Legislator Case Law & Legislation
43/2026 AI generated

43/2026 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 43/2026
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Από τις διατάξεις των άρθρων 108, 110 παρ. 2, 498 παρ. 1, 568 παρ. 1, 576 παρ. 1-3, συνάγεται ότι αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν μετάσχει με τον προσήκοντα τρόπο σ' αυτήν κάποιος διάδικος, ο Άρειος Πάγος οφείλει να εξετάσει αυτεπαγγέλτως ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και αν μεν τη συζήτησή της επέσπευσε εγκύρως ο απολειπόμενος διάδικος, κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, διαφορετικά, αν δηλαδή δεν προκύπτει έγκυρη επίσπευση της συζήτησής της ή δεν μπορεί να διαπιστωθεί ποιος διάδικος επέσπευσε τη συζήτησή της, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς όλους τους διαδίκους και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήση, εκτός αν πρόκειται για απλή ομοδικία οπότε, κατά την παρ. 3 του άρθρου 576 ΚΠολΔ, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως ως προς όσους από τους διαδίκους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς (ΑΠ 583/2023, ΑΠ 118/2022, ΑΠ 608/2021).

Legislator headnote

AI generated

43/2026 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Στην προκειμένη περίπτωση από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, προκύπτει ότι κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του οικείου πινακίου, κατά τη δικάσιμο που αναγράφεται στην αρχή της παρούσας (17. 04.2024), δεν εμφανίσθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο ο όγδοος αναιρεσίβλητος Ε.

Keywords

AI generated
agricultural zone agricultural use right of common pasture rural land ownership municipal land agricultural lease
AI generated
814/2015
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Μπιχάκη Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Ιωάννη Σίδερη), Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Μαρία Βαρελά και Ασπασία Μαγιάκου, Αρεοπαγίτες.
468/2019
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Οκτωβρίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
856/2007
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Σεπτεμβρίου 2006, με την παρουσία και της γραμματέως Γραμματικής Κονταξή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
395/2014
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Ρουμπή, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ελένη Διονυσοπούλου, Αρεοπαγίτες.
307/2012
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 2 Νοεμβρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 43 / 2026 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 43/2026

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρουλιώ Δαβίου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Α. Θεοφάνη, Αγαθή Δερέ, Μερόπη Τζουγκαράκη, Ευαγγελία Στεργίου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 17 Απριλίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Π. Μ. , για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Θωμαΐδα Κουρτέση, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, και δεν κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Σ. Μ. του Ε. , κατοίκου ... , 2) Θ. Μ. του Ε. , κατοίκου ... , 3) Ε. Μ. του Σ. , κατοίκου ... , 4) Κ. Μ. του Σ. , κατοίκου ... , 5) Ε. Μ. του Δ. , κατοίκου ... , 6) Α. Μ. του Δ. , κατοίκου ... , ως εκ διαθήκης κληρονόμων του αποβιώσαντος Ε. Μ. του Ι. , κατοίκου ... , οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ευάγγελο Μπουλογεώργο, και κατέθεσαν προτάσεις, 7) Χ. Κ. του Δ. , κατοίκου ... , ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, 8) Ε. Μ. του Φ. , κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, 9) Κ. Γ. του Δ. , κατοίκου ... , ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κ. Χατζόπουλο, και κατέθεσε προτάσεις, 10) Σ. Α. του Δ. , κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αικατερίνη Παπακώστα, και κατέθεσε προτάσεις, 11) Β. Κ. του Α. , κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κ. Χατζόπουλο, και κατέθεσε προτάσεις, 12) Κ. Χ. του Ε. , κατοίκου ... , ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, 13) Α. Τ. του Δ. , 14) Α. συζύγου Α. Τ., θυγατέρας Φ. Μ. , κατοίκων ... , οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Αικατερίνη Παπακώστα, και κατέθεσαν προτάσεις, 15) ΝΠΔΔ - ΟΤΑ με την επωνυμία "Δήμος Τρικκαίων", που εδρεύει στα Τρίκαλα και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Δήμαρχό του, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Θεοδώρα Μπαρσούκη, και κατέθεσε προτάσεις.

Στο σημείο αυτό, ο δικηγόρος Ευάγγελος Μπουλογεώργος, πληρεξούσιος των υπό στοιχεία 1 έως 6 αναιρεσιβλήτων, αφού έλαβε το λόγο από την Πρόεδρο, δήλωσε ότι ο υπό στοιχείο 7 αναιρεσίβλητος απεβίωσε στις ...-2019 σύμφωνα με την προσκομισθείσα υπ' αριθμό .../2019 ληξιαρχική πράξη θανάτου του ληξιάρχου του Δήμου Τρικαίων, και την παρούσα δίκη συνεχίζουν ο εκ διαθήκης κληρονόμος αυτού Δ. Κ. του Χ. και της Ο. , κάτοικος ... , οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο, και κατέθεσε προτάσεις.

Στο σημείο αυτό, η δικηγόρος Αικατερίνη Παπακώστα, πληρεξούσια των ως υπό στοιχεία 10, 13 και 14 αναιρεσιβλήτων, αφού έλαβε το λόγο από την Πρόεδρο, δήλωσε ότι ο υπό στοιχείο 12 αναιρεσίβλητος απεβίωσε στις ...-2021 σύμφωνα με την προσκομισθείσα υπ' αριθμό .../2021 ληξιαρχική πράξη θανάτου του ληξιάρχου του Δήμου Τρικκαίων, και την παρούσα δίκη συνεχίζουν οι εκ διαθήκης κληρονόμοι αυτού: 1) Α. Χ. του Κ. και της Θ. , κάτοικος ... , 2) Μ. Ζ. του Κ. και της Θ. , κάτοικος ... , οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από την ιδία ως άνω πληρεξούσια δικηγόρο, και κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-3-2012 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, την από 4-10-2013 κύρια παρέμβαση των ήδη υπό στοιχεία 1 έως 6 αναιρεσιβλήτων, την από 29-10-2013 κύρια παρέμβαση του ήδη αποβιώσαντος υπό στοιχείο 7 αρχικώς αναιρεσιβλήτου και την από 20-1-2014 κύρια παρέμβαση των ήδη υπό στοιχεία 8 έως 14 αναιρεσιβλήτων εκ των οποίων όπως δηλώθηκε ανωτέρω, ο υπό στοιχείο 12 ήδη απεβίωσε, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Τρικάλων και συνεκδικάσθηκαν.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 83/2018, 84/2018 μη οριστικές, 32/2020 του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της με αριθμό 32/2020 τελεσίδικης αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας (διαδικασία τακτική) και των με αριθμούς 83/2018 και 84/2018 μη οριστικών αποφάσεων του παραπάνω Δικαστηρίου, ζητεί το αναιρεσείον με την από 29-4-2021 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Από τις διατάξεις των άρθρων 108, 110 παρ. 2, 498 παρ. 1, 568 παρ. 1, 576 παρ. 1-3, συνάγεται ότι αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν μετάσχει με τον προσήκοντα τρόπο σ' αυτήν κάποιος διάδικος, ο Άρειος Πάγος οφείλει να εξετάσει αυτεπαγγέλτως ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και αν μεν τη συζήτησή της επέσπευσε εγκύρως ο απολειπόμενος διάδικος, κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, διαφορετικά, αν δηλαδή δεν προκύπτει έγκυρη επίσπευση της συζήτησής της ή δεν μπορεί να διαπιστωθεί ποιος διάδικος επέσπευσε τη συζήτησή της, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς όλους τους διαδίκους και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήση, εκτός αν πρόκειται για απλή ομοδικία οπότε, κατά την παρ. 3 του άρθρου 576 ΚΠολΔ, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως ως προς όσους από τους διαδίκους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς (ΑΠ 583/2023, ΑΠ 118/2022, ΑΠ 608/2021).

Στην προκειμένη περίπτωση από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, προκύπτει ότι κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του οικείου πινακίου, κατά τη δικάσιμο που αναγράφεται στην αρχή της παρούσας (17. 04.2024), δεν εμφανίσθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο ο όγδοος αναιρεσίβλητος Ε.

Μ. , ούτε υποβλήθηκε ως προς αυτόν, κατά το άρθρο 242 παρ.2 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση (άρθρο 573 παρ.1 ΚΠολΔ), δήλωση ότι δεν θα παραστεί κατά την εκφώνηση της υπόθεσης. Από τις προσκομιζόμενες μετ' επικλήσεως από τους αναιρεσίβλητους: α) υπ' αριθμ. ...-2022 και β) υπ' αρ. ...-2022 εκθέσεις επίδοσης των δικαστικών επιμελητών Κ.

Ζ. της περιφερείας του Εφετείου Πειραιώς και Ν. Ζ. της περιφερείας του Εφετείου Λάρισας, αντίστοιχα, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης με πράξη ορισμού ως αρμοδίου του Γ' Τμήματος του παρόντος Δικαστηρίου και πράξη ορισμού δικασίμου για την αρχική δικάσιμο της 05.04.2023, επιδόθηκε, με την επιμέλεια των κυρίως παρεμβάντων - αναιρεσιβλήτων, μεταξύ των οποίων και ο απολειπόμενος όγδοος αυτών, νόμιμα και εμπρόθεσμα στο ενάγον - αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο και στον εναγόμενο- αναιρεσίβλητο Δήμο Τρικκαίων, αντίστοιχα.

Συνακόλουθα, εφόσον ο όγδοος των αναιρεσιβλήτων κλήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα να παραστεί κατά την αρχική δικάσιμο της 05.04.2023 και μετ' αναβολή για την δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, για την οποία η εγγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων, το Δικαστήριο θα προχωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης παρά την απουσία του όγδοου των αναιρεσιβλήτων (άρθρο 576 παρ.2 ΚΠολΔ).

2.- Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 62, 73, 286 επ. και 313 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κάποιος διάδικος αποβιώσει κατά την διάρκεια της δίκης και μέχρι το τέλος της προφορικής συζήτησης μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση και εφόσον τηρηθούν οι νόμιμες διατυπώσεις, μεταξύ των οποίων είναι και εκείνη της γνωστοποίησης του θανάτου στον αντίδικο του αποβιώσαντος, επέρχεται διακοπή της δίκης και όλες οι διαδικαστικές πράξεις που επιχειρούνται μέχρι τη νόμιμη επανάληψη της διαδικασίας λογίζονται άκυρες.

Ο θάνατος του διαδίκου, που επιφέρει τη βίαιη διακοπή της δίκης, καθώς και η εκούσια επανάληψη αυτής από τους κληρονόμους του, μπορούν να γνωστοποιηθούν διαδοχικά με ενιαία δήλωση στο ακροατήριο, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης προς συζήτηση, και εφόσον δεν υπάρξει αμφισβήτηση της ιδιότητάς τους, ως κληρονόμων, ακολουθεί η άμεση συζήτηση της υπόθεσης.

Η γνωστοποίηση του λόγου της διακοπής, γίνεται, κατά το άρθρο 287 του ίδιου κώδικα, με επίδοση δικογράφου ή με τις προτάσεις ή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο ή εκτός του ακροατηρίου κατά την επιχείρηση της διαδικαστικής πράξης, από εκείνον που έχει δικαίωμα να επαναλάβει τη δίκη ή από εκείνον που μέχρι τη στιγμή της επέλευσης του λόγου της διακοπής ήταν πληρεξούσιός του.

Ως διάδικος υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή της δίκης επί θανάτου του αρχικού διαδίκου νοείται ο κληρονόμος του, ο οποίος και έχει δικαίωμα να επαναλάβει τη δίκη. Χωρίς όμως έγκυρη γνωστοποίηση ή αν δεν γίνει η γνωστοποίηση του θανάτου δεν επέρχεται διακοπή της δίκης, η δίκη συνεχίζεται κανονικά σαν αυτή να μην εχώρησε, και η απόφαση εγκύρως εκδίδεται στο όνομα των αρχικών διαδίκων και μπορεί να προσβληθεί με το ένδικο μέσο της αναίρεσης (ΑΠ 280/2023, ΑΠ 1283/2022, ΑΠ 8/2017, ΑΠ 1596/2009).

3.- Από το συνδυασμό των διατάξεων των παραπάνω άρθρων και αυτών των άρθρων 101, 573 παρ. 1 του ΚΠολΔ και 35 ΑΚ προκύπτει ότι σε περίπτωση που ο διάδικος αποβιώσει μετά το πέρας της προφορικής συζήτησης μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση ή πολύ περισσότερο μετά την έκδοση της τελευταίας, όταν δηλαδή δεν υφίσταται πλέον εκκρεμής δικαστικός αγώνας, δεν υπάρχει στάδιο εφαρμογής των διατάξεων περί διακοπής της δίκης.

Σε κάθε περίπτωση τα ένδικα μέσα που ασκούνται κατά της οριστικής απόφασης, άρα και η αίτηση αναίρεσης πρέπει να απευθύνονται, σύμφωνα με το άρθρο 558 ΚΠολΔ, κατά των καθολικών διαδόχων (κληρονόμων) του αποβιώσαντος, απευθυνόμενα δε κατ` αυτού είναι άκυρα, υπό την προϋπόθεση ότι ο αναιρεσείων διάδικος είχε λάβει γνώση του θανάτου του αντιδίκου του με οποιονδήποτε τρόπο, ώστε να διαπιστώσει τους κληρονόμους του και να απευθύνει κατ` αυτών την αναίρεση (ΑΠ 283/2023, ΑΠ 1039/2020, ΑΠ 1704/2011).

Αν όμως το ένδικο μέσο απευθύνεται κατά αποβιώσαντος και ο ασκήσας αυτό διάδικος αγνοούσε το γεγονός του θανάτου του αντιδίκου του, το ένδικο μέσο (όπως είναι η έφεση ή η αναίρεση) παραδεκτά μεν θεωρείται ότι απευθύνθηκε κατά του αποβιώσαντος, η συζήτηση, όμως, αυτού, εφόσον έχει μέχρι τότε γνωστοποιηθεί το γεγονός του θανάτου του, είναι απαράδεκτη αν δεν κλητεύθηκαν να παραστούν σε αυτήν ή δεν παρέστησαν αυτοβούλως οι κληρονόμοι του (ΟλΑΠ 27/1987, ΑΠ 591/2024, ΑΠ 1138/2021, ΑΠ 1199/2015).

Στην προκειμένη περίπτωση , όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά συνεδρίασης, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από την σειρά του οικείου πινακίου κατά την δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, Α)ο πληρεξούσιος δικηγόρος Ευάγγελος Μπουλογιώργος, δήλωσε ότι ο υπό στοιχείο (7) αναιρεσίβλητος Χ.

Κ. , απεβίωσε στις ....2019, ήτοι μετά την συζήτηση της υπόθεσης στο Εφετείο και πριν την έκδοση της προσβαλλόμενης, με την αίτηση αναίρεσης, απόφασης, προσκόμισε το με αριθμό πρωτ. ...2019 πιστοποιητικό εγγυτέρων συγγενών του Δήμου Τρικκαίων, το με αριθμό .../2019 απόσπασμα της με αριθμό .../2019 ληξιαρχικής πράξης θανάτου του Ληξιάρχου του Δήμου Τρικκαίων και το με αριθμό .../2020 πρακτικό δημοσίευσης του Ειρηνοδικείου Τρικάλων, της με αριθμό ...2005 ενώπιον της συμβολαιογράφου Τρικάλων Μ.

Σ. Φ. , συνταχθείσας δημόσιας διαθήκης του ως άνω αποβιώσαντος, και ότι την βιαίως διακοπείσα δίκη λόγω του θανάτου αυτού, συνεχίζει ο εκ διαθήκης κληρονόμος του στο επίδικο ακίνητο, Δ. Κ. , Β) η πληρεξούσια δικηγόρος Αικατερίνη Παπακώστα, δήλωσε ότι ο υπό στοιχείο (12) αναιρεσίβλητος Κ. Χ. , απεβίωσε στις ....2021, ήτοι μετά την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης και πριν την άσκηση της αίτησης αναίρεσης, προσκόμισε δε απόσπασμα της με αριθμό .../2021 ληξιαρχικής πράξης θανάτου του Ληξιάρχου του Δήμου Τρικκαίων και το με αριθμό .../2021 πρακτικό δημοσίευσης του Ειρηνοδικείου Τρικάλων, της από 22/12/2019 ιδιόγραφης διαθήκης του ως άνω αποβιώσαντος, καθώς και το με αρ.

πρωτ. ....2019 πιστοποιητικό πλησιεστέρων συγγενών του Δήμου Τρικκαίων, και ότι την βιαίως διακοπείσα δίκη λόγω του θανάτου αυτού, συνεχίζουν οι εκ διαθήκης κληρονόμοι του αποβιώσαντος στο επίδικο ακίνητο, Α. Χ. του Κ. και Μ. Ζ. του Κ.

Περαιτέρω, από κανένα μέσο αποδείχθηκε, ότι το αναιρεσείον κατά το χρόνο άσκησης της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, γνώριζε το θάνατο των παραπάνω υπό στοιχεία (7) και (12) αρχικών αναιρεσιβλήτων, οι δε κληρονόμοι τους παρίστανται νομίμως, κατά την αναφερόμενη στην αρχή της απόφασης δικάσιμο, στη θέση των κληρονομηθέντων διαδίκων, εκπροσωπούμενοι από πληρεξούσιο δικηγόρο, νομοτύπως διορισμένο και δήλωσαν ότι συνεχίζουν την δίκη, προβάλλοντας υπεράσπιση επί της ουσίας της υποθέσεως, χωρίς να αμφισβητείται η κληρονομική τους διαδοχή (άρθρ. 261 ΚΠολΔ). Κατόπιν αυτών η αίτηση αναίρεσης είναι έγκυρη κατά το μέρος που στρέφεται κατά των παραπάνω διαδίκων που απεβίωσαν πριν την άσκηση αυτής και νομίμως χωρεί, κατά τα προεκτεθέντα, η συζήτηση και ως προς αυτούς κατά τον προαναφερόμενο τρόπο. 4.-

Περαιτέρω, η κρινόμενη από 29.04.2021 αίτηση αναιρέσεως που στρέφεται κατά της με αριθμό 32/2020 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας που εκδόθηκε κατά την τακτική διαδικασία, αντιμωλία των διαδίκων, αποτελεί κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής της υποθέσεως, όπως αυτή προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρ. 561 παρ.2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης:

Το ενάγον και ήδη αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, άσκησε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λάρισας, κατά του εναγομένου και ήδη αναιρεσιβλήτου Δήμου Τρικκαίων, την ένδικη αγωγή με την οποία ζητούσε να αναγνωριστεί κύριος των επιδίκων ακινήτων, τεμαχίων της οριστικής διανομής, αγροκτήματος που απαλλοτριώθηκε για την αποκατάσταση ακτημόνων καλλιεργητών, τα οποία έχουν καταχωρηθεί στα οικεία κτηματολογικά βιβλία, ως ανήκοντα στην κυριότητα του εναγομένου Δήμου Τρικκαίων και να διορθωθεί η ανακριβής αυτή πρώτη κτηματολογική εγγραφή , ώστε να καταχωρηθεί αυτό , το Ελληνικό Δημόσιο, ως κύριος των επιδίκων ακινήτων (άρθρ. 6 παρ.2 Ν. 2664/1998).

Στη δίκη που ανοίχθηκε με την παραπάνω αγωγή, άσκησαν ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, κατά των παραπάνω ενάγοντος και εναγομένου, κύριες παρεμβάσεις : 1) οι έξι πρώτοι των ήδη αναιρεσιβλήτων με ενιαίο δικόγραφο, 2) ο έβδομος τούτων και 3) οι όγδοος έως και δέκατη τέταρτη τούτων ενιαίως με ένα δικόγραφο, με τις οποίες ζήτησαν:

α) να αναγνωριστούν, ως προς την πρώτη κύρια παρέμβαση, ο δικαιοπάροχος των παρεμβαινόντων και ως προς τις λοιπές οι ίδιοι οι παρεμβαίνοντες, κύριοι των αναφερομένων σε αυτές επιδίκων ακινήτων, τα οποία έχουν καταχωρηθεί ως ανήκοντα στην κυριότητα του εναγομένου και ήδη αναιρεσιβλήτου Δήμου και β) να διορθωθεί η ανακριβής αυτή πρώτη κτηματολογική εγγραφή (άρθρ. 6 παρ.2 Ν. 2664/1998).

Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την αρ. 5/2015 απόφασή του κατόπιν συνεκδίκασης των προαναφερομένων δικογράφων, δέχθηκε κατά ένα μέρος ως ουσιαστικά βάσιμες την αγωγή και την τρίτη των κυρίων παρεμβάσεων και στο σύνολό τους ως κατ' ουσίαν βάσιμες τις λοιπές (πρώτη και δεύτερη κύρια παρέμβαση). Κατά της απόφασης αυτής, οι ηττηθέντες διάδικοι άσκησαν: 1) το ενάγον- καθού οι κύριες παρεμβάσεις και ήδη αναιρεσείον και 2) ο όγδοος των αναιρεσιβλήτων- κυρίως παρεμβαινόντων με την τρίτη παρέμβαση, απολειπόμενος διάδικος, Ε.

Μ. , εφέσεις ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας, το οποίο με την με αρ. 32/2020 απόφασή του, αφού συνεκδίκασε τις εφέσεις, απέρριψε κατ' ουσίαν την πρώτη έφεση, επικυρώνοντας την εκκληθείσα πρωτοβάθμια απόφαση, κατά το μέρος που αυτή απέρριψε την αγωγή του Ελληνικού Δημοσίου ως ουσιαστικά αβάσιμη, δέχθηκε κατ' ουσίαν την δεύτερη έφεση, εξαφάνισε την ίδια πρωτόδικη απόφαση, κατά το μέρος που απέρριψε την κύρια παρέμβαση του όγδοου εκκαλούντος και ήδη αναιρεσιβλήτου, και δέχθηκε ως προς αυτόν, κατ' ουσίαν βάσιμη την παρέμβαση.

Η τελευταία αυτή απόφαση, όπως προαναφέρθηκε, προσβάλλεται με την ένδικη αίτηση αναιρέσεως, του ενάγοντος - καθού οι κύριες παρεμβάσεις, εκκαλούντος και εφεσιβλήτου, Ελληνικού Δημοσίου, με την οποία συμπροσβάλλονται και οι με αρ. 83/2018 και 84/2018 μη οριστικές αποφάσεις του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας, με τις οποίες αναβλήθηκε η συζήτηση των ενδίκων εφέσεων, που είχε ορισθεί σε διαφορετικές δικασίμους, προκειμένου να συνεκδικασθούν (άρθρ. 553 παρ. 2 ΚΠολΔ).

5.- Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 558 και 556 ΚΠολΔ, προκύπτει, ότι η αναίρεση πρέπει να απευθύνεται εναντίον εκείνων οι οποίοι ήταν διάδικοι κατά την δίκη στην οποία εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση και αντίδικοι του αναιρεσείοντα, αλλά μόνον εναντίον εκείνων από αυτούς ως προς τους οποίους επιδιώκεται, με βάση τις επικαλούμενες πλημμέλειές της, η αναίρεση αυτής. Επομένως, η αίτηση αναίρεσης, είναι απαράδεκτη κατά το μέρος της που στρέφεται κατ' εκείνων των αντιδίκων του αναιρεσείοντος, τους οποίους δεν αφορούν οι αποδιδόμενες, με αυτή, πλημμέλειες στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση και ως προς τους οποίους, δεν είναι δυνατόν να αναιρεθεί η απόφαση αυτή, ακόμη κι αν ευδοκιμήσουν οι λόγοι της (ΑΠ 987/2025, ΑΠ 1799/2024, ΑΠ 239/2010).

Εν προκειμένω, η αίτηση αναιρέσεως, κατά το μέρος που στρέφεται κατά του δέκατου πέμπτου των αναιρεσιβλήτων, Δήμου Τρικκαίων, ο οποίος ήταν αντίδικος του αναιρεσείοντος στην κύρια αγωγή, είναι απαράδεκτη, καθόσον οι αποδιδόμενες με αυτή πλημμέλειες, στην προσβαλλόμενη απόφαση, δεν τον αφορούν, διότι αναφέρονται στο κεφάλαιο αυτής που αφορά τις κύριες παρεμβάσεις.

6.- Με το άρθρο 4 του ν. 3127/2003 "Τροποποίηση και συμπλήρωση των νόμων 2308/1995 και 2664/1998 για την Κτηματογράφηση και το Εθνικό Κτηματολόγιο και άλλες διατάξεις" ορίζονται τα εξής: "Σε ακίνητο που βρίσκεται μέσα σε σχέδιο πόλεως ή μέσα σε οικισμό που προϋφίσταται του έτους 1923 ή μέσα σε οικισμό κάτω των 2000 κατοίκων, που έχει οριοθετηθεί, ο νομέας του θεωρείται κύριος έναντι του Δημοσίου εφόσον:

α) νέμεται, μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, αδιαταράκτως για δέκα (10) έτη το ακίνητο, με νόμιμο τίτλο από επαχθή αιτία, υπέρ του ίδιου ή του δικαιοπαρόχου του, που έχει καταρτισθεί και μεταγραφεί μετά την 23-02-1945, εκτός εάν κατά την κτήση της νομής βρισκόταν σε κακή πίστη, ή β) νέμεται μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, το ακίνητο αδιαταράκτως για χρονικό διάστημα τριάντα (30) ετών, εκτός εάν κατά την κτήση της νομής βρισκόταν σε κακή πίστη.

Στο χρόνο νομής που ορίζεται στις περιπτώσεις α και β προσμετράται και ο χρόνος νομής των δικαιοπαρόχων που διανύθηκε με τις ίδιες προϋποθέσεις. Σε κακή πίστη βρίσκεται ο νομέας, εφόσον δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 1042 του ΑΚ" (παρ. 1). "Οι διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου εφαρμόζονται για ακίνητο εμβαδού μέχρι 2000 τ.μ.." (παρ. 2).

Με τις διατάξεις αυτές θεσπίζεται εξαίρεση από τον κανόνα ότι επί δημοσίων κτημάτων, νομέας κατά πλάσμα του νόμου, είναι το Δημόσιο και ότι αυτά είναι ανεπίδεκτα κτητικής ή αποσβεστικής παραγραφής, ο οποίος καθιερώνεται από τις διατάξεις του νόμου ΔΞΗ/1912 και των διαταγμάτων "περί δικαιοστασίου" που εκδόθηκαν με βάση αυτόν από 12-9-1915 μέχρι και της 16-5-1926, και του άρθρου 21 του ν.δ/τος της 22-4/16-5-1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης κ.λ.π", που διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ με το άρθρο 53 του ΕισΝΑΚ και επαναλήφθηκε στο άρθρο 4 του α.ν. 1539/1938 "περί προστασίας των δημοσίων κτημάτων", εκτός εάν η τριακονταετής νομή της έκτακτης χρησικτησίας είχε συμπληρωθεί μέχρι τις 11-09-1915, αφού μετά τη χρονολογία αυτή δεν επιτρέπεται ούτε έκτακτη χρησικτησία επί των ακινήτων του Δημοσίου.

Σκοπός της διάταξης, κατά την τελολογική ερμηνεία της και σύμφωνα με την Αιτιολογική έκθεση του ν. 3127/2003, είναι να νομιμοποιήσει εξαιρετικά και μόνο την αυθαίρετη κατοχή δημοσίων κτημάτων υπέρ των εμφανιζομένων ως νομέων αυτών, για την διευκόλυνση σύνταξης του Εθνικού Κτηματολογίου.

Σκοπός δηλαδή της διάταξης δεν είναι να καταργήσει ολικά τον κανόνα του ανεπίτρεπτου της επίκλησης χρησικτησίας σε βάρος του Δημοσίου, αλλά να επιτρέψει κατ' εξαίρεση και σε ορισμένες περιπτώσεις, που προαναφέρθηκαν, την πρωτότυπη κτήση επί δημοσίου κτήματος, όπου συγκεκριμένα πληρούνται οι παραπάνω προϋποθέσεις που θέτει η διάταξη.

Έτσι, κατ' εφαρμογή των ως άνω διατάξεων του άρθρου 4 του ν. 3127/2003, κατ' εξαίρεση, είναι δυνατή η απόκτηση κυριότητας με χρησικτησία και επί δημοσίου κτήματος, όταν αυτό βρίσκεται σε σχέδιο πόλεως ή μέσα σε οικισμό προϋφιστάμενο του 1923 ή μέσα σε οικισμό κάτω των 2000 κατοίκων, που έχει οριοθετηθεί, εμβαδού μέχρι 2000 τ.μ., εφόσον κάποιος το νέμεται αδιαταράκτως μέχρι την έναρξη ισχύος του ως άνω νόμου, δηλαδή μέχρι την 19-03-2003, επί δέκα έτη με νόμιμο τίτλο από επαχθή αιτία υπέρ του ίδιου του νεμομένου ή νεμηθέντος ή υπέρ των δικαιοπαρόχων του, εφόσον ο νόμιμος τίτλος έχει καταρτισθεί και μεταγραφεί μετά την 28-02-1945, εκτός εάν κατά την κτήση της νομής ο επικαλούμενος κυριότητα ή οποιοσδήποτε από τους δικαιοπαρόχους του ήταν κακής πίστης, ή επί τριάντα έτη, εκτός αν κατά την κτήση της νομής ο επιληφθείς της νομής του ακινήτου ήταν κακής πίστης, δηλαδή εφόσον δεν συνέτρεχαν κατά το χρόνο κτήσης της νομής στο πρόσωπό του οι προϋποθέσεις του άρθρου 1042 ΑΚ.

Ειδικότερα, ως προς το στοιχείο της καλής πίστεως, αυτό συντρέχει, όταν ο χρησιδεσπόζων, έστω και αν το ακίνητο ανήκει στην κυριότητα τρίτου, με βάση τα εκάστοτε συντρέχοντα περιστατικά, έχει, κατά την κτήση της νομής, την πεποίθηση, η οποία δεν οφείλεται σε βαριά αμέλεια, ότι απέκτησε την κυριότητα (ΑΠ 1647/2022).

Περαιτέρω, όσον αφορά στην κακή πίστη λεκτέα τα εξής: Κατ' άρθρο 1042 του Α.Κ. ο χρησιδεσπόζων βρίσκεται σε καλή πίστη "όταν χωρίς βαριά αμέλεια έχει την πεποίθηση ότι απέκτησε κυριότητα". Άρα καλή πίστη επί χρησικτησίας είναι η κατά την κτήση της νομής πεποίθηση του νομέα ότι απέκτησε την κυριότητα. Εάν ο νομέας κατά την κτήση της νομής:

α) γνωρίζει ή β) από βαριά αμέλεια αγνοεί την ύπαρξη κυριότητας άλλου προσώπου επί του πράγματος καλή πίστη δεν υπάρχει και χρησικτησία δεν χωρεί. Και ενώ κατά τον Αστικό Κώδικα ο επικαλούμενος την χρησικτησία νομέας βαρύνεται με την απόδειξη της καλής πίστης του, αντιθέτως, κατά το άρθρο 4§1 του ν. 3127/2003, την κακή πίστη του νομέα ή του δικαιοπαρόχου του κατά τον χρόνο κτήσεως της νομής, υπό εκατέρου τούτων, φέρει το Ελληνικό Δημόσιο, αφού από τη φράση "εκτός εάν κατά την κτήση της νομής βρισκόταν σε κακή πίστη", η οποία βρίσκεται στο τέλος των περιπτώσεων α' και β' της παραγράφου 1 του άρθρου 4 του ν. 3127/2003 καθίσταται σαφές ότι το βάρος αποδείξεως της καλής πίστης του δεν έχει ο (επικαλούμενος κυριότητα) νομέας ή ο δικαιοπάροχος του, αλλά, αντιθέτως, το Ελληνικό Δημόσιο βαρύνεται με την απόδειξη της κακής πίστεως του (επικαλουμένου κυριότητα) νομέα, ή του δικαιοπαρόχου του (ΟλΑΠ 11/2015, ΑΠ 121/2022, ΑΠ 22/2021, ΑΠ 807/2019, ΑΠ 23/2019, ΑΠ 187/2017).

Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι η κτήση δικαιώματος κυριότητας επί ενός τέτοιου ακινήτου έναντι του Ελληνικού Δημοσίου προϋποθέτει, πλην άλλων, τη συμπλήρωση τριακονταετούς επ' αυτού νομής έως τις ....2003, οπότε άρχισε να ισχύει ο ν. 3127/2003 (ΑΠ 168/2023, ΑΠ 647/2020). Η ρύθμιση αυτή ως ειδική και εξαιρετική επιτρέπει την απόκτηση της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία, ήτοι με πρωτότυπο τρόπο σε ακίνητα του Δημοσίου, εφόσον κάποιος, που απέκτησε με καλή πίστη τη νομή ακινήτου του Δημοσίου, νέμεται αδιατάρακτα τούτο για τριάντα έτη που φθάνουν χρονικά μέχρι την έναρξη ισχύος του παραπάνω νόμου, δηλαδή μέχρι την 19-03-2003, υπό τις λοιπές διαλαμβανόμενες προϋποθέσεις στην παρ. 1 περ.

α' και β' του ίδιου νόμου (ΟλΑΠ 11/2015).

7.- Ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναιρετικός λόγος, για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, ιδρύεται, αν το δικαστήριο της ουσίας ερμήνευσε εσφαλμένα τον κανόνα αυτό, του προσέδωσε δηλαδή έννοια διαφορετική από την αληθινή ή δεν τον εφάρμοσε ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις εφαρμογής του ή τον εφάρμοσε, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, απαιτώντας περισσότερα ή αρκούμενο σε λιγότερα, αντίστοιχα, στοιχεία από όσα αξιώνει ο νόμος για την εφαρμογή του ή αν τον εφάρμοσε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 10/2011, ΟλΑΠ 7/2006).

Αν το δικαστήριο απεφάνθη για την ουσία της υπόθεσης, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται βάσει των πραγματικών περιστατικών που ανέλεγκτα δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο. Ιδρύεται ο παραπάνω λόγος, αν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή αν δεν τον εφάρμοσε, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 4/2018).

Με τον παραπάνω λόγο ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση της νομιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, κυρία παρέμβαση, ένσταση κλπ, ορθά απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή στην ουσία (ΟλΑΠ 10/2011, ΑΠ 908/2023, ΑΠ 1776/2022).

8.- Kατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της απόφασης, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και, έτσι, δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόστηκε (ΟλΑΠ 6/2006, ΟλΑΠ 26/2004).

Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 8/2018, ΑΠ 91/2023).

Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.

Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 8/2018, ΑΠ 34/2021). Τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 591/2024, ΑΠ 1036/2023, ΑΠ 950/2023, ΑΠ 15/2021).

9.- Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα: "Δυνάμει της από 28.03.1923 απόφασης του Υπουργού Γεωργίας, η οποία δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ τεύχος Β' 26/05.04.1923, ορίσθηκε ως απαλλοτριωτέο προς σχηματισμό μικροϊδιοκτησιών, μεταξύ άλλων, το κτήμα Λογγακίου του Δήμου Τρικκαίων της Επαρχίας Τρικάλων, συνολικής έκτασης περί τα 988.000 τ.

μ. Με τη δημοσίευση της ανωτέρω απόφασης, το ανωτέρω απαλλοτριωθέν κτήμα, που απείχε 2,5 χιλιόμετρα από την πόλη των Τρικάλων, περιήλθε στην κατά πρωτότυπο τρόπο κτηθείσα κυριότητα και νομή του Ελληνικού Δημοσίου. Κατόπιν, με την υπ' αριθ. ...-1925 οριστική και αμετάκλητη απόφασή της, η Επιτροπή Απαλλοτριώσεων Τρικάλων που συνεδρίασε την 23η Σεπτεμβρίου 1924 για το άνω απαλλοτριωθέν αγρόκτημα Λογγακίου, (α) κήρυξε αναπαλλοτρίωτα τα αναλυτικά αναφερόμενα σ' αυτή κατ' είδος και έκταση εδάφη, (β) όρισε την απαλλοτριωτέα υπέρ του Συνοικισμού σε 988.000 τετ.

μέτρα και (γ) προσδιόρισε τον γεωργικό κλήρο 42 στρέμματα, το κλάσμα αυτού για όσους δεν είχαν τα πλήρη εφόδια στα 15 στρέμματα και το κλήρο συντηρήσεως στα 8 στρέμματα, (δ) προσδιόρισε τον οικοπεδικό κλήρο στα 1.250 τ.μ., (ε) προσδιόρισε το συνεταιρικό κλήρο στη συνολική έκταση των 410 στρεμμάτων, (στ) όρισε τους δεκαέξι (16) δικαιούμενους σε αποκατάσταση και τέλος (ζ) γνωμοδότησε για την αξία των απαλλοτριούμενων εκτάσεων.

Πιο αναλυτικά με την άνω απόφαση ορίστηκαν δεκαέξι (16) δικαιούμενοι σε γεωργική αποκατάσταση και συγκεκριμένα οι εξής: Β. Μ. , με κλήρο 58 στρεμμάτων, Γ. Μ. , απώτερος δικαιοπάροχος του πρώτου, έκτου και της έβδομης των εναγόντων της υπ' αριθ. κατάθ. ... κύριας παρέμβασης-αγωγής με κλήρο 42 στρεμμάτων, Ι. Μ. του Ε. , απώτερος δικαιοπάροχος των εναγόντων της υπ' αριθ.

κατάθ. ... κύριας παρέμβασης-αγωγής με κλήρο 42 στρεμμάτων, Θ. Χ. με κλήρο 42 στρεμμάτων, Π. Μ. με κλήρο 42 στρεμμάτων, Χ. Κ. , με γεωργικό κλήρο 27 στρεμμάτων, Δ. Κ. του Χ. , απώτερος δικαιοπάροχος του ενάγοντος της υπ' αριθ. κατάθ. ... κύριας παρέμβασης-αγωγής με κλήρο 42 στρεμμάτων, Ε. Τ. , απώτερος δικαιοπάροχος του τρίτου ενάγοντος της υπ' αριθ.

κατάθ. ... κύριας παρέμβασης-αγωγής με κλήρο 42 στρεμμάτων, Σ. Μ. με κλήρο 42 στρεμμάτων, Ε. Χ. , απώτερος δικαιοπάροχος του πέμπτου ενάγοντος της υπ' αριθ. κατάθ. ... κύριας παρέμβασης-αγωγής με κλήρο 42 στρεμμάτων, Κ. Μ. , απώτερος δικαιοπάροχος του τέταρτου ενάγοντος της υπ' αριθ. κατάθ. ... κύριας παρέμβασης-αγωγής με κλήρο 42 στρεμμάτων, Κ.

Γ. με κλήρο 42 στρεμμάτων, Α. Γ. , απώτερος δικαιοπάροχος του δεύτερου ενάγοντρς της υπ' αριθ. κατάθ. ... κύριας παρέμβασης-αγωγής, με κλήρο 8 στρεμμάτων, Σ. Π. , Κ. Γ. και Ε. Ζ. , σε έκαστο των οποίων παραχωρήθηκε γεωργικός κλήρος 15 στρεμμάτων, όλοι δε οι ανωτέρω κληρούχοι έλαβαν και οικοπεδικό κλήρο 1.250 τ.μ.

Περαιτέρω, με την άνω απόφαση, ο συνεταιρικός κλήρος προσδιορίστηκε σε έκταση 7.000 τ.μ. υπέρ των αναγκών του συνοικισμού Λογγακίου, σε έκταση 330.000 τ.μ. για κοινή βοσκή των κληρούχων, σε έκταση 37.000 τ.μ. για "ζευγαρολείβαδο", δηλαδή για τη βοσκή των ζευγών που χρησιμοποιούσαν οι κληρούχοι για τη μεταφορά πραγμάτων και την άροση των αγρών, σε έκταση 16.000 τ.μ.

για τον αλωνισμό των δημητριακών των κληρούχων (Αλωνότοποι) και σε έκταση τ.μ., για σχολικό κλήρο, για τη συντήρηση των διδακτηρίων. Κατά το χρόνο συνεδρίασης (23-09-1924) και έκδοσης της ...1925 απόφαση της Επιτροπής Απαλλοτριώσεων Τρικάλων η διαδικασία απαλλοτρίωσης και η διανομή της γης στους ακτήμονες καλλιεργητές διέπονταν από το νομοθετικό διάταγμα της 15-02-1923 "περί αποκαταστάσεως ακτημόνων καλλιεργητών" (ΦΕΚ Α' 57/05-03-1923).

Σύμφωνα με το άρθρο 5 του άνω ν.δ, στους δικαιούμενους γεωργικής εγκατάστασης έπρεπε να παραχωρηθεί γεωργικός κλήρος επαρκής για τη συντήρηση γεωργικής οικογένειας απαρτιζόμενης από γονείς και τρία τέκνα. Εξαιρετικά, ο παρεχόμενος κλήρος μπορούσε να μην ήταν πλήρης αν εξαιτίας τοπικών συνθηκών και Ιδίως λόγω ελλείψεως διαθέσιμων γαιών η πλήρης γεωργική αποκατάσταση ήταν ανέφικτος.

Η λειτουργία των αναγκαστικών Συνεταιρισμών Αποκαταστάσεως Ακτημόνων Καλλιεργητών (και εν προκειμένω του αγροκτήματος Λογγακίου) διέπονταν από τα άρθρα 29 επ. του άνω νομοθετικού διατάγματος, ενώ διατάξεις για τη λειτουργία των ΣΑΑΚ υπάρχουν και σε νομοθετήματα που δημοσιεύθηκαν στα ΦΕΚ Α 247/03-10-1924, 374/26-11-1925, 370/22-10-1926, αντίστοιχα, σχετικά με τη διαδικασία απαλλοτρίωσης και τη διανομή της γης στους ακτήμονες καλλιεργητές.

Η συμμετοχή των ακτημόνων καλλιεργητών ήταν αναγκαστική και σκοπό είχε την εξασφάλιση της ιδιοκτησίας και την ορθολογική διαχείριση των κτημάτων. Ο ΣΑΑΚ τελούσε υπό την καθοδήγηση και εποπτεία του Υπουργείου Γεωργίας. Σύμφωνα με όσα αναφέρονται στη μείζονα σκέψη της παρούσας, κατά τους άνω αγροτικούς νόμους, ο άνω συνεταιρικός κλήρος παραδόθηκε στον εκ του νόμου ορισθέντα διαχειριστή και μεσεγγυούχο αυτής Συνεταιρισμό Αποκαταστάσεως Ακτημόνων Καλλιεργητών Λογγακίου.

Ο τελευταίος, το έτος 1926, δηλαδή σε χρόνο προγενέστερο της οριστικής διανομής, καίτοι αναρμόδιος, διένειμε από την άνω έκταση μεταξύ των αρχικών κληρούχων δημόσια εποικιστική έκταση, προοριζόμενη να λάβει κοινόχρηστο χαρακτήρα, χαρακτηριζόμενη στη μετέπειτα οριστική διανομή ως "αλωνότοπος". Συγκεκριμένα διένειμε συνολική έκταση 27.200 τ.μ., την οποία διαίρεσε σε 16 τμήματα εμβαδού το καθένα 1.700 τ.μ. (16 Χ 1.700 τ.μ.= 27.200 τ.μ.), στους άνω αναφερόμενους δικαιούμενους σε γεωργική αποκατάσταση.

Έτσι, λόγω της άνω ενέργειας του ΣΑΑΚ Λογγακίου, η εν λόγω έκταση ουδέποτε χρησιμοποιήθηκε για τον κοινόχρηστο σκοπό που είχε αρχικά προβλεφθεί και ουδέποτε έλαβε κοινόχρηστο χαρακτήρα. Στην έκταση αυτή εγκαταστάθηκαν οι άνω αρχικοί κληρούχοι και άρχισαν να την καλλιεργούν. Η οριστική διανομή του Αγροκτήματος Λογγακίου κυρώθηκε με την υπ' αριθ. ...1932 απόφαση του Υπουργού Γεωργίας, που δημοσιεύθηκε νόμιμα (ΦΕΚ Β' 77/23.08.1932).

Η κατά τα άνω διανεμηθείσα από τον ΣΑΑΚ έκταση, για την κυριότητα της οποίας ερίζουν οι διάδικοι, σύμφωνα με τον πίνακα και το κτηματολογικό διάγραμμα που συνοδεύει την άνω οριστική διανομή, συνέπιπτε με τα τεμάχια με αριθμούς 88 και 94, εμβαδών 27.750 τ.μ. και 1.875 τ.μ., αντίστοιχα, καθώς και με ένα πολύ μικρό τμήμα, μη προσδιοριζόμενο επακριβώς σε εμβαδό, του 138 τεμαχίου (το οποίο είχε συνολικό εμβαδό 7.000 τ.μ.), που παρεμβάλλονταν μεταξύ των τεμαχίων 88 και 94.

Στον εν λόγω πίνακα τα τεμάχια 88 και 94 χαρακτηρίζονταν ως "Αλωνότοπος", με αναγραφόμενο ιδιοκτήτη τον Συνεταιρισμό, δηλαδή μεσεγγυούχο εκ του νόμου, και το τεμάχιο 138 χαρακτηρίζονταν ως παλαιά οδός μικροϊδιοκτησία. Στο άνω κτηματολογικό διάγραμμα, το τεμάχιο 88 είχε πολύγωνο σχήμα και συνόρευε γύρωθεν με το τεμάχιο 87, χαρακτηριζόμενο ως "κοινή βοσκή" του συνεταιρισμού, με το τεμάχιο 155 χαρακτηριζόμενο ως "αλώνια" "μικροϊδιοκτησία", με το τεμάχιο 138 χαρακτηριζόμενο ως "παλαιά οδός μικροϊδιοκτησίαν", με το τεμάχιο 93 χαρακτηριζόμενο ως "αλώνια" - "μικροϊδιοκτησία" και την αμαξωτή οδό που συνέδεε την πόλη των Τρικάλων με τα Ζαβλάνια.

Το τεμάχιο 94 απεικονίζονταν με τριγωνικό σχήμα και συνόρευε γύρωθεν με το τεμάχιο 95 χαρακτηριζόμενο ως "αλώνια" - "μικροϊδιοκτησία", με το τεμάχιο 138 χαρακτηριζόμενο ως "παλαιά οδός μικροϊδιοκτησία" και με την αμαξωτή οδό που συνέδεε την πόλη των Τρικάλων με τα Ζαβλάνια. Από τα παραπάνω προκύπτει ότι καίτοι η Επιτροπή Απαλλοτριώσεων Τρικάλων προσδιόρισε έκταση 16.000 τ.μ.

ως "αλωνότοπο" (δηλαδή μέρος του συνεταιρικού κλήρου), εντούτοις κατόπιν η Επιτροπή Διανομών όρισε μείζονα έκταση ως αλωνότοπο συνολικού εμβαδού 29.625 τ.μ. και προχώρησε στην άνω οριστική διανομή, χωρίς να λάβει υπόψη την άνω διαμορφωθείσα κατάσταση. Από τα παραπάνω καθίσταται πρόδηλο ότι η πραγματικά διαμορφωθείσα κατάσταση δεν συνέπιπτε με όσα αποτυπώνονταν στον πίνακα και το κτηματολογικό διάγραμμα της οριστικής διανομής του αγροκτήματος Λογγακίου.

Περαιτέρω, το έτος 1936 με το από 18.03.1936 Διάταγμα, που δημοσιεύθηκε νόμιμα από τον Υπουργό Γεωργίας (ΦΕΚ Α', ...1936) εγκρίθηκε η εκπονηθείσα μελέτη της Τοπογραφικής Υπηρεσίας του Υπουργείου Γεωργίας και το σχέδιο του ομώνυμου συνοικισμού Λογγακίου. Σύμφωνα με διατάξεις των άρθρων 61 και 191 του Αγροτικού Κώδικα η κύρωση, από τον Υπουργό Γεωργίας, της προς αποκατάσταση κληρούχων γενομένης οριστικής διανομής οικοπέδων ενέχει και κύρωση του σχετικού ρυμοτομικού σχεδίου, που καταρτίσθηκε από την οικεία τοπογραφική υπηρεσία του Υπουργείου Γεωργίας και το οποίο, εφεξής, αποτελεί το ισχύον σχέδιο του δημιουργηθέντος συνοικισμού (ΣΤΕ .../2009....).

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι το έτος 1954, δηλαδή μετά πάροδο 28 ετών από την άνω άτυπη "διανομή" των 16 διαιρετών τμημάτων ("αλωνότοπων") εκ μέρους του ΣΑΑΚ Λογγακίου, ο τελευταίος, με την 1/1954 πράξη της γενικής συνέλευσης των μελών του, αιτήθηκε προς το Τμήμα Εποικισμού της Διεύθυνσης Γεωργίας Νομού Τρικάλων την οριστική παραχώρηση της άνω ήδη διανεμηθείσας έκτασης (που αναγράφονταν ως κοινόχρηστη στον πίνακα της οριστικής διανομής) προς συμπλήρωση του μειωμένου κλήρου των κληρούχων - μελών του. Με την ...-1955 έγγραφη παραγγελία του Τμήματος Εποικισμού ανατέθηκε στον γεωπόνο Ν. Μ. , ως αρμόδιο υπάλληλο, η διερεύνηση του ζητήματος. Ο τελευταίος, μετά από έρευνα και αυτοψία, συνέταξε την από την από 04.03.1955 αναφορά του προς το Τμήμα Εποικισμού της Διεύθυνσης Γεωργίας Νομού Τρικάλων. Σ' αυτήν ανέφερε διηγηματικά την ήδη από το έτος 1926 διαμορφωθείσα κατάσταση. Συγκεκριμένα ανέφερε ότι τα τεμάχια 88 και 94 έκτασης 27.750 τ.μ. και 1.875 τ.μ., αντίστοιχα, πλην ενός μικρού τμήματος εκτάσεως περί τα δύο στρεμμάτων, κείμενου παρά την επαρχιακή οδό Τρικάλων-Ζαβλανίων, όπου υπήρχε φρέαρ (πηγάδι) και εικονοστάσιο και παρέμενε χέρσο, διανεμήθηκαν σε καθένα εκ των αναγραφόμενων κληρούχων, λαμβάνοντας έκαστος έκταση 1.700 τ.μ. Οι εν λόγω αρχικοί κληρούχοι νέμονταν και καλλιεργούσαν τα εδάφη αυτά από το έτος 1926, ενώ αυτά ποτέ δεν χρησιμοποιήθηκαν για το σκοπό που είχαν διατεθεί.

Περαιτέρω, ανέφερε ότι στην εν λόγω έκταση είχε διανοιχθεί κεντρική οδός που οδηγούσε στο συνοικισμό και διχοτομούσε την επίδικη έκταση σε δύο τμήματα. Κατόπιν αυτών, κατέληγε ότι ενδεικνύονταν η διάθεση της άνω έκτασης στους αρχικούς κληρούχους προς συμπλήρωση του μειωμένου κλήρου τους, ενώ σημείωνε ότι από την παραχώρηση αυτή δεν βλάπτονταν η κτηνοτροφική εκμετάλλευση της υπόλοιπης έκτασης.

Τέλος, ανέφερε ότι η έκταση της οποίας η παραχώρηση ζητήθηκε κατέχονταν τότε από τους (l) κληρονόμους του Ι. Μ. του Ε. , 1.700 τ.μ., εντός του οποίου o υιός του Κ. Μ. είχε ανεγείρει οικία με στάβλο, (2) κληρονόμους του Ε. Χ. , I .700 τ.μ., σπαρμένα με σιτάρι, (3) Κ. Μ. , 1.700 τ.μ., σπαρμένα με σιτάρι, (4) Κ. Ν. Γ. , 1.700 τ.μ" σπαρμένα με λαχανικά, και ημιαρτεσιανό πηγάδι, (5) Ε.

Τ. , 1.700 τ.μ., σπαρμένα με λαχανικά, (6) κληρονόμους του Κ. Α. Γ. , 1.700 τ.μ., σπαρμένα με σιτάρι, είχε δε διανοιχθεί και ημιαρτεσιανό πηγάδι, (7) κληρονόμους του Α. Ν. Γ. , 1.700 τ.μ., σπαρμένα με σιτάρι, είχε δε διανοιχθεί και ημιαρτεσιανό πηγάδι, (8) Ε. Ν. Ζ. , 1.700 τ.μ., σπαρμένα με σιτάρι, (9) κληρονόμους του Γ. Ε. Μ. , 1.700 τ.μ., σπαρμένα με σιτάρι, (10) Β.

Γ. Μ. , 1.700 τομ. , σπαρμένα με μηδική και λαχανικά, είχε δε διανοιχθεί και ημιαρτεσιανό πηγάδι, (11) κληρονόμους Σ. Π. , 1.700 τ.μ., σπαρμένα με σιτηρά, (12) κληρονόμους του Θ. Χ. , 1.700 τ.μ., σπαρμένα με σιτάρι, (13) κληρονόμους του Π. Μ. , 1.700 τ.μ., σπαρμένα με σιτάρι και λαχανικά, (14) κληρονόμους του Σ. Μ. , 1.700 τ.μ., σπαρμένα με σιτάρι, (15) Χ.

Κ. , 1.700 τ.μ., σπαρμένα με σιτάρι και (16) Δ. Κ. , 1.700 τ.μ., σπαρμένα με λαχανικά, είχε δε διανοιχθεί και ημιαρτεσιανό πηγάδι. Μετά την έκδοση της ανωτέρω αναφοράς του Ν. Μ. , εκδόθηκε αρχικά η υπ' αριθ. ...1955 σύμφωνη γνωμοδότηση του Γνωμοδοτικού Συμβουλίου Εποικισμού του Υπουργείου Γεωργίας και ακολούθως η υπ' αριθ. ....1955 απόφαση του Υπουργού Γεωργίας, με την οποία τα ως άνω υπ' αριθ. 88 και 94 τεμάχια συνολικού εμβαδού 29.625 τ.μ.

παραχωρήθηκαν προς συμπλήρωση του κλήρου των ανεπαρκώς αποκατεστημένων κληρούχων του Σ.Α.Α.Κ. Λογγακίου. Με την απόφαση αυτή επιχειρήθηκε η διευθέτηση και νομική τακτοποίηση μιας πραγματικής κατάστασης που είχε διαμορφωθεί από το 1926 και διαρκούσε επί 29 περίπου χρόνια, κατά τα οποία ουδεμία όχληση υπήρξε σε βάρος των 16 αρχικών κληρούχων από το Ελληνικό Δημόσιο, το οποίο εξάλλου διά των οργάνων του (Υπουργός Γεωργίας και Γνωμοδοτικό Συμβούλιο Εποικισμού του Υπουργείου Γεωργίας) διαπίστωνε πράγματι ότι κατά το χρόνο εκείνο (1955) συνέτρεχε περίπτωση ανεπαρκούς κλήρου και αποφάσισε τη συμπλήρωση αυτού.

Η ανωτέρω απόφαση του Υπουργού Γεωργίας, με το υπ' αριθ. πρωτ. ... έγγραφο του Τμήματος Εποικισμού της Διεύθυνσης Γεωργίας του Νομού Τρικάλων διαβιβάστηκε στην Επιτροπή Απαλλοτριώσεων Τρικάλων, προκειμένου να προβεί στην έκδοση απόφασης για τον καθορισμό των δικαιούχων που θα συμμετείχαν στη διανομή, κατ' άρθρο 119 παρ. 2 του τότε ισχύοντος Αγροτικού Κώδικα.

Οι κυρίως παρεμβαίνοντες ισχυρίστηκαν ότι μετά την έκδοση της ...-1925 απόφασης της Επιτροπής Απαλλοτριώσεων Τρικάλων τα αρμόδια όργανα του ΣΑΑΚ Λογγακίου και του Γεωργικού Γραφείου της Νομαρχίας διαπίστωσαν ότι ο ατομικός γεωργικός κλήρος ήταν ανεπαρκής και με απόφαση της γενικής συνέλευσης του ΣΑΑΚ που ελήφθη με τη σύμφωνη γνώμη του Γεωργικού Γραφείου, εκπρόσωπος του οποίου συμμετείχε στις συνεδριάσεις το έτος 1926 αποφάσισαν την άνω διανομή των 16 διαιρετών τμημάτων, εμβαδού εκάστου 1.700 τ.μ.

Από την άλλη πλευρά το εκκαλούν ελληνικό δημόσιο ισχυρίζεται ότι ουδέποτε υπήρξε τέτοια απόφαση, αφού ο ΣΑΑΚ Λογγακίου δεν μπορούσε να λάβει τέτοιες αποφάσεις, πολύ δε περισσότερο δεν υπήρξε συναίνεση προς τούτο του Γεωργικού Γραφείου. Το μοναδικό αποδεικτικό στοιχείο για την κατά το έτος 1926 διενεργηθείσα άτυπη διανομή είναι η ως άνω μνημονευόμενη αναφορά του αρμόδιου υπαλλήλου Ν.

Μ. , για την οποία διηγηματικά γίνεται λόγος. Οι τυχόν λόγοι που την υπαγόρευσαν και η διαδικασία που ακολουθήθηκε από τον ΣΑΑΚ, δηλαδή εάν προηγήθηκε απόφαση της γενικής συνέλευσης των μελών του και ποια στάση κράτησε το Γεωργικό Γραφείο της περιοχής απέναντι στην άτυπη διανομή, δεν προέκυψαν από τα αποδεικτικά στοιχεία.

Οι ως άνω περιστάσεις, με τις οποίες οι αρχικοί κληρούχοι συμπεριέλαβαν τα εδάφη αυτά στους γεωργικούς τους κλήρους, ενδιαφέρουν στο μέτρο που αυτές είναι ικανές να καταδείξουν την τυχόν καλή ή κακή πίστη των νομέων της έκτασης αυτής. Έγγραφα για τα άνω ζητήματα δεν υπάρχουν, ενόψει και του χρόνου που συνέβη (1926).

Από την άλλη πλευρά οι εξετασθέντες στην παρούσα δίκη μάρτυρες γεννήθηκαν μεταγενέστερα και κανένας από αυτούς δεν ήταν σε θέση να προσδιορίσει τους λόγους της ενέργειας αυτής και τη διαδικασία που ακολουθήθηκε. Όλοι γνωρίζουν τα έγγραφα και από αυτά προσπαθούν να εξάγουν συμπεράσματα. Από τα παραπάνω το μόνο που προκύπτει ως αδιαμφισβήτητο γεγονός είναι ότι το έτος 1926 πράγματι συνέβη η εν λόγω άτυπη "διανομή" και ότι το έτος 1955 έγινε για πρώτη φορά λόγος για αποκατάσταση της ήδη διαμορφωμένης κατάστασης με διανομή της έκτασης αυτής στους δικαιούμενους για 'συμπλήρωση ανεπαρκούς κλήρου.

Επομένως από το γεγονός της "διανομής" του έτους 1926 μόνο συμπεράσματα μπορούν να εξαχθούν, χρήσιμα ωστόσο για το σχηματισμό δικανικής πεποίθησης. Έτσι, η επιλογή μιας ενιαίας δημόσιας εποικιστικής έκτασης, η διαίρεσή της σε δεκαέξι (16) ισομεγέθη τμήματα, εκάστου εμβαδού 1.700 τ.μ., όσοι δηλαδή ήταν και οι δικαιούμενοι γεωργικής αποκατάστασης, και η ταυτόχρονη κατάληψη της έκτασης αυτής από τα πρόσωπα αυτά, καταδεικνύει ότι δεν πρόκειται για μια μεμονωμένη ενέργεια του κάθε αρχικού κληρούχου.

Αντίθετα τα στοιχεία αυτά καταδεικνύουν ότι πρόκειται για μια συντονισμένη ενέργεια, στην οποία προέβησαν οι συμμετέχοντες έχοντας λάβει κοινή προς τούτο συναπόφαση και μετά από προηγούμενη επιλογή της έκτασης, της οποίας το μέγεθος επαρκούσε για τη δημιουργία 16 ισομεγεθών τμημάτων. Λαμβάνοντας υπόψη το χρόνο στον οποίο πραγματοποιήθηκε η ενέργεια αυτή (1926), σε συνδυασμό με τις γενικότερες κοινωνικοπολιτικές συνθήκες που επικρατούσαν στην περιοχή και στην ελληνική επικράτεια εν γένει και του γεγονότος ότι οι εν λόγω δικαιούμενοι σε γεωργική αποκατάσταση ήταν γεωργοί που σκοπό είχαν την επιβίωση τη δική τους και των οικογενειών τους, κρίνεται απίθανο να προέβησαν από μόνοι τους όλοι ταυτόχρονα στην ίδια πράξη, δηλαδή στην αυθαίρετη κατοχή της άνω επίδικης έκτασης.

Άλλωστε δεν θα διακινδύνευαν κατά το χρόνο εκείνο να προχωρήσουν σε κάποια τέτοια πράξη που θα μπορούσε να τους οδηγήσει στο να εκπέσουν της γεωργικής αποκατάστασης. Από τις άνω περιστάσεις, συνάγεται το συμπέρασμα ότι τα πρόσωπα αυτά προσέθεσαν τα επίδικα εδάφη στους γεωργικούς τους κλήρους με την προτροπή του ΣΑΑΚ και του Γεωργικού Γραφείου.

Αλλά και αν ήθελε υποτεθεί ότι δεν υπήρχε τέτοιου είδους θετική εκ μέρους τους ενέργεια, σε κάθε περίπτωση ο ΣΑΑΚ και το Γεωργικό Γραφείο γνώριζαν τη διαμορφωθείσα κατάσταση η οποία τελούσε οπωσδήποτε τουλάχιστον υπό την ανοχή τους. Σημειωτέον ότι σύμφωνα με το νόμο οι ΣΑΑΚ, ως νομικά πρόσωπα, διοικούνταν από τα διοικητικά τους συμβούλια, των οποίων οι ενέργειες και οι αποφάσεις ελέγχονταν από τα αρμόδια όργανα του ελληνικού δημοσίου και σε περίπτωση παράβασης αυτών εξέπιπταν της ιδιότητάς τους, υπέχοντας μάλιστα και ποινική ευθύνη για τις πράξεις τους.

Περαιτέρω η αναφορά για πρώτη φορά το έτος 1955 ότι συνέτρεχε περίπτωση ανεπαρκούς κλήρου και ότι αποφασίστηκε η συμπλήρωση αυτού, καταδεικνύει ότι η κατάσταση αυτή προϋπήρχε της οριστικής διανομής, αφού από την κύρωση της το έτος 1932 και μετά δεν αποδείχθηκε ότι συνέβη κάποιο γεγονός που να επέδρασε μειωτικά στην επάρκεια των γεωργικών κλήρων.

Με βάση τα παραπάνω κατά την κρίση του παρόντος Δικαστηρίου η κατά το έτος 1926 παραχωρηθείσα από το ΣΑΑΚ Λογγακίου έκταση εμβαδού 1.700 τ.μ. σε καθένα από τους δικαιούμενους έγινε από αναρμόδιο όργανο με σκοπό την εν τοις πράγμασι συμπλήρωση του γεωργικού κλήρου των δικαιούμενων σε γεωργική αποκατάσταση.

Η εν λόγω έκταση ήταν δημόσια εποικιστική και ανήκε στην κυριότητα του εκκαλούντος Ελληνικού Δημοσίου, πλην όμως ουδέποτε απέκτησε κοινόχρηστο χαρακτήρα, αφού κατά τα άνω αναφερόμενα αν και αναφέρονταν ως κοινόχρηστη στον πίνακα της οριστικής διανομής εντούτοις ουδέποτε χρησιμοποιήθηκε ως τέτοια.

Κατόπιν αυτών οι άνω δικαιούμενοι σε γεωργική αποκατάσταση προσέθεσαν τις εκτάσεις αυτές στον γεωργικό κλήρο που τους είχε προσωρινά παραχωρηθεί και άρχισαν να τις νέμονται με την πεποίθηση ότι ήταν κύριοι αυτών, αναμένοντας την τυπική ολοκλήρωση της διαδικασίας με την έκδοση σχετικής απόφασης οριστικής διανομής που θα αποτύπωνε την άνω διαμορφωθείσα κατάσταση και κατόπιν αυτών με την έκδοση των σχετικών παραχωρητηρίων, σύμφωνα με όσα προέβλεπαν οι τότε ισχύοντες αγροτικοί νόμοι.

Εξάλλου, δεν είναι και τυχαίο το γεγονός ότι οι αναφερόμενοι ως κάτοχοι και νομείς των δεκαέξι (16) ακινήτων στην αναφορά του Ν. Μ. το έτος 1955 είναι είτε οι ίδιοι οι αρχικοί κληρούχοι είτε κληρονόμοι αυτών.

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι με την υπ' αριθ. ....1962 απόφαση του Νομάρχη Τρικάλων, η οποία δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ ....1962, μεταβιβάσθηκαν, κατ' εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 197 παρ.1 και 3 του τότε ισχύοντος Αγροτικού Κώδικα, στον εναγόμενο της κύριας αγωγής και δεύτερο καθ' ου οι κύριες παρεμβάσεις- αγωγές Δήμο Τρικκαίων, κατά πλήρη κυριότητα και νομή, μεταξύ άλλων και τα υπ' αριθ. 88 και 94 τεμάχια, εμβαδού 27.750 τ.μ.

και 1.875 τ.μ. αντίστοιχα. Ακολούθως, με την υπ' αριθ. ....1966 απόφαση του Νομάρχη Τρικάλων, η οποία δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ τεύχ. Β', αριθ. φύλ. ....1966, κατ' εφαρμογή του άρθρου 197 παρ. 8 του Αγροτικού Κώδικα, ανακλήθηκε εν μέρει η προαναφερθείσα υπ' αριθ. ....1962 απόφαση του ιδίου Νομάρχη, κατά το μέρος αυτής με το οποίο μεταβιβάσθηκε στον εναγόμενο Δήμο Τρικκαίων η κυριότητα των υπ' αριθ. 88 και 94 φερόμενων ως κοινόχρηστων τεμαχίων του αγροκτήματος Λογγακίου, εμβαδού 27.750 τ.μ.

και 1.875 τ,μ., αντιστοίχως, με την αιτιολογία ότι αυτά, με την υπ' αριθ. ....1955 απόφαση του Υπουργού Γεωργίας, είχαν διατεθεί προς συμπλήρωση του κλήρου των ανεπαρκώς αποκατεστημένων κληρούχων Λογγακίου, για τα υπόλοιπα δε ακίνητα, τα οποία μεταβιβάσθηκαν κατά κυριότητα στο Δήμο Τρικκαίων, και η μεταβίβαση αυτή δεν ανακλήθηκε, εκδόθηκε ο υπ' αριθ. ....1968 τίτλος κυριότητας του Νομάρχη Τρικάλων, ο οποίος στις ....1971 μεταγράφηκε στον τόμο 272 με αύξοντα αριθμό 449 των βιβλίων μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Τρικάλων.

Η υπ' αριθ. ....1955 απόφαση του Υπουργού Γεωργίας, δεν εφαρμόστηκε, καθώς με την υπ' αριθ. ....1967 απόφαση της Επιτροπής Απαλλοτριώσεων του Νομού Τρικάλων κρίθηκε ότι η έκταση αυτή βρίσκεται "εγγύς του συνοικισμού Λογγακίου και της πόλεως των Τρικάλων και κέκτηται οικοπεδικήν και δη σημαντικήν αξίαν. . . παύει δε πλέον ο υπό της Αγροτικής Νομοθεσίας επιδιωκόμενος σκοπός, της αποκαταστάσεως αυτών γεωργικώς και, η παραχώρησις αύτη θα έχη ως συνέπειαν την χρησιμοποίησιν τελικώς των εκτάσεων τούτων παρά των αποκαθισταμένων δι' εμπορικούς σκοπούς και εύκολον πλουτισμόν".

Μετά την έκδοση της ανωτέρω απόφασης οι προς διάθεση δημόσιες εποικιστικές εκτάσεις παρέμειναν στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου και δεν περιήλθαν ούτε στην κυριότητα του Δήμου Τρικκαίων ούτε στην κυριότητα των αρχικώς κληρούχων.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η διαδικασία κτηματογράφησης στα διοικητικά όρια του Δήμου Τρικκαίων ξεκίνησε το έτος 1997, η συμμετοχή δε του εναγομένου Δήμου Τρικκαίων σε αυτή πραγματοποιήθηκε από τη Διεύθυνση Πολεοδομίας, μέσω επιτροπής που συγκροτήθηκε, η οποία απαρτιζόταν από μηχανικούς και διοικητικούς υπαλλήλους.

Στα πλαίσια της διαδικασίας κτηματογράφησης η ανωτέρω επιτροπή προέβη στη δήλωση ιδιοκτησίας όλων των τεμαχίων που συμπεριλήφθηκαν στην υπ' αριθ. ....1962 απόφαση του Νομάρχη Τρικάλων, μεταξύ των οποίων και τα τεμάχια με αριθμό 88 και 94, χωρίς να προσκομιστεί και η υπ' αριθ. ....1966 απόφαση του Νομάρχη Τρικάλων με την οποία ανακλήθηκε εν μέρει η προηγούμενη απόφαση του Ιδίου ως προς τεμάχια με αριθμό 88 και 94.

Μετά την ολοκλήρωση των πρώτων εγγραφών, ο εναγόμενος Δήμος Τρικκαίων έχει εγγραφεί ως κύριος των κάτωθι ακινήτων: α) γεωτεμαχίου με ΚΑΕΚ 45130 43 10 013, εμβαδού 1.675 τμ μετά της επ' αυτού υφισταμένης κατοικίας, εμβαδού 60 τ.μ., το οποίο αποτελεί τμήμα του υπ' αριθ. 94 τεμαχίου (για το οποίο δεν εφεσιβάλλεται η εκκαλούμενη απόφαση), β) γεωτεμαχίου με ΚΑΕΚ 45130 43 10 012, εμβαδού 898 τ.μ., το οποίο αποτελεί τμήμα των υπ' αριθ. 94 και 138 τεμαχίων, γ) γεωτεμαχίου με ΚΑΕΚ 45130 43 10 009, εμβαδού 1.502 τ.μ., μετά των επ' αυτού υφισταμένων κτισμάτων, ήτοι κατοικίας, εμβαδού 170 τ.μ., και αποθήκης, εμβαδού 60 τ.μ., δ) γεωτεμαχίου με ΚΑΕΚ 45130 43 10 007, εμβαδού 813 τ.μ (για το οποίο δεν εφεσιβάλλεται η εκκαλούμενη απόφαση), ε) γεωτεμαχίου με ΚΑΕΚ 45130 43 10 008, εμβαδού 784 τ.μ., μετά των επ' αυτού υφισταμένων κτισμάτων, ήτοι κατοικίας, εμβαδού 110 τ.μ., και τριών αποθηκών, εμβαδού 60 τ.μ., 40 τ.μ.

και 30 τ.μ., αντιστοίχως, στ) γεωτεμαχίου με ΚΑΕΚ 45130 43 10 005, εμβαδού 1.558 τ.μ., μετά των επ' αυτού υφισταμένων κτισμάτων, ήτοι κατοικίας, εμβαδού 200 τ. μ. , και τριών αποθηκών, εμβαδού 50 τ.μ., 20 τ.μ. και 30 τ.μ., αντιστοίχως, ζ) γεωτεμαχίου με ΚΑΕΚ 45130 43 10 004, εμβαδού 1.649 τ.μ., μετά των επ' αυτού υφισταμένων κτισμάτων, ήτοι κατοικίας, εμβαδού 150 τ,μ., και αποθήκης, εμβαδού 30 τ.μ., η) γεωτεμαχίου με ΚΑΕΚ 45130 43 10 003, εμβαδού 1.665 τ.μ., μετά των επ' αυτού υφισταμένων παλαιών ερειπωμένων πλινθόκτιστων κτισμάτων, συνολικού εμβαδού 220 τ.μ., τα οποία αποτελούν τμήμα του υπ' αριθ. 88 τεμαχίου, θ) γεωτεμαχίου με ΚΑΕΚ 45130 43 18 009, εμβαδού 220 τ.μ., το οποίο αποτελεί τμήμα των υπ' αριθ. 94 και 138 τεμαχίων (για το οποίο δεν εφεσιβάλλεται η εκκαλούμενη απόφαση), ι) γεωτεμαχίου με ΚΑΕΚ 45130 43 18 008, εμβαδού 1.046 τ,μ., μετά των επ' αυτού υφισταμένων κτισμάτων, ήτοι δύο κατοικιών, εμβαδού 150 τ.μ.

και 100 τ.μ., αντιστοίχως, ια) γεωτεμαχίου με ΚΑΕΚ 45130 43 18 007, εμβαδού 1.511 τ.μ. (για το οποίο δεν εφεσιβάλλεται η εκκαλούμενη απόφαση), και ιβ) γεωτεμαχίου με ΚΑΕΚ 45130 43 18 002, εμβαδού 1.496 τ.μ., μετά των επ' αυτού υφισταμένων κτισμάτων, ήτοι κατοικίας, εμβαδού 200 τ.μ., και αποθήκης, εμβαδού 90 τ.μ., τα οποία αποτελούν τμήματα του υπ' αριθ. 88 τεμαχίου.

Η συνολική έκταση των ως άνω υπ' αριθ. 88 και 94 και (τμήματος του) 138 κοινοχρήστων τεμαχίων της οριστικής διανομής του αγροκτήματος Λογγακίου, εντός της οποίας ευρίσκονται και τα επίδικα ακίνητα, εμφαίνεται στο απόσπασμα οριζοντιογραφίας του Τοπογράφου Μηχανικού Β. Γ. , το οποίο μετ' επικλήσεως προσκομίζει το ενάγον Ελληνικό Δημόσιο και στο οποίο τα επίδικα ακίνητα εντοπίζονται και με τους αριθμούς 1, 3, 6, 7, 8, 10, 11, 12, 13, 14, 15, 19, αντίστοιχα.

Εκ των ανωτέρω προκύπτει ότι η κυριότητα των τεμαχίων με αριθμό 88, 94 και 138 περιήλθε στο Ελληνικό Δημόσιο δυνάμει της ως άνω από 28.03.1923 απαλλοτριωτικής υπουργικής απόφασης και ουδέποτε αυτά μεταβιβάστηκαν στον εναγόμενο Δήμο Τρικκαίων.

Συνεπώς, η καταχώριση του εναγομένου Δήμου Τρικκαίων ως κυρίου των ανωτέρω δώδεκα (12) ακινήτων κατά τις πρώτες εγγραφές του κτηματολογίου Τρικάλων ήταν εσφαλμένη και πρέπει να διορθωθεί. Το σφάλμα αυτό, εξάλλου, που εμφιλοχώρησε κατά τη διαδικασία κτηματογράφησης ομολόγησε ο Δήμος Τρικκαίων, με τις ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου έγγραφες προτάσεις του.

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι εκ των ανωτέρω ακινήτων, και αναφορικά με την ...-2013 κύρια παρέμβαση-αγωγή, το ακίνητο με ΚΑΕΚ 451304310003, εμβαδού 1.665 τ.μ., με την ως άνω από 1926 απόφαση του Σ.Α.Α.Κ. Λογγακίου περιήλθε στη νομή του Ι. Μ. του Ε. , παππού των δύο πρώτων εναγόντων και προπάππου των λοιπών τεσσάρων, ένα έτος μετά την παράδοση της νομής και κατοχής του μειωμένου κλήρου που είχε λάβει το έτος 1925, ο 42 στρέμματα γεωργικού κλήρου και 1.250 τ.μ. οικοπεδικού κλήρου. Εύλογα εξέλαβε κατά το χρονικό εκείνο διάστημα ότι το επίδικο που περιήλθε στη νομή του, ως δικαιούχου αγροτικής αποκατάστασης, προς συμπλήρωση του μειωμένου κλήρου του, αποτελούσε ένα ενιαίο γεωργικό κλήρο εντός του οποίου, αμέσως μετά την παραλαβή του, διενήργησε πράξεις νομής που προσιδιάζουν σε κύριο, κατασκευάζοντας πρόχειρες εγκαταστάσεις απαραίτητες για την κτηνοτροφική του εκμετάλλευση, όπως ποιμνιοστάσιο, στέγαστρα και αποθηκευτικούς χώρους για τη φύλαξη, εκτροφή προβάτων, αγελάδων, υποζυγίων, ορνίθων, χοιριδίων, αλλά και οικόσιτων ζώων.

Περαιτέρω, πριν το έτος 1955 είχε ανεγείρει ένα στάβλο, ένα ποιμνιοστάσιο και μία αποθήκη, εμβαδού 68 τ.μ. και μία λιθόκτιστη και κεραμοσκεπή ισόγεια κατοικία εμβαδού 67 τ.μ. Μετά τον θάνατο του ως άνω κληρούχου Ι. Μ. στις ....1954, το παραπάνω ακίνητο περιήλθε κοινώς, αδιαιρέτως και κατ' ισομοιρία στους υιούς του Κ.

Μ. και Ε. Μ. δυνάμει της υπ' αριθ. ....1953 δημόσιας διαθήκης του τότε συμβολαιογράφου Τρικάλων Η. Κ. , δυνάμει της οποίας κατέλειπε στους κληρονόμους του την ακίνητη περιουσία του όπως τους την είχε διανείμει εν ζωή. Λόγω της τελευταίας αυτής διάταξης, με άτυπη και προφορική σύμβαση οι Κ. και Ε. Μ. προχώρησαν, άμεσα και με το θάνατο του πατρός τους, σε ανταλλαγή των ποσοστών εξ αδιαιρέτου που κατείχαν στα κληρονομιαία ακίνητα, με συνέπεια ο Ε.

Μ. να διαδεχθεί τον πατέρα του Ι. Μ. στη νομή του ανωτέρω επιδίκου ακινήτου, ενώ ο Ε. Μ. παρέδωσε στον αδελφό του Κ. τη νομή και κατοχή του 1/2 εξ αδιαιρέτου από οικόπεδο εμβαδού 1.276 τμ. στο Λογγάκι, το οποίο φέρει Κ.Α.Ε.Κ. 451304308007, όπως αποδεικνύεται και από την υπ' αριθ. 346/2008 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Τρικάλων, που εκδόθηκε κατόπιν αιτήσεως του Ι.

Μ. , υιού του Κ. Μ. , για διόρθωση της πρώτης κτηματολογικής εγγραφής. Ακολούθως, ο Ε. Μ. κατά το έτος 1955 διαχώρισε το στάβλο, σε δύο τμήματα, ένα εμβαδού 50 τ.μ., το οποίο συνέχισε να χρησιμοποιεί ως στάβλο και ένα εμβαδού 22 τ.μ., το οποίο χρησιμοποιούσε έκτοτε ως μαγειρείο και αποθήκη ειδών οικιακής χρήσης. Το έτος 1975 προέβη στην κατεδάφιση του ποιμνιοστασίου και στη θέση του με δικές του δαπάνες ανήγειρε ένα ισόγειο κτίριο εμβαδού 54 τ.μ.

το οποίο ηλεκτροδοτήθηκε από τη ΔΕΗ και χρησιμοποιήθηκε από τον υιό του Σ. Μ. Ακολούθως, κατά το έτος 1976, και με τη σύμφωνή του γνώμη, ο υιός του Σ. Μ. , πατέρας του τρίτου και της τέταρτης των εναγόντων, αφού κατεδάφισε το παλαιό ποιμνιοστάσιο, προέβη στην ανέγερση άλλης ισόγειας οικοδομής, δυνάμει της υπ' αριθ.

πρωτ. ...1976 άδειας του Γραφείου Πολεοδομίας της Διεύθυνσης Τεχνικών Υπηρεσιών της Νομαρχίας Τρικάλων, το οποίο αρχικά χρησιμοποίησε ως καφενείο και μετά το 1990 για την αποθήκευση αγροτικών προϊόντων. Ας σημειωθεί δε ότι η ηλεκτροδότηση του ανωτέρω ακινήτου έλαβε χώρα για πρώτη φορά στις 02.05.1968. Άπαντα τα ανωτέρω ακίνητα έχουν αποτυπωθεί ήδη από το 1984 σε έγγραφα του Ελληνικού Δημοσίου, όπως αποδεικνύεται από το προσκομιζόμενο μετ' επικλήσεως σχετικό με αριθμό 29 έγγραφο του Ελληνικού Δημοσίου, με αναγραφόμενη ημερομηνία αποτύπωσης 25.10.1984.

Ο Ε. Μ. έχοντας εδραία την πεποίθηση ότι έχει καταστεί κύριος του ανωτέρω ακινήτου, ασκώντας πράξεις νομής επ' αυτού για περισσότερα από 35 χρόνια στο πρόσωπό του, υπέβαλε δήλωση εγγραπτέου δικαιώματος κατά την έναρξη της διαδικασίας κτηματογράφησης στο Δήμο Τρικκαίων, κατά τα έτη 1999-2000, είχε δε αναγραφεί προσωρινά ως κύριος του ανωτέρω ακινήτου, όπως προκύπτει τα αποσπάσματα των προσωρινών στοιχείων της Α' ανάρτησης του ακινήτου με ΚΑΕΚ 451304310003.

Το ακίνητο αυτό καταχωρίστηκε την 18.05.2006 στα κτηματολογικά φύλλα του κτηματολογικού γραφείου Τρικάλων στο όνομα του δεύτερου εναγομένου Δήμου Τρικκαίων, ύστερα από παραδοχή της σχετικής ένστασης που υπέβαλε στη δευτεροβάθμια επιτροπή μετά την Β' ανάρτηση, με την αιτιολογία ότι αυτό αποτελούσε τμήμα του αρχικού ακινήτου με αριθμό 88, συνολικής έκτασης 27.750 τετ.

μέτρων και είχε μεταβιβασθεί κατά πλήρη κυριότητα στον εναγόμενο Δήμο Τρικκαίων με την υπ' αριθ. ....1962 απόφαση του Νομάρχη Τρικάλων και με οριστικό τίτλο κτήσης την υπ' αριθ. ....1966 απόφαση του Νομάρχη Τρικάλων. Το ακίνητο αυτό βρίσκεται εκτός ρυμοτομικού σχεδίου και εντός του οικισμού Λογγακίου, ο οποίος είχε 344 κατοίκους, σύμφωνα με τα αποτελέσματα της γενικής απογραφής πληθυσμού της 18ης Μαρτίου 2001 (ΦΕΚ Β', 715/02.06.2002) και έχει οριοθετηθεί με την υπ' αριθ. 10.414/17.12.1987 απόφαση του Νομάρχη Τρικάλων, η οποία δημοσιεύθηκε νόμιμα (ΦΕΚ N, 58/27.01.1988) (βλ.

ΣΤΕ .../2009, σε συνδυασμό το υπ' αριθ. πρωτ. 8743/25.02.2014 έγγραφο του Τμήματος Πολεοδομικών Εφαρμογών της Διεύθυνσης Πολεοδομίας του Δήμου Τρικκαίων). Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι ο Ε. Μ. , μέχρι και τις ....2003, νεμόταν αδιατάρακτα και για περισσότερα από τριάντα χρόνια το ακίνητο με ΚΑΕΚ 451304310003 και έχει καταστεί κύριος αυτού έναντι του Ελληνικού Δημοσίου με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας κατ' εφαρμογή του άρθρου 4 παρ.1 περ.

β' του ν. 3127/2003. Το Ελληνικό Δημόσιο, προέβαλε ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου την ένσταση περί κακόπιστης κτήσης της νομής από τον Ε. Μ., την οποία επαναφέρει με τον έβδομο λόγο της υπό στοιχεία "Α" έφεσης.

Περαιτέρω, με τον έκτο λόγο της έφεσης, το εκκαλούν ισχυρίζεται ότι εσφαλμένα η εκκαλούμενη απόφαση δέχθηκε ότι ομολόγησε την από τον δικαιοπάροχο των αντίδικων του κτήση νομής. Πράγματι από την επισκόπηση των κατατεθειμένων ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου προτάσεών του το ελληνικό δημόσιο ουδέποτε προέβη στην ως άνω ομολογία.

Άλλωστε, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στη μείζονα σκέψη της παρούσας, το Ελληνικό Δημόσιο, προς κατάλυση του ισχυρισμού των αντιδίκων του, αναφορικά με τη συνδρομή των προϋποθέσεων του άρθρου 4 παρ.1 περ. β' του ν. 3127/2003 οφείλει να επικαλεστεί κατ' ένσταση την κακή πίστη του νομέα και να την αποδείξει και όχι την κτήση της νομής. Την τελευταία οφείλει να την επικαλεστεί ο αιτούμενος την εφαρμογή της άνω διάταξης, δηλαδή εν προκειμένω οι κυρίως παρεμβαίνοντες-ενάγοντες. Ο άνω λόγος έφεσης, όμως αλυσιτελώς προβάλλεται, καθόσον η πράγματι εσφαλμένη αναφορά περί ομολογίας από το ελληνικό δημόσιο της κτήσης νομής από τον Ε. Μ. , δικαιοπάροχο των κυρίως παρεμβαινόντων εναγόντων δεν αποτέλεσε το αποδεικτικό μέσο στο οποίο η εκκαλούμενη απόφαση στήριξε την δικαιοδοτική της κρίση, αλλά πλεοναστική αναφορά με την οποία εσφαλμένα ενίσχυσε την ήδη αποδειχθείσα εκ μέρους του άνω δικαιοπαρόχου των κυρίως παρεμβαινόντων εναγόντων διαδοχή του στη νομή του δικαιοπαρόχου - πατέρα του και αρχικού νομέ Ι. Μ. , σύμφωνα με τα άνω αναφερόμενα. Επομένως ο έκτος λόγος της υπό στοιχεία "Α" έφεσης πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος.

Περαιτέρω δεν αποδείχθηκε ότι ο Ε. Μ. κατά την κτήση της νομής του ανωτέρω ακινήτου γνώριζε ότι αποκτούσε από μη κύριο, ούτε και από βαρειά αμέλεια το αγνοούσε. Ειδικότερα, στον Ε. Μ. ήταν γνωστό ότι το ανωτέρω ακίνητο είχε περιέλθει στον πατέρα του προς συμπλήρωση του γεωργικού του κλήρου με την άτυπη διανομή εκ μέρους του Σ.Α.Α.Κ. Λογγακίου το έτος 1926 και ο πατέρας του είχε ανεγείρει τα ανωτέρω κτίσματα. εντός του ακινήτου, πράξεις δηλαδή που προσιδιάζουν μόνο σε κύριο. Θεωρούσε δε ότι θα αποτελούσε και το ακίνητο αυτό μέρος του κλήρου που θα παραχωρούνταν οριστικά στον πατέρα του.

Εξάλλου, τα οριστικά παραχωρητήρια του Υπουργείου Γεωργίας με αριθμό πρωτοκόλλου ... και ... εκδόθηκαν στο όνομα του Ι. Μ. στις ....1953 και δεν αποδείχθηκε ότι ο Ε. Μ. έλαβε γνώση αυτών μέχρι το χρόνο κτήσης της νομής από τον ίδιο, μετά το θάνατο του πατέρα του και την ως άνω άτυπη μεταβίβαση της νομής επί του 1/2 του ακινήτου από τον αδερφό του Κ. Την κρίση αυτή επιρρωνύει και το γεγονός ότι οι ως άνω τίτλοι καταχωρήθηκαν στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Τρικάλων μόλις την 1η Μαρτίου 1968 στον τόμο 249 με αριθμό μεταγραφής 41 και 42 αντίστοιχα.

Συνεπώς, η σχετική ένσταση του Ελληνικού Δημοσίου πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφασή του, τα ίδια ως άνω έκρινε, και απέρριψε την άνω ένσταση του πρώτου καθ' ου η κύρια παρέμβαση εναγομένου ως ουσιαστικά αβάσιμη, ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις και επομένως ο έβδομος λόγος της υπό κρίση εφέσεως είναι ουσιαστικά αβάσιμος και απορριπτέος.

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο Ε. Μ. απεβίωσε στις ....2011 και με την υπ' αριθ. ....1991 δημόσια διαθήκη ενώπιον του συμβολαιογράφου Τρικάλων Χ. Τ. που δημοσιεύθηκε με τα υπ' αριθ. ...2012 πρακτικά συνεδριάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Τρικάλων, εγκατέστησε κληρονόμους του επί του ως άνω επιδίκου ακινήτου τους δύο πρώτους ενάγοντες σε ποσοστό 2/6 αδιαιρέτως τον καθένα σε διαιρετό τμήμα 886 τ.μ. του ανωτέρω ακινήτου, τον πατέρα του τρίτου και της τετάρτης των εναγόντων, Σ. Μ., σε ποσοστό 2/6 αδιαιρέτως σε διαιρετό τμήμα 886 τ.μ. του ανωτέρω ακινήτου, ο οποίος αποποιήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα την ως άνω κληρονομία του πατρός του και έτσι στη θέση του υπεισήλθαν αυτοί και τον πατέρα του πέμπτου και της έκτης των εναγόντων, Δ. Μ. , στην ψιλή κυριότητα επί του ετέρου διαιρετού τμήματος του αρχικού ακινήτου, εμβαδού 765 τετ. μέτρων, ο οποίος προαπεβίωσε του άνω διαθέτη στις ....1994 και έτσι στη θέση του υπεισήλθαν αυτοί ως γνήσιοι κατιόντες του, περιήλθε σε αυτούς και η επικαρπία στις ....2012, μετά το θάνατο της αρχικής επικαρπώτριας Μ. Κ. , συζύγου του Ε. Μ. Άπαντες οι ενάγοντες υπέβαλαν στη Δ.Ο.Υ. Τρικάλων τις από ....2012 δηλώσεις φόρου κληρονομίας και με την υπ' αριθ. .../2013 πράξη αποδοχής κληρονομίας αποδέχτηκαν αφενός για λογαριασμό του Ε. Μ. την επαχθείσα στους ίδιους κληρονομία του Ε. Μ.

Κατά τον άνω τρόπο οι ανωτέρω υπεισήλθαν στη νομή του επιδίκου ακινήτου, διαδεχόμενοι τους δικαιοπαρόχους τους.

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι εκ των ανωτέρω ακινήτων, και αναφορικά με την ...-2013 κύρια παρέμβαση-αγωγή, το ακίνητο με ΚΑΕΚ 451304318002, εμβαδού 1.496 τ.μ., με την άνω άτυπη διανομή τους έτους 1926 εκ μέρους του Σ.Α.Α.Κ. Λογγακίου περιήλθε στη νομή του Δ. Κ. , πατρός του κυρίως παρεμβαίνοντος-ενάγοντος Χ. Κ. , ένα έτος μετά την παράδοση της νομής και κατοχής του μειωμένου κλήρου που είχε λάβει το έτος 1925, ήτοι 42 στρέμματα γεωργικού κλήρου και 1.250 τ.μ.

οικοπεδικού κλήρου. Εύλογα εξέλαβε κατά το χρονικό εκείνο διάστημα ότι το επίδικο ακίνητο που περιήλθε στη νομή του ως δικαιούχου αγροτικής αποκατάστασης, προς συμπλήρωση του μειωμένου κλήρου του, αποτελούσε ένα ενιαίο γεωργικό κλήρο εντός του οποίου, αμέσως μετά την παραλαβή του, διενήργησε πράξεις νομής που προσιδιάζουν σε κύριο και εντός αυτού έκτοτε καλλιεργούσε λαχανικά, είχε δε διανοίξει και ημιαρτεσιανό πηγάδι (βλ.

την ανωτέρω αναφορά του γεωπόνου Ν. Μ.). Μετά το θάνατο του Δ. Κ. στις ....1974, το ως άνω ακίνητο περιήλθε κατά τη νομή του στον ενάγοντα-υιό του, δυνάμει της υπ' αριθ. ....1974 δημόσιας διαθήκης του ενώπιον του συμβολαιογράφου Τρικάλων Β. Μ. , η οποία δημοσιεύθηκε με τα υπ' αριθ. ....1978 πρακτικά συνεδρίασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Τρικάλων, την δε επαχθείσα σε αυτόν κληρονομία αποδέχθηκε με την υπ' αριθ. ....1978 πράξη αποδοχής κληρονομιάς του ιδίου ως άνω συμβολαιογράφου που μεταγράφτηκε στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Τρικάλων στον τόμο 311 και με αριθμό μεταγραφής 339.

Αυτός το έτος 1976 κατασκεύασε μία ισόγεια αποθήκη κτισμένη από τσιμεντόλιθους, εμβαδού 73 τετ. μέτρων για την αποθήκευση αγροτικών προϊόντων και γεωργικών εφοδίων, για την ανέγερση της οποίας εκδόθηκε, κατόπιν της από 04.12.1976 αιτήσεώς του, η υπ' αριθ. ....1976 οικοδομική άδεια ανεγέρσεως νέας αποθήκης της Νομαρχίας Τρικάλων και το έτος 1978 κατασκεύασε μία ισόγεια κατοικία εμβαδού 100,82 τ.μ., για την ανέγερση της οποίας εκδόθηκε, κατόπιν της από 29.06.1978 αιτήσεώς του, η υπ' αριθ. ....1978 οικοδομική άδεια ανεγέρσεως νέας ισόγειας οικοδομής της Νομαρχίας Τρικάλων και η οποία ηλεκτροδοτήθηκε στις 03.01.1979.

Αμφότερα τα ανωτέρω ακίνητα έχουν αποτυπωθεί ήδη από το 1984 σε έγγραφα του Ελληνικού Δημοσίου, όπως αποδεικνύεται από το προσκομιζόμενο μετ' επικλήσεως σχετικό με αριθμό 29 έγγραφο του Ελληνικού Δημοσίου, με αναγραφόμενη ημερομηνία αποτύπωσης 25.10.1984. Ακολούθως, το έτος 2002 προέβη σε κατασκευή προσθήκης εμβαδού 12,16 τ.μ.

στην ανωτέρω οικία, για την κατασκευή της οποίας εκδόθηκε, κατόπιν της από 26.02.2002 αιτήσεώς του, η υπ' αριθ. ....2002 άδεια οικοδομής προσθήκη κατ' επέκταση της Τεχνικής Υπηρεσίας του Δήμου Τρικκαίων. Ο κυρίως παρεμβαίνων-ενάγων Χ. Κ. έχοντας εδραία την πεποίθηση ότι έχει καταστεί κύριος του ανωτέρω ακινήτου, ασκώντας πράξεις νομής επ' αυτού για περισσότερα από 30 χρόνια στο πρόσωπό του, προσμετρουμένου και του χρόνου νομής του πατρός του επ' αυτού, υπέβαλε δήλωση εγγραπτέου δικαιώματος κατά την έναρξη της διαδικασίας κτηματογράφησης στο Δήμο Τρικκαίων, κατά τα έτη 1999-2000, είχε δε αναγραφεί προσωρινά ως κύριος του ανωτέρω ακινήτου, όπως προκύπτει και από τα αποσπάσματα των προσωρινών στοιχείων της B' ανάρτησης του ακινήτου με ΚΑΕΚ 451304318002, τα οποία προσκομίζουν μετ' επικλήσεως οι ενάγοντες και ήδη εφεσίβλητοι.

Το ακίνητο αυτό καταχωρίστηκε εσφαλμένα την 18.05.2006 στα κτηματολογικά φύλλα του κτηματολογικού γραφείου Τρικάλων στο όνομα του δεύτερου εναγομένου Δήμου Τρικκαίων, ύστερα από παραδοχή της σχετικής ένστασης που υπέβαλε στη δευτεροβάθμια επιτροπή μετά την Β' ανάρτηση, με την αιτιολογία ότι αυτό περιήλθε στην κυριότητα του δεύτερου εναγομένου Δήμου Τρικκαίων με τίτλο κτήσης την υπ' αριθ. ....1930 απόφαση του Υπουργού Γεωργίας.

Το ακίνητο αυτό βρίσκεται, επίσης, από το έτος 1987 εκτός του ρυμοτομικού σχεδίου και εντός του οριοθετημένου οικισμού Λογγακίου, ο οποίος είχε 344 κατοίκους (βλ. ΣΤΕ .../2009, σε συνδυασμό με το υπ' αριθ. πρωτ. ....2014 έγγραφο του Τμήματος Πολεοδομικών Εφαρμογών της Διεύθυνσης Πολεοδομίας του Δήμου Τρικκαίων). Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι ο κυρίως παρεμβαίνων ενάγων Χ.

Κ. , μέχρι και τις ....2003, νεμόταν αδιατάρακτα και για περισσότερα από τριάντα χρόνια, προσμετρουμένου στο πρόσωπό του και του ως άνω χρόνου νομής του πατρός του, το ακίνητο με ΚΑΕΚ 451304318002 και έχει καταστεί κύριος αυτού έναντι του Ελληνικού Δημοσίου με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας κατ' εφαρμογή του άρθρου 451 περ.

β' του ν. 3127/2003. Το Ελληνικό Δημόσιο, επαναφέρει με τον έβδομο λόγο της έφεσης την πρωτοδίκως προταθείσα ένσταση περί κακόπιστης κτήσης της νομής. Αναφορικά με όσα εσφαλμένα διαλαμβάνονται στην εκκαλούμενη απόφαση περί ομολογίας εκ μέρους του Ελληνικού Δημοσίου της κτήσης της νομής, τα οποία προβάλλονται με τον έκτο λόγο της έφεσης ισχύουν όσα ως άνω αναφέρονται, απορριπτομένου του λόγου αυτού ως αβάσιμου, καθόσον αλυσιτελώς προβάλλεται.

Περαιτέρω, δεν αποδείχθηκε ότι ο κυρίως παρεμβαίνων-ενάγων Χ. Κ. γνώριζε ότι αποκτούσε από μη κύριο, ούτε ότι το αγνοούσε από βαρειά αμέλεια. Ειδικότερα, στον Χ. Κ. ήταν γνωστό ότι το ανωτέρω ακίνητο είχε περιέλθει στον πατέρα του προ συμπλήρωση του γεωργικού του κλήρου με την άνω άτυπη διανομή τους έτους 1926 εκ μέρους του Σ.Α.Α.Κ. Λογγακίου. Θεωρούσε δε ότι αποτελούσε και το ακίνητο αυτό μέρος του κλήρου που παραχωρήθηκε οριστικά στον πατέρα του.

Εξάλλου, το οριστικό παραχωρητήριο του Υπουργείου Γεωργίας με αριθμό πρωτοκόλλου 7.405 εκδόθηκε στο όνομα του Δ. Κ. στις 20.08.1968, μεταγράφηκε στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Τρικάλων μόλις στις 20.11.1971 στον τόμο 272 με αριθμό μεταγραφής 344 και δεν αποδείχθηκε ότι ο Δ. Κ. αλλά και ο υιός του και ενάγων έλαβε γνώση αυτού κατά την κτήση της νομής του από τον ίδιο με κληρονομική διαδοχή στις ....1974, με το θάνατο του πατρός του. Η κρίση αυτή επιρρωνύεται και από το ότι ο κληρονομούμενος περιέλαβε το ανωτέρω ακίνητο στην κληρονομιαία του περιουσία, την οποία κατέλειπε με την ως άνω δημόσια διαθήκη, έχοντας την πεποίθηση ότι είναι κύριος αυτού.

Εξάλλου, οι άμεσες ενέργειες του κυρίως παρεμβαίνοντος-ενάγοντος με ανέγερση αποθήκης το έτος 1976 και οικίας το έτος 1978, μετά από έκδοση σχετικών οικοδομικών αδειών, προσιδιάζουν μόνο σε καλόπιστο κύριο, οποίος δεν ενεργούσε εν κρυπτώ, αλλά απευθυνόταν με κάθε επισημότητα στη Νομαρχία Τρικάλων, όργανο και εκπρόσωπο κατά το χρόνο εκείνο του Ελληνικού Δημοσίου και δεν αρμόζουν σε νομέα που γνωρίζει ή από βαρειά αμέλεια αγνοεί ότι δεν είναι κύριος του ακινήτου.

Συνεπώς, η σχετική ένσταση του Ελληνικού Δημοσίου πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφασή του, τα ίδια ως άνω έκρινε, και απέρριψε την άνω ένσταση του πρώτου καθ' ου η κύρια παρέμβαση εναγομένου ως ουσιαστικά αβάσιμη, ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις και επομένως ο έβδομος λόγος της υπό κρίση εφέσεως είναι ουσιαστικά αβάσιμος και απορριπτέος.

Περαιτέρω και αναφορικά με την ...-2014 κύρια παρέμβαση-αγωγή αποδείχθηκαν τα εξής: (Α) Το ακίνητο με ΚΑΕΚ 451304310009, εμβαδού 1.502 τ.μ., με την ως άνω άτυπη διανομή το έτος 1926 εκ μέρους του του Σ.Α.Α.Κ. Λογγακίου περιήλθε στη νομή του Α. Γ. του Ν. , παππού του δεύτερου ενάγοντος Κ. Γ. του Δ., ένα έτος μετά την παράδοση της νομής και ιςατοχής του μειωμένου κλήρου που είχε λάβει το έτος 1925, ήτοι 8 στρέμματα γεωργικού κλήρου και 1.250 τ.μ.

οικοπεδικού κλήρου. Εύλογα εξέλαβε κατά το χρονικό εκείνο διάστημα ότι το επίδικο ακίνητο που περιήλθε στη νομή του ως δικαιούχου αγροτικής αποκατάστασης, προς συμπλήρωση του μειωμένου κλήρου του, αποτελούσε ένα ενιαίο γεωργικό κλήρο εντός του οποίου, αμέσως μετά την παραλαβή του, ενήργησε πράξεις νομής που προσιδιάζουν σε κύριο και εντός αυτού έκτοτε καλλιεργούσε σιτάρι, είχε δε διανοίξει και ημιαρτεσιανό πηγάδι.

Το ακίνητο αυτό κατά το έτος 1940 μεταβίβασε ατύπως με δωρεά στο Δ. Γ. του Κ. , ο οποίος το μεταβίβασε επίσης με άτυπη δωρεά το 1960 στον υιό του Κ. Γ. του Δ. , δεύτερο κυρίως παρεμβαίνοντα-ενάγοντα. Έκτοτε το ακίνητο περιήλθε στη νομή του Κ. Γ. και αυτός διενεργούσε πράξεις νομής που προσιδιάζουν μόνο σε κύριο. Ειδικότερα, αποδείχθηκε ότι προχώρησε σε ανέγερση ισόγειας οικίας εμβαδού 150 τ.μ.

ήδη από τα έτη 1969-1970, την οποία ηλεκτροδότησε στις 29.04.1969 (βλ. το υπ' αριθ. πρωτ. ...2007 έγγραφο της Δ.Ε.Η. Α.Ε. που μετ' επικλήσεως προσκομίζει ο δεύτερος ενάγων), ενώ ανήγειρε και δύο βοηθητικούς χώρους εμβαδού 140 τ.μ. καθώς και θερμοκήπιο εμβαδού 400 τ.μ. (βλ. την υπ' αριθ. ....1999 ένορκη βεβαίωση ενώπιον του Ειρηνοδίκη Τρικάλων που προσκομίζει μετ' επικλήσεως και η οποία λαμβάνεται υπόψη για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων).

Τα ανωτέρω ακίνητα έχουν αποτυπωθεί ήδη από το 1984 σε έγγραφα του Ελληνικού Δημοσίου, όπως αποδεικνύεται από το προσκομιζόμενο μετ' επικλήσεως σχετικό με αριθμό 29 έγγραφο του Ελληνικού Δημοσίου, με αναγραφόμενη ημερομηνία αποτύπωσης 25.10.1984. Η ανωτέρω ισόγεια οικία, που εκδόθηκε χωρίς σχετική οικοδομική άδεια, κατόπιν αιτήσεως του ενάγοντος, εξαιρέθηκε από την κατεδάφιση, με την υπ' αριθ.

πρωτ. 941/22.04.1999 απόφαση του Νομάρχη Τρικάλων κατ' εφαρμογή του άρθρου 16ξ3 του ν. 1337/1983. Παράλληλα, και κατόπιν της από 25.02.1999 αιτήσεώς του, εκδόθηκε η υπ' αριθ. πρωτ. ....1999 άδεια οικοδομής/προσθήκη στέγης στην ανωτέρω οικία. Δηλώθηκαν δε από τον ίδιο τα ανωτέρω κτίσματα στη δήλωση στοιχείων ακινήτων (Ε9) που υπέβαλε προς τη Δ.Ο.Υ.

Τρικάλων στις 03.04.2005 και καταλογίστηκε σε βάρος του και το Ενιαίο Τέλος Ακινήτων Φυσικών Προσώπων (Ε.Τ.ΑΚ.) για το έτος 2008, ποσού 35,24 ευρώ. Ο κυρίως παρεμβαίνων - ενάγων Κ. Γ. του Δ., έχοντας εδραία την πεποίθηση ότι έχει καταστεί κύριος του ανωτέρω ακινήτου, ασκώντας πράξεις νομής επ' αυτού για περισσότερα από 30 χρόνια στο πρόσωπό του, υπέβαλε δήλωση εγγραπτέου δικαιώματος κατά την έναρξη της διαδικασίας κτηματογράφησης στο Δήμο Τρικκαίων, κατά τα έτη 1999-2000, είχε δε αναγραφεί προσωρινά ως κύριος του ανωτέρω ακινήτου, όπως προκύπτει και από το απόσπασμα των προσωρινών στοιχείων της Β' ανάρτησης του ακινήτου με ΚΑΕΚ 451304310009, το οποίο προσκομίζει μετ' επικλήσεως ο ενάγων.

Το ακίνητο αυτό καταχωρίστηκε εσφαλμένα την 18.05.2006 στα κτηματολογικά φύλλα του κτηματολογικού γραφείου Τρικάλων στο όνομα του δεύτερου εναγομένου Δήμου Τρικκαίων, ύστερα από παραδοχή της σχετικής ένστασης που υπέβαλε στη δευτεροβάθμια επιτροπή μετά την B ανάρτηση, με την αιτιολογία ότι αυτό περιήλθε στην κυριότητα του δεύτερου εναγομένου Δήμου Τρικκαίων με τίτλο κτήσης την υπ' αριθ. ....1930 απόφαση του Υπουργού Γεωργίας.

Το ακίνητο αυτό βρίσκεται, επίσης, από το έτος 1987 εκτός του ρυμοτομικού σχεδίου και εντός του οριοθετημένου οικισμού Λογγακίου, ο οποίος είχε 344 κατοίκους (βλ. ΣΤΕ .../2009, σε συνδυασμό με το υπ' αριθ. πρωτ. ....2014 έγγραφο του Τμήματος Πολεοδομικών Εφαρμογών της Διεύθυνσης Χωροταξίας και Περιβάλλοντος του Δήμου Τρικκαίων).

Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι ο δεύτερος κυρίως παρεμβαίνων-ενάγων Κ. Γ. του Δ. , μέχρι και τις ....2003, νεμόταν αδιατάρακτα και για περισσότερα από τριάντα χρόνια, το ακίνητο με ΚΑΕΚ 451304310009 και έχει καταστεί κύριος αυτού έναντι του Ελληνικού Δημοσίου με τα προσόντα της έκτακτης κατ' εφαρμογή του άρθρου 4 παρ.1 περ.

β' του ν. 3127/2003. Το Ελληνικό Δημόσιο, με τον έβδομο λόγο της έφεσης επαναφέρει την προβληθείσα πρωτοδίκως ένσταση περί κακόπιστης κτήσης της νομής από τον κυρίως παρεμβαίνοντα-ενάγοντα. Αναφορικά με όσα εσφαλμένα διαλαμβάνονται στην εκκαλούμενη απόφαση περί ομολογίας εκ μέρους του Ελληνικού Δημοσίου της κτήσης της νομής, τα οποία προβάλλονται με τον έκτο λόγο της έφεσης ισχύουν όσα ως άνω αναφέρονται, απορριπτομένου του λόγου αυτού ως αβάσιμου, καθόσον αλυσιτελώς προβάλλεται.

Περαιτέρω, δεν αποδείχθηκε ότι ο δεύτερος κυρίως παρεμβαίνων-ενάγων Κ. Γ. του Δ. κατά την κτήση της νομής του ανωτέρω ακινήτου γνώριζε ότι αποκτούσε από μη κύριο, ούτε ότι το αγνοούσε από βαρειά αμέλεια. Ειδικότερα, στον Κ. Γ. ήταν γνωστό ότι το ανωτέρω ακίνητο είχε περιέλθει στον παππού του Α. Γ. προς συμπλήρωση του γεωργικού του κλήρου με την άτυπη διανομή εκ μέρους του Σ.Α.Α.Κ. Λογγακίου το έτος 1926. Θεωρούσε δε ότι αποτελούσε και το ακίνητο αυτό μέρος του κλήρου που παραχωρήθηκε οριστικά στον πατέρα του καθώς, κατά το χρόνο κτήσης της νομής από τον ίδιο το 1960 δεν αποδείχθηκε ότι είχαν εκδοθεί τα οριστικά παραχωρητήρια επ' ονόματι του Α. Γ. , από τα οποία να προκύπτει ότι το επίδικο ακίνητο δεν περιλαμβανόταν στα παραχωρηθέντα. Η κρίση αυτή επιρρωνύεται και από το ότι οι μεταγενέστερες πράξεις νομής του δεύτερου κυρίως παρεμβαίνοντος ενάγοντος, όπως περιγράφηκαν ανωτέρω, προσιδιάζουν μόνο σε καλόπιστο κύριο, ο οποίος δεν ενεργούσε εν κρυπτώ, αλλά ανήγειρε οικία εντός αυτού και δεν αρμόζουν σε νομέα που γνωρίζει ή από βαρειά αμέλεια αγνοεί ότι δεν είναι κύριος του ακινήτου.

Συνεπώς, η σχετική ένσταση του Ελληνικού Δημοσίου πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφασή του, τα ίδια ως άνω έκρινε, και απέρριψε την άνω ένσταση του πρώτου καθ' ου η κύρια παρέμβαση - εναγομένου ως ουσιαστικά αβάσιμη, ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις και επομένως ο έβδομος λόγος της υπό κρίση εφέσεως είναι ουσιαστικά αβάσιμος και απορριπτέος. (B) Το ακίνητο αρχικού συνολικού εμβαδού 1.597 τ.μ., με την ως άνω από το έτος 1926 άτυπη διανομή εκ μέρους του Σ.Α.Α.Κ.

Λογγακίου περιήλθε στη νομή του Ε. Τ. , ένα έτος μετά την παράδοση της νομής και κατοχής του μειωμένου κλήρου που είχε λάβει το έτος 1925, ήτοι 42 στρέμματα γεωργικού κλήρου και 1.250 τ.μ. οικοπεδικού κλήρου. Εύλογα εξέλαβε κατά το χρονικό εκείνο διάστημα ότι το επίδικο ακίνητο που περιήλθε στη νομή του ως δικαιούχου αγροτικής αποκατάστασης, προς συμπλήρωση του μειωμένου κλήρου του, αποτελούσε ένα ενιαίο γεωργικό κλήρο εντός του οποίου, αμέσως μετά την παραλαβή του, διενήργησε πράξεις νομής που προσιδιάζουν σε κύριο και εντός αυτού έκτοτε καλλιεργούσε λαχανικά (βλ.

την αναφορά του γεωπόνου Ν. Μ.). Το ακίνητο αυτό διένειμε σε δύο τμήματα, ένα εμβαδού 813 τ.μ., το οποίο φέρει ΚΑΕΚ 451304310007 και ένα εμβαδού 784 τ.μ., το οποίο φέρει ΚΑΕΚ 451304310008 και είναι το επίδικο. Το επίδικο ακίνητο ο Ε. Τ. μεταβίβασε το 1955 άτυπα και κατόπιν ανταλλαγής με άλλο ακίνητο, στον Δ. Γ. ή Α. , πατέρα του τρίτου κυρίως παρεμβαίνοντος-ενάγοντος Σ.

Α. ή Γ. (βλ. τα υπ' αριθ. πρωτ. ....2010 και ....2014 πιστοποιητικά ταυτοπροσωπίας του Γραφείου Δημοτικής Κατάστασης του Δήμου Τρικκαίων που μετ' επικλήσεως προσκομίζει ο ενάγων). Ο δε πατέρας του, το μεταβίβασε ατύπως σε αυτόν με δωρεά το έτος 1960. Εντός του ακινήτου αυτού ο Σ. Α. προχώρησε το 1963 σε ανέγερση οικίας εμβαδού περίπου 90-100 τ.μ. (βλ.

την από ....1983 υπεύθυνη δήλωση του ιδίου προς το Πολεοδομικό Γραφείο Τρικάλων που λαμβάνεται υπόψη για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων), η οποία ηλεκτροδοτήθηκε στις 17.04.1968 και υδροδοτήθηκε στις 15.06.1976. Το 1964 κατασκεύασε αποθήκη εμβαδού 50 τ.μ. εντός του ακινήτου, ενώ σε τμήμα του ακάλυπτου χώρου αυτού καλλιεργεί οπωροκηπευτικά (βλ.

τις προσκομιζόμενες μετ' επικλήσεως φωτογραφίες). Τα ανωτέρω ακίνητα έχουν αποτυπωθεί ήδη από το 1984 σε έγγραφα του Ελληνικού Δημοσίου, όπως αποδεικνύεται από το προσκομιζόμενο μετ' επικλήσεως σχετικό με αριθμό 29 έγγραφο του Ελληνικού Δημοσίου, με αναγραφόμενη ημερομηνία αποτύπωσης 25.10.1984. Η ανωτέρω ισόγεια οικία, που εκδόθηκε χωρίς σχετική οικοδομική άδεια, κατόπιν της υπ' αριθ.

πρωτ. 1643/29.07.1983 αιτήσεως του ενάγοντος, εξαιρέθηκε από την κατεδάφιση, με την υπ' αριθ. πρωτ. 4902 απόφαση του Νομάρχη Τρικάλων κατ' εφαρμογή του άρθρου 1554 του ν. 1337/1983. Παράλληλα, και κατόπιν της υπ' αριθ. πρωτ. 2987/12.06.2008 αιτήσεώς του, εκδόθηκε η από 12.06.2008 έγκριση εργασιών μικρής κλίμακας για επισκευή στέγης της Διεύθυνσης Πολεοδομίας του Δήμου Τρικκαίων.

Δηλώθηκαν δε από τον ίδιο τα ανωτέρω κτίσματα στη δήλωση στοιχείων ακινήτων (Ε9) που υπέβαλε προς τη Δ.Ο.Υ. Τρικάλων. Ο ενάγων Σ. Α. του Δ. , έχοντας εδραία την πεποίθηση ότι έχει καταστεί κύριος του ανωτέρω ακινήτου, ασκώντας πράξεις νομής επ' αυτού για περισσότερα από 30 χρόνια στο πρόσωπό του, υπέβαλε δήλωση εγγραπτέου δικαιώματος κατά την έναρξη της διαδικασίας κτηματογράφησης στο Δήμο Τρικκαίων, κατά τα έτη 1999-2000, είχε δε αναγραφεί προσωρινά ως κύριος του ανωτέρω ακινήτου, όπως προκύπτει και από το υπ' αριθ.

πρωτ. ....2004 κτηματογραφικό απόσπασμα του ακινήτου με ΚΑΕΚ 451304310008, το οποίο προσκομίζει μετ' επικλήσεως ο ενάγων. Το ακίνητο αυτό καταχωρίστηκε εσφαλμένα την 18.05.2006 στα κτηματολογικά φύλλα του κτηματολογικού γραφείου Τρικάλων στο όνομα του δεύτερου εναγομένου Δήμου Τρικκαίων, ύστερα από παραδοχή της σχετικής ένστασης που υπέβαλε στη δευτεροβάθμια επιτροπή μετά την Β' ανάρτηση, με την αιτιολογία ότι αυτό περιήλθε στην κυριότητα του δεύτερου εναγομένου Δήμου Τρικκαίων με τίτλο κτήσης την υπ' αριθ. ....1930 απόφαση του Υπουργού Γεωργίας.

Το ακίνητο αυτό βρίσκεται, επίσης, από το έτος 1987 εκτός του ρυμοτομικού σχεδίου και εντός του οριοθετημένου οικισμού Λογγακίου, ο οποίος είχε 344 κατοίκους (βλ. ΣΤΕ .../2009, σε συνδυασμό με το υπ' αριθ. πρωτ. ....2014 έγγραφο του Τμήματος Πολεοδομικών Εφαρμογών της Διεύθυνσης Χωροταξίας και Περιβάλλοντος του Δήμου Τρικκαίων).

Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι ο τρίτος κυρίως παρεμβαίνων-ενάγων Σ. Α. του Δ., μέχρι και τις ....2003, νεμόταν αδιατάρακτα και για περισσότερα από τριάντα χρόνια (βλ. επίσης και την υπ' αριθ. ....1999 ένορκη βεβαίωση που προσκομίζει μετ' επικλήσεως και η οποία λαμβάνεται υπόψη για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων), το ακίνητο με ΚΑΕΚ 451304310008 και έχει καταστεί κύριος αυτού έναντι του Ελληνικού Δημοσίου με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας κατ' εφαρμογή του άρθρου 4 παρ.1 περ.

β' του ν. 3127/2003. Το Ελληνικό Δημόσιο, επαναφέρει με τον έβδομο λόγο της έφεσης την πρωτοδίκως προταθείσα ένσταση περί κακόπιστης κτήσης της νομής. Αναφορικά με όσα εσφαλμένα διαλαμβάνονται στην εκκαλούμενη απόφαση περί ομολογίας εκ μέρους του Ελληνικού Δημοσίου της κτήσης της νομής, τα οποία προβάλλονται με τον έκτο λόγο της έφεσης ισχύουν όσα ως άνω αναφέρονται, απορριπτομένου του λόγου αυτού ως αβάσιμου, καθόσον αλυσιτελώς προβάλλεται.

Περαιτέρω, δεν αποδείχθηκε ότι ο τρίτος κυρίως παρεμβαίνων-ενάγων Σ. Α. του Δ. κατά την κτήση της νομής του ανωτέρω ακινήτου γνώριζε ότι αποκτούσε από μη κύριο, ούτε ότι το αγνοούσε από βαρειά αμέλεια. Ειδικότερα, στον Σ. Α. ήταν γνωστό ότι το ανωτέρω ακίνητο είχε περιέλθει αρχικά στον Ε. Τ. προς συμπλήρωση του γεωργικού του κλήρου με την άτυπη διανομή εκ μέρους του Σ.Α.Α.Κ. Λογγακίου το έτος 1926. Θεωρούσε δε ότι αποτελούσε και το ακίνητο αυτό μέρος του κλήρου που θα παραχωρούνταν οριστικά σε αυτόν καθώς, κατά το χρόνο κτήσης της νομής από τον ίδιο το έτος 1960 δεν αποδείχθηκε ότι είχαν εκδοθεί τα οριστικά παραχωρητήρια επ' ονόματι του Ε. Τ. , από τα οποία να προκύπτει ότι το επίδικο ακίνητο δεν περιλαμβανόταν στα παραχωρηθέντα. Η κρίση αυτή επιρρωνύεται και από το ότι οι μεταγενέστερες πράξεις νομής του τρίτου κυρίως παρεμβαίνοντοςενάγοντος, όπως περιγράφηκαν ανωτέρω, προσιδιάζουν μόνο σε καλόπιστο κύριο, ο οποίος δεν ενεργούσε εν κρυπτώ, αλλά ανήγειρε οικία εντός αυτού και δεν αρμόζουν σε νομέα που γνωρίζει ή από βαρειά αμέλεια αγνοεί ότι δεν είναι κύριος του ακινήτου.

Συνεπώς, η σχετική ένσταση του Ελληνικού Δημοσίου πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφασή του, τα ίδια ως άνω έκρινε, και απέρριψε την άνω ένσταση του πρώτου καθ' ου η κύρια παρέμβαση - εναγομένου ως ουσιαστικά αβάσιμη, ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις και επομένως ο έβδομος λόγος της υπό κρίση εφέσεως είναι ουσιαστικά αβάσιμος και απορριπτέος. (Γ) το ακίνητο με ΚΑΕΚ εμβαδού 1.558 τ.μ., με την ως άνω το έτος 1926 άτυπη διανομή εκ μέρους του Σ.Α.Α.Κ.

Λογγακίου περιήλθε στη νομή του Κ. Μ. ή Μ. , ένα έτος μετά την παράδοση της νομής και κατοχής του μειωμένου κλήρου που είχε λάβει το έτος 1925, ήτοι 42 στρέμματα γεωργικού κλήρου και, 1.250 τ.μ. οικοπεδικού κλήρου. Εύλογα εξέλαβε κατά το χρονικό εκείνο διάστημα ότι το επίδικο ακίνητο που περιήλθε στη νομή του ως δικαιούχου αγροτικής αποκατάστασης προς συμπλήρωση του μειωμένου κλήρου του, αποτελούσε ένα ενιαίο γεωργικό κλήρο, εντός του οποίου, αμέσως μετά την παραλαβή του, διενήργησε πράξεις νομής που προσιδιάζουν σε κύριο και εντός αυτού έκτοτε καλλιεργούσε σιτάρι (βλ.

την αναφορά του γεωπόνου Ν. Μ.). Τη νομή του άνω ακινήτου μεταβίβασε στον τέταρτο κυρίως παρεμβαίνοντα-ενάγοντα Β. Κ. του Α. και στον αδερφό του Κ. Κ. κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου στον καθένα, με το υπ' αριθ. ....1971 προσύμφωνο αγοραπωλησίας οικοπέδου του Συμβολαιογράφου Τρικάλων Ν. Π. , αντί του συνολικού ποσού των 80.000 δρχ. , δυνάμει του οποίου υποσχέθηκε την πώληση του ακινήτου.

Έκτοτε το ακίνητο περιήλθε στη νομή αμφοτέρων και αυτοί διενεργούσαν πράξεις νομής που προσιδιάζουν μόνο σε κύριο. Ειδικότερα, από κοινού προχώρησαν κατά τα έτη 1972-1974 στην ανέγερση οικίας εμβαδού 164 τ.μ., αποθήκης 200 τ.μ. και χώρου στάθμευσης εμβαδού 40 τ.μ.(βλ. την υπ' αριθ. ....1999 ένορκη βεβαίωση ενώπιον του Ειρηνοδίκη Τρικάλων που προσκομίζει μετ' επικλήσεως και η οποία λαμβάνεται υπόψη για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων).

Το ακίνητο ηλεκτροδοτήθηκε στις 15.11.1972 και υδροδοτήθηκε στις 09.06.1975. Τα ανωτέρω ακίνητα έχουν αποτυπωθεί ήδη από το 1984 σε έγγραφα του Ελληνικού Δημοσίου, όπως αποδεικνύεται από το προσκομιζόμενο μετ' επικλήσεως σχετικό με αριθμό 29 έγγραφο του Ελληνικού Δημοσίου, με αναγραφόμενη ημερομηνία αποτύπωσης 25.10.1984.

Εξάλλου, με το από 30.07.1984 ιδιωτικό έγγραφο πωλήσεως ιδανικού μεριδίου, ο Κ. Κ. μεταβίβασε τη νομή του επί του 1/2 εξ αδιαιρέτου στο επίδικο ακίνητο στον τέταρτο κυρίως παρεμβαίνοντα-ενάγοντα Β. Κ. του Α. , ο οποίος έκτοτε νέμεται αποκλειστικά το ανωτέρω ακίνητο χρησιμοποιώντας αυτό ως κύρια κατοικία για την οικογένειά του.

Δηλώθηκαν δε από τον ίδιο τα ανωτέρω κτίσματα στη δήλωση στοιχείων ακινήτων (Ε9) που υπέβαλε προς τη Δ.Ο.Υ. Τρικάλων στις 02.04.2005. Ο ενάγων Β. Κ. του Α. , έχοντας εδραία την πεποίθηση ότι έχει καταστεί κύριος του ανωτέρω ακινήτου, ασκώντας πράξεις νομής επ' αυτού για περισσότερα από 30 χρόνια στο πρόσωπό του, υπέβαλε δήλωση εγγραπτέου δικαιώματος κατά την έναρξη της διαδικασίας κτηματογράφησης στο Δήμο Τρικκαίων, κατά τα έτη 1999-2000, είχε δε αναγραφεί προσωρινά ως κύριος του ανωτέρω ακινήτου.

Το ακίνητο αυτό καταχωρίστηκε εσφαλμένα την 18.05.2006 στα κτηματολογικά φύλλα του κτηματολογικού γραφείου Τρικάλων στο όνομα του δεύτερου εναγομένου Δήμου Τρικκαίων, ύστερα από παραδοχή της σχετικής ένστασης που υπέβαλε στη δευτεροβάθμια επιτροπή μετά την Β' ανάρτηση, με την αιτιολογία ότι αυτό περιήλθε στην κυριότητα του δεύτερου εναγομένου Δήμου Τρικκαίων με τίτλο κτήσης την υπ' αριθ. ....1930 απόφαση του Υπουργού Γεωργίας, όπως αποδεικνύεται και από το προσκομιζόμενο κτηματολογικό φύλλο του ακινήτου, όπου αναγράφεται ότι η εγγραφή του Δήμου Τρικκαίων ως κυρίου του ακινήτου έγινε μετά από απόφαση της Δευτεροβάθμιας επιτροπής.

Το ακίνητο αυτό βρίσκεται, επίσης, από το έτος 1987 εκτός του ρυμοτομικού σχεδίου και εντός του οριοθετημένου οικισμού Λογγακίου, ο οποίος είχε 344 κατοίκους (βλ. ΣΤΕ .../2009, σε συνδυασμό με το υπ' αριθ. πρωτ. ....2014 έγγραφο του Τμήματος Πολεοδομικών Εφαρμογών της Διεύθυνσης Χωροταξίας και Περιβάλλοντος του Δήμου Τρικκαίων).

Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι ο τέταρτος κυρίως παρεμβαίνων-ενάγων Β. Κ. του Α. , μέχρι και τις ....2003, νεμόταν αδιατάρακτα και για περισσότερα από τριάντα χρόνια, το ακίνητο με ΚΑΕΚ 451304310005 και έχει καταστεί κύριος αυτού έναντι του Ελληνικού Δημοσίου με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας κατ' εφαρμογή του άρθρου 4 παρ.1 περ.

β' του ν. 3127/2003, προσμετρουμένου στο χρόνο νομής του και τη νομής που άσκησε ο αδερφός του επί του 1/2 εξ αδιαιρέτου στο ακίνητο για το χρονικό διάστημα από 17.06.1971 έως και 30.07.1984. Το Ελληνικό Δημόσιο, επαναφέρει με τον έβδομο λόγο της έφεσης την πρωτοδίκως προταθείσα ένσταση περί κακόπιστης κτήσης της νομής.

Αναφορικά με όσα εσφαλμένα διαλαμβάνονται στην εκκαλούμενη απόφαση περί ομολογίας εκ μέρους του Ελληνικού Δημοσίου της κτήσης της νομής, τα οποία προβάλλονται με τον έκτο λόγο της έφεσης ισχύουν όσα ως άνω αναφέρονται, απορριπτομένου του λόγου αυτού ως αβάσιμου, καθόσον αλυσιτελώς προβάλλεται.

Περαιτέρω, δεν αποδείχθηκε ότι ο τέταρτος κυρίως παρεμβαίνων-ενάγων Β. Κ. του Α. κατά την κτήση της νομής του ανωτέρω ακινήτου γνώριζε ότι αποκτούσε από μη κύριο, ούτε ότι το αγνοούσε από βαρειά αμέλεια. Ειδικότερα, στον ενάγοντα Β. Κ. ήταν γνωστό ότι το ανωτέρω ακίνητο είχε περιέλθει στον δικαιοπάροχό του Κ.

Μ. ή Μ. προς συμπλήρωση του γεωργικού του κλήρου με την άτυπη διανομή εκ μέρους του Σ.Α.Α.Κ, Λογγακίου το έτος 1926. Θεωρούσε δε ότι αποτελούσε και το ακίνητο αυτό μέρος του κλήρου που παραχωρήθηκε οριστικά σε αυτόν καθώς, κατά το χρόνο κτήσης της νομής από τον ίδιο το 1971 δεν είχαν εκδοθεί τα οριστικά παραχωρητήρια επ' ονόματι του δικαιοπαρόχου του, από τα οποία να προκύπτει ότι το επίδικο ακίνητο δεν περιλαμβανόταν στα παραχωρηθέντα.

Η κρίση αυτή επιρρωνύεται και από το ότι στο υπ' αριθ. ....1971 προσύμφωνο αγοραπωλησίας οικοπέδου του Συμβολαιογράφου Τρικάλων Ν. Π. , αναγράφεται ότι το ακίνητο περιήλθε στον Κ. Μ. ή Μ. με παραχώρηση από την Επιτροπή Απαλλοτριώσεων Τρικάλων δυνάμει σχετικής απόφασης του Υπουργείου Γεωργίας, για την οποία δεν είχε εκδοθεί ακόμη παραχωρητήριο.

Η κρίση αυτή επιρρωνύεται και από το ότι οι μεταγενέστερες πράξεις νομής του τετάρτου κυρίως παρεμβαίνοντος-ενάγοντος, όπως περιγράφηκαν ανωτέρω, προσιδιάζουν μόνο σε καλόπιστο κύριο, ο οποίος δεν ενεργούσε εν κρυπτώ, αλλά ανήγειρε με μεγάλες δαπάνες οικία εντός αυτού και δεν αρμόζουν σε νομέα που γνωρίζει ή από βαρειά αμέλεια αγνοεί ότι δεν είναι κύριος του ακινήτου.

Συνεπώς, η σχετική ένσταση του Ελληνικού Δημοσίου πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφασή του, τα ίδια ως άνω έκρινε, και απέρριψε την άνω ένσταση του πρώτου καθ' ου η κύρια παρέμβαση - εναγομένου ως ουσιαστικά αβάσιμη, ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις και επομένως ο έβδομος λόγος της υπό κρίση εφέσεως είναι ουσιαστικά αβάσιμος και απορριπτέος. (Δ) το ακίνητο με ΚΑΕΚ 451304310004, εμβαδού 1.649 τ.μ., με την άνω κατά το έτος 1926 άτυπη διανομή εκ μέρους του Σ.Α.Α.Κ.

Λογγακίου περιήλθε στη νομή του Ε. Χ. , ένα έτος μετά την παράδοση της νομής και κατοχής του μειωμένου κλήρου που είχε λάβει το έτος 1925, ήτοι 42 στρέμματα γεωργικού κλήρου και 1.250 τ.μ. οικοπεδικού κλήρου. Εύλογα εξέλαβε κατά το χρονικό εκείνο διάστημα ότι το επίδικο ακίνητο που περιήλθε στη νομή του ως δικαιούχου αγροτικής αποκατάστασης προς συμπλήρωση του μειωμένου κλήρου του, αποτελούσε ένα ενιαίο γεωργικό κλήρο, εντός του οποίου, αμέσως μετά την παραλαβή του, διενήργησε πράξεις νομής που προσιδιάζουν σε κύριο και εντός αυτού έκτοτε καλλιεργούσε σιτάρι (βλ.

την αναφορά του γεωπόνου Ν. Μ.). Το ακίνητο αυτό κατά το έτος 1960 μεταβίβασε άτυπα στον υιό του Κ. Χ. , πέμπτο κυρίως παρεμβαίνοντα-ενάγοντα. Έκτοτε το ακίνητο περιήλθε στη νομή του και αυτός διενεργούσε πράξεις νομής που προσιδιάζουν μόνο σε κύριο. Ειδικότερα, προχώρησε το 1960 σε κατασκευή οικίας εμβαδού 50 τ.μ.

και αποθηκών εμβαδού 70 τ.μ. Το ακίνητο ηλεκτροδοτήθηκε στις 08.04.1968 και υδροδοτήθηκε στις 12.10.1976. Τα ανωτέρω κτίσματα έχουν αποτυπωθεί ήδη από το 1984 σε έγγραφα του Ελληνικού Δημοσίου, όπως αποδεικνύεται από το προσκομιζόμενο μετ' επικλήσεως σχετικό με αριθμό 29 έγγραφο του Ελληνικού Δημοσίου, με αναγραφόμενη ημερομηνία αποτύπωσης 25.10.1984.

Κατόπιν δε της από ....1980 αιτήσεώς του εκδόθηκε η υπ' αριθ. ....1980 άδεια ανεγέρσεως προσθήκης ισογείου οικοδομής και αυτός προέβη σε κατασκευή προσθήκης 30 τ.μ. από της ανωτέρω οικίας, εντός της οποίας διέμενε με την οικογένειά του. Το έχει δε περιφράξει με μάνδρα και σίτα, ενώ καλλιεργεί εντός αυτού και αμπέλι (βλ.

τις προσκομιζόμενες μετ' επικλήσεως φωτογραφίες). Ο ενάγων Κ. Χ. του Ε. , έχοντας εδραία την πεποίθηση ότι έχει καταστεί κύριος του ανωτέρω ακινήτου, ασκώντας πράξεις νομής επ' αυτού για περισσότερα από 30 χρόνια στο πρόσωπό του, υπέβαλε δήλωση εγγραπτέου δικαιώματος κατά την έναρξη της διαδικασίας κτηματογράφησης στο Δήμο Τρικκαίων, κατά τα έτη 1999-2000, είχε δε αναγραφεί προσωρινά ως κύριος του ανωτέρω ακινήτου.

Το ακίνητο αυτό καταχωρίστηκε εσφαλμένα την 18.05.2006 στα κτηματολογικά φύλλα του κτηματολογικού γραφείου Τρικάλων στο όνομα του δεύτερου εναγομένου Δήμου Τρικκαίων, ύστερα από παραδοχή της σχετικής ένστασης που υπέβαλε στη δευτεροβάθμια επιτροπή μετά την Β' ανάρτηση, με την αιτιολογία ότι αυτό περιήλθε στην κυριότητα του δεύτερου εναγομένου Δήμου Τρικκαίων με τίτλο κτήσης την υπ' αριθ. ....1930 απόφαση του Υπουργού Γεωργίας, όπως αποδεικνύεται και από το προσκομιζόμενο κτηματολογικό φύλλο του ακινήτου, όπου αναγράφεται ότι η εγγραφή του Δήμου Τρικκαίων ως κυρίου του ακινήτου έγινε μετά από απόφαση της Δευτεροβάθμιας επιτροπής.

Το ακίνητο αυτό βρίσκεται, επίσης, από το έτος 1987 εκτός του ρυμοτομικού σχεδίου και εντός του οριοθετημένου οικισμού Λογγακίου, ο οποίος είχε 344 κατοίκους (βλ. ΣΤΕ .../2009, σε συνδυασμό με το υπ' αριθ. πρωτ. ....2014 έγγραφο του Τμήματος Πολεοδομικών Εφαρμογών της Διεύθυνσης Χωροταξίας και Περιβάλλοντος του Δήμου Τρικκαίων).

Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι ο πέμπτος κυρίως παρεμβαίνων-ενάγων Κ. Χ. του Ε. , μέχρι και τις ....2003, νεμόταν αδιατάρακτα και για περισσότερα από τριάντα χρόνια (βλ. επίσης και την υπ' αριθ. ....1999 ένορκη βεβαίωση που προσκομίζει μετ' επικλήσεως και η οποία λαμβάνεται υπόψη για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων), το ακίνητο με ΚΑΕΚ 451304310004 και έχει καταστεί κύριος αυτού έναντι του Ελληνικού Δημοσίου με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας κατ' εφαρμογή του άρθρου 4ξ1 περ.

β' του ν. 3127/2003. Το Ελληνικό Δημόσιο, επαναφέρει με τον έβδομο λόγο της έφεσης την πρωτοδίκως προταθείσα ένσταση περί κακόπιστης κτήσης της νομής. Αναφορικά με όσα εσφαλμένα διαλαμβάνονται στην εκκαλούμενη απόφαση περί ομολογίας εκ μέρους του Ελληνικού Δημοσίου της κτήσης της νομής, τα οποία προβάλλονται με τον έκτο λόγο της έφεσης ισχύουν όσα ως άνω αναφέρονται, απορριπτομένου του λόγου αυτού ως αβάσιμου, καθόσον αλυσιτελώς προβάλλεται.

Περαιτέρω, δεν αποδείχθηκε ότι ο πέμπτος κυρίως παρεμβαίνων-ενάγων Κ. Χ. του Ε. κατά την κτήση της νομής του ανωτέρω ακινήτου γνώριζε ότι κατά την κτήση της νομής του ανωτέρω ακινήτου γνώριζε ότι αποκτούσε από μη κύριο, ούτε ότι το αγνοούσε από βαρειά αμέλεια. Ειδικότερα, στον ενάγοντα Κ. Χ. του Ε. ήταν γνωστό ότι το ανωτέρω ακίνητο είχε περιέλθει στον πατέρα του Ε. Χ. προς συμπλήρωση του γεωργικού του κλήρου με την διενεργηθείσα άτυπη διανομή του έτους από τον Σ.Α.Α.Κ. Λογγακίου το έτος 1926. Θεωρούσε δε ότι αποτελούσε και το ακίνητο αυτό μέρος του κλήρου που θα παραχωρούνταν οριστικά σε αυτόν καθώς, κατά το χρόνο κτήσης της νομής από τον ίδιο το έτος 1960 δεν αποδείχθηκε ότι είχαν εκδοθεί τα οριστικά παραχωρητήρια επ' ονόματι του δικαιοπαρόχου του, από τα οποία να προκύπτει ότι το επίδικο ακίνητο δεν περιλαμβανόταν στα παραχωρηθέντα. Η κρίση αυτή επιρρωνύεται και από το ότι οι μεταγενέστερες πράξεις νομής του πέμπτου κυρίως παρεμβαίνοντοςενάγοντος, όπως περιγράφηκαν ανωτέρω, προσιδιάζουν μόνο σε καλόπιστο κύριο, οποίος δεν ενεργούσε εν κρυπτώ, αλλά ανήγειρε εντός αυτού και δεν αρμόζουν σε νομέα που γνωρίζει ή από βαρειά αμέλεια αγνοεί ότι δεν είναι κύριος του ακινήτου.

Συνεπώς, η σχετική ένσταση του Ελληνικού Δημοσίου πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφασή του, τα ίδια ως άνω έκρινε, και απέρριψε την άνω ένσταση του πρώτου καθ' ου η κύρια παρέμβαση - εναγομένου ως ουσιαστικά αβάσιμη, ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις και επομένως ο έβδομος λόγος της υπό κρίση εφέσεως είναι ουσιαστικά αβάσιμος και απορριπτέος. (E) Το ακίνητο αρχικού συνολικού εμβαδού περίπου 1.994 τ.μ., με την ως άνω από το έτος 1926 άτυπη διανομή εκ μέρους του Σ.Α.Α.Κ.

Λογγακίου περιήλθε στη νομή του Γ. Μ. του Ε. , ένα έτος μετά την παράδοση της νομής και κατοχής του μειωμένου κλήρου που είχε λάβει το έτος 1925, ήτοι 42 στρέμματα γεωργικού κλήρου και 1.250 τ.μ. οικοπεδικού κλήρου. Εύλογα εξέλαβε κατά το χρονικό εκείνο διάστημα ότι το επίδικο ακίνητο που περιήλθε στη νομή του, ως δικαιούχου αγροτικής αποκατάστασης, προς συμπλήρωση του μειωμένου κλήρου του, αποτελούσε ένα ενιαίο γεωργικό κλήρο, εντός του οποίου, αμέσως μετά την παραλαβή του, διενήργησε πράξεις νομής που προσιδιάζουν σε κύριο και εντός αυτού έκτοτε καλλιεργούσε σιτάρι (βλ.

την αναφορά του γεωπόνου Ν. Μ.). Το ακίνητο αυτό μεταβιβάστηκε άτυπα πριν το έτος 1955 στον υιό του Φ. Μ. , ο οποίος το νεμόταν με καλλιέργεια σίτου, όπως αποδεικνύεται και από την συνταχθείσα το 1955 αναφορά του γεωπόνου Ν. Μ. Το ακίνητο αυτό ο Φ. Μ. του Γ. το διένειμε σε δύο τμήματα, ένα εμβαδού 898 τ.μ., το οποίο φέρει ΚΑΕΚ 451304310012 και ένα εμβαδού 1.046 τ.μ., το οποίο φέρει ΚΑΕΚ 451304318008, ως τμήμα του τεμαχίου με αριθμό 88.

Τα ακίνητα αυτά είναι τα επίδικα. Πιο συγκεκριμένα το ακίνητο με ΚΑΕΚ 451304310012 το μεταβίβασε άτυπα το έτος 1967 στον υιό του Ε. Μ. του Φ. , πρώτο των κυρίως παρεμβαινόντων - εναγόντων και ήδη εκκαλούντα της "Β" έφεσης, ο οποίος τον διαδέχθηκε στη νομή. Έτσι από τότε διενεργεί πράξεις νομής που προσιδιάζουν σε κύριο τις οποίες συνεχίζει μέχρι και σήμερα, καλλιεργώντας εντός αυτού σιτάρι, καλαμπόκι και διάφορα κηπευτικά.

Εντός αυτού υπάρχουν ελαιόδεντρα τουλάχιστον 30 ετών, τα οποία συνεχίζει και φροντίζει, καθώς και πηγάδι ημιαρτεσιανό. Ο πρώτος κυρίως παρεμβαίνων - ενάγων, έχοντας εδραία την πεποίθηση ότι έχει καταστεί κύριος του ανωτέρω ακινήτου, ασκώντας πράξεις νομής επ' αυτού για περισσότερα από 30 χρόνια στο πρόσωπό του, υπέβαλε δήλωση εγγραπτέου δικαιώματος κατά την έναρξη της διαδικασίας κτηματογράφησης στο Δήμο Τρικκαίων, κατά τα έτη 1999-2000, είχε δε αναγραφεί προσωρινά ως κύριος του ανωτέρω ακινήτου.

Το ακίνητο αυτό καταχωρίστηκε εσφαλμένα την 18.05.2006 στα κτηματολογικά φύλλα του κτηματολογικού γραφείου Τρικάλων στο όνομα του δεύτερου εναγομένου Δήμου Τρικκαίων, ύστερα από παραδοχή της σχετικής ένστασης που υπέβαλε στη δευτεροβάθμια επιτροπή μετά την B' ανάρτηση, με την αιτιολογία ότι αυτό περιήλθε στην κυριότητα του δεύτερου εναγομένου Δήμου Τρικκαίων με τίτλο κτήσης την υπ' αριθ. ....1930 απόφαση του Υπουργού Γεωργίας, όπως αποδεικνύεται και από το προσκομιζόμενο κτηματολογικό φύλλο του ακινήτου, όπου αναγράφεται ότι η εγγραφή του Δήμου Τρικκαίων ως κυρίου του ακινήτου έγινε μετά από απόφαση της Δευτεροβάθμιας επιτροπής.

Το ακίνητο αυτό βρίσκεται, επίσης, από το έτος 1987 εκτός του ρυμοτομικού σχεδίου και εντός του οριοθετημένου οικισμού Λογγακίου, ο οποίος είχε 344 κατοίκους (βλ. ΣΤΕ .../2009, σε συνδυασμό με το υπ' αριθ. πρωτ. ....2014 έγγραφο του Τμήματος Πολεοδομικών Εφαρμογών της Διεύθυνσης Χωροταξίας και Περιβάλλοντος του Δήμου Τρικκαίων).

Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι ο πρώτος κυρίως παρεμβαίνων ενάγων, μέχρι και τις ....2003, νέμονταν αδιατάρακτα και για περισσότερα από τριάντα χρόνια, το ακίνητο με ΚΑΕΚ 451304310012 και έχει καταστεί κύριος αυτού έναντι του Ελληνικού Δημοσίου με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας κατ' εφαρμογή του άρθρου 4 παρ.1 περ.

β του v. 3127/2003, απορριπτομένων των αντιθέτων ισχυρισμών του ελληνικού δημοσίου ως ουσιαστικά αβάσιμων. Το Ελληνικό Δημόσιο, προτείνει την νόμιμη ένσταση περί κακόπιστης κτήσης της νομής, πλην όμως δεν αποδείχθηκε ότι ο ανωτέρω κατά την κτήση της νομής του ανωτέρω ακινήτου γνώριζε ότι αποκτούσε από μη κύριο, ούτε ότι το αγνοούσε από βαρειά αμέλεια.

Ειδικότερα, στον πρώτο κυρίως παρεμβαίνοντα -- ενάγοντα ήταν γνωστό ότι το ανωτέρω ακίνητο είχε περιέλθει αρχικά στον Γ. Μ. προς συμπλήρωση του γεωργικού του κλήρου με την άτυπη διανομή εκ μέρους του Σ.Α.Α.Κ. Λογγακίου το έτος 1926, ο οποίος το μεταβίβασε στον πατέρα του ενάγοντος Φ. Μ. Θεωρούσε δε ότι αποτελούσε και το ακίνητο αυτό μέρος του κλήρου που θα παραχωρούνταν οριστικά σε αυτόν καθώς, κατά το χρόνο κτήσης της νομής από την πρώτο ενάγοντα το έτος 1967 δεν αποδείχθηκε ότι είχαν εκδοθεί τα οριστικά παραχωρητήρια επ' ονόματι του Γ.

Μ., από τα οποία να προκύπτει ότι το επίδικο ακίνητο δεν περιλαμβανόταν στα παραχωρηθέντα.

Συνεπώς, η σχετική ένσταση του Ελληνικού Δημοσίου πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη. (ΣΤ) Το έτερο επίδικο ακίνητο (ΚΑΕΚ 451304318008), εντός του οποίου είχε ανεγείρει και οικία εμβαδού 86 τ.μ. κατά το έτος 1953, ο Φ. Μ. , πριν τον επισυμβάντα κατά την ...1968 θάνατό του, το μεταβίβασε άτυπα λόγω προίκας στην κόρη του Α.

Μ. , έβδομη των εναγόντων, για το γάμο αυτής με τον έκτο ενάγοντα. Κατά το έτος 1970 οι έκτος και έβδομη των εναγόντων προχώρησαν σε ανέγερση αποθήκης εμβαδού 109,20 τ.μ. (βλ. την από 15.03.2005 Δήλωση Στοιχείων Ακινήτων-Ε9 που υπέβαλαν προς τη Δ.Ο.Υ. Τρικάλων από κοινού οι ενάγοντες). Το ακίνητο αυτό με αίτηση του έκτου και της έβδομης των εναγόντων ηλεκτροδοτήθηκε για πρώτη φορά στις 17.07.1972 και υδροδοτήθηκε στις 28.05.1975.

Το ως άνω κτίσμα των 109 τμ. χρησιμοποιήθηκε ως τυροκομείο, για το λόγο δε αυτό εκδόθηκε στο όνομα του έκτου ενάγοντος αρχικά η υπ' αριθ. πρωτ. ....1983 άδεια ιδρύσεως τυροκομείου του Γραφείου Δημόσιας Ασφάλειας της Ελληνικής Χωροφυλακής και ακολούθως η υπ' αριθ. πρωτ. ....1984 άδεια λειτουργίας Βιοτεχνίας επεξεργασίας γάλακτος(τυροκομείο) του Νομάρχη Τρικάλων.

Η ανωτέρω βιοτεχνική εγκατάσταση, που εκδόθηκε χωρίς σχετική οικοδομική άδεια, κατόπιν αιτήσεως του έκτου ενάγοντος, εξαιρέθηκε από την κατεδάφιση, με την υπ' αριθ. πρωτ. ....1993 απόφαση του Νομάρχη Τρικάλων κατ' εφαρμογή του ν. 1337/1983. Τα ανωτέρω ακίνητα έχουν αποτυπωθεί ήδη από το 1984 σε έγγραφα του Ελληνικού Δημοσίου, όπως αποδεικνύεται από το προσκομιζόμενο μετ' επικλήσεως σχετικό με αριθμό 29 έγγραφο του Ελληνικού Δημοσίου, με αναγραφόμενη ημερομηνία αποτύπωσης 25.10.1984.

Εξάλλου, μετά από την 14.01.1993 αίτηση του έκτου ενάγοντος, εκδόθηκε η υπ' αριθ. πρωτ. 86 με αριθμό 309 και από 09.12.1993 άδεια οικοδομής για προσθήκη γεωργοκτηνοτροφικής μονάδας της Νομαρχίας Τρικάλων, δυνάμει της οποίας ο έκτος και η έβδομη των εναγόντων ανήγειραν εντός του επιδίκου ακινήτου, δύο νέες γεωργοκτηνοτροφικές αποθήκες συνολικού εμβαδού 103,80 τ.μ. Το τυροκομείο λειτούργησε εντός του επιδίκου ακινήτου έως και τις 26.07.2004, όταν o έκτος ενάγων υπέβαλε δήλωση διακοπής εργασιών φυσικού προσώπου-επιτηδευματία προς τη Δ.Ο.Υ. Τρικάλων.

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι παρά την ως άνω άτυπη μεταβίβαση της νομής του ακινήτου στην έβδομη ενάγουσα από τις αρχές του έτους 1968, κατά το έτος 1984 έλαβαν χώρα τα κάτωθι: με την υπ' αριθ. ....1984 δήλωση αποδοχής κληρονομίας του Συμβολαιογράφου Τρικάλων Ι. Π. , η οποία μεταγράφηκε νόμιμα στον τόμο 355 με αριθμό 126 των βιβλίων μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Τρικάλων, η Δ.

Μ. , μητέρα της έβδομης ενάγουσας, η έβδομη ενάγουσα και τα αδέρφια της Ε. Μ. , Κ. Μ. και Ε. Μ. , αποδέχθηκαν την επαχθείσα σε αυτούς κληρονομία του Φ. Μ. , συζύγου της πρώτης και πατρός των υπολοίπων και ειδικότερα αποδέχθηκαν το επίδικο ακίνητο κατά ποσοστό 4/16 η πρώτη εξ αυτών και κατά ποσοστό 3/16 έκαστος των υπολοίπων, εξ αδιαιρέτου στο ανωτέρω ακίνητο.

Ακολούθως και αυθημερόν, με το υπ' αριθ. ....1984 συμβόλαιο δωρεάς εν ζωή του Συμβολαιογράφου Τρικάλων Ι. Π. , το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα στον τόμο 355 με αριθμό 127 των βιβλίων μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Τρικάλων, η έβδομη ενάγουσα μεταβίβασε το ποσοστό 3/16 εξ αδιαιρέτου στον ανωτέρω ακίνητο στο σύζυγό της έκτος ενάγοντα, ενώ με το υπ' αριθ. ....1984 συμβόλαιο γονικής παροχής και δωρεάς εν ζωή του Συμβολαιογράφου Τρικάλων Ι.

Π. , το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα στον τόμο 355 με αριθμό 128 των βιβλίων μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Τρικάλων, η Δ. Μ. , μητέρα της έβδομης ενάγουσας και τα αδέρφια της Ε. Μ. , Κ. Μ. και Ε. Μ. μεταβίβασαν στην έβδομη ενάγουσα τα ποσοστά τους επί του ανωτέρω ακινήτου, ήτοι συνολικά της μεταβίβασαν 13/16 επί του ανωτέρω ακινήτου.

Η σύνταξη των συμβολαιογραφικών αυτών πράξεων δεν αναιρεί το πόρισμα του δικαστηρίου περί της μεταβίβασης της νομής του ακινήτου στην έβδομη ενάγουσα το έτος 1968 καθώς, οι ενάγοντες προέβησαν στη σύνταξη αυτών προκειμένου να είναι δυνατή η εγγραφή υποθήκης επί του ακινήτου και να καταστεί εφικτός ο τραπεζικός του δανεισμός από την Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδας, όπως και πράγματι έγινε (βλ.

το από 21.11.2012 έγγραφο της Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδας προς τον Υποθηκοφύλακα Τρικάλων). Όμως από τις 14.03.1984 ο έκτος ενάγων άρχισε να νέμεται επ' ονόματί του ποσοστό 3/16 εξ αδιαιρέτου στο ανωτέρω ακίνητο, καθώς η βούληση της έβδομης ενάγουσας ήταν να την ασκεί πραγματικά αυτός στο όνομά του. οι έκτος και έβδομη των κυρίως παρεμβαινόντων - εναγόντων, έχοντας εδραία την πεποίθηση ότι έχουν καταστεί συγκύριοι του ανωτέρω ακινήτου, ασκώντας πράξεις νομής επ' αυτού για περισσότερα από 30 χρόνια στο πρόσωπό τους, υπέβαλαν δήλωση εγγραπτέου δικαιώματος κατά την έναρξη της διαδικασίας κτηματογράφησης στο Δήμο Τρικκαίων, κατά τα έτη 1999-2000, είχαν δε αναγραφεί προσωρινά ως συγκύριοι του ανωτέρω ακινήτου.

Το ακίνητο αυτό καταχωρίστηκε εσφαλμένα την 18.05.2006 στα κτηματολογικά φύλλα του κτηματολογικού γραφείου Τρικάλων στο όνομα του δεύτερου εναγομένου Δήμου Τρικκαίων, ύστερα από παραδοχή της σχετικής ένστασης που υπέβαλε στη δευτεροβάθμια επιτροπή μετά την B' ανάρτηση, με την αιτιολογία ότι αυτό περιήλθε στην κυριότητα του δεύτερου εναγομένου Δήμου Τρικκαίων με τίτλο κτήσης την υπ' αριθ. ....1930 απόφαση του Υπουργού Γεωργίας, όπως αποδεικνύεται και από το προσκομιζόμενο κτηματολογικό φύλλο του ακινήτου, όπου αναγράφεται ότι η εγγραφή του Δήμου Τρικκαίων ως κυρίου του ακινήτου έγινε μετά από απόφαση της Δευτεροβάθμιας επιτροπής.

Το ακίνητο αυτό βρίσκεται, επίσης, από το έτος 1987 εκτός του ρυμοτομικού σχεδίου και εντός του οριοθετημένου οικισμού Λογγακίου, ο οποίος είχε 344 κατοίκους (βλ. ΣΤΕ .../2009, σε συνδυασμό με το υπ' αριθ. πρωτ. ....2014 έγγραφο του Τμήματος Πολεοδομικών Εφαρμογών της Διεύθυνσης Χωροταξίας και Περιβάλλοντος του Δήμου Τρικκαίων).

Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι ο έκτος και η έβδομη των κυρίως παρεμβαινόντων-εναγόντων, μέχρι και τις ....2003, νέμονταν από κοινού και αδιατάρακτα και για περισσότερα από τριάντα χρόνια(βλ. επίσης και την υπ' αριθ. ....1999 ένορκη βεβαίωση που προσκομίζει μετ' επικλήσεως και η οποία λαμβάνεται υπόψη για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων), το ακίνητο με ΚΑΕΚ 451304318008 και έχουν καταστεί συγκύριοι αυτού έναντι του Ελληνικού Δημοσίου με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας κατ' εφαρμογή του άρθρου 4 παρ.1 περ.

β' του ν. 3127/2003, ο μεν έκτος ενάγων σε ποσοστό 3/16 εξ αδιαιρέτου, συνυπολογιζομένου του χρόνου νομής της δικαιοπαρόχου του επί του ακινήτου, ήτοι από τις αρχές του 1968 έως και τις 14.03.1984, η δε έβδομη ενάγουσα σε ποσοστό 13/16 εξ αδιαιρέτου. Το Ελληνικό Δημόσιο, επαναφέρει με τον έβδομο λόγο της έφεσης την πρωτοδίκως προταθείσα ένσταση περί κακόπιστης κτήσης της νομής.

Αναφορικά με όσα εσφαλμένα διαλαμβάνονται στην εκκαλούμενη απόφαση περί ομολογίας εκ μέρους του Ελληνικού Δημοσίου της κτήσης της νομής, τα οποία προβάλλονται με τον έκτο λόγο της έφεσης ισχύουν όσα ως άνω αναφέρονται, απορριπτομένου του λόγου αυτού ως αβάσιμου, καθόσον αλυσιτελώς προβάλλονται. Περαιτέρω, δεν αποδείχθηκε ότι οι έκτος και έβδομη των κυρίως παρεμβαινόντων - εναγόντων ότι κατά την κτήση της νομής του ανωτέρω ακινήτου γνώριζαν ότι αποκτούσαν από μη κύριο, ούτε ότι το αγνοούσαν από βαρειά αμέλεια, Ειδικότερα, σε αμφότερους τους ενάγοντες ήταν γνωστό ότι το ανωτέρω ακίνητο είχε περιέλθει αρχικά στον Γ.

Μ. προς συμπλήρωση του γεωργικού του κλήρου με την άτυπη διανομή εκ μέρους του Σ.Α.Α.Κ. Λογγακίου το έτος 1926, ο οποίος το μεταβίβασε στο Φ. Μ. Θεωρούσαν δε ότι αποτελούσε και το ακίνητο αυτό μέρος του κλήρου που θα παραχωρούνταν οριστικά σε αυτόν καθώς, κατά το χρόνο κτήσης της νομής από την έβδομη ενάγουσα το 1968 δεν αποδείχθηκε ότι είχαν εκδοθεί τα οριστικά παραχωρητήρια επ' ονόματι του Γ.

Μ. , από τα οποία να προκύπτει ότι το επίδικο ακίνητο δεν περιλαμβανόταν στα παραχωρηθέντα. Ούτε κατά την κτήση της νομής του ο έκτος ενάγων ήταν κακόπιστος, καθώς, ήταν εδραία η πεποίθηση σε αυτόν ότι οι προκάτοχοί του είχαν την κυριότητα επί του ακινήτου, κρίση που επιρρωνύεται και από το ότι οι μεταγενέστερες πράξεις νομής αμφότερων των εναγόντων, όπως περιγράφηκαν ανωτέρω, προσιδιάζουν μόνο σε καλόπιστο κύριο, οποίος δεν ενεργούσε εν κρυπτώ, αλλά κατοικούσαν σε οικία εντός αυτού, ανήγειραν βιοτεχνικές εγκαταστάσεις εντός αυτού και δεν αρμόζουν σε νομέα που γνωρίζει ή από βαρειά αμέλεια αγνοεί ότι δεν είναι κύριος του ακινήτου.

Συνεπώς, η σχετική ένσταση του Ελληνικού Δημοσίου πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφασή του, τα ίδια ως άνω έκρινε, και απέρριψε την άνω ένσταση του πρώτου καθ' ου η κύρια παρέμβαση - εναγομένου ως ουσιαστικά αβάσιμη, ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις και επομένως ο έβδομος λόγος της υπό κρίση εφέσεως είναι ουσιαστικά αβάσιμος και απορριπτέος.

Περαιτέρω, το Ελληνικό Δημόσιο τόσο με τις ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου κατατεθειμένες προτάσεις του προς απόκρουση της "Β" έφεσης, όσο και με τον έβδομο λόγο της "Α" έφεσης, με τον οποίο επαναφέρει τον πρωτοδίκως προταθέντα ισχυρισμό κατά όλων των κυρίως παρεμβαινόντων - εναγόντων στις ΤΠ133/13 και ...

κύριες παρεμβάσεις-αγωγές και του δικαιοπαρόχου (Ε. Μ.) των κυρίως παρεμβαινόντων-εναγόντων στην ... αγωγή και ήδη εφεσίβλητων, ισχυρίζεται ότι οι τελευταίοι δεν κατείχαν αδιατάρακτα έκαστος εξ αυτών τα επίδικα ακίνητα κατά το χρονικό διάστημα από ....1973 έως και ....2003. Ως προς τον ισχυρισμό αυτό του Ελληνικού Δημοσίου, πέρα από τα όσα έχουν ήδη αναφερθεί, αποδείχθηκαν και τα ακόλουθα:

Μετά την πάροδο 12 ετών από την έκδοση της υπ' αριθ. 89/1967 απόφασης της Επιτροπής Απαλλοτριώσεων, του Νομού Τρικάλων, με πρωτοβουλία της Διεύθυνσης Γεωργίας της Νομαρχίας Τρικάλων πραγματοποιήθηκε από την Επιθεώρηση Τοπογραφικής Κεντρικής Ελλάδας του Υπουργείου Γεωργίας η αποτύπωση των τεμαχίων με αριθμό 88 και 94.

Διαπιστώθηκε ότι αυτά κατέχονταν από δεκαεννέα ιδιώτες, μεταξύ των οποίων: (1) ο Ε. Μ. του Ι. , δικαιοπάροχος των κυρίως παρεμβαινόντων-εναγόντων στην υπ' αριθ. κατάθ. ... αγωγή, το υπ' αριθ. 12 τεμάχιο της ανωτέρω αποτύπωσης, εμβαδού κατά 1.670 τ.μ., εντός του οποίου υπήρχε καφενείο και οικία, το οποίο αντιστοιχεί στο ακίνητο με ΚΑΕΚ 451304310003, (2) ο Χ.

Κ. του Δ. , κυρίως παρεμβαίνων-ενάγων υπ' αριθ. κατάθ. ... κύριας παρέμβασης-αγωγής, κατείχε το υπ' αριθ. 19 τεμάχιο της ανωτέρω αποτύπωσης, εμβαδού κατά την αποτύπωση 1.513 τ.μ., εντός του οποίου υπήρχε οικία και αποθήκη, το οποίο αντιστοιχεί στο ακίνητο με ΚΑΕΚ 451304318002, (3) ο Κ. Γ. του Δ. , δεύτερος κυρίως παρεμβαίνων - ενάγων της υπ' αριθ.

κατάθ. ... κύριας παρέμβασης-αγωγής, κατείχε το υπ' αριθ. 6 τεμάχιο της ανωτέρω αποτύπωσης, εμβαδού κατά την αποτύπωση 1.539 τ.μ., εντός του οποίου υπήρχε οικία και αποθήκη, το οποίο αντιστοιχεί στο ακίνητο με ΚΑΕΚ 451304310009, (4) o Σ. Γ. ή Α. του Δ. , τρίτος κυρίως παρεμβαίνων-ενάγων της υπ' αρ. κατάθ. ... κύριας παρέμβασης-αγωγής, κατείχε το υπ' αριθ. 8 τεμάχιο της ανωτέρω αποτύπωσης, εμβαδού κατά την αποτύπωση 807 τ.μ., εντός του οποίου υπήρχε οικία και κτίσμα, το οποίο αντιστοιχεί στο ακίνητο με ΚΑΕΚ 4513043 10008, (5)ο Β.

Κ. του Α., τέταρτος κυρίως παρεμβαίνων - ενάγων της υπ' αριθ. κατάθ. ... κύριας παρέμβασης -αγωγής, κατείχε το υπ' αριθ. 10 τεμάχιο της ανωτέρω αποτύπωσης, εμβαδού κατά την αποτύπωση 1.474 τ.μ., εντός του οποίου υπήρχε οικία και αποθήκη, το οποίο αντιστοιχεί στο ακίνητο με ΚΑΕΚ 451304310005, (6) ο Κ. Χ. του Ε. , πέμπτος κυρίως παρεμβαίνων-ενάγων της υπ' αριθ.

κατάθ. ... κύριας παρέμβασης- αγωγής, κατείχε το υπ' αριθ. 11 τεμάχιο της ανωτέρω αποτύπωσης, εμβαδού κατά την αποτύπωση 1.654 τ.μ., εντός του οποίου υπήρχε οικία και αποθήκη, το οποίο αντιστοιχεί στο ακίνητο με ΚΑΕΚ 451304310004, (7)ο Α. Τ. του Δ., έκτος κυρίως παρεμβαίνων ενάγων της υπ' αριθ. κατάθ. ... κύριας παρέμβασης-αγωγής, κατείχε το υπ' αριθ. 14 τεμάχιο της ανωτέρω αποτύπωσης, εμβαδού κατά την αποτύπωση 971 τ.μ., εντός του οποίου υπήρχε οικία και αποθήκη, το οποίο αντιστοιχεί στο ακίνητο με ΚΑΕΚ 451304318008, και (8) o Ε.

Μ. του Φ. , πρώτος κυρίως παρεμβαίνων-ενάγων της υπ' αριθ. κατάθ. ... κύριας παρέμβασης-αγωγής, κατείχε το υπ' αριθ. 3 τεμάχιο της ανωτέρω αποτύπωσης, εμβαδού κατά την αποτύπωση 906 τ.μ., το οποίο αντιστοιχεί στο ακίνητο με ΚΑΕΚ 451304310012. Η Διεύθυνση Γεωργίας της Νομαρχίας Τρικάλων με το υπ' αριθ. πρωτ. ...-1979 έγγραφό της προς το τμήμα Νομικών Υποθέσεων του Υπουργείου Γεωργίας ζήτησε πληροφορίες σχετικά με τη δυνατότητα νομιμοποίησης αυθαιρέτων κατόχων οικοπεδικής έκτασης στο Συνοικισμό Λογγακίου, η οποία βρισκόταν εκτός εγκεκριμένου ρυμοτομικού σχεδίου και ως εκ τούτου δεν ενέπιπτε στις διατάξεις του άρθρου 3 του ν. 666/1977, το οποίο όριζε σχετικά με την παραχώρηση αυθαιρέτως κατεχομένων κοινοχρήστων εκτάσεων.

Με το υπ' αριθ. πρωτ. ....1979 έγγραφό του, το τμήμα Νομικών Υποθέσεων του Υπουργείου Γεωργίας, πρότεινε την κίνηση της διαδικασίας για τη σύνταξη πρωτοκόλλου διοικητικής αποβολής, σύμφωνα με το άρθρο 5 του ν. 666/1977, διαδικασία όμως που δεν αποδείχθηκε ότι έλαβε χώρα κατά το έτος εκείνο. Επίσης, στο ανωτέρω έγγραφο του τμήματος Νομικών Υποθέσεων του Υπουργείου Γεωργίας διηγηματικά αναφέρεται ότι οι φερόμενοι ως αυθαίρετοι κάτοχοι των ανωτέρω εκτάσεων αρνήθηκαν να υποβάλλουν αιτήσεις στην Επιτροπή Απαλλοτριώσεων για να κρίνει αν η περίπτωσή τους εμπίπτει ή όχι στις διατάξεις του νόμου 666/1977, αφήνοντας προφανώς να εννοηθεί ότι κλήθηκαν προς τούτο.

Όμως, από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν αποδείχθηκε πως οι ανωτέρω νομείς των επιδίκων ακινήτων έλαβαν κλήση προκειμένου να υποβάλουν αιτήσεις προς την Επιτροπή Απαλλοτριώσεων και συνεπώς δεν υπήρξε πράξη διαταρακτική της νομής τους κατά το έτος 1979. Σε κάθε δε περίπτωση, η κοινοποίηση μία τέτοιας κλήσης δεν συνιστά διατάραξη της νομής των ανωτέρω νομέων.

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι, μετά από μία εκ νέου μακρά περίοδο έντεκα (11) ετών, με το υπ' αριθ. πρωτ. ....1990 έγγραφο της Διεύθυνσης Γεωργίας της Νομαρχίας Τρικάλων προσκαλούνταν οι φερόμενοι ως αυθαίρετοι κάτοχοι των ανωτέρω εκτάσεων, μεταξύ των οποίων και οι Ε. Μ. , Χ. Κ. , Κ. Γ. , Σ. Γ. ή Α. , Β. Κ. , Κ. Χ. , Α. Τ. και Ε.

Μ. , προκειμένου να υποβάλουν στην Επιτροπή Απαλλοτριώσεων αιτήσεις, με βάση τις διατάξεις του ν. 666/1977, για παραχώρηση των κατεχομένων ακινήτων, εφόσον έχουν τις προϋποθέσεις. οι νομείς των ανωτέρω ακινήτων δεν υπέβαλαν αιτήσεις, καθώς δεν αποδείχθηκε και κοινοποίηση σε αυτούς του ανωτέρω εγγράφου της Διεύθυνσης Γεωργίας και ακολούθως ο Νομάρχης Τρικάλων με την υπ' αριθ.

πρωτ. ....1991 απόφασή του, διέταξε τη διοικητική αποβολή όλων των κατόχων των δεκαεννέα (19) τεμαχίων, όπως αυτά είχαν αποτυπωθεί από την Επιθεώρηση Τοπογραφικής Κεντρικής Ελλάδας του Υπουργείου Γεωργίας το 1979. Μεταξύ των κατόχων-νομέων ήταν και οι Ε. Μ. , Χ. Κ. , Κ. Γ. , Σ. Γ. ή Α. , Β. Κ. , Κ. Χ. Α. Τ. και Ε. Μ. , διατάχθηκε δε η αποβολή τους από τα ακίνητα που νέμονταν, όπως ανωτέρω.

Η απόφαση δε αυτή έπρεπε να κοινοποιηθεί και στους αναφερόμενους σε αυτήν νομείς. Το πρωτόκολλο διοικητικής αποβολής εκδόθηκε από τη Διεύθυνση Γεωργίας της Νομαρχίας Τρικάλων στις ....1991 και με το υπ' αριθ. πρωτ. ....1991 έγγραφο της υπηρεσίας αυτής διαβιβάστηκε προς το Δήμο Τρικκαίων, προκειμένου να δημοσιευθεί.

Επίσης, με το υπ' αριθ. πρωτ. ...1991 έγγραφο της υπηρεσίας αυτής διαβιβάστηκε προς το Δήμο Τρικκαίων προκειμένου να επιδοθεί στους αναγραφόμενους νομείς. Πλην όμως το πρωτόκολλο διοικητικής αποβολής ούτε δημοσιεύθηκε στο Δήμο Τρικκαίων ούτε κοινοποιήθηκε στους ανωτέρω νομείς των ακινήτων, καθώς κάτι τέτοιο δεν αποδείχθηκε.

Έκτοτε παρέμεινε ανεκτέλεστο και το Ελληνικό Δημόσιο δεν προέβη σε καμία άλλη πράξη έως τις ....2003 που να συνιστά πράξη διατάραξης της νομής των ανωτέρω νομέων.

Συνεπώς, οι ανωτέρω διαλαμβανόμενοι νομείς των επιδίκων ακινήτων νέμονταν πράγματι αδιατάρακτα τα ακίνητά τους κατά το χρονικό διάστημα από ....1973 έως και ....2003, χωρίς ποτέ να διαταραχθούν στη νομή τους από το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο, υπό την έννοια της θετικής πράξεως η παραλείψεως, καθόσον οι προκύψασες ενέργειες του τελευταίου (κλήση για υποβολή αιτήσεων παραχώρησης στα πλαίσια του ν. 666/1977 και έκδοση Πρωτοκόλλου Διοικητικής Αποβολής), δεν συνιστούν διαταρακτικές, της νομής, πράξεις, παρά τα όσα περί του αντιθέτου αβάσιμα ισχυρίζεται το Ελληνικό Δημόσιο.

Το ανωτέρω πόρισμα του δικαστηρίου δεν αναιρείται ούτε από την κατάθεση του μάρτυρα του Ελληνικού Δημοσίου, από το έτος 2011 Προϊσταμένου του Τμήματος Τοπογραφίας, Εποικισμού και Αναδασμών της Διεύθυνσης Αγροτικής Οικονομίας και Κτηνιατρικής της Περιφερειακής Ενότητας Τρικάλων, ο οποίος στήριξε την κατάθεσή του αποκλειστικά σε έγγραφα που βρίσκονται ήδη στη δικογραφία, χωρίς να εισφέρει κάποιο διαφορετικό πραγματικό περιστατικό.

Ενόψει όλων των ανωτέρω αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών κύριοι των ακινήτων με ΚΑΕΚ 451304318002, 451304310009, 451304310008, 451304310004 και 451304318008 έχουν καταστεί οι ανωτέρω με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, κατά τα άνω αναλυτικά αναφερόμενα. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφασή του τα ίδια ως άνω έκρινε, ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις και συνεπώς όσα αντίθετα ισχυρίζεται το εκκαλούν με τον έβδομο λόγο της έφεσής του, όπως ισχυρίσθηκε και με τις νομότυπα κατατεθείσες έγγραφες προτάσεις του ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, είναι αβάσιμα και απορριπτέα.

Επομένως ορθά απορρίφθηκε ως προς τα άνω ακίνητα η ...-2012 αγωγή του εκκαλούντος ως ουσιαστικά αβάσιμη. Ενόψει όλων αυτών και δεδομένου ότι δεν υπάρχει άλλος λόγος έφεσης προς έρευνα, πρέπει η κρινόμενη "Α" έφεση να απορριφθεί ως αβάσιμη.

Περαιτέρω από τα άνω αποδείχθηκε ότι ο πρώτος κυρίως παρεμβαίνων -ενάγων Ε. Μ. του Φ. έχει καταστεί με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας κύριος του ακινήτου με ΚΑΕΚ 45130 43 10 012, εμβαδού 898 τμ. , το οποίο βρίσκεται στη θέση Λογγάκι της Κτηματικής Περιφέρειας του Δήμου Τρικκαίων. Επομένως η ...-2014 κύρια παρέμβαση πρέπει να γίνει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη και επιπρόσθετα πρέπει να διαταχθεί η διόρθωση των στοιχείων της αρχικής εγγραφής στα κτηματολογικά βιβλία του κτηματολογικού γραφείου Τρικάλων, που αφορούν το ανωτέρω περιγραφόμενο ακίνητο με ΚΑΕΚ 45130 43 10 012, εμβαδού 898 τ.μ., ώστε να εγγραφεί ο Ε. Μ. του Φ. και της Δ. κύριος αυτού κατά πλήρη κυριότητα, με αιτία κτήσης την έκτακτη χρησικτησία. Η εκκαλούμενη απόφαση που έκρινε αντίθετα ως προς το άνω ακίνητο και έκανε δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη την ...-2012 αγωγή και αναγνώρισε ως κύριο του ακινήτου το ελληνικό δημόσιο έσφαλλε και πρέπει ως προς το ακίνητο αυτό να εξαφανιστεί δεκτής γενομένης ως ουσιαστικά βάσιμης της "Β" έφεσης κατά το αίτημα αυτής περί απόρριψης της κύριας αγωγής (...-2012). Στη συνέχεια αφού κρατηθεί η υπόθεση από το Δικαστήριο τούτο (άρθρο 535 παρ 1 του ΚΠολΔ), να δικασθεί εκ νέου η από 27-03-2012 (αρ. καταθ. ...-2012) αγωγή και να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη, κατά την κύρια βάση της.

Περαιτέρω, πρέπει να εξεταστεί ως προς την επικουρική της βάση, η οποία είχε προταθεί νόμιμα στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο. Τούτο, διότι από τα άρθρα 522, 535 παρ.1 και 536 παρ. 1-2 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, μετά την παραδοχή λόγου εφέσεως, την εξαφάνιση της εκκαλουμένης και τη διακράτηση της υπόθεσης για την εκδίκασή της από αυτό κατ' ουσίαν, καθίσταται αρμόδιο να ερευνήσει και αυτεπαγγέλτως όλα τα ζητήματα που είχαν υποβληθεί πρωτοδίκως για την οριστική διάγνωση της διαφοράς. Έτσι, αν κρίνεται αγωγή με περισσότερες βάσεις, το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα της έφεσης δεν περιορίζεται μόνο στις διατάξεις της αποφάσεως που πλήττονται με την έφεση, αλλά εκτείνεται και στις εξετασθείσες πρωτοδίκως βάσεις, διότι δεν δικάζεται πλέον η έφεση αλλά η αγωγή (ΑΠ 909/2019, Νόμος).

Εν προκειμένω, το ενάγον ζήτησε ν' αναγνωριστεί κύριος του άνω ακινήτου δυνάμει τακτικής άλλως έκτακτης χρησικτησίας, καθόσον το νέμονταν συνεχώς και αδιαλείπτως με διάνοια κυρίου, καλή πίστη και νόμιμο τίτλο, δυνάμει της από 28-03-1923 απαλλοτριωτικής απόφασης (ΦΕΚ Β' 26/05-04-1923) καταλαμβάνοντας και διαφυλάττοντας αυτές με τα αρμόδια όργανα, τα οποία πραγματοποιούσαν οριοθετήσεις, κτηματογραφήσεις και αποτυπώσεις για τη σύνταξη των οικείων διαγραμμάτων διανομής και εφαρμογή αυτών στο έδαφος για τη διάθεση τους, ως κοινόχρηστων εποικιστικών εκτάσεων προς εξυπηρέτηση γενικότερου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος.

Με αυτό το περιεχόμενο και αίτημα η αγωγή, την επικουρική της βάση είναι νόμιμη στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων το άρθρο 25 παρ. 2 του από 24-11/26-12-1925 ν.δ. "περί τροποποιήσεως του Αγροτικού Κώδικος", 197 παρ.1 και 3 του Αγροτικού Κώδικα (Β.Δ. της 29 Οκτωβρίου/6 Δεκεμβρίου 1949 (Α 342), Περί κωδικοποιήσεως των Αγροτικών Νόμων, όπως ίσχυε πριν την κατάργηση του με το άρθρο 37 παρ.1 του ν. 4061/2012) και στις διατάξεις των άρθρων 1041, 1045 ΑΚ, 70, 176 ΚΠολΔ και του άρθρου 6 του v. 2664/1998 και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω κατ' ουσίαν.

Όπως ήδη αναφέρθηκε το επίδικο ακίνητο που αποτελεί τμήμα της απαλλοτριωθείσας έκτασης, που περιήλθε το έτος 1923 στη νομή και στην κατά πρωτότυπο τρόπο κτηθείσα κυριότητα του ελληνικού δημοσίου, με την ως άνω από το έτος 1926 άτυπη διανομή εκ μέρους του Σ.Α.Α.Κ. Λογγακίου περιήλθε στη νομή του Γ. Μ. του Ε., ένα έτος μετά την παράδοση της νομής και κατοχής του μειωμένου κλήρου που είχε λάβει το έτος 1925, ήτοι 42 στρέμματα γεωργικού κλήρου και 1.250 τ.μ.

οικοπεδικού κλήρου. Αυτό συνέβη πριν την ολοκλήρωση κατά το έτος 1932 διενεργηθείσας οριστικής διανομής και ενώ το επίδικο ακίνητο δεν απέκτησε τον κοινόχρηστο χαρακτήρα για το οποίο προορίζονταν, δηλαδή ουδέποτε κατέστη αλωνότοτοπος. Ο Γ. Μ. του Ε. εύλογα εξέλαβε κατά το χρονικό εκείνο διάστημα ότι το επίδικο ακίνητο που περιήλθε στη νομή του, ως δικαιούχου αγροτικής αποκατάστασης, προς συμπλήρωση του μειωμένου κλήρου του, αποτελούσε ένα ενιαίο γεωργικό κλήρο, εντός του οποίου, αμέσως μετά την παραλαβή του, διενήργησε πράξεις νομής που προσιδιάζουν σε κύριο και εντός αυτού έκτοτε καλλιεργούσε σιτάρι (βλ.

την αναφορά του γεωπόνου Ν. Μ.). Το ακίνητο αυτό μεταβιβάστηκε άτυπα πριν το έτος 1955 στον υιό του Φ. Μ., ο οποίος το νεμόταν με καλλιέργεια σίτου, όπως αποδεικνύεται και από την συνταχθείσα το 1955 αναφορά του γεωπόνου Ν. Μ. Το ακίνητο αυτό ο Φ. Μ. του Γ. το διένειμε σε δύο τμήματα, ένα εμβαδού 898 τ.μ., το οποίο φέρει ΚΑΕΚ 451304310012 και ένα εμβαδού 1.046 τ.μ., το οποίο φέρει ΚΑΕΚ 451304318008, ως τμήμα του τεμαχίου με αριθμό 88.

Πιο συγκεκριμένα το ακίνητο με ΚΑΕΚ 451304310012 το μεταβίβασε άτυπα το έτος 1967 στον υιό του Ε. Μ. του Φ. , ο οποίος τον διαδέχθηκε στη νομή. Έτσι από τότε διενεργεί πράξεις νομής που προσιδιάζουν σε κύριο τις οποίες συνεχίζει μέχρι και σήμερα, καλλιεργώντας εντός αυτού σιτάρι, καλαμπόκι και διάφορα κηπευτικά.

Εντός αυτού υπάρχουν ελαιόδεντρα τουλάχιστον 30 ετών, τα οποία συνεχίζει και φροντίζει καθώς και ένα ημιαρτεσιανό πηγάδι. Το ελληνικό δημόσιο μετά την κατά το έτος 1926 απώλεια της νομής του ουδέποτε την απέκτησε εκ νέου, οι δε χαρτογραφήσεις της περιοχής είναι μεμονωμένες πράξεις που δεν αναιρούν τα άνω αποδειχθέντα.

Συνεπώς το ελληνικό δημόσιο δεν κατέστη κύριος του ακινήτου αυτού ούτε τας προσόντα της τακτικής αλλά και της έκτασης χρησικτησίας και η επικουρική βάση της ...-2012 αγωγής του πρέπει ν' απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη.". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, κατά το μέρος που αφορά την αναιρετική δίκη, αφού συνεκδίκασε τις εφέσεις απέρριψε την έφεση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος επικυρώνοντας την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου: 1) ως προς το κεφάλαιο αυτής κατά το οποίο έγιναν κατ' ουσίαν δεκτές η πρώτη και η δεύτερη των κυρίων παρεμβάσεων και η τρίτη τούτων, ως προς τους ένατο μέχρι και δέκατο τέταρτο των παρεμβαινόντων (πλην της παρεμβάσεως του όγδοου τούτων Ε. Μ. , του οποίου απορρίφθηκε η παρέμβαση, πρωτοδίκως, λόγω της ερημοδικίας του) και αναγνωρίσθηκαν οι προαναφερόμενοι κύριοι των αναφερομένων στις παρεμβάσεις τους επιδίκων ακινήτων, πρωτοτύπως, με την ειδική χρησικτησία του άρθρου 4 παρ.1β' του ν. 3127/2003 και διέταξε την διόρθωση της ανακριβούς πρώτης κτηματολογικής εγγραφής και 2) αντιστοίχως απορρίφθηκε ως προς αυτούς η αγωγή του αναιρεσείοντος.

Περαιτέρω, το Εφετείο, δέχθηκε κατ' ουσίαν την έφεση του ανωτέρω παρεμβάντος και ήδη αναιρεσιβλήτου, Ε. Μ. , εξαφάνισε την εκκληθείσα πρωτοβάθμια απόφαση, δέχθηκε κατ' ουσίαν την κύρια παρέμβαση αυτού, τον οποίο αναγνώρισε κύριο του επιδίκου σε αυτήν (παρέμβαση) αναφερομένου ακινήτου και διέταξε και ως προς αυτόν, την διόρθωση της ανακριβούς πρώτης κτηματολογικής εγγραφής, απορρίπτοντας την αγωγή του αναιρεσείοντος.

Ειδικότερα, το Εφετείο έκρινε με τις σαφείς παραδοχές του : Ότι τα επίδικα ακίνητα ανήκαν στην κυριότητα του αναιρεσείοντος, Ελληνικού Δημοσίου, τα οποία απέκτησε, πρωτοτύπως, δυνάμει της από 28.03.1923 απόφασης του Υπουργού Γεωργίας, που δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ τεύχος Β' 26/05.04.1923, με την οποία ορίστηκε ως απαλλοτριωτέο, μεταξύ άλλων, το κτήμα Λογγακίου του Δήμου Τρικκαίων, εντός του οποίου αυτά βρίσκονται, προς σχηματισμό μικροϊδιοκτησιών, για την αποκατάσταση ακτημόνων καλλιεργητών, μεταξύ των οποίων οι απώτεροι δικαιοπάροχοι των αναιρεσιβλήτων, δικαιούχοι αγροτικού κλήρου.

Ότι ο συνεταιρικός κλήρος παραδόθηκε στον οικείο ΣΑΑΚ, ως διαχειριστή και μεσεγγυούχο αυτού, ο οποίος με απόφασή του το έτος 1926 και πριν την οριστική διανομή του αγροκτήματος που κυρώθηκε το έτος 1932, δυνάμει της υπ' αρ. ....1932 απόφαση του Υπουργού Γεωργίας που δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ Β', 77/23.08.1932, διένειμε με πρωτοβουλία του, ενώ ήταν κατά νόμο αναρμόδιος προς τούτο, από την έκταση του συνεταιριστικού κλήρου, (δημόσια εποικιστική), που προορίζονταν για κοινόχρηστη χρήση, και έτσι αναγράφονταν στον πίνακα της οριστικής διανομής ως κοινόχρηστη έκταση, ως αλωνότοπος, τμήμα αυτής στους αρχικούς κληρούχους, έκτασης μέχρι 1700 τμ στον καθένα, οι οποίοι προσάρτησαν, την επιπλέον αυτή έκταση, στον γεωργικό κλήρο που ήδη τους είχε παραχωρηθεί προσωρινά και άρχισαν έκτοτε να τα νέμονται συνολικά.

Ότι, με τον τρόπο αυτό, τα παραχωρηθέντα από τον συνεταιριστικό κλήρο ακίνητα, ως επιπλέον έκταση στους αρχικούς κληρούχους, δεν απέκτησαν κοινόχρηστο χαρακτήρα, ούτε χρησιμοποιήθηκαν ποτέ για τον κοινόχρηστο σκοπό για τον οποίο προορίζονταν, δηλαδή ως αλωνότοπος, αφού ήδη είχαν παραχωρηθεί στους αρχικούς κληρούχους προς συμπλήρωση του ανεπαρκούς γεωργικού κλήρου τους, οι οποίοι τα νέμονταν έκτοτε.

Ότι τα επίδικα ακίνητα βρίσκονται μέσα σε οριοθετημένο οικισμό, κάτω των 2000 κατοίκων και το καθένα τούτων έχει εμβαδόν μικρότερο των 2000 τμ. Ότι όλοι οι αναιρεσίβλητοι, κατά την κτήση της νομής των επιδίκων ακινήτων, είχαν καλή πίστη, καθώς και ότι οι δικαιοπάροχοί τους , αρχικοί κληρούχοι ήταν, κατά την κτήση της νομής, καλής πίστεως νομείς.

Ότι οι αναιρεσίβλητοι, άσκησαν καλόπιστη νομή στα ακίνητα πέραν της τριακονταετίας μέχρι την ....2003, με την προσμέτρηση στο χρόνο της νομής τους και της καλόπιστης νομής των δικαιοπαρόχων τους, αρχικών κληρούχων. Ότι ουδέποτε σε όλο το προαναφερόμενο χρονικό διάστημα, από την κτήση της νομής (1926) μέχρι την ....2003, διαταράχθηκε η νομή τους με οποιονδήποτε τρόπο από το αναιρεσείον, το οποίο γνώριζε την άσκηση αυτής επί των επιδίκων ακινήτων από τους αναιρεσίβλητους και πριν από αυτούς, από τους δικαιοπαρόχους τους άμεσους και απώτερους.

Ότι με τον τρόπο αυτό, απέκτησαν την κυριότητα των επιδίκων ακινήτων, πρωτοτύπως, με την ειδική χρησικτησία του άρθρ. 4 παρ. 1β του ν. 3127/2003, ως ανήκοντα στην ιδιωτική περιουσία του αναιρεσείοντος και όχι ως κοινόχρηστα - εκτός συναλλαγής πράγματα.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 4 παρ.1 του ως άνω ν. 3127/2003, ενόψει του ότι στην απόφασή του υπάρχει νομική ακολουθία μεταξύ των πραγματικών γεγονότων που έγιναν δεκτά από αυτό και υπήχθησαν στις παραπάνω διατάξεις, όπως η έννοια τους αναλύθηκε στην νομική σκέψη που προηγήθηκε και του συμπεράσματος του δικανικού συλλογισμού. Επομένως, ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, κατά το μέρος αυτού με το οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα και αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, της ευθείας παραβίασης με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των παραπάνω ουσιαστικών διατάξεων είναι αβάσιμος. Ο ίδιος αναιρετικός λόγος, κατά τις λοιπές αιτιάσεις του, με τις οποίες αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αρ. 1 του ίδιου άρθρου 559 ΚΠολΔ, της ευθείας παραβίασης, δια της παραλείψεως εφαρμογής των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 966, 967, 968, 971, 1054 ΑΚ , 2 και 4 του Α.Ν. 1539/1938 και 1 παρ.1 και 2 του Ν. 4061/2012, είναι αβάσιμος, ερειδόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση, καθόσον, μετά την παραδοχή του Εφετείου, ότι τα επίδικα ακίνητα δεν είναι κοινόχρηστα και συνεπώς δεν είναι πράγματα εκτός συναλλαγής, δεν ήταν εφαρμοστέες οι διατάξεις αυτές, για το λόγο αυτό και δεν ασχολήθηκε με την εφαρμογή τους.

Περαιτέρω το Εφετείο, δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού διέλαβε σε αυτή πλήρεις, σαφείς και μη αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες ζήτημα της συνδρομής των προϋποθέσεων της κτήσης κυριότητας, με την ειδική χρησικτησία του ν. 3127/2003 και ειδικότερα της καλόπιστης νομής των επιδίκων από τους αναιρεσίβλητους και τους δικαιοπαρόχους τους, κατά την κτήση της νομής, όσον και της θέσης των επιδίκων, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο τόσο των παραπάνω διατάξεων που εφάρμοσε όσο και εκείνων που δεν εφάρμοσε, εκθέτοντας με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν.

Επιπλέον, αντίφαση δεν δημιουργείται, από την παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης ότι αφενός μεν τα επίδικα ακίνητα βρίσκονται εκτός του ρυμοτομικού σχεδίου Λογγακίου και αφετέρου ότι βρίσκονται εντός του οικισμού Λογγακίου, ως προς το ουσιώδες ζήτημα της συνδρομής των προϋποθέσεων του ν. 3127/2003, σε σχέση με την θέση των επιδίκων, καθόσον ναι μεν η κύρωση από τον Υπουργό Γεωργίας της, προς αποκατάσταση των κληρούχων, γενομένης οριστικής διανομής, ενέχει και κύρωση του σχετικού ρυμοτομικού σχεδίου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 61 και 191 του Αγροτικού Κώδικα, όπως δέχθηκε το Εφετείο, πλην όμως η κύρωση αυτή δεν έχει την έννοια του ρυμοτομικού σχεδίου πόλης, στο οποίο και αναφέρεται ο ν. 3127/2003, και επομένως είναι πλεοναστική η σχετική, πρώτη παραπάνω παραδοχή, της προσβαλλόμενης απόφασης.

Επομένως, ο δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, της έλλειψης νόμιμης βάσης λόγω ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών, ως προς τα παραπάνω ουσιώδη ζητήματα, είναι αβάσιμος. Οι, περαιτέρω, στον ίδιο αναιρετικό λόγο, διαλαμβανόμενες αιτιάσεις είναι απαράδεκτες, καθόσον με αυτές πλήττεται η, αναιρετικώς ανέλεγκτη περί των πραγμάτων, κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, σε σχέση με την ύπαρξη κακής πίστης των αναιρεσιβλήτων και των δικαιοπαρόχων τους, αλλά και επειδή αναφέρονται σε ελλείψεις στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, καθώς και σε πραγματικά επιχειρήματα του αναιρεσείοντος, για το ίδιο ζήτημα, που δεν υπόκεινται στον αναιρετικό έλεγχο.

Κατόπιν τούτου, και μη υπάρχοντος άλλου αναιρετικού λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο στα δικαστικά έξοδα των παρόντων αναιρεσιβλήτων, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματος που οι τελευταίοι, νόμιμα και βάσιμα, υπέβαλαν με τις προτάσεις τους και στο ακροατήριο κατά την συζήτηση της υπόθεσης (άρθρα 176, 183, 191 παρ.2 ΚΠολΔ.), μειωμένα όμως κατ' άρθρο 22 του ν.3693/1957, κατά τα αναφερόμενα στο διατακτικό ειδικότερα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 29.04.2021 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου περί αναιρέσεως της 32/2020 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας.

Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων που ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Ιουνίου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 20 Ιανουαρίου 2026.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία, ο αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης, και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου