Legislator Case Law & Legislation
43/2021 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for lack of legal basis due to vague reasoning regarding VAT liability.

Case Number 43/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the Greek State's appeal against a lower court ruling on VAT liability in a construction contract dispute. The State argued the lower court lacked sufficient legal reasoning regarding the imposition of Value Added Tax. The court rejected this claim because the appeal was too vague and failed to specify which factual premises contradicted the lower court's findings.

Legislator headnote

AI generated

Articles 1, 2, 12, 13, 28, 31 of Law 1642/1986 (VAT Law); An appeal for lack of legal basis due to insufficient reasoning is inadmissible if it fails to specify the factual premises of the challenged decision and the exact contradictions or deficiencies in the reasoning.

Keywords

AI generated
Value Added Tax VAT liability lack of legal basis insufficient reasoning inadmissible appeal factual premises contradictory reasoning

Cited Legislation

AI generated
Articles 1, 2, 12, 13, 28, 31 of Law 1642/1986
Articles 1, 2, 3, 4, 8, 14, 16, 19, 21, 35, 36 of Law 2859/2000
Article 559, paragraph 19 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183 of the Code of Civil Procedure
Article 22, paragraph 1 of Law 3693/1957

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 43 / 2021 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 43/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου - Μωρέση, Μυρσίνη Παπαχίου και Κυριάκο Μπαμπαλίδη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Σεπτεμβρίου 2020, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, το οποίο εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά του Κωνσταντίνα Μαρίνου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.

Της αναιρεσιβλήτου: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΙΟΝΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΣΥΜΜΕΤΟΧΩΝ" και με τον διακριτικό τίτλο "ΙΟΝΙΚΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΩΝ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Κανέλλια, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 06-12-2001 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση 6838/2005 του ίδιου Δικαστηρίου. Στη συνέχεια ασκήθηκε η από 12-03-2006 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις 2604/2008 του ίδιου Δικαστηρίου, η 18/2009 του Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου, 812/2016 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και 2665/2018 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 09-10-2018 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

[Α] Από τις διατάξεις των άρθρων 1, 2 παρ.1, 12 παρ.1, 13 παρ.1, 2 περ.δ', 8 παρ. 1, 15 παρ.1, 28 παρ.1γ, και 31 του ως άνω Ν. 1642/1986 "Φόρος Προστιθέμενης Αξίας" (όπως αυτές κωδικοποιήθηκαν εν συνεχεία στις διατάξεις των άρθρων 1, 2 παρ. 1, 3 παρ. 1, 4, 8 παρ. 1, 14 παρ. 1, 16 παρ. 1 και 2, 19 παρ.1, 21, 35 παρ.1 και 36 του ν.2859/2000 "Κύρωση Κώδικα Φόρου Προστιθέμενης Αξίας"), οι οποίες είναι αναγκαστικού δικαίου, σαφώς προκύπτει ότι στην περίπτωση σύμβασης έργου, κατά την οποία ο εργολάβος παρέχει τις υπηρεσίες του στον εργοδότη για την εκτέλεση του έργου έναντι αμοιβής, είναι υπόχρεος στην έκδοση του νομίμου φορολογικού στοιχείου και την απόδοση του αναλογούντος σ' αυτό ΦΠΑ Ο φόρος αυτός επιρρίπτεται στον εργοδότη, ως λήπτη των παρεχόμενων σ' αυτόν υπηρεσιών, έτσι ώστε είναι ο τελικός υπόχρεος για την καταβολή του, εφόσον ο εργολάβος έχει προβεί στην έκδοση του σχετικού φορολογικού στοιχείου.

Και τούτο διότι με την έκδοσή του υποχρεώνεται στην απόδοση του αναλογούντος ΦΠΑ στην αρμόδια Δ.Ο.Υ. εντός των χρονικών ορίων που τίθενται από τις σχετικές διατάξεις του ως άνω νόμο. Στην περίπτωση αυτή, αν δεν έχει προεισπράξει τον φόρο αυτόν από τον εργοδότη, δικαιούται να επιδιώξει την είσπραξή του απ' αυτόν, και πριν την καταβολή του στη ΔΟΥ, με βάση τις ως άνω ειδικές διατάξεις.

Η αξίωσή του θεμελιώνεται ευθέως στο νόμο, οπότε δεν συντρέχει ανάγκη προσφυγής στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις. Τέλος, από τις διατάξεις των άρθρων 18 και 22 του ν. 1642/1986, όπως αυτές κωδικοποιήθηκαν στο άρθρο 22 ν.2589/2000, οι οποίες καθορίζουν τις απαλλαγές από το ΦΠΑ, δεν προβλέπεται απαλλαγή του Δημοσίου, ΟΤΑ και λοιπών ΝΠΔΔ από το φόρο αυτόν του Δημοσίου.

Συνεπώς, σε περίπτωση συμβάσεων έργου που καταρτίστηκαν μετά την 01-01-1987 τα άνω νομικά πρόσωπα, ως εργοδότες, επιβαρύνονται με τον ΦΠΑ που αντιστοιχεί στις αμοιβές των εργολάβων, έστω και αν η σύμβαση, στα πλαίσια της οποίας εκτελέστηκε το έργο, ήταν για κάποιο λόγο άκυρη, δεδομένου ότι κατά το άρθρο 2 παρ. 1 α ν. 2589/2000 «αντικείμενο του φόρου είναι: α) Η παράδοση αγαθών και η παροχή υπηρεσιών, εφόσον πραγματοποιούνται από επαχθή αιτία στο εσωτερικό της χώρας από υποκείμενο στο φόρο που ενεργεί με αυτή την ιδιότητα» , κατά σε το άρθρο 16 παρ. 1 του ίδιου νόμου «η φορολογική υποχρέωση γεννάται και ο φόρος γίνεται απαιτητός από το Δημόσιο κατά το χρόνο που πραγματοποιείται η παράδοση των αγαθών και η παροχή των υπηρεσιών», χωρίς η ως άνω φορολογική υποχρέωση να συναρτάται με το κύρος της σχετικής σύμβασης.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται: «αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών». Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 14/2015, ΟλΑΠ 7/2006, ΟλΑΠ 4/2005). Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 8/2018, ΟλΑΠ 27/1998).

[Β] Στην προκείμενη περίπτωση, από τα παραδεκτώς επισκοπούμενα για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου διαδικαστικά έγγραφα της υποθέσεως, προκύπτει ότι η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη, με την από 12-06-2012 αγωγή της ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ισχυρίστηκε τα ακόλουθα:

Ότι προκειμένου η Ελλάδα και η Κυπριακή Δημοκρατία να συνεργαστούν, για την από κοινού απόκτηση δορυφορικού επικοινωνιακού συστήματος, της ανατέθηκε από τα εν λόγω δύο κράτη, ύστερα από σχετική απόφαση των αρμόδιων Υπουργών, από κοινού με την κυπριακή τράπεζα με την επωνυμία "Κυπριακή Τράπεζα Αναπτύξεως LTD", το έργο της παροχής συμβουλευτικών υπηρεσιών για την απόκτηση Ελλαδοκυπριακού Δορυφορικού Συστήματος.

Ότι στις 02-02-1998 καταρτίστηκε αφενός μεταξύ του Ελληνικού Δημοσίου και της Κυπριακής Δημοκρατίας ως εργοδοτών και αφετέρου της ιδίας και της άνω κυπριακής τράπεζας, ως αναδόχων, σύμβαση με την οποία οι τελευταίες ανέλαβαν έναντι των αντισυμβαλλομένων τους την υποχρέωση της εκπόνησης της παραπάνω μελέτης, αντί συνολικής αμοιβής 140.000.000 δρχ, πλέον ΦΠΑ, εκ της οποίας το μεν εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο ανέλαβε την υποχρέωση να καταβάλει σ' αυτήν (ενάγουσα) το ποσό των 70.000.000 δρχ, πλέον ΦΠΑ, η δε Κυπριακή Δημοκρατία να καταβάλει το υπόλοιπο ποσό με τον αναλογούντα ΦΠΑ στην άνω κυπριακή τράπεζα.

Ότι οι ανάδοχες εταιρίες εκτέλεσαν το συμφωνημένο έργο και το παρέδωσαν περί τα τέλη Σεπτεμβρίου 1998 στους εργοδότες, οι οποίοι το παρέλαβαν ανεπιφύλακτα, για την πληρωμή δε της αμοιβής της εξέδωσε τα αναφερόμενα τέσσερα (4) τιμολόγια παροχής υπηρεσιών, επί πιστώσει και δη α) το υπ' αριθ. .../31-3-1998 τιμολόγιο ποσού (14.000.000 δρχ, πλέον ΦΠΑ 18% 2.520.000 δρχ) 16.520.000 δρχ, β) το υπ' αριθ. .../18-6-1998 τιμολόγιο ποσού (21.000.000 δρχ, πλέον ΦΠΑ 18% 3.780.000 δρχ) 24.780.000 δρχ, γ) το υπ' αριθ. .../05-10-1998 τιμολόγιο ποσού (21.000.000 δρχ, πλέον ΦΠΑ 18% 3.780.000 δρχ) 24.780.000 δρχ και δ) το υπ' αριθ. .../06-10-1998 τιμολόγιο (14.000.000 δρχ, πλέον ΦΠΑ 18% 2.520.000 δρχ) 16.520.000 δρχ, πλην όμως το εναγόμενο δεν της κατέβαλε την συμφωνημένη αμοιβή της, συνολικού ποσού (70.000.000 δρχ, πλέον ΦΠΑ 18% 12.600.000 δρχ) 82.600.000 δρχ.

Με βάση το ιστορικό αυτό, η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη ζήτησε να υποχρεωθεί το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο να της καταβάλει το προαναφερόμενο συνολικό ποσό των 82.600.000 δρχ ή 242.406,46 ευρώ, που της οφείλει ως αμοιβή (συμπεριλαμβανομένου του ΦΠΑ) για την ολοκλήρωση του συμφωνηθέντος έργου, με το νόμιμο τόκο, κυρίως με βάση τις διατάξεις της μεταξύ τους καταρτισθείσας σύμβασης έργου και επικουρικά με βάση τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, καθόσον ωφελήθηκε σε βάρος της περιουσίας της χωρίς νόμιμη αιτία.

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθ. 812/2016 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία αυτό α) απέρριψε την αγωγή ως νόμω αβάσιμη ως προς την κύρια βάση της, λόγω ακυρότητας της συναφθείσας σύμβασης έργου, β) έκρινε νόμιμη την αγωγή ως προς την επικουρική της βάση του αδικαιολόγητου πλουτισμού, λόγω της ακυρότητας της σύμβασης, πλην του αιτήματος της αγωγής για την απόδοση του ποσού του ΦΠΑ που αντιστοιχεί στα τέσσερα εκδοθέντα τιμολόγια, ύψους 12.600.000 δρχ, το οποίο (αίτημα) έκρινε μη νόμιμο, με την αιτιολογία ότι ο ΦΠΑ δεν εισπράττεται από τον εργολάβο αλλά αποδίδεται από τον τελευταίο στο Δημόσιο και έτσι, στην περίπτωση που δεν καταβληθεί από τον εργοδότη, δεν υφίσταται πλουτισμός του τελευταίου από την περιουσία ή με ζημία του εργολάβου, ακολούθως δε δέχθηκε εν μέρει και ως ουσία βάσιμη την αγωγή και υποχρέωσε το εναγόμενο να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 205.529,20 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.

Κατά της απόφασης ασκήθηκαν αντίθετες εφέσεις από τους διαδίκους επί των οποίων εκδόθηκε η πληττόμενη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία κρίθηκε νόμιμη η αγωγή και ως προς το (απορριφθέν) αίτημα για την απόδοση του ποσού του ΦΠΑ που αντιστοιχεί στα τέσσερα εκδοθέντα τιμολόγια, ύψους 12.600.000 δρχ, με τη σκέψη ότι η αξίωση της ενάγουσας για την καταβολή και του αναγραφέντος ΦΠΑ στα άνω τέσσερα τιμολόγια παροχής υπηρεσιών, συνολικού ποσού 12.600.000 δρχ ή 36.977,36 ευρώ, ο οποίος κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή βαρύνει το εναγόμενο κατά το νόμο και τα συμφωνηθέντα, είναι νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 1, 2 παρ.1, 12 παρ.1, 13 παρ.1, 2 περ.δ' 15 παρ.1, 28 παρ.1 γ, και 31 του Ν. 1642/1986 "Φόρος Προστιθέμενης Αξίας".

Με βάση τις σκέψεις αυτές, το Εφετείο δέχθηκε και ως ουσία βάσιμο τον μοναδικό λόγο της έφεσης της ενάγουσας, με τον οποίο η τελευταία παραπονείτο για την απόρριψη ως μη νομίμου του άνω αιτήματός της, ακολούθως δε απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση του εναγομένου Δημοσίου, δέχθηκε και ως ουσία βάσιμη την έφεση της ενάγουσας, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση στο σύνολό της για το ενιαίο της εκτέλεσης και, δικάζοντας στην ουσία την αγωγή, δέχθηκε αυτήν και ως ουσία βάσιμη, υποχρεώνοντας το εναγόμενο να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 242.406,46 ευρώ (αμοιβή και ΦΠΑ), με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.

Κρίνοντας, επομένως, το Εφετείο ότι η αγωγική αξίωση της αναιρεσίβλητης για την καταβολή και του αναγραφέντος ΦΠΑ στα άνω τέσσερα τιμολόγια παροχής υπηρεσιών επί πιστώσει που εξέδωσε είναι νόμιμη, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1, 2 παρ.1, 12 παρ.1, 13 παρ.1, 2 περ.δ, 15 παρ. 1, 28 παρ.1 γ, και 31 του Ν. 1642/1986 (όπως αυτές κωδικοποιήθηκαν εν συνεχεία στις διατάξεις των άρθρων 1, 2 παρ. 1, 3 παρ. 1, 4, 8 παρ. 1, 14 παρ. 1, 16 παρ. 1 και 2, 19 παρ.1, 21, 35 παρ.1 και 36 του ν.2859/2000 "Κύρωση Κώδικα Φόρου Προστιθέμενης Αξίας), τις οποίες δεν παραβίασε, αφού, κατά τα προεκτεθέντα, με την έκδοση των φορολογικών στοιχείων ο εκδότης αυτών, εργολάβος, υποχρεώνεται στην απόδοση του αναλογούντος ΦΠΑ στην αρμόδια Δ.Ο.Υ.

εντός των χρονικών ορίων που τίθενται από τις σχετικές διατάξεις του ως άνω νόμου. Στην περίπτωση αυτή, αν δεν έχει προεισπράξει τον φόρο αυτόν από τον εργοδότη, δικαιούται να επιδιώξει την είσπραξή του απ' αυτόν με βάση τις ως άνω ειδικές διατάξεις. Η αξίωσή του θεμελιώνεται ευθέως στο νόμο, οπότε δεν συντρέχει ανάγκη προσφυγής στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, όπως πλεοναστικά έκρινε το Εφετείο.

Κατά συνέπεια, αφού η ενάγουσα εταιρία-εργολάβος ρητά επικαλέσθηκε στην αγωγή της ότι είχε προβεί στην έκδοση των σχετικών τιμολογίων παροχής υπηρεσιών, που την υποχρέωναν στην απόδοση του αναλογούντος σ' αυτά ΦΠΑ στην αρμόδια Δ.Ο.Υ. (εντός των χρονικών ορίων που τίθενται από τις σχετικές διατάξεις του ως άνω νόμου), η τελευταία είχε, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, δικαίωμα να ζητήσει από τον εργοδότη αυτόν (ΦΠΑ), η τυχόν δε μη μέχρι την άσκηση τη αγωγής καταβολή του ΦΠΑ στην οικεία Δ.Ο.Υ.

δεν αναιρεί την φορολογική αυτή υποχρέωσή του ούτε τις ποινικές ευθύνες του. Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, κατά το πρώτο μέρος του, και ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, κατά το πρώτο μέρος του, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους το αναιρεσείον ισχυρίζεται ότι έπρεπε να κριθεί μη νόμιμο το αίτημα αποδόσεως του ποσού του ΦΠΑ που αντιστοιχεί στα εκδοθέντα τιμολόγια, αφενός μεν διότι η απόδοση του ΦΠΑ προϋποθέτει την προηγούμενη καταβολή του και δεν αρκεί η έκδοση των τιμολογίων, αφετέρου δε διότι δεν υφίσταται πλουτισμός του Δημοσίου, αφού ο ΦΠΑ εισπράττεται για να αποδοθεί εν τέλει στο Δημόσιο, ελέγχονται ως αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν.

Η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, για να θεμελιώσει την νομική και ουσιαστική βασιμότητα του αιτήματος αυτού, διέλαβε σκέψεις περί συνδρομής των όρων του αδικαιολόγητου πλουτισμού, αν και αυτό δεν ήταν αναγκαίο, αφού, όπως προαναφέρθηκε, η ένδικη αξίωση αναζητήσεως του ΦΠΑ θεμελιώνεται ευθέως στο νόμο, οπότε δεν συντρέχει ανάγκη προσφυγής στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις. Ωστόσο, το διατακτικό της είναι κατ' αποτέλεσμα ορθό και, εφόσον δεν υπάρχει έννομο συμφέρουν για να αποτραπεί δεδικασμένο, ο λόγος αυτός της αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί (άρθρο 578 ΚΠολΔ).

Κατά τη διάταξη του αριθμού 17 του άρθρου 559 ΚΠολΔ., αναίρεση επιτρέπεται αν η ίδια η απόφαση περιέχει αντιφατικές διατάξεις. Η αντίφαση μεταξύ των διατάξεων πρέπει να εντοπίζεται στο διατακτικό της ίδιας απόφασης και δεν αρκεί η ύπαρξη αντιφάσεως στο αιτιολογικό της αποφάσεως αυτής ή μεταξύ του αιτιολογικού και του διατακτικού. Ειδικότερα, η αντίφαση στο διατακτικό δημιουργεί τον προαναφερόμενο λόγο αναιρέσεως όταν προκαλείται τέτοια αοριστία, ώστε να εμποδίζεται η δημιουργία εκτελεστότητας της αποφάσεως ή η πρόκληση της σκοπούμενης διάπλασης ή η ύπαρξη βεβαιότητας στις σχέσεις των διαδίκων με το δεδικασμένο (ΑΠ 38/2020, ΑΠ 158/2019, ΑΠ 662/2016). Η πλημμέλεια αυτή του δικαστηρίου της ουσίας προτείνεται για πρώτη φορά στον Άρειο Πάγο, αφού πρόκειται για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση (άρθρο 562 παρ.2 β' ΚΠολΔ).

Στην προκειμένη περίπτωση, το αναιρεσείον με το δεύτερο μέρος του πρώτου λόγου αναιρέσεως αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση το σφάλμα ότι περιέχει αντιφατικές διατάξεις με το να αναφέρει στο σκεπτικό τη τα εξής: « […] Από τις διατάξεις των άρθρων 1, 2 παρ.1, 12 παρ.1, 13 παρ.1, 2 περ.δ, 15 παρ. 1, 28 παρ.1γ, και 31 του Ν. 1642/1986...σαφώς προκύπτει […]». Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, αφού το αναιρεσείον δεν επικαλείται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση έχει αντιφατικές διατάξεις στο διατακτικό ή στο με προσόντα διατακτικό αιτιολογικό. Απλά περιορίζεται στην αναγραφή των διατάξεων που εφαρμόσθηκαν χωρίς να προσδιορίζει τη μεταξύ τους αντίφαση.

Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ, που ορίζει ότι αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στη δίκη ως αληθινά χωρίς απόδειξη, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται, όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς ισχυρισμούς οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά, ή όταν δεν εκθέτει από ποιά αποδεικτικά μέσα άντλησε την περί αυτών απόδειξη.

Εν προκειμένω, το αναιρεσείον με το δεύτερο μέρος του δεύτερου λόγου αναιρέσεως μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση ότι δέχθηκε χωρίς απόδειξη ότι το ποσό του ΦΠΑ οφείλεται απ' αυτό (Ελληνικό Δημόσιο) στην αναιρεσίβλητη χωρίς προηγουμένως η τελευταία να έχει αποδείξει το γεγονός της καταβολής του στην αρμόδια ΔΟΥ. Ομοίως, με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για το ίδιο σφάλμα, με την επίκληση ότι δέχθηκε χωρίς απόδειξη ότι το Δημόσιο κατέστη πλουσιότερο σε βάρος της περιουσίας της. Ωστόσο, οι λόγοι αυτοί αναιρέσεως είναι αβάσιμοι, γιατί από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο την κρίση του για τα ως άνω ζητήματα (για το δεύτερο, όπως προαναφέρθηκε, πλεοναστικά) σχημάτισε όχι χωρίς απόδειξη, αλλά μετά από εκτίμηση, όπως βεβαιώνει, της αναφερόμενης ένορκης μαρτυρικής κατάθεσης και όλων των εγγράφων που προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι. Κατά τα λοιπά, οι ίδιοι λόγοι είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, καθόσον οι προβαλλόμενες αιτιάσεις ανάγονται στην εκτίμηση και αξιολόγηση των αποδείξεων από το Δικαστήριο της ουσίας που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 1/1999).

Για να είναι, όμως, ορισμένος ο λόγος αναίρεσης, με τον οποίον αποδίδεται ότι η προσβαλλομένη απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, εξαιτίας ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, πρέπει στο αναιρετήριο, το μεν να αναφέρονται οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, το δε να εξειδικεύονται οι ανεπάρκειες ή οι αντιφάσεις, που προσάπτονται στις ως άνω παραδοχές, δηλαδή να διαλαμβάνεται ποίες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας ή πού εντοπίζονται οι αντιφάσεις (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 1184/2015).

Στην προκειμένη περίπτωση, το αναιρεσείον με το τρίτο μέρος του δεύτερου λόγου αναιρέσεως, που αναφέρεται στην επιδίκαση του ΦΠΑ των εκδοθέντων τιμολογίων, ισχυρίζεται στο τέλος ότι η αναιρεσιβαλλόμενη κατέστη αναιρετέα και κατ' άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, « […] για έλλειψη νομίμου βάσεως, διότι δεν διέλαβε την κατά νόμο απαιτούμενη αιτιολογία, άλλως διέλαβε ελλιπή αιτιολογία επί ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, καθώς δέχθηκε πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία για την κρίση στην συγκεκριμένη περίπτωση».

Ο λόγος αυτός πρέπει ν' απορριφθεί ως απαράδεκτος, λόγω της αοριστίας του, συνιστάμενης στην έλλειψη αναφοράς στο αναιρετήριο, εφόσον το Εφετείο ερεύνησε κατ' ουσία την υπόθεση, των κρισίμων ουσιαστικών παραδοχών του επί των ζητημάτων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, τα οποία ζητήματα δεν εξειδικεύονται, και με βάση τις οποίες αυτό, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση του, περί παραδοχής της ένδικης αγωγής της ήδη αναιρεσίβλητης κατά του αναιρεσείοντος, και συνακόλουθα και των συγκεκριμένων ανεπαρκειών των παραδοχών αυτών, έτσι ώστε η επικαλούμενη έλλειψη νόμιμης βάσης της προσβαλλομένης αποφάσεως, λόγω ελλιπούς, άλλως, ανεπαρκούς αιτιολογίας, να προκύπτει και να μπορεί να ελεγχθεί από τη, διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης, ελάσσονα πρόταση του δικανικού της συλλογισμού.

Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, μη υπάρχοντος προς έρευνα άλλου αναιρετικού λόγου, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις και διατυπώνει σχετικό αίτημα, σε βάρος του αναιρεσείοντος λόγω της ήττας του (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), μειωμένα όμως κατά το άρθρο 22 παρ.1 του ν. 3693/1957, κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 9 Οκτωβρίου 2018 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της υπ' αριθ. 2665/2018 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει το αναιρεσείον στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300,00) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 27 Οκτωβρίου 2020.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 15 Ιανουαρίου 2021.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ