Legislator Case Law & Legislation
43/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against final judgment on cooperative member withdrawal compensation claims.

Case Number 43/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Thessaloniki Regional Court's final decision regarding a dispute between two agricultural cooperatives. The appellant argued that the lower court erred in rejecting claims for withdrawal compensation because the cooperatives failed to disclose specific financial data required to calculate the actual value of the shares. The court held that the appellant's vague reference to a nominal payment amount rendered the claim indefinite and unassessable, thus validating the lower court's rejection of the appeal's substantive arguments.

Legislator headnote

AI generated

Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566, 577, 623, 624, 625, 626, 627, 628, 629, 630, 631, 632, 633, 634 of the Code of Civil Procedure; The court must reject an appeal when the appellant fails to provide sufficient evidence to substantiate the value of a claim, rendering the request indefinite and unassessable.

Keywords

AI generated
agricultural cooperatives withdrawal compensation share value calculation indeterminate claim appeal dismissal financial disclosure cooperative law

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566 of the Code of Civil Procedure
Article 577 of the Code of Civil Procedure
Article 623 of the Code of Civil Procedure
Articles 624 to 634 of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Articles 176 and 183 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Case 357/2018 of the Supreme Court

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 43 / 2022 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 43/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή και Στέφανο - Σπυρίδωνα Πανταζόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 6 Δεκεμβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Αγροτικού Συνεταιρισμού με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΟΣ ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΜΟΣ ΔΗΜΗΤΡΙΑΚΩΝ ΠΗΓΩΝ", που εδρεύει στην Τοπική Κοινότητα Πηγών, Δημοτικής Ενότητας Κεραμωτής του Δήμου Νέστου Καβάλας και εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αναστάσιο Κοϊμτζίδη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Ενώσεως Αγροτικών Συνεταιρισμών Καβάλας και ήδη πρωτοβαθμίου συνεταιρισμού με την επωνυμία "ΕΝΩΣΗ ΑΓΡΟΤΩΝ ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΜΕΝΩΝ ΚΑΒΑΛΑΣ" και το διακριτικό τίτλο "KAVALA COOP", που εδρεύει στην Καβάλα και εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Τικόπουλο που ανακάλεσε την από 8/11/2021 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε στο ακροατήριο και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5/2/2015 ανακοπή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Καβάλας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 247/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 213/2019 του Μονομελούς Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 10/2/2020 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Υπόκειται προς κρίση η από 10-2-2020 αίτηση για αναίρεση της εκδοθείσας αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθμ. 213/2019 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θράκης. Με την προσβαλλόμενη απόφαση έγινε δεκτή η από 2-10-2017 έφεση της καθ' ης η ανακοπή και ήδη αναιρεσίβλητης κατά της υπ' αριθμ. 247/2017 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καβάλας, η οποία είχε δεχθεί την από 5-2-2015 ανακοπή του ανακόπτοντος, ήδη αναιρεσείοντος, κατά της υπ' αριθμ. 11/2005 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καβάλας, στη συνέχεια δε αφού εξαφάνισε την ως άνω απόφαση απέρριψε με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του την ως άνω ανακοπή και επικύρωσε την προαναφερθείσα διαταγή πληρωμής. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να εξεταστεί το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της.

Σύμφωνα με το άρθρο 623 ΚΠολΔ, κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 624 έως 634 αυτού μπορεί να ζητηθεί η έκδοση διαταγής πληρωμής για χρηματικές απαιτήσεις ή απαιτήσεις παροχής χρεογράφων, εφόσον η απαίτηση και το οφειλόμενο ποσό αποδεικνύεται με δημόσιο ή ιδιωτικό έγγραφο, ενώ κατά το άρθρο 624 παρ. 1 ιδίου κώδικα, η έκδοση διαταγής πληρωμής μπορεί να ζητηθεί μόνο αν η απαίτηση δεν εξαρτάται από αίρεση, προθεσμία, όρο ή αντιπαροχή και το ποσό των χρημάτων ή των χρεογράφων που οφείλεται είναι ορισμένο, δηλαδή εκκαθαρισμένο.

Παράλληλα, κατά το άρθρο 443 ΚΠολΔ, για να έχει αποδεικτική δύναμη ιδιωτικό έγγραφο πρέπει να έχει την ιδιόχειρη υπογραφή του εκδότη, ως εκδότης δε κατά την έννοια του άρθρου αυτού θεωρείται, εκείνος που αναλαμβάνει υποχρεώσεις από το έγγραφο. Κατά το άρθρο 447 του ίδιου Κώδικα, το ιδιωτικό έγγραφο αποτελεί απόδειξη υπέρ του εκδότη, μόνο, αν το προσκόμισε ο αντίδικός του ή αν πρόκειται για τα βιβλία που αναφέρονται στο άρθρο 444 ΚΠολΔ.

Εάν η απαίτηση ή το ποσό της δεν αποδεικνύονται εγγράφως, ή αν διαπιστωθεί ότι η συγκεκριμένη χρηματική απαίτηση εξαρτάται από αναβλητική αίρεση και ο δανειστής δεν αποδεικνύει εγγράφως, με το ίδιο το κατ' άρθρο 623 έγγραφο [δημόσιο ή ιδιωτικό που έχει αποδεικτική δύναμη έναντι του καθού], την πλήρωση της αίρεσης, ο δικαστής οφείλει, κατ' άρθρο 628 ΚΠολΔ, να μην εκδώσει διαταγή πληρωμής, εάν δε, παρά την έλλειψη της διαδικαστικής αυτής προϋπόθεσης, εκδοθεί διαταγή πληρωμής, τότε αυτή ακυρώνεται ύστερα από ανακοπή του οφειλέτη κατά τα άρθρα 632 και 633 αυτού.

Η ακύρωση της διαταγής πληρωμής για το λόγο αυτό απαγγέλλεται λόγω διαδικαστικού απαραδέκτου, το οποίο δημιουργεί και η έκδοση διαταγής πληρωμής με βάση έγγραφο που δεν αποδεικνύει άμεσα την απαίτηση και το ποσό αυτής, ή που δεν αποδεικνύει άμεσα την πλήρωση της αίρεσης, ανεξαρτήτως της ύπαρξης της απαίτησης ή της πλήρωσης της αίρεσης και της δυνατότητας απόδειξής τους με άλλα αποδεικτικά μέσα.

Με την ανακοπή προβάλλονται λόγοι είτε κατά του κύρους της διαταγής πληρωμής για έλλειψη διαδικαστικής προϋπόθεσης έκδοσής της, όπως συμβαίνει στην περίπτωση της μη έγγραφης απόδειξης της απαίτησης για την οποία εκδόθηκε ή της μη έγγραφης απόδειξης της πλήρωσης της αίρεσης, είτε κατά της ύπαρξης της απαίτησης.

Στη δίκη της ανακοπής δεν επανεκδικάζεται η υπόθεση καθολικά αλλά μόνο στο μέτρο των υποβαλλόμενων λόγων ανακοπής. Οι λόγοι αυτοί σε συνδυασμό με το αίτημα της ανακοπής προσδιορίζουν την έκταση της εκκρεμοδικίας που επέρχεται με την άσκηση της και αναγκαίως οριοθετούν το αντικείμενο της δίκης της ανακοπής.

Κατά των λόγων της ανακοπής αυτής εκείνος, κατά του οποίου στρέφεται, μπορεί να αμυνθεί είτε αρνούμενος αυτούς είτε με την προβολή αντενστάσεων κατ' αυτών (ΟλΑΠ 43/2005, ΟλΑΠ 10/1997, ΑΠ 2206/2009, ΑΠ 933/2011). Έτσι, είναι δυνατή η έκδοση διαταγής πληρωμής με βάση σύμβαση με την οποία αναγνωρίζει κάποιος υποχρέωση που έχει από ορισμένη αιτία, που ως τέτοια δεν προβλέπεται ρητώς από τον Αστικό Κώδικα, ισχύει όμως, με βάση το άρθρο 361 ΑΚ, που καθιερώνει την ελευθερία των συμβάσεων, η οποία όμως διαφέρει από τη σύμβαση αφηρημένης υπόσχεσης ή αναγνώρισης χρέους, που ρυθμίζεται από το άρθρο 873 ΑΚ, αλλά ιδρύει νέα αυτοτελή και ανεξάρτητη από την αιτία βάση υποχρέωσης, με συνέπεια αυτός που αναγνωρίζει την, από ορισμένη αιτία, οφειλή του, να μην μπορεί πλέον να προτείνει ενστάσεις από την κύρια αιτία (ΑΠ 595/1999, ΑΠ 1224/2010).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο, κατά παράβαση σχετικής δικονομικού περιεχομένου διάταξης, ενώ ο προβλεπόμενος από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης δημιουργείται, όταν η εκ πλαγίου παραβίαση αφορά κανόνα ουσιαστικού και όχι δικονομικού δικαίου.

Επομένως, οι διατάξεις των προαναφερόμενων άρθρων 623, 624 ΚΠολΔ δεν αποτελούν αντικείμενο παραβίασης ευθείας ή εκ πλαγίου, δημιουργικής λόγου αναίρεσης από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 1503/2008). Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο με αυτή δέχθηκε την έφεση της τώρα αναιρεσίβλητης κατά της υπ' αριθμ. 247/2017 απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου με την οποία έγινε δεκτή η ασκηθείσα από τον αναιρεσείοντα ανακοπή κατά της, ύστερα από αίτηση της αναιρεσίβλητης εκδοθείσης κατ' αυτού από το Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καβάλας υπ' αριθμ. 11/2005 διαταγής πληρωμής, και απέρριψε την ανακοπή, δεχόμενο ότι από τα αναφερόμενα στην απόφασή του έγγραφα που είχαν προσκομιστεί και στο δικαστή που εξέδωσε τη διαταγή πληρωμής, η απαίτηση της αναιρεσίβλητης ποσού 111.334,25 ευρώ προέκυπτε από σύμβαση αναγνώρισης χρέους που είχε συναφθεί μεταξύ των διαδίκων ως προς το κατάλοιπο απλού δοσοληπτικού λογαριασμού που τηρείτο μεταξύ τους βάσει διαδοχικών συμβάσεων πώλησης αγροτικών προϊόντων και ότι τα αποτελέσματα της ως άνω σύμβασης αναγνώρισης χρέους δεν είχαν εξαρτηθεί από την πλήρωση αναβλητικής αίρεσης της εκκαθάρισης του λογαριασμού τους κατόπιν συμψηφισμού των ανταπαιτήσεών του, όπως ισχυριζόταν ο ανακόπτων με το δεύτερο λόγο της ένδικης ανακοπής του, ο οποίος και απορρίφθηκε από το Εφετείο, αλλά ότι ο ανακόπτων προέβαλε τις παρακάτω ανταπαιτήσεις του σε συμψηφισμό κατά της απαίτησης για την οποίαν εκδόθηκε η διαταγή πληρωμής, όπως εξ άλλου υποστηρίζει με τον πρώτο λόγο της ανακοπής του.

Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο συμμορφώθηκε προς τις άνω διατάξεις των άρθρων 623, 624 παρ. 1 ΚΠολΔ, και δεν κήρυξε απαράδεκτο παρά το νόμο. Επομένως, ο μεν πρώτος λόγος της αναίρεσης με τον οποίον ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι το Εφετείο δέχθηκε ότι η ως άνω διαταγή πληρωμής εκδόθηκε με βάση σύμβαση αλληλόχρεου λογαριασμού, η οποία όμως δεν αποδεικνυόταν εγγράφως κατά παράβαση του άρθρου 623 ΚΠολΔ είναι απαράδεκτος, διότι βασίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, εφόσον η διαταγή πληρωμής εκδόθηκε με βάση την προαναφερθείσα σύμβαση αναγνώρισης χρέους, ο δε πέμπτος λόγος αναίρεσης με τον οποίο αποδίδει στην προσβαλλομένη την πλημμέλεια του αρ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος, εφόσον η απαίτηση για την οποίαν εκδόθηκε η ως άνω διαταγή πληρωμής δεν εξηρτάτο από αίρεση, ενώ ο έκτος λόγος αναίρεσης που κατά την εκτίμηση του περιεχομένου του αναφέρεται στην απόδειξη της επίδικης απαίτησης από έγγραφο που καλύπτεται από απόρρητο του άρθρου 21 ν. 3696/2008 πρέπει να απορριφθεί, ως απαράδεκτος, εφόσον ο σχετικός ισχυρισμός δεν είχε προβληθεί ως λόγος ανακοπής κατ' άρθρο 562 παρ. 2 α ΚΠολΔ.

Η νομική ανεπάρκεια των αναφερομένων στην αγωγή ή στην ένσταση πραγματικών περιστατικών, σε σχέση με αυτά που απαιτούνται από το νόμο για τη θεμελίωσή της, χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται με τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας έκρινε τελικά ως ορισμένη την αγωγή, αρκούμενο σε λιγότερα στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος, ή ως αόριστη, αξιώνοντας για τη θεμελίωσή της περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος (ΟλΑΠ 18/1998, ΑΠ 1967/2006).

Αντίθετα, η έλλειψη εξειδίκευσης των πραγματικών περιστατικών, που θεμελιώνουν το ασκούμενο με την αγωγή ουσιαστικό δικαίωμα και αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του αντίστοιχου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, χαρακτηρίζεται ως ποσοτική αοριστία της αγωγής, ενώ η επίκληση απλώς των στοιχείων του νόμου, χωρίς αναφορά πραγματικών περιστατικών χαρακτηρίζεται ως ποιοτική αοριστία της αγωγής και ελέγχονται και οι δύο αναιρετικά με τους λόγους από τους αριθ. 8 και 14 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 1573/1981, ΑΠ 1452/2007, ΑΠ 963/2006).

Ειδικότερα, ο από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σ' αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για την στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη.

Για να ιδρύεται πάντως ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης πρέπει ο σχετικός με την ποιοτική ή ποσοτική αοριστία ισχυρισμός, ο οποίος δεν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρ. 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, να προτάθηκε παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται αυτό στην αίτηση αναίρεσης. Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 111 παρ. 2, 118 αρ. 4 και 216 παρ. 1 και 262 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το δικόγραφο της αγωγής ή της προταθείσας με αυτό ένστασης πρέπει να περιέχει, σαφή έκθεση των γεγονότων, τα οποία θεμελιώνουν κατά νόμο την αγωγή ή την ένσταση και δικαιολογούν την άσκηση αυτής από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα.

Η έκθεση δε στο δικόγραφο της αγωγής ή της προτεινόμενης με αυτό ένστασης των πραγματικών περιστατικών, τα οποία πρέπει να είναι όσα είναι νομικώς ικανά και αναγκαία για τη θεμελίωση του δικαιώματος, η προστασία του οποίου ζητείται, πρέπει να γίνεται με τέτοια σαφήνεια, ώστε να εξατομικεύουν την επίδικη έννομη σχέση.

Εξ άλλου, τα άρθρα 440 και 441 ΑΚ που ρυθμίζουν το συμψηφισμό ορίζουν το μεν πρώτο ότι "Ο συμψηφισμός επιφέρει απόσβεση των μεταξύ δύο προσώπων αμοιβαίων απαιτήσεων, όσο καλύπτονται, αν είναι ομοειδείς κατά το αντικείμενο και ληξιπρόθεσμες", το δε δεύτερο ότι "Συμψηφισμός επέρχεται αν ο ένας τον επικαλεσθεί με δήλωση προς τον άλλο.

Η πρόταση συμψηφισμού επιφέρει απόσβεση των αμοιβαίων απαιτήσεων από τότε που συνυπήρξαν". Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι το διαπλαστικό δικαίωμα της πρότασης του συμψηφισμού δημιουργείται από τη στιγμή που δύο αντίθετες απαιτήσεις που πληρούν τις προϋποθέσεις του συμψηφισμού θα συνυπάρξουν.

Ο δικαιούχος της κάθε απαίτησης έχει συνεπώς από το χρονικό αυτό σημείο το δικαίωμα να αποσβέσει την απαίτηση του δανειστή του (κύρια ή ενεργητική απαίτηση), προτείνοντας την ανταπαίτησή του (ή παθητική απαίτηση) σε συμψηφισμό, επέρχεται δε με την πρότασή του απόσβεση των αμοιβαίων απαιτήσεων στο μέτρο κατά το οποίο καλύπτονται αναδρομικά, ανεξάρτητα από το αν θα γίνει ή όχι αποδεκτή από εκείνον στον οποίο απευθύνεται.

Απαίτηση και ανταπαίτηση πρέπει να είναι τέλειες, δηλαδή να είναι ληξιπρόθεσμες, να μην τελούν υπό αίρεση ή προθεσμία, να μην υπόκεινται σε ανατρεπτική ή αναβλητική ένσταση και να είναι αγώγιμες, δηλαδή να μην είναι απλώς φυσικές ενοχές. Ο νόμος δεν απαιτεί, ως όρο του συμψηφισμού, ταυτότητα του νομικού λόγου που στηρίζει τις αμοιβαίες απαιτήσεις ή συνάφεια της αιτίας τους, αλλά ούτε και επιβάλλει η ανταπαίτηση που αντιτάσσεται προς συμψηφισμό να είναι εκκαθαρισμένη.

Η πρόταση του συμψηφισμού μπορεί να λάβει χώρα είτε εξώδικα είτε ενώπιον δικαστηρίου με τη μορφή ένστασης (άρθρο 442 Α.Κ.) (ΑΠ 486/2016) και ειδικότερα ως λόγος ανακοπής. Όπως συνάγεται δε, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 440, 441 ΑΚ και 262 παρ. 1 ΚΠολΔ, για να είναι ορισμένη η ένσταση συμψηφισμού πρέπει να περιλαμβάνει σαφή έκθεση των παραγωγικών της ανταπαίτησης γεγονότων, προσδιορισμό της απαίτησης του αντιδίκου, στην οποία αναφέρεται η δήλωση συμψηφισμού, καθορισμό του αντικειμένου και του χρόνου γέννησής τους, όπως επίσης και ορισμένο αίτημα, ήτοι την απόσβεση των συμψηφιζόμενων απαιτήσεων και την απόρριψη της αγωγής (ΑΠ 84/2019).

Σύμφωνα, εξ άλλου, με το άρθρο 19 του ν. 4015/2011 "Μετατροπή Ενώσεων Αγροτικών Συνεταιρισμών σε Αγροτικούς Συνεταιρισμούς και ΑΕΣ κλπ." 1. Οι Ενώσεις Αγροτικών Συνεταιρισμών (ΕΑΣ), οι οποίες έχουν ιδρυθεί και λειτουργούν σύμφωνα με όσα ορίζονται στα άρθρα 26, 27 και 28 του ν. 2810/2000, όπως το τελευταίο εδάφιο της παρ. 2 του άρθρου 27 προστέθηκε με την παρ. 11 του " άρθρου 18 του ν. 3147/2003, αξιολογούνται και εγγράφονται στο μητρώο, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 4 του παρόντος νόμου. 2.

Οι ήδη υφιστάμενες ΕΑΣ μετατρέπονται σε ΑΣ με απόφαση των γενικών συνελεύσεων τους, σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου αυτού, του άρθρου 21 του ν. 2810/2000, καθώς και του κ.ν. 2190/1920 αναλογικώς εφαρμοζομένων. 3. Για την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου αυτού: α) Οι αποφάσεις των Γενικών Συνελεύσεων των ΑΣ, μελών των ΕΑΣ, περί συγχωνεύσεως και των ΕΑΣ περί μετατροπής σε ΑΣ ή ΑΕΣ, λαμβάνονται με την απαρτία της παραγράφου 3 του άρθρου 11 και την πλειοψηφία της παραγράφου 2 του άρθρου 12 του ν. 2810/2000.

Οι ΕΑΣ, οι οποίες έλαβαν απόφαση για τη συγχώνευση- μετατροπή τους, θα πρέπει να ολοκληρώσουν τη διαδικασία τους αυτή μέχρι 30.9,2014, η δε θητεία των οργάνων διοικήσεώς τους λήγει την ημερομηνία αυτή. β) Η μετατροπή μίας ΕΑΣ σε ΑΣ συντελείται με τη συγχώνευση των πρωτοβαθμίων συνεταιρισμών μελών της, και δημιουργείται ένα νέο νομικό πρόσωπο ο Αγροτικός Συνεταιρισμός (ΑΣ) του νόμου αυτού, αα) Η γενική συνέλευση της ΕΑΣ εγκρίνει το σχέδιο σύμβασης συγχώνευσης - μετατροπής, το οποίο συντάσσεται από τα Διοικητικά Συμβούλια όλων των συγχωνευόμενων ΑΣ και της ΕΑΣ και περιλαμβάνει τους όρους της συγχώνευσης και την αξία της μερίδας του νέου ΑΣ.

Με, την ίδια απόφαση μπορεί να ορίζεται ότι στην περίπτωση που ο αριθμός των μελών φυσικών προσώπων των συγχωνευόμενων συνεταιρισμών υπερβαίνει τα τετρακόσια (400) μέλη, η κοινή γενική συνέλευση των μελών των συγχωνευόμενων αγροτικών συνεταιρισμών "μπορεί να είναι αντιπροσωπευτική. Τους όρους της αντιπροσωπευτικότητας θα τους θέσει το σχέδιο σύμβασης συγχώνευσης.

Η έκθεση εκτίμησης των περιουσιακών στοιχείων των αγροτικών συνεταιρισμών που συγχωνεύονται και της μετατρεπόμενης ΕΑΣ, εγκρίνεται από τη γενική συνέλευση της ΕΑΣ. Η γενική συνέλευση της παρούσας διάταξης συγκροτείται με την απαρτία των αντιπροσώπων των μελών της ΕΑΣ, που αποφάσισαν τη συγχώνευσή τους με τη μετατρεπόμενη ΕΑΣ και την ίδια πλειοψηφία.

ββ) Πρωτοβάθμιοι Αγροτικοί Συνεταιρισμοί καθώς και φυσικά πρόσωπα-μέλη των συγχωνευόμενων συνεταιρισμών, που δεν επιθυμούν τη συγχώνευση, μπορούν να αποχωρήσουν. Οι αποχωρούντες λαμβάνουν την αξία της συνεταιρικής τους μερίδας κατά τους όρους του καταστατικού τους. Τέλος κατά το άρθρο 16 παρ. 6 ν. 4015/2011, που τροποποίησε το άρθρο 8 ν. 28110/2000 2.

Η συνεταιρική μερίδα είναι το ελάχιστο χρηματικό ποσό συμμετοχής κάθε μέλους στο κεφάλαιο του συνεταιρισμού. Κάθε μέλος συμμετέχει στο συνεταιρισμό με μία (1) υποχρεωτική μερίδα και έχει μία ψήφο, το ύψος και οι προϋποθέσεις καταβολής της αξίας της ορίζονται από το καταστατικό. Η συνεταιρική μερίδα είναι αδιαίρετη και ίση για όλα τα μέλη.

Το καταστατικό μπορεί να προβλέπει όρους και προϋποθέσεις για την απόκτηση από κάθε μέλος πρόσθετων υποχρεωτικών μερίδων, ανάλογα με το ύψος των συναλλαγών του με το συνεταιρισμό. Στην έννοια της συναλλαγής περιλαμβάνεται το άθροισμα της αξίας των προϊόντων, των εφοδίων και των υπηρεσιών που παρέχονται στα μέλη από το συνεταιρισμό, καθώς και των προϊόντων που διαθέτουν σε αυτόν ή μέσω αυτού σε τρίτους.

Στην περίπτωση αυτήν το καταστατικό ορίζει τις ψήφους που αντιστοιχούν στις πρόσθετες μερίδες. Ο συνολικός αριθμός των ψήφων στους ΑΣ δεν μπορεί, σε καμιά περίπτωση, να υπερβεί τις τρεις (3). Η αύξηση ή η μείωση της αξίας μερίδας γίνεται με απόφαση της γενικής συνέλευσης...Το καταστατικό μπορεί να ορίζει ότι οι υποχρεωτικές μερίδες είναι έντοκες.

Ο χρόνος και ο τρόπος απόδοσης των τόκων ορίζεται στο καταστατικό...Σε περίπτωση θανάτου μέλους του συνεταιρισμού, ο κληρονόμος, ή όταν υπάρχουν περισσότεροι κληρονόμοι, αυτός που υποδείχθηκε με έγγραφη συμφωνία τους, εφόσον έχει τις προϋποθέσεις του άρθρου 5 του νόμου αυτού, υπεισέρχεται σε όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του μέλους που πέθανε.

Αν δεν υποδειχθεί, η ονομαστική αξία της μερίδας, όπως τυχόν έχει προσαυξηθεί ή μειωθεί ανάλογα, όταν υπάρχει ζημία, αποδίδεται στους κληρονόμους στο τέλος της χρήσης. την απόρριψη της αγωγής (ΑΠ 84/2019, ΝΟΜΟΣ). Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο μετά την ως άνω εξαφάνιση της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και επιλαμβανόμενο, κατ' εφαρμογή του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης (άρθρο 522 ΚΠολΔ), της εξέτασης των λοιπών λόγων της ανακοπής, οι οποίοι είχαν αφεθεί αδίκαστοι, μεταξύ των οποίων ο πρώτος λόγος με τον οποίο πρότεινε σε συμψηφισμό ο ανακόπτων την ανταπαίτησή του κατά της καθ' ης η ανακοπή νυν αναιρεσίβλητης ποσού 51160 ευρώ που αντιστοιχεί σε εν μέρει ονομαστική αξία συνεταιριστικών μερίδων, την οποία είχε δικαίωμα να αναζητήσει μετά την απόφασή του να μην συγχωνευτεί με την καθ' ης η ανακοπή, σύμφωνα με το άρθρο 19 παρ. 3 εδ.

ββ Ν. 4015/2011, καθώς και άλλης ανταπαίτησης ποσού 30.000 ευρώ από τίμημα πώλησης του εκεί αναφερόμενου καυστήρα προς αυτήν, όπως προκύπτει από την παραδεκτή κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασής του, δέχθηκε τα εξής "Η προτεινόμενη ένσταση συμψηφισμού πρέπει, ως προς το σκέλος αυτής που αφορά στην αξία της συνεταιριστικής μερίδας του ανακόπτοντος, να απορριφθεί ως απαράδεκτη, λόγω αοριστίας, διότι δεν περιλαμβάνει σαφή έκθεση των παραγωγικών της ανταπαίτησης του ανακόπτοντος γεγονότων και ειδικότερα, εκθέτει πως ως μέλος της Ένωσης Αγροτικών Συνεταιρισμών Καβάλας συμμετείχε με 8 συνεταιριστικές μερίδες (από το σύνολο των 278 μερίδων), αξίας καθεμιάς 12.545 ευρώ και συνολικής αξίας 100.360 ευρώ, έναντι της οποίας κατέβαλε μέχρι την αποχώρησή του από την Ένωση το συνολικό ποσό των 51.160 ευρώ, το οποίο δικαιούται να διεκδικήσει, αλλά η Ένωση παρακρατεί.

Ωστόσο, το ποσό αυτό αντιστοιχεί στην ονομαστική αξία της συνεταιριστικής του μερίδας, όπως αυτή, ως σταθερό μέγεθος, προκύπτει από το άρθρο 13 παρ. 2 του καταστατικού της Ε.Α.Σ. Καβάλας, σε συνδυασμό με τις αποφάσεις των Γ.Σ. αυτής (74/2002, 80/2007, 82/2008 84/2010, βλ. από 30-1 1 -2010 έγγραφο καθ' ης η ανακοπή προς ανακόπτουσα), η οποία, όμως, δεν ταυτίζεται με την πραγματική αξία των συνεταιριστικών του μερίδων κατά το χρόνο αποχώρησής του από την Ένωση, όταν γεννήθηκε η ανταπαίτησή του υπό το καθεστώς του ν. 4015/2011, πριν αυτός καταργηθεί με τον ν. 4384/2016 που ρύθμισε τα θέματα των αγροτικών συνεταιρισμών, η οποία (πραγματική αξία) είναι μέγεθος μεταβλητό και προκύπτει βάσει των οικονομικών στοιχείων του συνεταιρισμού που δημοσιεύονται στους ετήσιους ισολογισμούς και αφού αφαιρεθούν οι ζημίες των προηγούμενων οικονομικών χρήσεων, στοιχεία τα οποία δεν εκτίθενται στην προκειμένη περίπτωση στο δικόγραφο της ανακοπής, ώστε η αξίωση του ανακόπτοντος, που προτείνεται σε συμψηφισμό, παρίσταται αόριστη και ανεπίδεκτη δικαστικής εκτιμήσεως, αφού αυτός αρκείται στην επιγραμματική σημείωση του ποσού των 51.160 ευρώ, που κατέβαλε προς κάλυψη του 50% περίπου της συνεταιρικής του μερίδας, χωρίς ειδικότερη αναφορά των συγκεκριμένων οικονομικών στοιχείων, από τα οποία να προκύπτει η πραγματική αξία της συνεταιρικής του μερίδας κατά το χρόνο αποχώρησής του από την Ένωση, ώστε να παρέχεται στο Δικαστήριο η ευχέρεια να εξετάσει την ουσιαστική βασιμότητα του ένδικου αιτήματος και στην καθ' ης η ανακοπή να αμυνθεί".

Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο κρίνοντας ότι η ανταπαίτηση του ανακόπτοντος από την ως άνω συνεταιριστική μερίδα ποσού 51.160 ευρώ δεν είναι πλήρως ορισμένη, αφού αναφέρεται στην ονομαστική αξία και όχι στην πραγματική της αξία, η οποία έπρεπε να υπολογιστεί με βάση τα μη αναφερόμενα στην ανακοπή οικονομικά στοιχεία κατά το χρόνο αποχώρησής του από την αναιρεσίβλητη και απορρίψαν το σχετικό πρώτο λόγο αυτής δεν υπέπεσε στην αποδιδόμενη από τον αναιρεσείοντα πλημμέλεια της παρά το νόμο κήρυξης απαραδέκτου και επομένως οι τρίτος και τέταρτος λόγος της ένδικης αναίρεσης με τους οποίους τα αντίθετα υποστηρίζονται απ' αυτόν είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.

Τέλος, πρέπει να απορριφθεί και ο δεύτερος λόγος της ένδικης αναίρεσης, με τον οποίον ο αναιρεσείων επικαλείται πλημμέλεια εκ του αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και ανεπαρκή αιτιολογία ως προς την κατ' ουσίαν απόρριψη της άλλης ανταπαίτησης ποσού 30.000 ευρώ του τιμήματος πώλησης του στην ανακοπή περιγραφόμενου καυστήρα, ως αόριστος καθόσον, εκτός των άλλων, δεν εκτίθεται ο κανών του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε εκ πλαγίου (ΑΠ 357/2018) και επί πλέον υπό την επίκληση του ως άνω λόγου βάλλεται ανεπίτρεπτα (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ) η ουσία της υπόθεσης.

Κατ' ακολουθίαν τούτων, πρέπει η ένδικη αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί ο τελευταίος λόγω της ήττας του στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσιβλήτου, που κατέθεσε προτάσεις, κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό (ΚΠολΔ 176 και 183).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 10-2-2020 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 213/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θράκης.

Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης παραβόλου.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Δεκεμβρίου 2021.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 17 Ιανουαρίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ