Legislator Case Law & Legislation
43/2020 AI generated

43/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 43/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Σεπτεμβρίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

43/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης αφέθηκε στην ελεύθερη εκτίμηση του δικαστηρίου, η σχετική κρίση του οποίου δεν υπόκειται, κατ' αρχήν, σε αναιρετικό έλεγχο, αφού σχηματίζεται από την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων (άρθρο 561 § 1 ΚΠολΔ), χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, ώστε να μπορεί να κριθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, είτε ευθέως, είτε εκ πλαγίου, για έλλειψη νόμιμης βάσης.

Keywords

AI generated
endangerment offence safety regulations violation insufficiently substantiated threat exposure to danger dangerous object security risk
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 43 / 2020 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 43/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αβροκόμη Θούα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Μιλτιάδη Χατζηγεωργίου - Εισηγητή, Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Κωνσταντίνα Μαυρικοπούλου και Αικατερίνη Κρυσταλλίδου - Μωρέση, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Σεπτεμβρίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Π. Κ. του Γ., κατοίκου ..., ως μοναδικού νομίμου κληρονόμου των αποβιωσάντων αρχικών διαδίκων Π. χήρας Σ. Κ., θυγατέρα Ν. Κ. και Γ. Κ. του Σ.. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αντώνιο Γρηγοράκη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. Κ. του Χ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Τάρτη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ. και 2) Ι. Τ. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Μαστρογιάννη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-6-2008 αγωγή των αρχικών διαδίκων Γ. Κ. και Π. χήρας Σ. Κ. και την από 10-3-2009 προσεπίκληση - παρεμπίπτουσα αγωγή του ήδη πρώτου αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χαλκίδας και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 199/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 53/2017 του Μονομελούς Εφετείου Ευβοίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 12-5-2017 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 558 ΚΠολΔ (όμοια κατά περιεχόμενο με τη διάταξη του άρθρου 517 του ίδιου κώδικα) η αναίρεση απευθύνεται κατ' εκείνων οι οποίοι ήταν διάδικοι στη δίκη κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση ή των καθολικών διαδόχων τους ή των κληροδόχων τους. Αν υπάρχει αναγκαστική ομοδικία, η αναίρεση πρέπει να απευθύνεται κατά όλων των ομοδίκων, αλλιώς απορρίπτεται ως απαράδεκτη".

Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 80, 89 και 277 αριθ. 4 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι, εάν ο εναγόμενος προσεπικαλέσει εκείνον από τον οποίο έχει δικαίωμα να απαιτήσει αποζημίωση σε περίπτωση ήττας του να παρέμβει στη δίκη προς υποστήριξή του, ο δε προσεπικαλούμενος δικονομικός εγγυητής δεν παρεμβαίνει παραδεκτά υπέρ του προσεπικαλούντος, αλλά εμφανίζεται στη δίκη, περιοριζόμενος στην απόκρουση της προσεπίκλησης και στην αμφισβήτηση της βασιμότητάς της, δεν καθίσταται διάδικος στην κύρια δίκη μεταξύ των αρχικών διαδίκων, ούτε δημιουργείται αναγκαστική ομοδικία, κατά την έννοια του άρθρου 76 ΚΠολΔ, μεταξύ αυτού (προσεπικαλουμένου) και προσεπικαλούντος-εναγομένου.

Αν, επομένως, ο εκκαλών-ενάγων ηττηθεί στη δευτεροβάθμια δίκη και ασκήσει αναίρεση κατά της εφετειακής απόφασης δεν δικαιούται να απευθύνει την αναίρεση αυτή και κατά του προσεπικαλουμένου, ο οποίος δεν νομιμοποιείται να είναι αναιρεσίβλητος, εφόσον δεν άσκησε παραδεκτά πρόσθετη υπέρ του προσεπικαλούντος εφεσιβλήτου - εναγομένου παρέμβαση στην πρωτοβάθμια ή δευτεροβάθμια δίκη και, έτσι, δεν κατέστη διάδικος στη δίκη αυτή (ΑΠ 1430/2007, ΑΠ 1365/2005).

Στην προκειμένη περίπτωση από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης προκύπτουν τα ακόλουθα: οι αρχικοί ενάγοντες, καθολική διάδοχος των οποίων τυγχάνει η ήδη αναιρεσείουσα, με την από 20-6-2008 αγωγή τους κατά του ήδη πρώτου των αναιρεσιβλήτων ζήτησαν να υποχρεωθεί αυτός ως υπαίτιος αδικοπραξίας να τους καταβάλει ένα χρηματικό ποσό για την αποκατάσταση της ψυχικής οδύνης που υπέστησαν από τον θανάσιμο τραυματισμό του συγγενούς τους Χ.

Κ.. Ο τότε εναγόμενος με την από 10-3-2009 προσεπίκληση στην οποία ένωσε και αγωγή ζήτησε, σε περίπτωση ήττας του, να υποχρεωθεί ο προσεπικαλούμενος-εναγόμενος Ι. Τ. να του καταβάλει μέρος του ποσού που υποχρεωθεί να καταβάλει, εφόσον ως προστήσας αυτόν είναι συνυπόχρεος σε αποζημίωση. Ο τελευταίος εμφανίστηκε στη δίκη και αρνήθηκε την προσεπίκληση και την παρεμπίπτουσα αγωγή.

Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο έκανε εν μέρει δεκτή την κύρια και την παρεμπίπτουσα αγωγή. Κατ' αυτής της αποφάσεως όλοι οι διάδικοι άσκησαν εφέσεις. Το Εφετείο απέρριψε την έφεση της ήδη αναιρεσείουσας και, δεχόμενο τις άλλες δύο εφέσεις, περιόρισε τα επιδικαζόμενα ποσά. Εφόσον όμως ο προσεπικαλούμενος δεν άσκησε πρόσθετη υπέρ του προσεπικαλούντος-εναγομένου παρέμβαση στην πρωτοβάθμια ή δευτεροβάθμια δίκη, δεν κατέστη διάδικος στη δίκη μεταξύ αυτού και της διαδόχου των αρχικώς εναγόντων και συνεπώς η τελευταία, που ηττήθηκε και ήδη άσκησε την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, δεν δικαιούτο να την απευθύνει κατ' αυτού, ο οποίος δεν περιλαμβάνεται μεταξύ των προσώπων που ορίζει το άρθρο 558 ΚΠολΔ.

Κατ' ακολουθίαν η αίτηση πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη ως προς το διάδικο αυτό, κατ' αυτεπάγγελτη κρίση του Δικαστηρίου τούτου και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στη δικαστική του δαπάνη λόγω της ήττας της.

ΙΙ. Σύμφωνα με το άρθρο 932 του ΑΚ, "Σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη, κατά την κρίση του, χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Αυτό ισχύει ιδίως για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του.

Σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου η χρηματική ικανοποίηση μπορεί να επιδικαστεί στην οικογένεια του θύματος λόγω ψυχικής οδύνης". Κατά την έννοια του άρθρου αυτού, το δικαστήριο της ουσίας, αφού δεχθεί ότι συνεπεία αδικοπραξίας προκλήθηκε σε κάποιο πρόσωπο ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη, καθορίζει στη συνέχεια το ύψος της οφειλόμενης γι' αυτήν χρηματικής ικανοποιήσεως, με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και της λογικής, λαμβάνοντας ιδίως υπόψη, ως κριτήρια, το είδος της προσβολής, την έκταση της βλάβης, τις συνθήκες τέλεσης της αδικοπραξίας, τη βαρύτητα του πταίσματος του υπόχρεου, το τυχόν συντρέχον πταίσμα του δικαιούχου και την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των διαδίκων μερών.

Ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης αφέθηκε στην ελεύθερη εκτίμηση του δικαστηρίου, η σχετική κρίση του οποίου δεν υπόκειται, κατ' αρχήν, σε αναιρετικό έλεγχο, αφού σχηματίζεται από την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων (άρθρο 561 § 1 ΚΠολΔ), χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, ώστε να μπορεί να κριθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, είτε ευθέως, είτε εκ πλαγίου, για έλλειψη νόμιμης βάσης.

Επιβάλλεται, όμως, σε κάθε περίπτωση, να τηρείται, κατά τον καθορισμό του ποσού που επιδικάζεται, η αρχή της αναλογικότητας, ως γενική νομική αρχή και μάλιστα αυξημένης τυπικής ισχύος, υπό την έννοια ότι η σχετική κρίση του δικαστηρίου δεν πρέπει να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, πράγμα που, αν συμβαίνει, ελέγχεται ως παραβίαση της πιο πάνω γενικής νομικής αρχής, ήτοι ως πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 10/2017, 9/2015).

Και τούτο, διότι μία απόφαση, με την οποία επιδικάζεται ένα ευτελές ή υπέρμετρα μεγάλο ποσό, ως δήθεν εύλογο, κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου, προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης ή της ψυχικής οδύνης, ευτελίζει, στην πρώτη περίπτωση (όσον αφορά τον δικαιούχο - παθόντα), το σεβασμό της αξίας του ανθρώπου και στη δεύτερη (όσον αφορά τον υπόχρεο), το δικαίωμα της περιουσίας του, αφού το δικαστήριο, επεμβαίνοντας στη διαφορά μεταξύ ιδιωτών, πρέπει να τηρεί μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων (ΑΠ 1863/2017, ΑΠ 747/2017).

ΙΙΙ. Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρ. 561 § 2 ΚΠολΔ, επισκόπησή της, δέχθηκε τα εξής: "Δυνάμει του υπ' αριθμόν ....5.2005 συμβολαίου της Συμβολαιογράφου Χαλκίδας Ε. Ν. Κ., το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Χαλκίδας, ο (ήδη 2ος των αναιρεσιβλήτων) Τ.

Ι. απέκτησε κατά κυριότητα τον πρώτο όροφο μίας οικοδομής στην οδό ... Στο ακίνητο αυτό είχε ήδη διαμορφωθεί το ισόγειο και ο πρώτος όροφος από τον δικαιοπάροχο πατέρα του.... Όπως προκύπτει από τα ανωτέρω συμβόλαια, το τοπογραφικό και τη σχετική άδεια οικοδομής, η πρόσοψη του ακινήτου έχει μήκος 12 μέτρα.

Στην ως άνω οριζόντια ιδιοκτησία του πρώτου ορόφου, ενώ είχαν ήδη κτιστεί οι εξωτερικοί τοίχοι αυτού, ο Τ. Ι. αποφάσισε να διαμορφώσει εσωτερικά τον πρώτο όροφο και προχώρησε στην έκδοση της με αριθμό ....7.2005 έγκρισης εργασιών μικρής κλίμακας, διατηρώντας για τον εαυτό του την ουσιαστική αυτεπιστασία του έργου, ήτοι είχε διατηρήσει το δικαίωμα επίβλεψης, οργάνωσης και εκτέλεσης γενικά όλων των εργασιών στην ως άνω οικοδομή του (...).

Για τη διαμόρφωση του εσωτερικού χώρου απευθύνθηκε στους αδελφούς Α. και Θ. Π., ως εργάτες οικοδομής. Στη συνέχεια παρήγγειλε τα απαιτούμενα οικοδομικά υλικά, (τούβλα, τσιμέντο, άμμο κλπ.) από τη μάντρα οικοδομών του (ήδη 1ου των αναιρεσιβλήτων) Α. Κ., τα οποία ο Α. Κ. θα παρέδιδε στην ως άνω οικοδομή την 12.9.2005 ημέρα Δευτέρα και ώρα 8:30...

Πράγματι την 12η Σεπτεμβρίου 2005 ο Α. Κ., απόντος του Τ. Ι., στάθμευσε το γερανοφόρο όχημά του έμπροσθεν του ακινήτου του Τ. Ι., αφού υπήρχε ικανός ελεύθερος χώρος, προκειμένου να εκφορτώσει τα υλικά με τα οποία ήταν φορτωμένο το υπ' αρ. ... . αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας του, το οποίο έφερε ανυψωτικό μηχάνημα, ήτοι γερανό μεταξύ του κουβουκλίου και της ανοικτής άμαξας του.

Κατά τον ίδιο χρόνο ο Χ. Κ., κατευθύνθηκε προς την ανεγειρόμενη οικοδομή, επί της αριστερής πλευράς της οδού ... στη Χαλκίδα, με κατεύθυνση από την οδό ... προς την πλατεία ..., προκειμένου να χαιρετήσει τους φίλους του Α. και Θ. Π., οι οποίοι και εργάζονταν στην ανωτέρω οικοδομή. Εν τω μεταξύ ο Α. Κ. χρησιμοποιώντας το ανυψωτικό μηχάνημα, ήτοι τον γερανό που έφερε το φορτηγό μεταξύ του κουβουκλίου και της ανοικτής άμαξας του, προκειμένου να μεταφέρει τα οικοδομικά υλικά, από το ...

φορτηγό του στον πρώτο όροφο της οικοδομής, η σιδερένια πιρούνα -εξάρτημα του γερανού- αποσυνδέθηκε από το γάντζο αυτού, με αποτέλεσμα να εκσφενδονιστεί προς τον Χ. Κ., ο οποίος βάδιζε στο πεζοδρόμιο, παραπλεύρως της ανεγειρόμενης οικοδομής και να τον τραυματίσει θανάσιμα. Υπαίτιος για το ανωτέρω συμβάν και του εξ αιτίας αυτού θανάσιμου τραυματισμού του Χ.

Κ. είναι ο Α. Κ., προστηθείς από τον Τ. Ι., επειδή δεν κατέβαλε την επιμέλεια που αν είχε καταβληθεί, με μέτρο τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς κατόχου και χειριστού γερανοφόρου οχήματος, θα καθιστούσε δυνατή την αποτροπή της αποσύνδεση της σιδερένιας πιρούνας από το γάντζο και την απομάκρυνση του Χ.

Κ. από το χώρο εκφόρτωσης (...) που ώφειλε και ηδύνατο να καταβάλει, ενόψει των περιστάσεων. Ειδικότερα: δεν έλαβε και δεν τήρησε τα μέτρα ασφαλείας κατά το χειρισμό του ανωτέρω γερανού ανυψωτικού μηχανήματος, προκειμένου να αποφευχθεί το ανωτέρω ατύχημα, ήτοι δεν μερίμνησε να περιφράξει με εμφανείς κορδέλες ή άλλα εμφανή σημεία και να απομονώσει-αποκλείσει τη πρόσβαση στο χώρο εκφόρτωσης των οικοδομικών υλικών, 2) δεν τοποθέτησε ασφάλεια μεταξύ του γάντζου και της πιρούνας η οποία θα συγκρατούσε τη πιρούνα (βλέπε την από 12-09-2005 έκθεση αυτοψίας), 3) δεν συντήρησε κατάλληλα το σύστημα ανυψώσεως του γερανοφόρου οχήματος και 4) αν και γνώριζε ότι ο Χ.

Κ. ήταν πλησίον του χώρου εκφόρτωσης, από τη μία δεν προέβη σε πλήρη έλεγχο για το εάν έχει απομακρυνθεί ο Χ. Κ. από το σημείο της εκφόρτωσης κι από την άλλη ξεκίνησε τη διαδικασία εκφόρτωσης. Αν ο Α. Κ. τηρούσε την απαιτούμενη επιμέλεια και προσοχή, θα είχε αποφευχθεί ο θανάσιμος τραυματισμός του Χ. Κ., καθόσον εάν ο χώρος εκφόρτωσης ήταν περιφραγμένος και αποκλεισμένος, δεν θα είχε πλησιάσει ο Χ.

Κ. στο χώρο εκφόρτωσης. Αν είχε τοποθετήσει μεταξύ του γάντζου και της πιρούνας ασφάλεια, και συντηρούσε επιμελώς το ανυψωτικό μηχάνημα, δεν θα είχε εκσφενδονιστεί η πιρούνα και τέλος αν είχε φροντίσει να απομακρυνθεί ο Χ. Κ. από το χώρο εκφόρτωσης και δεν είχε ξεκινήσει τη διαδικασία εκφόρτωσης αφού είχε βεβαιωθεί πλήρως ότι είχε απομακρυνθεί ο Χ.

Κ., δεν θα είχε επέλθει ο θανάσιμος τραυματισμός του Χ. Κ.. Περαιτέρω, οι ενέργειες του τελευταίου, για τις οποίες ευθύνεται αντικειμενικά και ο Τ. Ι., κατά τον κανόνα του άρθρου 922 ΑΚ, συνδέονται αιτιωδώς και με το γεγονός ότι ο Α. Κ. δεν είχε τη νόμιμη άδεια χειριστή ( γεγονός που εκδηλώνει την αδιαφορία του Α.

Κ. για τη τήρηση των νομίμων διαδικασιών), δεδομένου ότι υπό τις ανωτέρω συνθήκες, περιλαμβανομένης και της ύπαρξης του Χ. Κ. στο χώρο των εργασιών και δη σε μικρή απόσταση από το ανυψωτικό μηχάνημα, ο αδειούχος χειριστής δεν θα συνέχιζε την επίμαχη διαδικασία, αφού τούτη εγκυμονούσε κινδύνους. Αντίθετα, ο Α.

Κ. συνέχισε την εν λόγω διαδικασία από αμέλειά του, με αποτέλεσμα την πτώση της σιδερένιας πηρούνας που αποσυνδέθηκε από το γάντζο του γερανού και την πρόκληση κρανιοεγκαφαλικών κακώσεων του Χ. Κ., από τις οποίες επήλθε ο θάνατός του. Συνυπαίτιος όμως είναι και ο Τ. Ι., κύριος του έργου και προστήσας τον Α.

Κ. στην μεταφορά και παράδοση των οικοδομικών υλικών, αφού είχε την υποχρέωση να λάβει όλα τα προσήκοντα μέτρα ασφαλείας ή να δώσει τις απαιτούμενες οδηγίες στον Α. Κ. για τη λήψη των μέτρων αυτών, δεδομένου ότι δεν είχε αναθέσει την εκτέλεση ολόκληρου του έργου σ' άλλον, ήτοι να προβεί στην περίφραξη, την απομόνωση και αποκλεισμό του χώρου λειτουργίας του ανυψωτικού μηχανήματος με την κατάλληλη σήμανση και την τοποθέτηση προειδοποιητικής πινακίδας εκπόνησης οικοδομικών εργασιών.

Επιπρόσθετα, έπρεπε να παρευρίσκεται στο τόπο εκφόρτωσης των οικοδομικών υλικών και να ελέγχει τη τήρηση των μέτρων ασφαλείας. Αντιθέτως, δεν αποδείχτηκε ότι συντρέχει πταίσμα στον θανόντα αφού δεν αποδεικνύεται ότι αυτός αγνόησε τις προειδοποιήσεις του εναγομένου και δεν απομακρύνθηκε από το χώρο που γινόταν η εκφόρτωση.

Αλλωστε και υπό την εκδοχή αυτή, ο Α. Κ. δεν θα έπρεπε να προχωρήσει στην λειτουργία του ανυψωτικού μηχανήματος. Πρέπει, συνεπώς ο σχετικός ισχυρισμός... περί συνυπαιτιότητας του αποθανόντος, ο οποίος παραδεκτά και νόμιμα προβάλλεται (άρθρο 300 ΑΚ), να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμος.

Συνεπώς στο παραπάνω ατύχημα, ο θανάσιμος τραυματισμός του Χ. Κ., οφείλεται αποκλειστικά στις συγκλίνουσες συμπεριφορές του Α. Κ. και του Τ. Ι., οι οποίοι δεν επέδειξαν τη συμπεριφορά που ώφειλαν και ηδύναντο να καταβάλλουν με αποτέλεσμα να μη προβλέψουν το αποτέλεσμα της συμπεριφοράς τους αυτής, η οποία βρίσκεται σε απόλυτη αιτιώδη συνάφεια με το επελθόν αποτέλεσμα. Το δε ποσοστό συνυπαιτιότητας ανέρχεται σε 70% για τον Α. Κ. και σε 30% για τον Τ. Ι., κύριο του έργου και προστήσαντα στην υπηρεσία του τον Α. Κ. (...)".

ΙV. Κατ' ακολουθίαν το Εφετείο, αφού έκρινε, κατά τις ως άνω παραδοχές του που δεν πλήττονται με την ένδικη αίτηση αναιρέσεως, ότι συνυπαίτιοι του θανάσιμου τραυματισμού του Χ. Κ. ήταν οι αναιρεσίβλητοι Α. Κ., προστηθείς οδηγός του γερανοφόρου οχήματος και Ι. Τ., κύριος του οικοδομικού έργου και προστήσας τον προηγούμενο, κατά ποσοστό 70% και 30%, αντίστοιχα, δέχθηκε, σχετικά με το αγωγικό κεφάλαιο χρηματικής ικανοποιήσεως, λόγω ψυχικής οδύνης, που επιδικάστηκε στην αναιρεσείουσα ως κληρονόμο των αρχικώς εναγόντων, μελών της οικογένειας του θανόντος 51ετούς Χ.

Κ., τα εξής που ενδιαφέρουν την παρούσα αναιρετική δίκη: "οι συγγενείς του μητέρα του και αδελφός του δοκιμάστηκαν ψυχικά, έστω και αν είχαν επί πολλά έτη διενέξεις και διαφορές, από την απώλειά του και υπέστησαν ψυχική οδύνη, για την απάμβλυνση της οποίας δικαιούνται χρηματικής ικανοποιήσεως (ΑΚ 932). Λαμβάνοντας ωστόσο υπόψη τις συνθήκες κάτω από τις οποίες έλαβε χώρα το επίδικο περιστατικό, το γεγονός ότι ο εκλιπών είχε δημιουργήσει τη δική του οικογένεια (σύζυγο και δύο τέκνα), την ηλικία του καθώς και το ότι αποδείχθηκε ότι οι συναισθηματικοί δεσμοί μεταξύ αυτού και των εναγόντων ήταν χαλαροί (βλ.

καταθέσεις μαρτύρων και ειδικότερα των τέκνων του αποβιώσαντος, σύμφωνα με τις οποίες ο αποθανών είχε πολλά χρόνια να έρθει σε επαφή με τον αδελφό του και τη μητέρα του λόγω συνεχών διενέξεων και διαφορών), την έλλειψη συντρέχοντος πταίσματος, το είδος της βλάβης που επήλθε, την κοινωνική και οικονομική κατάσταση των μερών, κρίνει ως εύλογο ποσό χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ψυχικής οδύνης, για τον πρώτο ενάγοντα, αδελφό του θανόντος, το ποσό των 2.000 ευρώ και για τη δεύτερη ενάγουσα, μητέρα του θανόντος, το ποσό των 10.000 ευρώ, οι οποίοι σε κάθε περίπτωση είχαν ψυχικό δεσμό με τον θανόντα αδελφό και υιό, αντίστοιχα, και υπέστησαν θλίψη και στεναχώρια από το θάνατο του Χ.

Κ., έστω και αν υπήρχαν χρόνια οικογενειακά προβλήματα, τα οποία βέβαια δεν διευκρινίζονται επαρκώς". Με βάση τις παραδοχές αυτές, δεχόμενο τις εφέσεις των ήδη αναιρεσιβλήτων, εξαφάνισε την πρωτοβάθμια απόφαση, που είχε κρίνει ότι εύλογα ποσά για την ικανοποίηση της ψυχικής οδύνης από τον εν λόγω θάνατο ήταν για τον αδελφό και τη μητέρα του Χ.

Κ. αυτά των 25.000 και 35.000 ευρώ, αντίστοιχα, και, κρατώντας και δικάζοντας την υπόθεση, επιδίκασε σ' αυτούς τα προαναφερόμενα ποσά των 2.000 και 10.000 ευρώ, αντίστοιχα. Ωστόσο το Εφετείο, αν και αναφέρει ότι υπήρχε ψυχικός δεσμός μεταξύ του θανόντος και των εναγόντων, δεν δικαιολογεί γιατί τα "μη διευκρινιζόμενα επαρκώς οικογενειακά προβλήματα" (όπως επί λέξει αναφέρει) το οδηγούν να θεωρήσει ως εύλογα τα ως άνω ποσά, τα οποία κατά την κοινή πείρα, τη δικαστηριακή πρακτική και τη συνείδηση για το δίκαιο, υπολείπονται, καταφανώς, εκείνων που συνήθως επιδικάζονται σε παρόμοιες περιπτώσεις χρηματικής ικανοποιήσεως, με βάση τα προσδιοριστικά κριτήρια για τον καθορισμό αυτής που παρατίθενται στην απόφαση.

Με την κρίση του επομένως αυτή στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσεως, λόγω ανεπαρκούς και ασαφούς αιτιολογίας ως προς το ουσιώδες ζήτημα του προσδιορισμού της χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ψυχικής οδύνης. Γι' αυτό πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος ο τρίτος, από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως, να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση καθ' ο μέρος αφορά τον πρώτο αναιρεσίβλητο και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, εφόσον είναι δυνατή η συγκρότησή του από δικαστή άλλον, εκτός εκείνου που δίκασε προηγουμένως (άρθρο 580 παρ. 2 ΚΠολΔ), να διαταχθεί, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 495 § 4 του ΚΠολΔ, η επιστροφή του παραβόλου στη νικήσασα αναιρεσείουσα και να καταδικαστεί ο ηττηθείς πρώτος αναιρεσίβλητος στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), η οποία κατέθεσε προτάσεις.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 12-5-2017 αίτηση της Π. Κ. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 53/2017 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Ευβοίας, όσον αφορά τον δεύτερο αναιρεσίβλητο, Ι. Τ..

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του διαδίκου αυτού, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

Αναιρεί εν μέρει την απόφαση αυτή, όσον αφορά τον πρώτο αναιρεσίβλητο.

Παραπέμπει την υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλον δικαστή, εκτός εκείνου που δίκασε προηγουμένως.

Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στην αναιρεσείουσα και

Καταδικάζει τον πρώτο αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 29 Οκτωβρίου 2019.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 22 Ιανουαρίου 2020.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

(και νυν Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου)