Legislator Case Law & Legislation
43/2024 AI generated

43/2024 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 43/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεωργία Κατσιμαγκλή, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, Σωκράτη Πλαστήρα και Σταύρο Μάλαινο, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

43/2024 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Συνεπώς, για την παραδεκτή άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως πρέπει να ερευνηθεί το ζήτημα της τελεσιδικίας της προσβαλλομένης αποφάσεως ως προς τις ανωτέρω τραπεζικές εταιρείες, οι οποίες, όπως προαναφέρθηκε, δικάστηκαν ερήμην στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο.

Keywords

AI generated
fluctuating monthly income sufficient income spouse's earned income adequate earning capacity reduction of spousal maintenance income reduction
AI generated
508/2020
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Χοϊμέ, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Μαρία Τζανακάκη και Αντώνιο Τσαλαπόρτα, Αρεοπαγίτες.
1024/2025
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο, Αντιγόνη Τζελέπη και Παναγιώτα Γιαννακοπούλου, Αρεοπαγίτες.
1377/2021
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευστάθιο Νίκα, Μαρία Βάρκα, Άννα Αγγελάτου - Βασιλείου και Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, Αρεοπαγίτες.
244/2023
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα - Εισηγήτρια, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή και Κανέλλα Τζαβέλλα - Δημαρά, Αρεοπαγίτες.
1427/2024
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σωκράτη Πλαστήρα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω κωλύματος της Αντιπρόεδρου Μυρσίνης Παπαχίου και της αρχαιοτέρας της συνθέσεως Αρεοπαγίτου Ασπασίας Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη), Σταύρο Μάλαινο, Αντιγόνη Τζελέπη, Ερασμία Λιούλη και Ζωή Καραχάλιου, Αρεοπαγίτες.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 43 / 2024 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 43/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεωργία Κατσιμαγκλή, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, Σωκράτη Πλαστήρα και Σταύρο Μάλαινο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 3 Μαρτίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Τ. Π. Κ. «Δ. (Τ.Π.κ.Δ.), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Μαρία Γεωργιάδη, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Δ. Μ.?μη του Κ., κατοίκου Β. Α., 2) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Ε. Τ. Τ. Ε. Α.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 3) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Α. Τ. «Α., που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 4) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τ. Π. Α.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Γ. Τ. Τ. Ε. Α.", 5) υπό ειδική εκκαθάριση ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Α. Τ. Τ. Ε. Α.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα από τον ειδικό εκκαθαριστή - ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "P. Ε. Ε. Ε. Α. Ε., Ε. Ε. Π. Ι. και δ.τ. «P. Ε. Ε. Ε. Α.", που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα και 6) ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Ο. Α. Ε. Δ." (ΟΑΕΔ) και ήδη "Δημόσια Υπηρεσία Απασχόλησης" (Δ.ΥΠ.Α.), που εδρεύει στον Άλιμο Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικού διαδόχου του ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Οργανισμός Εργατικής Κατοικίας", εκ των οποίων ο 1ος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Τριάντο, το 6ο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Κυμιωνή με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που δεν κατέθεσε προτάσεις (την ως άνω μεταβολή του αναιρεσιβλήτου τη δήλωσε με την από 2-3-2023 δήλωση του άρθρου 242 ΚΠολΔ), ενώ οι 2η, 3η, 4η και 5η δεν παραστάθηκαν.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-1-2014 αίτηση του 1ου των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών.

Εκδόθηκε η 2639/2017 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζητεί το αναιρεσείον με την από 18-5-2021 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Σταύρο Μάλαινο, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο το αναιρεσείον και οι 1ος και 6ο των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του 1ου αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη, από 18-5-2021 (με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 6/19-5-2021), αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η υπ' αριθμ. 2639/2017 οριστική απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε με την ειδική διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας (άρθρ. 3 του Ν. 3869/2010, σε συνδυασμό με άρθρο 739 επ. του Κ.Πολ.Δ.), ερήμην εκ των καθών η αίτηση, τραπεζικών εταιρειών, με τις επωνυμίες "A. B. Α..Ε.., «Γ.» Τ. Τ. Ε. Α..Ε.. και τον διακριτικό τίτλο «G.» «B. και «Α. Τ. Τ. Ε. Υ. Ε. Ε." και ήδη αναιρεσιβλήτων.

Συνεπώς, για την παραδεκτή άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως πρέπει να ερευνηθεί το ζήτημα της τελεσιδικίας της προσβαλλομένης αποφάσεως ως προς τις ανωτέρω τραπεζικές εταιρείες, οι οποίες, όπως προαναφέρθηκε, δικάστηκαν ερήμην στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο.

Κατά τη διάταξη του άρθρ. 553 παρ. 1, περ. β' του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των οριστικών αποφάσεων, που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση και περατώνουν όλη τη δίκη ή μόνο τη δίκη για την αγωγή ή την ανταγωγή. Έτσι, η ύπαρξη ερήμην αποφάσεως, δηλαδή αποφάσεως που εκδόθηκε με την απουσία, πραγματική ή πλασματική, ενός των διαδίκων, έστω και αν δεν στηρίχθηκε στη συναγωγή δυσμενών συνεπειών από την ερημοδικία του (Ολ.

Α.Π. 15/2001), ενεργοποιεί αυτομάτως τη δυνατότητα ασκήσεως κατ' αυτής ανακοπής ερημοδικίας από τον ερημοδικασθέντα (άρθρ. 502 του Κ.Πολ.Δ.), με συνέπεια, όσο διαρκεί η προθεσμία της ανακοπής ερημοδικίας, να αποκλείεται η άσκηση αιτήσεως αναιρέσεως κατά της ερήμην αποφάσεως, η οποία, αν, παρ' όλα αυτά, ασκηθεί, είναι απορριπτέα αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτη (άρθρ. 577 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), αφού, σε σχέση με την αναίρεση, δεν υπάρχει διάταξη όμοια με τη διάταξη του άρθρ. 513 παρ. 1, εδάφ.

β', περ. β' του Κ.Πολ.Δ., που ορίζει ότι κατά των ερήμην αποφάσεων επιτρέπεται έφεση ήδη από τη δημοσίευσή τους. Αντιθέτως, δηλαδή, με την καθιερούμενη με τη διάταξη αυτή συμπόρευση των προθεσμιών της εφέσεως και της ανακοπής ερημοδικίας, η αναίρεση κατά ερήμην αποφάσεως είναι επιτρεπτή, μόνον εφόσον δεν συγχωρείται κατ' αυτής ανακοπή ερημοδικίας ή αναλόγως έφεση (Ολ.

Α.Π. 11/1998), δηλαδή καθιερώνεται η αρχή της διαδοχικής ασκήσεως των προβλεπομένων ενδίκων μέσων (Α.Π. 244/2023, Α.Π. 20/2023, Α.Π. 1508/2022, Α.Π. 58/2020, Α.Π. 208/2020, Α.Π. 805/2019, Α.Π. 154/2017, Α.Π. 1049/2017, Α.Π. 180/2014).

Στην προκειμένη περίπτωση, από την προσβαλλόμενη απόφαση, που επιτρεπτώς επισκοπείται (άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.) για την έρευνα του ανωτέρω δικονομικού ζητήματος, το οποίο αποτελεί προϋπόθεση για την παραδεκτή άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως ως δικογράφου (άρθρο 577 παρ. 1, σε συνδ. με 553 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), προκύπτει ότι αυτή (απόφαση) εκδόθηκε ερήμην των καθών η αίτηση τραπεζικών εταιρειών και ήδη αναιρεσιβλήτων, με τις επωνυμίες "A.

B. Α..Ε.., «Γ.» Τ. Τ. Ε. Α..Ε.. και τον διακριτικό τίτλο «G.» «B. και «Α. Τ. Τ. Ε. Υ. Ε. Ε.", οι οποίες, σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως (βλ. 2η σελίδα αυτής), είχαν κληθεί νομίμως και εμπροθέσμως, για να παραστούν ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών στη δικάσιμο της 26-4-2017 και ότι η συζήτηση της υποθέσεως (κατά την ανωτέρω δικάσιμο) χώρησε σαν να ήταν και αυτές παρούσες (άρθρο 764 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.).

Επομένως, ως προς τις ανωτέρω αναιρεσίβλητες, εφόσον αυτές είχαν κλητευθεί νομίμως και εμπροθέσμως, η προσβαλλομένη απόφαση έχει καταστεί πλέον τελεσίδικη, καθόσον, σύμφωνα με το άρθρο 14 του Ν. 3869/2010, δεν υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας (Α.Π. 244/2023, Α.Π 20/2023, Α.Π. 1508/2022, Α.Π. 1497/2022). Συνακολούθως, η αίτηση αναιρέσεως έχει ασκηθεί παραδεκτώς ως δικόγραφο, κατ' άρθρον 553 παρ. 1, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 741 και 769 του Κ.Πολ.Δ.

και ως προς τις ανωτέρω δεύτερη, τρίτη και τέταρτη των αναιρεσιβλήτων. Εξάλλου, αναφορικώς με την τελεσιδικία της προσβαλλομένης αποφάσεως ως προς τους λοιπούς διαδίκους, προκύπτει ότι αυτή δημοσιεύτηκε στις 19-5-2017, χωρίς, όμως, να προκύπτει ότι έχει κοινοποιηθεί στις καθών η αίτηση τραπεζικές εταιρείες, ούτε, άλλωστε, κάποιος διάδικος επικαλείται τέτοια κοινοποίηση.

Επομένως, από την επομένη ημέρα της δημοσιεύσεως αυτής, δηλαδή από 20-5-2017, άρχισε να τρέχει η διετής αποσβεστική προθεσμία για την άσκηση εφέσεως κατ' αυτής (άρθρο 518 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.), η οποία συμπληρώθηκε στις 20-5-2019, οπότε πλέον η προσβαλλομένη απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου κατέστη τελεσίδικη και για τους λοιπούς διαδίκους, κατά το άρθρο 553 παρ. 1, περ.

β' του Κ.Πολ.Δ. και είναι δεκτική προσβολής με το ένδικο μέσο της αιτήσεως αναιρέσεως. Περαιτέρω, αναφορικώς με την εμπρόθεσμη άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως, κατ' άρθρον 564 του Κ.Πολ.Δ., που είναι, επίσης, στοιχείο του παραδεκτού της ως δικόγραφο (άρθρο 577 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), από την επομένη ημέρα της τελεσιδικίας, δηλαδή από 20-5-2019, άρχισε να τρέχει η διετής αποσβεστική προθεσμία για την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως (άρθρο 564 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.), η οποία συμπληρώθηκε στις 20-5-2021, ενώ η αίτηση αναιρέσεως κατατέθηκε ενώπιον του πρωτοβάθμιου, ως άνω, Δικαστηρίου στις 19-5-2021.

Ως εκ τούτου, αυτή ασκήθηκε νομοτύπως και εμπροθέσμως (άρθρα 552, 553 παρ. 1β, 556, 558, 564 παρ. 3 και 769 του Κ.Πολ.Δ.).

Κατά την έννοια του άρθρου 576 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., αν κατά τη συζήτηση της αναιρέσεως δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο, που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως αν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση, σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι ή, αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολειπομένου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νομίμως και εμπροθέσμως.

Αν η κλήση για συζήτηση δεν επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση, προχωρεί στη συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί (Α.Π. 244/2023). Από τις πιο πάνω διατάξεις προκύπτει ότι, σε περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας στη δίκη επί της αιτήσεως αναιρέσεως, εάν δεν κλητεύθηκε κάποιος από τους αναγκαίους ομοδίκους, η συζήτηση της αιτήσεως κηρύσσεται απαράδεκτη για όλους, εάν, όμως, αυτός κλητεύθηκε νομίμως, είτε από τον αντίδικό του, είτε από αναγκαίο ομόδικό του και δεν εμφανιστεί στη συζήτηση, τότε θεωρείται σαν να είναι παρών και η συζήτηση χωρεί νομίμως και ως προς τον απολειπόμενο αναγκαίο ομόδικο παρά την απουσία του (Α.Π. 244/2023, Α.Π. 20/2023, Α.Π. 1508/2022, Α.Π. 1437/2019, Α.Π. 1946/2017, Α.Π. 756/2017).

Εξάλλου, στη δίκη περί ρυθμίσεως οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων, ο δεσμός που συνδέει τους πιστωτές του αιτούντος - οφειλέτη, ενόψει του ότι η ισχύς της αποφάσεως, που θα εκδοθεί, εκτείνεται σε όλους τους "μετέχοντες στην δίκη" πιστωτές, είναι αυτός της αναγκαστικής παθητικής ομοδικίας, κατ' άρθρον 76 παρ. 1, περ.

β' του Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 244/2023, Α.Π. 1508/2022, Α.Π. 516/2020, Α.Π. 757/2019, Α.Π. 1049/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση, η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως προσδιορίστηκε για να συζητηθεί στη σημερινή δικάσιμο, ημέρα Παρασκευή και ώρα 09:30 με αριθμό πινακίου 40, σύμφωνα με την κάτω από αυτήν Πράξη της Προέδρου του Δ' Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου (άρθρο 568 παρ. 2-4 του Κ.Πολ.Δ.) και ορίσθηκε προθεσμία κοινοποιήσεως αυτής προ εξήντα (60) ημερών.

Εξάλλου, από τις υπ' αριθμ. 8588/16-3-2022, 8584/16-3-2022, 8577/16-3-2022 εκθέσεις επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών, με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών, Δέσποινας Καραμπουρνιώτη και την υπ' αριθμ. 1369/16-3-2022 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών, με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών, Δημητρίου Αθανασακόπουλου, τις οποίες προσκομίζει και επικαλείται νομίμως το αναιρεσείον, προκύπτει ότι, μετά από έγγραφη παραγγελία της Μαρίας Γεωργιάδη, Παρέδρου του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, πληρεξουσίου του αναιρεσείοντος, το οποίο επισπεύδει τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως, ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της κρινομένης αναιρέσεως, με την κάτω από αυτήν πράξη καταθέσεως δικογράφου και ορισμού δικασίμου για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (3-3-2023) και κλήση για να παραστούν κατά τη συζήτηση αυτής, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως (άρθρο 129 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.) στις δεύτερη, τρίτη, τέταρτη και πέμπτη των αναιρεσιβλήτων, αντιστοίχως.

Κατά την ανωτέρω, όμως, ορισθείσα δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε νομίμως κατά τη σειρά της από το οικείο πινάκιο, οι ανωτέρω αναιρεσίβλητες ήταν απούσες και, ειδικότερα, δεν παραστάθηκαν και δεν εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε και κατέθεσαν δήλωση, σύμφωνα με τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., ότι δεν θα παραστούν κατά την εκφώνησή της.

Επομένως, εφόσον οι ανωτέρω απολειπόμενες αναιρεσίβλητες δεν εμφανίστηκαν κατά την προκειμένη δικάσιμο, αν και κλητεύθηκαν νομίμως και εμπροθέσμως, το Δικαστήριο πρέπει, σύμφωνα με την ανωτέρω νομική σκέψη, να προχωρήσει στη συζήτηση της υποθέσεως παρά την απουσία τους. Κατόπιν τούτου, η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να ερευνηθεί, περαιτέρω, για το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 του Κ.Πολ.Δ.).

Από την επιτρεπτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως και των λοιπών διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 αριθμ. 2 του Κ.Πολ.Δ.), αναφορικώς με τη διαδικαστική πορεία της υποθέσεως, προκύπτει ότι ο ήδη πρώτος αναιρεσίβλητος άσκησε ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών την από 29-1-2014 (με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 832/4-2-2014) αίτησή του, με την οποία, επικαλούμενος ότι είναι φυσικό πρόσωπο, χωρίς πτωχευτική ικανότητα και ότι έχει περιέλθει σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών του προς τους καθών η αίτησή του, ζήτησε τη δικαστική ρύθμιση των οφειλών του προς τους ως άνω πιστωτές του, κατά το άρθρο 8 του Ν. 3869/2010 και την εξαίρεση από την εκποίηση της κύριας κατοικίας του, κατά το άρθρο 9 του ιδίου νόμου.

Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο εξέδωσε την υπ' αριθμ. 2639/2017 οριστική απόφασή του, με την οποία δέχθηκε την αίτηση ως βάσιμη κατ' ουσίαν, αφού απέρριψε ως αβάσιμη κατ' ουσίαν την προβληθείσα ένσταση περί δολίας περιελεύσεως του αιτούντος σε κατάσταση μόνιμης και γενικής αδυναμίας πληρωμής των οφειλών του, ρύθμισε τα χρέη του πρώτου αναιρεσιβλήτου με μηδενικές καταβολές προς τους πιστωτές του για τη ρύθμιση του χρέους του στα πλαίσια του άρθρου 8 παρ. 2 του Ν. 3869/2010, εξαίρεσε της εκποιήσεως της κυριότητας του 50% του αιτούντος επί της κύριας κατοικίας του και καθόρισε το καταβλητέο από αυτόν, για την αμέσως παραπάνω αιτία, συνολικό ποσό σε 49.154,36 ευρώ.

Στην έννοια του "προστατευόμενου μέλους", κατά τις διατάξεις των άρθρων 1389 επ. και 1486 επ. του Α.Κ., εντάσσεται κάθε πρόσωπο, το οποίο, ανεξαρτήτως της ενηλικιώσεώς του και της λήξεως της γονικής μέριμνας επ' αυτού, δεν μπορεί να διατρέφει τον εαυτό του από την περιουσία του ή από εργασία κατάλληλη για την ηλικία του, την κατάσταση της υγείας του και τις λοιπές βιοτικές του συνθήκες, ενόψει και των τυχόν αναγκών της εκπαίδευσής του καθώς και όποιος δεν δύναται να ανεύρει εργασία, εξαιτίας βαριάς ασθένειας ή αναπηρίας.

Επομένως, δεν υπάγονται τα ενήλικα τέκνα, που έχουν δυνατότητα να αυτοδιατραφούν και να εργαστούν καθώς και τα ενήλικα τέκνα, που δεν βρίσκονται σε κατάσταση μακροχρόνιας ανεργίας ή ως προς τα οποία δεν αποδεικνύεται αδυναμία εύρεσης εργασίας (Α.Π. 244/2023, Α.Π. 1917/2022). Περαιτέρω, με τη διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του Ν. 3869/2010, όπως ίσχυε και εφαρμόζεται στην προκειμένη υπόθεση πριν αντικατασταθεί με το άρθρο 1 παρ. 1 της ΥΠΟΠΑΡ.

Α.4 του άρθρου 2 του Ν. 4336/2015 (ΦΕΚ 94/Α/14-8-2015), ως εκ του χρόνου καταθέσεως της ενδίκου αιτήσεως ενώπιον του Ειρηνοδικείου (4-2-2014) που καταλαμβάνει, σύμφωνα με την παρ. 5 του άρθρου 2 της ΥΠΟΠΑΡ. Α.4 του άρθρου 2 του ιδίου νόμου, τις αιτήσεις που υποβάλλονται μετά την έναρξη ισχύος του, ορίζεται ότι "Φυσικά πρόσωπα που δεν έχουν πτωχευτική ικανότητα και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους (εφεξής οφειλέτες) δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο την αίτηση που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 4 για τη ρύθμιση των οφειλών τους και απαλλαγή.

Την ύπαρξη δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής". Επίσης, κατά τις διατάξεις του άρθρου 8 παρ. 1 και 2 του εν λόγω νόμου (όπως ίσχυε πριν τροποποιηθεί με τον Ν. 4336/2015), "Αν το σχέδιο δεν γίνεται δεκτό από τους πιστωτές ... το δικαστήριο ελέγχει την ύπαρξη των αμφισβητούμενων απαιτήσεων και την πλήρωση των προϋποθέσεων του άρθρου 1 για τη ρύθμιση των οφειλών και απαλλαγή του οφειλέτη.

Αν τα περιουσιακά στοιχεία του οφειλέτη δεν είναι επαρκή, το δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη τα πάσης φύσεως εισοδήματά του, ιδίως εκείνα από την προσωπική του εργασία, τη δυνατότητα συνεισφοράς του συζύγου, και σταθμίζοντας αυτά με τις βιοτικές ανάγκες του ίδιου και των προστατευόμενων μελών της οικογενείας του, τον υποχρεώνει να καταβάλλει μηνιαίως και για χρονικό διάστημα τριών έως πέντε ετών (άρθρ. 16 παρ. 2 ν. 4161/2013), ορισμένο ποσό για ικανοποίηση των απαιτήσεων των πιστωτών του, συμμέτρως διανεμόμενο".

Από τις διατάξεις αυτές, οι οποίες θεσμοθετούν τη δυνατότητα του φυσικού προσώπου να απαλλάσσεται από τα χρέη του, όταν δεν έχει ρευστοποιήσιμα περιουσιακά στοιχεία, ούτε επαρκούν τα τρέχοντα και προσδοκώμενα εισοδήματά του για την εξυπηρέτησή τους, ώστε να συνδυάζεται η μεγαλύτερη δυνατή ικανοποίηση των πιστωτών με την ανάκτηση της οικονομικής ελευθερίας του οφειλέτη και τη στοιχειώδη διαφύλαξη της προσωπικής αξιοπρέπειας αυτού και των προστατευόμενων μελών της οικογενείας του, προκύπτουν τα ακόλουθα:

Βασική προϋπόθεση για την υπαγωγή του οφειλέτη στις ρυθμίσεις του Ν. 3869/2010 είναι η αποδεδειγμένη μόνιμη (και όχι απλώς παροδική) περιέλευση αυτού σε γενική αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρεών του, ασχέτως αν αυτή υπήρχε κατά την ανάληψη των χρεών ή επήλθε μεταγενεστέρως, η οποία, πάντως, δεν πρέπει να οφείλεται σε δόλο του, του οποίου (δόλου) η ύπαρξη προτείνεται από πιστωτή.

Αδυναμία πληρωμών σημαίνει ανικανότητα του οφειλέτη να εξοφλήσει τους πιστωτές του, εξαιτίας ελλείψεως ρευστότητας, δηλαδή ελλείψεως όσων χρημάτων απαιτούνται για να μπορεί ο οφειλέτης να ανταποκρίνεται στα ληξιπρόθεσμα χρέη του, έστω και αν έχει ακίνητη ή άλλη περιουσία, η οποία, όμως, δεν μπορεί να ρευστοποιηθεί αμέσως.

Για τον προσδιορισμό της ρευστότητας λαμβάνεται υπ' όψιν το εισόδημα του οφειλέτη. Η εξόφληση των χρηματικών απαιτήσεων των πιστωτών πραγματοποιείται, κατά βάση, με τις μηνιαίες καταβολές του άρθρου 8 παρ. 2 για το αναφερόμενο εκεί χρονικό διάστημα, που ορίζονται από το δικαστήριο. Ως βασικά κριτήρια για τον καθορισμό του καταβλητέου μηνιαίου ποσού τάσσονται, από το ένα μέρος, τα εισοδήματα του οφειλέτη από οποιαδήποτε πηγή και, ιδίως, από την εργασία του και η δυνατότητα συνεισφοράς του συζύγου στα βάρη της (υπαρκτής και ενεργού) εγγάμου συμβιώσεως και, από το άλλο μέρος, οι βιοτικές ανάγκες (όχι απλώς οι στοιχειώδεις) του οφειλέτη και των προστατευόμενων μελών της οικογένειάς του, ώστε να καλύπτεται ένα επίπεδο αξιοπρεπούς διαβιώσεως αυτών, για την εξασφάλιση του οποίου να μην είναι απολύτως αναγκαίο το ποσό, που ορίζεται ως καταβλητέα μηνιαία καταβολή για την εξόφληση των χρεών.

Αν η σχέση αυτή είναι αρνητική, με την έννοια ότι η ρευστότητά του δεν του επιτρέπει να ανταποκριθεί στον όγκο των οφειλών του και στην κάλυψη των βιοτικών αναγκών του, υπάρχει μόνιμη αδυναμία πληρωμής. Για τον προσδιορισμό της ρευστότητας λαμβάνεται υπ' όψιν, όχι μόνο το εισόδημα του οφειλέτη, αλλά και η λοιπή περιουσία του, κινητή και ακίνητη, η οποία μπορεί να ρευστοποιηθεί, ώστε να ικανοποιήσει τους πιστωτές.

Για την αξιολόγηση της σχέσεως ρευστότητας, ληξιπρόθεσμων οφειλών και βιοτικών αναγκών λαμβάνεται υπ' όψιν τόσον η παρούσα κατάσταση ρευστότητας του οφειλέτη, όσον και αυτή που διαμορφώνεται σε βαθμό πιθανολογούμενης βεβαιότητας. Περαιτέρω, η μόνιμη αδυναμία πληρωμής του οφειλέτη, που πρέπει να υπάρχει κατά το χρονικό σημείο της καταθέσεως της αιτήσεως και η κατάσταση αυτή να διατηρείται μέχρι και τη συζήτηση στο ακροατήριο, μπορεί να οφείλεται σε διάφορα αίτια, όπως απόλυση από την εργασία, μείωση μισθού ή συντάξεως, σοβαρό πρόβλημα υγείας κ.λπ.

Η αδυναμία πληρωμής, κατά κανόνα, είναι πραγματικό ζήτημα, το οποίο δύναται να κριθεί από τη συνολική κατάσταση του οφειλέτη, από τη συνολική συμπεριφορά των πιστωτών του στο κρίσιμο χρονικό σημείο και την αναμενόμενη εξέλιξη στο μέλλον (Α.Π. 552/2020, Α.Π. 1379/2019, Α.Π. 882/2019, Α.Π. 52/2019, Α.Π. 551/2018). Επισημαίνεται ότι τα εισοδήματα από εργασία πρέπει να αναγράφονται στη σχετική δικαστική απόφαση καθαρά, καθώς μόνο το καθαρό εισόδημα διατίθεται για την κάλυψη των βιοτικών αναγκών του οφειλέτη (και των προστατευόμενων μελών της οικογένειάς του) (Α.Π. 144/2023, Α.Π. 1678/2022, Α.Π. 552/2020).

Εξάλλου, σύμφωνα με την παραπάνω διάταξη, του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν. 3869/2010, απαραίτητη προϋπόθεση για την υπαγωγή στο ρυθμιστικό πεδίο εφαρμογής του Ν. 3869/2010, είναι ο οφειλέτης να έχει περιέλθει χωρίς δόλο σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπροθέσμων χρηματικών οφειλών του. Ο Ν. 3869/2010 θεωρεί δεδομένη την έννοια του δόλου, από τη γενική θεωρία του αστικού δικαίου.

Στο πεδίο του τελευταίου, ο δόλος, ως μορφή πταίσματος, προβλέπεται στη διάταξη του άρθρου 330 του Α.Κ., με την οποία ορίζεται ότι "ο οφειλέτης ενέχεται, αν δεν ορίσθηκε κάτι άλλο, για κάθε αθέτηση της υποχρέωσής του από δόλο ή αμέλεια, δική του ή των νομίμων αντιπροσώπων του. Αμέλεια υπάρχει, όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές".

Η παραπάνω διάταξη παρέχει γενικό ορισμό της έννοιας του πταίσματος, έχει δε εφαρμογή, τόσο στις συμβάσεις, όσο και στις αδικοπραξίες, δηλαδή, σε κάθε περίπτωση, όπου γίνεται λόγος για υπαιτιότητα. Η ίδια διάταξη θεσπίζει δύο μορφές πταίσματος, τον δόλο και την αμέλεια. Ενώ, όμως, δίνει ορισμό της αμέλειας, τον προσδιορισμό του δόλου αφήνει στην επιστήμη και τη νομολογία.

Η έννοια του δόλου, όπως γίνεται δεκτή στο πεδίο του αστικού δικαίου, συμπίπτει με εκείνη του άρθρου 27 παρ. 1 του Π.Κ., που ορίζει ότι: "Με δόλο (πρόθεση) πράττει όποιος θέλει την παραγωγή των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια κάποιας αξιόποινης πράξης. Επίσης, όποιος γνωρίζει ότι από την πράξη του ενδέχεται να παραχθούν αυτά τα περιστατικά και το αποδέχεται".

Η τελευταία αυτή διάταξη διακρίνει το δόλο σε άμεσο και ενδεχόμενο. Ορίζει δε, ότι με άμεσο δόλο πράττει αυτός, που θέλει την παραγωγή του εγκληματικού αποτελέσματος, καθώς και εκείνος που δεν επιδιώκει μεν αυτό, προβλέπει, όμως, ότι τούτο αποτελεί αναγκαία συνέπεια της πράξεώς του και, παρά ταύτα, δεν εγκαταλείπει την πράξη του.

Αντιθέτως, με ενδεχόμενο δόλο πράττει εκείνος, που προβλέπει το εγκληματικό αποτέλεσμα ως δυνατή συνέπεια της πράξεώς του και το αποδέχεται (Ολ. Α.Π. 4/2010, Ολ. Α.Π. 8/2005). Η διάταξη αυτή ισχύει και για τις ενοχές άλλων κλάδων του ενοχικού δικαίου και έτσι αποκτά γενικότερη σημασία, που ξεπερνά τα πλαίσια της ευθύνης από προϋφισταμένη ενοχή (Α.Π. 677/2010).

Δόλο, κατά συνέπειαν, συνιστά η περίπτωση εκείνη του δράστη, κατά την οποία επιδοκιμάζει, δηλαδή προβλέπει, το αποτέλεσμα ως ενδεχόμενο και, τελικώς, το αποδέχεται. Ο δόλος σχετίζεται και αφορά πάντα πράξη και αυτή θα είναι η απαγορευμένη από το δίκαιο στον δράστη αθέτηση ενοχικής υποχρεώσεως ή, γενικότερα, αδικοπραξία.

Μεταξύ των εννοιολογικών στοιχείων του δόλου είναι και η πρόβλεψη του δράστη, ότι η συμπεριφορά του θα προκαλέσει καθυστέρηση στην εκπλήρωση της υποχρεώσεώς του ή θα προκαλέσει το γεγονός της αδυναμίας παροχής του, συνείδηση, δηλαδή, του δράστη για τον κίνδυνο επελεύσεως των αποτελεσμάτων αυτών. Για τα ανωτέρω αρκεί και απαιτείται η πρόβλεψη και η αποδοχή του παρανόμου αποτελέσματος σε γενικές γραμμές και κατά τα γενικά ουσιώδη γνωρίσματά του.

Η ακριβής έκταση της ζημίας, οι λεπτομέρειες ή οι ιδιότητες του προσβαλλόμενου αγαθού και οι λοιπές περιστάσεις που καθορίζουν το μέγεθος της προσβολής, δεν απαιτείται να προβλέπονται σαφώς τουλάχιστον στον βαθμό, που δεν ανάγονται από το νόμο σε κρίσιμα, για την ύπαρξη της ευθύνης, περιστατικά. Στην περίπτωση του Ν. 3869/2010 ο νόμος χρησιμοποιεί την έννοια του δόλου και τη συνδέει με μια πραγματική κατάσταση, που είναι η μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπροθέσμων χρηματικών οφειλών.

Περαιτέρω, από τη διατύπωση της παρ. 1, εδάφ. α' του Ν. 3869/2010, προκύπτει ότι το στοιχείο του δόλου αναφέρεται στην περιέλευση του οφειλέτη σε κατάσταση μόνιμης αδυναμίας πληρωμών. Επομένως, το στοιχείο του δόλου δύναται να συντρέχει, τόσον κατά τον χρόνο αναλήψεως της οφειλής, όσον και κατά τον χρόνο μετά την ανάληψη της τελευταίας.

Ο δόλος αντιμετωπίζεται κατά τον ίδιο τρόπο, είτε είναι αρχικός, είτε είναι μεταγενέστερος. Το κρίσιμο ζήτημα είναι το περιεχόμενο του δόλου και όχι ο χρόνος, που αυτός εκδηλώθηκε. Στην περίπτωση της παρ. 1 του άρθρου 1 του Ν. 3869/2010, ο οφειλέτης ενεργεί δολίως, όταν με τις πράξεις ή παραλείψεις του επιδιώκει την αδυναμία των πληρωμών του ή προβλέπει ότι οδηγείται σε αδυναμία πληρωμών και δεν αλλάζει συμπεριφορά, αποδεχόμενος το αποτέλεσμα αυτό.

Ειδικότερα, πρόκειται για τον οφειλέτη εκείνο, ο οποίος καρπούται οφέλη από την υπερχρέωσή του, με την απόκτηση κινητών ή ακινήτων, πλην όμως, είτε γνώριζε, κατά την ανάληψη των χρεών, ότι είναι αμφίβολη η εξυπηρέτησή τους, είτε από δική του υπαιτιότητα βρέθηκε μεταγενεστέρως σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών (Α.Π. 778/2022, Α.Π. 400/2020, Α.Π. 286/2017, Α.Π. 153/2017, Α.Π. 65/2017).

Επομένως, η συνεπεία του δόλου μόνιμη αδυναμία του οφειλέτη δεν είναι αναγκαίο να εμφανισθεί μετά την ανάληψη του χρέους, αλλά μπορεί να υπάρχει και κατά την ανάληψη αυτού, όταν δηλαδή ο οφειλέτης ήδη από την αρχή, αναλαμβάνοντας το χρέος, γνωρίζει ότι, ενόψει των εισοδημάτων του και των εν γένει αναγκών του, δεν μπορεί να το εξυπηρετήσει.

Περίπτωση ενδεχόμενου δόλου συντρέχει, όταν ο οφειλέτης συμφωνεί με ικανό αριθμό πιστωτικών ιδρυμάτων, την απόλαυση μεγάλου αριθμού τραπεζικών προϊόντων, προβλέποντας ως ενδεχόμενο ότι ο υπερδανεισμός του με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες, σε συνδυασμό με το ύψος των οφειλών του, θα τον οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και, παρά ταύτα, αποδέχθηκε το αποτέλεσμα αυτό.

Ειδικότερα, σε μία δανειακή σύμβαση υφίσταται κατ' ουσίαν αποδοχή από τον δανειολήπτη της προβλεπόμενης αδυναμίας του να αποπληρώσει το ειλημμένο δάνειο, όταν έχοντας γνώση της πρόδηλης αναντιστοιχίας των εισοδημάτων του προς τις οφειλές, την αποπληρωμή των οποίων με ιδία πρωτοβουλία αναλαμβάνει και σταθμίζοντας τη διακινδύνευση των οικονομικών συμφερόντων, τόσον του ιδίου, όσον και του πιστωτή του, με το επιδιωκόμενο όφελος, το οποίο θα καρπωθεί, εφόσον πραγματοποιηθεί ο κίνδυνος, προβαίνει στη σύναψη της σχετικής δανειακής συμβάσεως, επειδή κρίνει ότι η σκοπούμενη γι' αυτόν ωφέλεια από τη χρήση των δανειακών κεφαλαίων σαφώς υπερέχει των συνεπειών, που επαπειλούνται από την επέλευση του κινδύνου.

Ο δόλος του οφειλέτη στη μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών χρεών του περιορίζεται στην πρόθεση του οφειλέτη και μόνο, δηλαδή σε ένα υποκειμενικό στοιχείο, χωρίς ανάγκη προσθήκης και άλλων αντικειμενικών στοιχείων, όπως είναι η εξαπάτηση των υπαλλήλων του πιστωτικού ιδρύματος και η παράλειψη από την πλευρά των τελευταίων να ενεργήσουν την αναγκαία έρευνα, πριν χορηγήσουν την πίστωση, της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειολήπτη, πράγμα το οποίο, άλλωστε, δεν ανταποκρίνεται στο πνεύμα του νόμου (Α.Π. 1164/2022, Α.Π. 1446/2018, Α.Π. 515/2018, Α.Π. 286/2017, Α.Π. 153/2017).

Περαιτέρω, όπως προκύπτει από την πρόβλεψη του τελευταίου εδαφίου της παρ. 1 του πιο πάνω άρθρου 1 του Ν. 3869/2010, σύμφωνα με την οποία την ύπαρξη του δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής, το επιλαμβανόμενο της υποθέσεως Δικαστήριο ερευνά την ύπαρξη του δόλου όχι αυτεπαγγέλτως, αλλά, όπως είναι αυτονόητο και γι' αυτό παραλείφθηκε στο νόμο, κατά πρόταση πιστωτή, ο οποίος πρέπει να προτείνει τον εν λόγω ισχυρισμό κατά τρόπο ορισμένο, ήτοι με σαφή έκθεση των γεγονότων, που τον θεμελιώνουν και να τον αποδείξει (Α.Π. 778/2022, Α.Π. 1446/2018, Α.Π. 286/2017, Α.Π. 153/2017).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 14 του Ν. 3869/2010, οι αποφάσεις του δικαστηρίου υπόκεινται σε έφεση και αναίρεση, σύμφωνα με το άρθρο 560 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας. Έτσι, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμ. 6 του Κ.Πολ.Δ., όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1, άρθρο τρίτο του Ν. 4335/2015 και ισχύει, κατ' άρθρον 1, άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 του νόμου αυτού, για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από 1-1-2016, όπως είναι και η ένδικη αίτηση αναιρέσεως, "Κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης".

Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί, όπως και εκείνη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ίδιου Κώδικα, κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο παρών λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία, που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός, πρέπει να μνημονεύονται στο αναιρετήριο, εκτός από τον κανόνα δικαίου που φέρεται ότι παραβιάστηκε, προκειμένου να ελεγχθεί αν υπάρχει, σχετικά με την εφαρμογή του, έλλειψη αιτιολογιών ή αντίφαση ή, κυρίως, ανεπάρκεια αυτών και: α) έστω και συνοπτικά (Ολ.Α.Π. 14/2010, όπου και παραπομπές στις αποφάσεις του ΕΔΔΑ), οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως ή μνεία ότι αυτή δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, β) ο ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση) και τα περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή η αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό και γ) εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, δηλαδή, αν πρόκειται για παντελή έλλειψη αιτιολογίας, μνεία μόνο τούτου, αν πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολογία, ποια, επιπλέον, περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται ή ως προς τι υπάρχει έλλειψη νομικού χαρακτηρισμού και, αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες, ποιες είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από πού προκύπτει (Ολ.

Α.Π. 20/2005). Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η διάταξη αυτή, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ' αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.

Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, άρα, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της αποφάσεως, ώστε, στο πλαίσιο της υπ' όψη διατάξεως του άρθρου 560 αριθμ. 6 (ή 559 αριθμ. 19) του Κ.Πολ.Δ., αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναιρέσεως ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικώς τα επιχειρήματα των διαδίκων, που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος (Ολ.

Α.Π. 9/2016, Α.Π. 20/2023, Α.Π. 1683/2022, Α.Π. 1162/2022).

Με τον πρώτο αναιρετικό λόγο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 560 αριθμ. 1 και 6 του Κ.Πολ.Δ., για το λόγο ότι το Ειρηνοδικείο Αθηνών δέχθηκε ότι συνέτρεχε στο πρόσωπο του αιτούντος η άνευ δόλου περιέλευσή του σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 11 παρ. 1 του Ν. 4172/2013 (περί Κώδικος Φορολογίας Εισοδήματος για προστατευόμενα μέλη) και των άρθρων 1389 και 1486 του Α.Κ., που ρυθμίζουν την κοινή συμβολή για τις οικογενειακές ανάγκες και τους όρους διατροφής από το γάμο, αντιστοίχως, καθώς και των διατάξεων του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν. 3869/2010, με το να κρίνει ως προστατευόμενο μέλος το ενήλικο τέκνο του αιτούντος και ήδη πρώτου αναιρεσιβλήτου, το οποίο, όμως, δεν ήταν προστατευόμενο ούτε εξαρτώμενο μέλος, παραβιάζοντας έτσι ευθέως, αλλά και εκ πλαγίου, με ανεπαρκείς αιτιολογίες, τις ως άνω διατάξεις.

Περαιτέρω, με το δεύτερο λόγο της αναιρέσεως, από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 του Κ.Πολ.Δ., το αναιρεσείον, παραθέτοντας συνοπτικώς τις παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως που ενδιαφέρουν στην παρούσα αναιρετική δίκη, προσάπτει στην απόφαση αυτή την αιτίαση ότι, σχετικώς με την κρίση του Δικαστηρίου για το ότι ο αιτών περιήλθε σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμών των ληξιπρόθεσμων χρεών του, δεν έχει νόμιμη βάση και, συγκεκριμένα, έχει ελλιπείς αιτιολογίες, αφού δεν αναφέρονται σε αυτήν η μηνιαία δόση των δανείων κατά το χρόνο συνομολογήσεως αυτών, ενώ δεν αναφέρεται: 1) Το χρονικό σημείο συνομολογήσεως των δανείων, 2) Τα καθαρά ατομικά εισοδήματα του αιτούντος κατ' έτος, 3) Τα καθαρά ατομικά εισοδήματα της συζύγου του αιτούντος, 4) Το ακριβές ύψος των ατομικών του εισοδημάτων, 5) Η μηνιαία δόση που οφείλει να καταβάλει ο αιτών στο αναιρεσείον, 6) Η εξέλιξη των καθαρών ατομικών εισοδημάτων του αιτούντος από τον χρόνο δανεισμού έως την συζήτηση της αιτήσεως στο ακροατήριο, 7) Για ποιο λόγο το ενήλικο τέκνο του αιτούντος ανήκει στα προστατευόμενα μέλη και ο αιτών έχει υποχρέωση διατροφής του, 8) Εάν το ισχυριζόμενο καθεστώς ανεργίας της συζύγου του είναι πρόσκαιρο ή μόνιμο και 9) Ποια η προβλεπόμενη στο εγγύς μέλλον εξέλιξη της ρευστότητας του αιτούντος σε σχέση με τις ληξιπρόθεσμες οφειλές του και, έτσι, παραβιάστηκε η διάταξη, ουσιαστικού δικαίου, του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν. 3869/2010.

Ειδικότερα, το πιο πάνω Δικαστήριο δέχθηκε, ως προς τις αιτιάσεις αυτές, τα ακόλουθα: "Ο αιτών (ήδη πρώτος αναιρεσίβλητος) γεννήθηκε το έτος 1965, είναι έγγαμος, πατέρας ενός ενηλίκου τέκνου, ηλικίας 20 ετών και κατοικεί μαζί με την οικογένειά του στην Αθήνα σε κατοικία συνιδιοκτησίας του με τη σύζυγό του, κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου.

Ο ανωτέρω είναι υπάλληλος του ΕΦΚΑ, πρώην ΙΚΑ και οι καθαρές μηνιαίες του αποδοχές από την εργασία του αυτή ανέρχονται στο ποσό των 699,78 ευρώ. Τον Νοέμβριο του έτους 2013, ο αιτών τέθηκε σε διαθεσιμότητα λόγω κατάργησης της θέσεως εργασίας του στο ως άνω ν.π.δ.δ. και επαναπροσλήφθηκε σε αυτό τον Αύγουστο του έτους 2015, με μειωμένες αποδοχές συγκριτικά με τα προηγούμενα έτη, οι οποίες σήμερα ανέρχονται στο προαναφερόμενο επίπεδο.

Η σύζυγος του αιτούντος, Γ. Λ., γεννηθείσα το έτος 1966, είναι άνεργη εγγεγραμμένη στα μητρώα ανέργων του ΟΑΕΔ, ωστόσο δεν δικαιούται επιδόματος ανεργίας. Ειδικότερα, η ανωτέρω διατηρούσε ατομική επιχείρηση ενοικίασης στερεοφωνικών συγκροτημάτων και διοργάνωσης ψυχαγωγικών εκδηλώσεων, στη διακοπή των εργασιών της οποίας προέβη στα τέλη του έτους 2014, εξαιτίας της ζημιογόνου πορείας που η ανωτέρω επιχείρηση παρουσίαζε ήδη από το έτος 2013.

Έκτοτε, η σύζυγος του αιτούντος δεν εργάζεται και επομένως, μοναδική εισοδηματική πηγή της οικογένειάς του αποτελεί η ανωτέρω εργασία του. Από την παράθεση των εκκαθαριστικών σημειωμάτων και των δηλώσεων φόρου εισοδήματος που προσκομίζει ο αιτών προκύπτει ότι το οικογενειακό του εισόδημα υπήρξε σταθερά υψηλό επί σειρά ετών, ανερχόμενο κατά μέσο όρο σε 33.000 ευρώ ετησίως, έως το έτος 2013, έτος κατά το οποίο μειώθηκε σε ποσοστό άνω του 50%.

Συγκεκριμένα το οικογενειακό εισόδημα του αιτούντος ανήλθε σε 25.911,05€ το έτος 2008 (20.270,96€ ατομικό 5.640,09€ της συζύγου), 33.600,17€ το έτος 2009 (25.428,06€ ατομικό 8.172,11€ της συζύγου), 38.840,28€ το έτος 2010 (28.198,42€ ατομικό 10.641,86€ της συζύγου), 37.168,39€ το έτος 2011 (24.965,08€ ατομικό 12.203,31€ της συζύγου), εν συνεχεία μειώθηκε και ανήλθε σε 29.229,86€ το έτος 2012 (14.610,90€ ατομικό 14.618,96€ της συζύγου), 9.526,67€ το έτος 2013 (8.840,45€ ατομικό 686,22€ της συζύγου) και σε 9.073,92€ το έτος 2014 (9.073,92€ ατομικό και μηδενικό της συζύγου).

Περαιτέρω, από τις προσκομιζόμενες δηλώσεις περιουσιακής κατάστασης (Ε9) σε συνδυασμό με το υπ' αριθμ. 5104/2008 συμβόλαιο της Συμβολαιογράφου Αθηνών, Αγλαΐας Κατσούλα και τη δήλωση ενιαίου φόρου ιδιοκτησίας ακινήτων (ΕΝΦΙΑ) έτους 2016, προκύπτει ότι ο αιτών είναι εμπράγματος δικαιούχος δικαιώματος πλήρους κυριότητας σε ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου μιας ενιαίας κατοικίας αποτελούμενης από ισόγειο, πρώτο όροφο και δώμα, συνολικής επιφάνειας κυρίων χώρων 166,88 τ.μ.

και βοηθητικών 47,78 τ.μ., έτους κατασκευής 1977, η οποία βρίσκεται στο Δ. Β. Α., επί της οδού Φ. αρ. 29. Η αντικειμενική αξία του ποσοστού του δικαιώματος του αιτούντος επί της άνω κατοικίας, της οποίας ζητείται η εξαίρεση από τη ρευστοποίηση, επειδή χρησιμεύει ως κύρια κατοικία του, ανέρχεται συνολικά στο ποσό των 61.442,96 €.

Επιπλέον ο αιτών είναι εμπράγματος δικαιούχος δικαιώματος πλήρους κυριότητας σε ποσοστό 50% α) ενός οικοπέδου εκτάσεως 135 τ.μ. με την επ' αυτού οικία, επιφάνειας 46 τ.μ., έτους κατασκευής 1930, ευρισκόμενου στη δημοτική κοινότητα Κ. του Δ. Α. Ά., αξίας 1.500 ευρώ, β) ενός αγροτεμαχίου εκτάσεως 630 τ.μ., ευρισκόμενου στη θέση "Δ.

«Β. στο Δ. Κ. Α., αξίας 3.000 ευρώ, γ) ενός αγροτεμαχίου, εκτάσεως 2.136,33 τ.μ., ευρισκόμενου στη θέση «Π.», αξίας 2.500 ευρώ, δ) ενός αγροτεμαχίου εκτάσεως 3.007,67 τ.μ., ευρισκόμενου στη θέση «Τ.» στον Α. Α., αξίας 2.500 ευρώ και ε) επτά αγροτεμαχίων-ελαιόδεντρα, εκτάσεως 380,70 τ.μ., 189 τ.μ., 188,70 τ.μ., 575,32 τ.μ., 432,86 τ.μ., 687,30 τ.μ. και 198 τ.μ.

αντίστοιχα, τα οποία βρίσκονται στη θέση "Μ. Π.. «Π. στη Π., συνολικής αξίας 5.000 ευρώ. Τ. ο αιτών είναι ιδιοκτήτης ενός ΙΧΕ αυτοκινήτου, μάρκας SEAT CORDOBA, 1.400 cc, έτους πρώτης κυκλοφορίας 2001, αξίας 1.000 ευρώ και ενός δίκυκλου μοτοποδηλάτου μάρκας SUZUKI, 200 cc, έτους κυκλοφορίας 2007, αξίας 300 ευρώ. Σε χρόνο προγενέστερο του έτους από την κατάθεση της αίτησης ο αιτών είχε αναλάβει τα παρακάτω χρέη, τα οποία τόσο αυτά προς τους ανέγγυους όσο και αυτά προς τους ενέγγυους πιστωτές κατά πλάσμα του νόμου θεωρούνται με την κοινοποίηση της αίτησης ληξιπρόθεσμα και υπολογίζονται με την τρέχουσα αξία τους κατά το χρόνο κοινοποίησης αυτής, εκτός από το χρέος εκ του εμπραγμάτως ασφαλισμένου στεγαστικού δανείου που αναφέρεται παρακάτω, του οποίου ο εκτοκισμός συνεχίζεται με το επιτόκιο ενήμερης οφειλής μέχρι το χρόνο εκδόσεως της απόφασης.

Οι ληξιπρόθεσμες οφειλές του αιτούντος ανέρχονται στο συνολικό ποσό των 391.672,94 € και συγκεκριμένα αυτός οφείλει: 1) Στην ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΉΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ" 352.079,34€ από α) την υπ' αριθμ. 4211125524 σύμβαση στεγαστικού δανείου (191.400,17€), β) την υπ' αριθμ. 4211641522 σύμβαση στεγαστικού δανείου (117.005,24€), γ) την υπ' αριθμ. 4229715943 σύμβαση στεγαστικού δανείου (43.673,11€), δ) την υπ' αριθμ. 5278900015304038 σύμβαση χορήγησης πιστωτικής κάρτας (0,48€) και ε) την υπ' αριθμ. 5278900186240359 σύμβαση χορήγησης πιστωτικής κάρτας (0,34€).

Οι ανωτέρω υπό στοιχ. 1α, 1β και 1γ απαιτήσεις της καθής είναι εμπραγμάτως ασφαλισμένες με προσημείωση υποθήκης α', β' και γ' σειράς αντίστοιχα επί του ακινήτου περιουσιακού στοιχείου του αιτούντος που χρησιμεύει ως κύρια κατοικία του. 2) Στην ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "ALPHA BANK ΑΕ" 3.267,98€ από την υπ' αριθμ. 3515178 σύμβαση καταναλωτικού δανείου 3) Στην ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "ΓΕΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ" 3.359,20€ από την υπ' αριθμ. 16160494 σύμβαση καταναλωτικού δανείου 4) Στην ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "Α.

Τ. Τ. Ε. Α. ΥΠΟ ΕΙΔΙΚΗ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΗ" 6.527,81€ από την υπ' αριθμ. 526/2008/6010 σύμβαση χορήγησης πιστωτικής κάρτας 5) Στο ν.π.δ.δ. με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΑΠΑΣΧΟΛΗΣΗΣ ΕΡΓΑΤΙΚΟΥ ΔΥΝΑΜΙΚΟΥ ΟΑΕΔ" 14.609€ από σύμβαση στεγαστικού δανείου. Η ως άνω υπό στοιχ. 5 απαίτηση του καθού είναι εμπραγμάτως ασφαλισμένη με προσημείωση υποθήκης δ' σειράς επί του ακινήτου περιουσιακού στοιχείου του αιτούντος που χρησιμεύει ως κύρια κατοικία του 6) Στο ν.π.δ.δ.

με την επωνυμία "Τ. Π. Κ. «Δ. 15.191,81€ από την υπ' αριθμ. 21/26442 σύμβαση δανείου μικροεπισκευών. Ο κύριος όγκος του χρέους του αιτούντος προέρχεται από ένα στεγαστικό δάνειο που έλαβε από τη πρώτη των καθών διαδοχικά, από κοινού με τη σύζυγό του το έτος 2008 για την ανέγερση της ανωτέρω περιγραφόμενης κύριας κατοικίας του, ενώ μέρος αυτού (χρέους) προέρχεται από ένα δάνειο μικροεπισκευών και ένα στεγαστικό-επισκευαστικό δάνειο που έλαβε από το πέμπτο και έκτο των καθών για την αποπεράτωση των εργασιών της επισκευής της ως άνω κατοικίας.

Κατά το προαναφερόμενο έτος δανεισμού (2008), το οικογενειακό εισόδημα του αιτούντος ήταν αρκούντως ικανοποιητικό, ανερχόμενο περίπου σε 3.000 ευρώ μηνιαίως και επαρκούσε για την κάλυψη των ενήμερων μηνιαίων δόσεων. Ο αιτών υπήρξε συνεπής ως προς τις δανειακές του υποχρεώσεις από το χρόνο ανάληψής τους έως και τα τέλη του έτους 2013.

Κατ' εκείνο το χρόνο το εισόδημα του αιτούντος από την εργασία του μειώθηκε σε ποσοστό άνω του 50% εξαιτίας της θέσεώς του σε διαθεσιμότητα. Ο αιτών επαναπροσλήφθηκε στην υπηρεσία του τον Αύγουστο του έτους 2015, ωστόσο οι αποδοχές από την εργασία του ήταν πλέον πολύ χαμηλότερες συγκριτικά με τις αντίστοιχες των ετών δανεισμού και εξυπηρέτησης του χρέους.

Η διαθεσιμότητα του αιτούντος και η εξ αυτής μείωση του εισοδήματος του, συνέπεσε χρονικά με την επί τα χείρω μεταβολή του εισοδήματος της συζύγου του από την ατομική της επιχείρηση, η οποία ήδη από τις αρχές του έτους 2013 εμφάνιζε ζημίες εξαιτίας της πτώσης των εργασιών λόγω της οικονομικής κρίσης. Τα παραπάνω απρόβλεπτα γεγονότα συνδυάστηκαν με την αύξηση του κόστους διαβίωσής του αιτούντος και της οικογένειάς του, δεδομένης της υπερκοστολόγησης αγαθών πρώτης ανάγκης και της επιβολής πρόσθετων μέτρων φορολόγησης, είχαν δε ως αποτέλεσμα την πλήρη ανατροπή των οικονομικών δεδομένων και του προϋπολογισμού του ως προς την εξυπηρέτηση του χρέους του και την εν τέλει παύση των πληρωμών στα τέλη του έτους 2013.

Από την προαναφερόμενη εισοδηματική κατάσταση του αιτούντος και από όσα ο ίδιος κατέθεσε εξεταζόμενος στο ακροατήριο αποδείχθηκε ότι η μείωση του οικογενειακού του εισοδήματος ήταν ο κύριος λόγος που περιήλθε αυτός σε γενική και μόνιμη αδυναμία πληρωμής, επομένως ούτε ο υπερδανεισμός του ούτε η αδυναμία του να ανταποκριθεί πλέον στις υποχρεώσεις του οφείλονται σε δόλο, ενώ η προσπάθεια του να ρυθμίσει τα χρέη του δεν περιέχει κανένα στοιχείο καταχρηστικής συμπεριφοράς.

Με βάση τα παραπάνω το εκτιμώμενο μηνιαίο κόστος διαβίωσης του αιτούντος ανέρχεται σήμερα κατά την εκτίμηση του Δικαστηρίου, στο ποσό των 1.200 ευρώ μηνιαίως για την αντιμετώπιση των βιοτικών του αναγκών, για διατροφή, θέρμανση, ΔΕΗ, ύδρευση, ανελαστικές δαπάνες προς ΔΟΥ, ιατροφαρμακευτικές δαπάνες κ.λπ.

και προκειμένου να εξασφαλιστεί σε αυτόν και την οικογένειά του ένα αξιοπρεπές επίπεδο διαβίωσης. Σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν συντρέχουν στο πρόσωπο του αιτούντος εξαιρετικές περιπτώσεις και συγκεκριμένα ανεπάρκεια εισοδήματος, αφού οι βιοτικές του ανάγκες είναι σήμερα αυξημένες το δε μηνιαίο εισόδημά του δεν επαρκεί για την κάλυψη αυτών και αφού ελήφθη υπόψη το γεγονός ότι και η σύζυγός του έχει δικά της χρέη, έστω και κοινά, για τη ρύθμιση των οποίων έχει καταθέσει παρόμοια αίτηση.

Επομένως κάθε σκέψη για προσδιορισμό μηνιαίων καταβολών δεν είναι εφικτή στα πλαίσια της ρύθμισης του άρθρ. 8 παρ. 2 Ν. 3869/2010 ενώ δεν συντρέχει κανένας λόγος για επανεξέταση της υπόθεσης, αφού εκτιμήθηκε ότι η εισοδηματική του κατάσταση δεν πρόκειται να αλλάξει στο μέλλον". Με τις παραδοχές αυτές, το Ειρηνοδικείο δέχθηκε την αίτηση ως βάσιμη κατ' ουσίαν.

Κρίνοντας, όμως, έτσι το εν λόγω Δικαστήριο, με ανεπαρκείς αιτιολογίες, δέχθηκε ότι στις δαπάνες του αιτούντος συνυπολογίστηκαν και οι δαπάνες του προστατευόμενου από αυτόν ενηλίκου τέκνου του (20 ετών), χωρίς, όμως, να παραθέσει τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία για την κρίση του Δικαστηρίου ότι στην προκειμένη περίπτωση το ενήλικο τέκνο του αιτούντος εμπίπτει στην έννοια του προστατευόμενου από αυτόν μέλους.

Επίσης, διέλαβε στην απόφασή του, αναφορικώς με το κρίσιμο ζήτημα της μόνιμης (και γενικής) αδυναμίας πληρωμών των χρεών του πρώτου αναιρεσιβλήτου, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ανεπαρκείς αιτιολογίες, με συνέπεια να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή ή όχι εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν. 3869/2010, που προπαρατέθηκε, την οποία, εκ πλαγίου, παραβίασε, στερώντας, με τον τρόπο αυτόν, την απόφασή του από νόμιμη βάση.

Και τούτο, διότι, αφού δεν προσδιορίζεται το ύψος των μηνιαίων υποχρεώσεων του αιτούντος για την εξυπηρέτηση των δανείων και καρτών του, δεν είναι δυνατός ο έλεγχος, προκειμένου να διακριβωθεί, από την αντιπαραβολή των καθαρών εισοδημάτων του (ρευστότητα) που διατίθενται μηνιαίως για την κάλυψη των βιοτικών αναγκών του ιδίου, ήτοι για την αξιοπρεπή διαβίωσή του, υπό το πρίσμα της οποίας πρέπει, όπως προεκτέθηκε, να εξετάζεται η επίμαχη αδυναμία πληρωμών (Α.Π. 144/2023, Α.Π. 166/2022, Α.Π. 552/2020, Α.Π. 507/2020, Α.Π. 1379/2019, Α.Π. 1208/2017), με τα χρηματικά ποσά που απαιτούνται, παραλλήλως, για την μεγαλύτερη δυνατή ικανοποίηση των απαιτήσεων των δανειστών, αν ο πρώτος αναιρεσίβλητος - οφειλέτης μπορεί να ικανοποιήσει όλα αυτά, οπότε δεν υφίσταται αδυναμία πληρωμών και, ως εκ τούτου, δεν μπορεί να υπαχθεί στο ρυθμιστικό πεδίο εφαρμογής του Ν. 3869/2010 ή αν, αντιθέτως, τα εισοδήματά του δεν επαρκούν, οπότε και υπάρχει πράγματι αδυναμία πληρωμής, σύμφωνα και με όσα αναπτύχθηκαν στην αρχή της παρούσας σκέψεως.

Εν κατακλείδι, το Δικαστήριο δεν προσδιορίζει το ύψος των μηνιαίων υποχρεώσεων του πρώτου αναιρεσιβλήτου για την εξυπηρέτηση των δανείων και καρτών του, με επακόλουθο να μην δικαιολογείται η κρίση του για το ότι αυτός έχει περιέλθει σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των χρεών του.

Συνεπώς, οι σχετικοί, από τους αριθμούς 1 και 6 του άρθρου 560 του Κ.Πολ.Δ., πρώτος και δεύτερος λόγος της αναιρέσεως είναι βάσιμοι, με την περαιτέρω επισήμανση ότι στις υποθέσεις (είτε γνήσιες είτε μη γνήσιες) εκουσίας δικαιοδοσίας, όπως είναι και η παρούσα (μη γνήσια, κατ' άρθρον 3, εδάφ. β' του Ν. 3869/2010), καθιερώνεται, κατά τις διατάξεις των άρθρων 744 και 759 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ., το ανακριτικό σύστημα, το οποίο παρέχει στο δικαστήριο ελευθερία αυτεπάγγελτης ενέργειας και συλλογής του αποδεικτικού υλικού και εξακριβώσεως πραγματικών γεγονότων, ακόμη και εκείνων που δεν έχουν προταθεί, τα οποία ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Α.Π. 166/2022, Α.Π. 1050/2021, Α.Π. 552/2020, Α.Π. 438/2019, Α.Π. 636/2017).

Τέλος, παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων της αναιρέσεως, καθώς η αναιρετική εμβέλεια του αναιρετικών λόγων, που έγιναν δεκτοί, καταλαμβάνει και τα ανωτέρω κεφάλαια και καθιστά αλυσιτελή την εξέταση των λοιπών αναιρετικών λόγων, που διατυπώνονται με την αίτηση αναιρέσεως και οδηγούν στο ίδιο αποτέλεσμα.

Κατόπιν αυτών, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να γίνει δεκτή, κατά παραδοχή ως βασίμου του πρώτου και του δευτέρου λόγου της και να αναιρεθεί η πληττόμενη απόφαση. Ακολούθως, η υπόθεση πρέπει να παραπεμφθεί για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλον Δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως (άρθρ. 580 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.).

Διάταξη περί παραβόλου δεν ορίζεται, διότι το αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ. δεν βαρύνεται με τέτοια υποχρέωση, κατ' άρθρον 28 παρ. 4 του Ν. 2579/1998 (Α.Π. 1047/2021, Α.Π. 930/2021, Α.Π. 1150/2019). Τέλος, στην παρούσα απόφαση δεν θα περιληφθεί διάταξη για δικαστικά έξοδα, κατά το άρθρο 746 του Κ.Πολ.Δ., έστω και αν πρόκειται για υπόθεση, που κρίνεται κατά τους κανόνες της εκουσίας δικαιοδοσίας (άρθρ. 3, εδάφ.

β' του Ν. 3869/2010), γιατί η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου αυτού, καθώς επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση, που προβλέπει το άρθρο 8, παρ. 6, εδάφ. β' του πιο πάνω Ν. 3869/2010, κατά το οποίο "...Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται", που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (Ολ. Α.Π. 4/2023, Α.Π. 1683/2022, Α.Π. 785/2022, Α.Π. 658/2022).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Δέχεται την από 18-5-2021 αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμ. 2639/2017 οριστικής αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Αθηνών, κατά τα αναφερόμενα στο σκεπτικό της παρούσας.

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 2639/2017 οριστική απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών. Και

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο πιο πάνω Δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλον Δικαστή, πλην αυτού που εξέδωσε την εν λόγω απόφαση.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Σεπτεμβρίου 2023.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 10 Ιανουαρίου 2024.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ