1969 υπηρέτησε στο κατάστημα ... και στη συνέχεια μετατέθηκε σε υποκατάστημα ..., όπου από το έτος 1978 και μέχρι την 15-10-1981 άσκησε καθήκοντα Προϊσταμένου Τμήματος (Υπηρεσία Εξαγωγών και Χρηματοδοτήσεων Εξαγωγικού Εμπορίου) έχοντας δικαίωμα Α' υπογραφής. Ακολούθως, την 9-9-1981 μετατέθηκε στη Διοίκηση, όπου τοποθετήθηκε σε ανώτερη θέση ευθύνης 5ου κλιμακίου ως Προϊστάμενος Τμήματος στη Διεύθυνση Περιουσίας και Επενδύσεων της Τράπεζας, ενώ από την 18-10-1983 υπηρέτησε στη Διεύθυνση Γραμματείας της Διοίκησης ως Προϊστάμενος Τμήματος και από 5-12-1990 έως 20-9-1991 ως Υποδιευθυντής στην ίδια Διεύθυνση.
Στη συνέχεια την 23-9-1991 μετατέθηκε στη Διεύθυνση Βιομηχανικών Χορηγήσεων, όπου υπηρέτησε ως Υποδιευθυντής μέχρι 20-11-1996 και από 23-12-1996 μέχρι 1-2-2000 υπηρέτησε ως Υποδιευθυντής στη Διεύθυνση Χρηματοοικονομικής Αναδιάρθρωσης Επιχειρήσεων. Έτσι, ο εφεσίβλητος κατείχε θέσεις ευθύνης 5ου και 3ου κλιμακίου από 15-10-1981 και 5-12-1990 αντίστοιχα.
Με βάση τις γενικές παρατηρήσεις των κριτών του πρόκειται για ικανότατο στέλεχος, με εκτεταμένες εργασιακές γνώσεις και εμπειρίες και πολύ καλά διοικητικά προσόντα, το οποίο διακρίνεται για την ηπιότητα του χαρακτήρα του και το άριστο κλίμα συνεργασίας που διαμορφώνει με τους υφισταμένους του. Επιπλέον, ο εφεσίβλητος χρησιμοποιήθηκε από την εκκαλούσα Τράπεζα σε Επιτροπές και Ομάδες Εργασίας, μερικές από τις οποίες ήταν μεγάλης σπουδαιότητας και σημασίας, όπως χαρακτηριστικά :
α) Προϊστάμενος πενταμελούς Ομάδας Εργασίας με θέμα "Προσδιορισμός των Εγγράφων Αξίας της Τράπεζας και καθορισμός διαδικασίας για ασφαλέστερη, ταχύτερη και οικονομικότερη διακίνηση τους" και β) μέλος Ομάδας Εργασίας με θέμα "Εξέταση της δυνατότητας τροποποίησης του καταστατικού της Τράπεζας ώστε για τη διευκόλυνση των συναλλαγών αυτή να δεσμεύεται με μία μόνο υπογραφή".
Εξάλλου, κατά τις προαγωγικές κρίσεις της 17-12-1999 για την πλήρωση κενών οργανικών θέσεων Διευθυντών, το αρμόδιο διοικητικό συμβούλιο της εκκαλούσας προήγαγε στον παραπάνω βαθμό, εκτός των άλλων, και τους ομοιόβαθμους τέσσερις συναδέλφους του εφεσιβλήτου και προτεινόμενους από αυτόν προς σύγκριση ΑΑ, ΒΒ, ΓΓ και ΔΔ.
Από τη σύγκριση των τυπικών και ουσιαστικών προσόντων του αναιρεσιβλήτου και των προαχθέντων πιο πάνω τεσσάρων συναδέλφων του, το Εφετείο έκρινε ότι ο πρώτος δεν ήταν πλέον κατάλληλος των ΒΒ και ΔΔ αλλά υπερείχε καταφανώς έναντι των δύο άλλων ΑΑ και ΓΓ, σε σχέση με τους οποίους δέχθηκε ειδικότερα τα ακόλουθα :
α) Ο ΑΑ προσλήφθηκε την 17-1-1965, κατείχε δε τον βαθμό του υποδιευθυντή από 1-1-1992. Είναι απόφοιτος παλαιού τόπου εξαταξίου γυμνασίου και γνωρίζει σε μέτριο βαθμό την αγγλική γλώσσα με διαβάθμιση 4/9. Έχει παρακολουθήσει 8 επιμορφωτικά σεμινάρια, ενώ στα δελτία ποιότητάς της υπηρεσιακής του μονάδας χαρακτηρίζεται ως "άριστος", στο δε φύλλο ποιότητας του έτους 1990 από την άποψη των προοπτικών εξέλιξης κατατάχθηκε στη β' περίπτωση.
Επίσης, όσον αφορά στην άσκηση εποπτικών καθηκόντων σε θέσεις ευθύνης, αυτός τοποθετήθηκε ως : α) Διευθυντής του Υποκαταστήματος ... εντασσόμενος στο 5° κλιμάκιο ευθύνης από 7-10-1986 έως 1-5-1989, β) Διευθυντής στο Υποκατάστημα ... εντασσόμενος στο 4° κλιμάκιο ευθύνης από 1-5-1989 έως 27-1-1994, γ) Περιφερειακός Διευθυντής εντασσόμενος στο 3° κλιμάκιο ευθύνης από 27-1-1994 έως 14-5-1997 και δ) Διευθυντής στο Κατάστημα της ...
εντασσόμενος στο 2° κλιμάκιο ευθύνης μέχρι την 1-2-2000, οπότε αποχώρησε υποχρεωτικά από την Τράπεζα λόγω συμπληρώσεως του ανωτάτου ορίου ηλικίας και β) Η ΓΓ προσλήφθηκε την 17-7-1965, κατείχε δε το βαθμό του υποδιευθυντή από 1-1-1993. Είναι πτυχιούχος της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών και γνωρίζει σε ικανοποιητικό βαθμό την αγγλική γλώσσα με διαβάθμιση 6/9. 'Εχει παρακολουθήσει 9 επιμορφωτικά σεμινάρια και στα δελτία ποιότητας της υπηρεσίας της των ετών 1980 έως 1986 χαρακτηρίζεται ως "άριστη" και ώριμη για ανάληψη ανώτερης θέσης και το έτος 1987 ως "διακεκριμένη".
Επίσης, ως προς την άσκηση εποπτικών καθηκόντων σε θέσεις ευθύνης, υπηρέτησε ως : α) Προϊσταμένη Υπηρεσίας στο υποκατάστημα ... εντασσόμενη στο 8ο κλιμάκιο ευθύνης από 1-1-1997 έως 18-5-1984, β) Εντεταλμένη στο κατάστημα της ... από 21-5-1984 έως 24-6-1984, γ) Εντεταλμένη στο κατάστημα της ... εντασσόμενη στο 6ο κλιμάκιο ευθύνης από 26-5-1984 έως 28-5-1987, δ) Υποδιευθύντρια στο κατάστημα της ...
εντασσόμενη στο 4ο κλιμάκιο ευθύνης από 29-5-1987 έως 27-11-1992, και ε) Επικεφαλής Ειδικής Μονάδας καθυστερήσεων ... εντασσόμενη στο 2ο κλιμάκιο ευθύνης από 1-12-1992. Στη συνέχεια δέχθηκε το Εφετείο ότι από τη συγκριτική αντιπαράθεση των ανωτέρων τυπικών και ουσιαστικών προσόντων και συγκρινομένων με εκείνα του αναιρεσιβλήτου προκύπτει ότι :
α) Ως προς τον ΑΑ ο αναιρεσίβλητος υστερεί μόνο στην ειδική υπηρεσιακή αρχαιότητα κατά 3 έτη περίπου, ενώ είναι ισάξιοι στη βαθμολογία. Ακόμη, ο αναιρεσίβλητος υπερτερεί ως προς τη γενική υπηρεσιακή αρχαιότητα κατά ένα έτος, ως προς τη γνώση ξένων γλωσσών και την παρακολούθηση σεμιναρίων, καθώς και ως προς το ουσιώδους σημασίας προσόν των τίτλων σπουδών, δεδομένου ότι διαθέτει πτυχίο ανωτάτης σχολής σε αντίθεση με τον πρώτο που είναι απόφοιτος παλαιού τύπου γυμνασίου.
Επιπλέον, ως προς το ουσιώδες κριτήριο της άσκησης υπεύθυνων καθηκόντων υπάρχει σαφής υπεροχή του αναιρεσιβλήτου, αφού αυτός άσκησε τέτοια καθήκοντα νωρίτερα (από 9-9-1981 σε θέση 5ου κλιμακίου ευθύνης) έναντι του παραπάνω συγκρινόμενου (από 7-8-1986 σε θέση 5ου κλιμακίου ευθύνης). Η υπεροχή δε αυτή του αναιρεσιβλήτου, δεν αναιρείται από το ότι ο συγκρινόμενος ΑΑ από την 14-5-1997 κατείχε θέση ευθύνης 2ου κλιμακίου, την οποία δεν κατείχε ο πρώτος, αφού αυτός ήταν ικανός να καταλάβει τέτοια θέση, πλην όμως δεν του ανατέθηκε λόγω της παράλειψης προαγωγής του στον προηγούμενο βαθμό, ως προς την οποία δικαιώθηκε δικαστικά.
Επομένως, κατέληξε το Εφετείο ο αναιρεσίβλητος υπερτερεί καταφανώς έναντι του συγκρινόμενου με αυτόν, και β) Ως προς τη ΓΓ ο αναιρεσίβλητος υστερεί μόνο ως προς την ειδική υπηρεσιακή αρχαιότητα κατά δύο (2) έτη περίπου, ενώ είναι ισάξιοι στη βαθμολογία και στους τίτλους σπουδών. Εξάλλου, ο αναιρεσίβλητος υπερτερεί ως προς τη γενική υπηρεσιακή αρχαιότητα κατά εννέα (9) μήνες, ως προς τη γνώση ξένων γλωσσών και την παρακολούθηση σεμιναρίων.
Επιπλέον, ως προς το ουσιώδες κριτήριο της άσκησης υπεύθυνων καθηκόντων υπάρχει σαφής υπεροχή του αναιρεσιβλήτου, αφού αυτός άσκησε τέτοια καθήκοντα νωρίτερα (από 9-9-1981 σε θέση 5ου κλιμακίου ευθύνης) έναντι της παραπάνω συγκρινόμενης (από 29-5-1987 σε θέση 4ου κλιμακίου ευθύνης). Η υπεροχή δε αυτή του αναιρεσιβλήτου δεν αναιρείται από το ότι η συγκρινόμενη ΓΓ από 1-12-1992 κατείχε θέση ευθύνης 2ου κλιμακίου, την οποία δεν κατείχε ο πρώτος, αφού αυτός ήταν ικανός να καταλάβει τέτοια θέση, πλην όμως δεν του ανατέθηκε λόγω της παράλειψης προαγωγής του στον προηγούμενο βαθμό, ως προς την οποία δικαιώθηκε δικαστικά.
Επομένως, κατέληξε το Εφετείο, ο αναιρεσίβλητος υπερτερεί καταφανώς έναντι της συγκρινομένης με αυτόν. Περαιτέρω, το Εφετείο ερεύνησε κατ' ουσίαν την προβληθείσα από την αναιρεσείουσα δικακωλυτική ένσταση κατά την οποία και σε περίπτωση καταχρηστικής προαγωγής κάποιων από τους προς σύγκριση συναδέλφους του και παράλειψης του αναιρεσιβλήτου θα προάγονταν οι επίσης παραλειφθέντες ομοιόβαθμοί του ΕΕ και ΣΤ και όχι ο πρώτος, διότι υπερείχαν αυτού κατά τα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα και έκρινε ότι ο αναιρεσίβλητος υπερείχε απλώς έναντι και των δύο ως άνω αντιπροτεινομένων αυτού.
Κατόπιν αυτών το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αφού απέρριψε τη διακωλυτική ένσταση ως ουσία αβάσιμη, δεχόμενο ότι ο αναιρεσίβλητος υπερείχε αμφοτέρων των παραλειφθέντων συναδέλφων του, δέχθηκε την αγωγή ως ουσία βάσιμη, αφού η μη προαγωγή του στον βαθμό του Διευθυντή, ενώ προήχθησαν οι συγκρινόμενοι με αυτόν συνάδελφοί του ΑΑ και ΓΓ, έναντι των οποίων υπερείχε καταφανώς, υπερβαίνει προφανώς τα αξιολογικά όρια της διατάξεως του άρθρ. 281 του ΑΚ και η άσκηση του σχετικού δικαιώματος της Τράπεζας είναι καταχρηστική.
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρ. 281 του ΑΚ και του Οργανισμού Υπηρεσίας της αναιρεσείουσας που έχουν μνημονευθεί παραπάνω, διότι υπό τα προαναφερόμενα περιστατικά δεν προκύπτει καταφανώς υπεροχή του αναιρεσιβλήτου ως προς τα υπηρεσιακά προσόντα, συνολικώς εκτιμώμενα, έναντι των προς σύγκριση συναδέλφων του ΑΑ και ΓΓ, οι οποίοι είχαν προαχθεί με τις προαγωγικές κρίσεις του 1999.
Και αυτό, διότι η υπεροχή του αναιρεσιβλήτου εντοπίζεται στα τυπικά προσόντα (γενική αρχαιότητα, τίτλοι, γνώση ξένων γλωσσών), τα οποία όμως στις κρίσεις για προαγωγή στον βαθμό του Διευθυντή υποχωρούν έναντι των ουσιαστικών προσόντων του κρινομένου που έχουν βαρύνουσα σημασία και ιδίως στην άσκηση υπευθύνων καθηκόντων, ως προς τα οποία ενίοτε υπερέχει και κατά κανόνα υστερεί έναντι αμφοτέρων των προαναφερθέντων συναδέλφων του, αφού κατείχε μόνο θέση 5ου κλιμακίου ευθύνης ενωρίτερα από τους τελευταίους, οι οποίοι στη συνέχεια κατείχαν θέσεις ανώτερων κλιμακίων ευθύνης και ασκούσαν πραγματικά τα προβλεπόμενα για τις θέσεις αυτές ανώτερα καθήκοντα.
Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως από το άρθρ. 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ για παραβίαση των προαναφερομένων διατάξεων είναι βάσιμος, ενόψει αυτού δε παρέλκει η εξέταση των δευτέρου και τρίτου λόγων αναίρεσης από τους αρ. 1 (σε σχέση με τη διακωλυτική ένσταση) και 19 του ίδιου άρθρου, που κατατείνουν στον αυτό σκοπό.
Επειδή λόγος αναιρέσεως από το άρθρ. 559 αρ. 14 του ΚΠολΔ ιδρύεται και όταν το δικαστήριο, ενώ είχε υποχρέωση από τον νόμο να κηρύξει την ακυρότητα, το απαράδεκτο ή την έκπτωση για πλημμέλεια προερχόμενη από παραβίαση δικονομικής διατάξεως, δεν κήρυξε αυτά. Τέτοιο απαράδεκτο μπορεί να υπάρχει και από την αοριστία της αγωγής, την οποία το δικαστήριο οφείλει να απορρίψει αυτεπαγγέλτως ή κατ' ένσταση του εναγομένου.
Εξάλλου, η παράλειψη προαγωγής του υπαλλήλου της αναιρεσείουσας Τράπεζας κατά προφανή υπέρβαση των ακραίων αξιολογικών ορίων του άρθρ. 281 του ΑΚ, σε συνδυασμό με τις περί προαγωγής διατάξεις του υπηρεσιακού Οργανισμού αυτής που έχουν προαναφερθεί, συνιστά παράνομη και υπαίτια πράξη (αδικοπραξία) κατά την έννοια του άρθρ. 914 του ΑΚ, παρέχει δε στον μισθωτό το δικαίωμα να αξιώσει εκτός από την αναγνώριση του δικαιώματος της προαγωγής του και την επιδίκαση λόγω αποζημιώσεως της διαφοράς των αποδοχών του ως διαφυγόν κέρδος, το οποίο, κατά το άρθρ. 298 του ΑΚ, είναι εκείνο που προσδοκά κανείς με πιθανότητα σύμφωνα με τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις και ιδίως τα προπαρασκευαστικά μέτρα που έχουν ληφθεί.
Από την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει ότι τα περιστατικά που προσδιορίζουν την προσδοκία ορισμένου κέρδους με βάση την κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων πιθανότητα, καθώς και οι ειδικές περιστάσεις και τα ληφθέντα προπαρασκευαστικά μέτρα, πρέπει να εκτίθενται στην αγωγή, όπως ορίζεται στο άρθρ. 216 παρ. 1 του ΚΠολΔ.
Δεν αρκεί δηλαδή η αφηρημένη επανάληψη των παραπάνω εκφράσεων του άρθρ. 298 του ΑΚ ούτε η αναφορά του συνολικώς φερόμενου ως διαφυγόντος κέρδους αλλά απαιτείται η εξειδικευμένη και γενικότερης κατά περίπτωση μνεία των συγκεκριμένων περιστατικών, περιστάσεων και μέτρων που καθιστούν πιθανό το κέρδος ως προς τα επί μέρους κονδύλια, καθώς και ιδιαίτερη επίκληση των κονδυλίων αυτών.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την αγωγή επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ο αναιρεσίβλητος ισχυρίσθηκε ότι ως υπάλληλος της αναιρεσείουσας Τράπεζας με τον βαθμό του υποδιευθυντή παραλείφθηκε κατά τις προαγωγικές κρίσεις από τον βαθμό του Διευθυντή, καθ' υπέρβαση των αξιολογικών ορίων του άρθρ. 281 του ΑΚ σε συνδυασμό με τις οικείες διατάξεις του έχοντος ισχύ νόμου Οργανισμού Υπηρεσίας αυτής (άρθρ. 1 παρ.
παρ. 1 και 9, 3 παρ. παρ. 1 και 4, 9 παρ. παρ. 1 και 2 και 10 παρ. παρ. 1 και 5) και ζητούσε, εκτός άλλων, να του καταβάλει και το επίδομα ευθύνης Δ/Σ ή άλλης θέσεως ευθύνης 1ου κλιμακίου, αντί του 3ου κλιμακίου που κατείχε, διότι αν είχε προαχθεί κανονικά στον βαθμό του Διευθυντή από 1-7-1999 "ασφαλώς και βεβαίως και κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων θα ασκούσε και ανώτερα καθήκοντα ευθύνης Διευθυντή Δ/Σ ή Δ/ντή Κατ/ματος 1ης κατηγορίας ή άλλης θέσεως ευθύνης 1ου κλιμακίου και όχι 3ου κλιμακίου που ασκούσε ως Υπ./ντής Δ/Σ", αφού υπήρχαν σχετικές κενές οργανικές θέσεις, μία εκ των οποίων θα καταλάμβανε.
Με το πιο πάνω περιεχόμενο η επί μέρους αυτή αίτηση για επιδίκαση του επιδόματος ευθύνης είναι αόριστη και εντεύθεν απορριπτέα ως απαράδεκτη, διότι σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρ. 1 παρ. παρ. 4 και 9 του Οργανισμού, η προαγωγή του υπαλλήλου δεν έχει ως αναγκαία συνέπεια και την ανάθεση καθηκόντων ανώτερου κλιμακίου αλλά γίνεται ασχέτως βαθμού και αρχαιότητας με πράξη του Διοικητή κατά την απόλυτη κρίση του και στην αγωγή δεν προσδιορίζεται ποία συγκεκριμένη θέση 1ου κλιμακίου θα καταλάμβανε προαγόμενος ούτε τα κριτήρια και τα περιστατικά με βάση τα οποία ο Διοικητής θα του ανέθετε τέτοια καθήκοντα.
Η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε αφενός μεν ότι η σχετική αξίωση ήταν νόμιμη και επαρκώς ορισμένη χωρίς την επίκληση συγκεκριμένων περιστατικών που να δικαιολογούν την κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων καταβολής του επιδόματος ευθύνης και αφετέρου επιδίκασε το αιτούμενο επίδομα ευθύνης 1ου κλιμακίου ως μισθολογική διαφορά μεταξύ αυτού και του επιδόματος ευθύνης 3ου κλιμακίου που ελάμβανε ο αναιρεσίβλητος με την αιτιολογία ότι κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων και κατά πάσα πιθανότητα με την προαγωγή στον βαθμό του Διευθυντή, ενόψει των προσόντων και των επιδόσεών του θα του είχαν ανατεθεί καθήκοντα που θα συνεπάγονταν την καταβολή του και μάλιστα από 1-7-1999 που έκρινε ότι έπρεπε να προαχθεί, χωρίς να διευκρινίζεται πως η ανάθεση των ανωτέρω καθηκόντων και η εκ του λόγου αυτού καταβολή του επιδόματος θα ανέτρεχε στον παραπάνω χρόνο, αν και οι προαγωγές πραγματοποιήθηκαν την 17-12-1999.
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτο και ακόμη στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, διότι περιέχει ασαφείς και ανεπαρκείςς αιτιολογίες για το κρίσιμο για την έκβαση της δίκης ζήτημα της ουσιαστικής βασιμότητας της ερειδομένης στις προαναφερθείσες διατάξεις ένδικης αξιώσεως.
Επομένως, οι από το άρθρ. 559 αρ. 14 και 19 του ΚΠολΔ τέταρτος και πέμπτος λόγοι αναιρέσεως είναι βάσιμοι. Κατόπιν αυτών, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, του οποίου η συγκρότηση από άλλους δικαστές είναι δυνατή (άρθρ. 580 παρ. 3 του ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 913/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων πεντακοσίων (1.500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Φεβρουαρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 24 Φεβρουαρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ