43/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, και Ιωάννη Φιοράκη, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated43/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Τέλος, κατά μεν την διάταξη του άρθρου 5 του δ/τος της 26 Ιουνίου/10 Ιουλίου 1944 "περί Κώδικος των νόμων περί δικών του Δημοσίου", που δεν καταργήθηκε ως ειδική και ισχύει και μετά την εισαγωγή του ΚΠολΔ. "1. Μόνον αι προς τον Υπουργόν των Οικονομικών κατά τας διατάξεις του από 24/28 Μαρτίου 1867 ν. ΡλΡ' γενόμεναι κοινοποιήσεις οιουδήποτε δικογράφου επί δικών του Δημοσίου παράγουσι νομίμους συνεπείας. 2.
Full text
Απόφαση 43 / 2018 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 43/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, και Ιωάννη Φιοράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 15η Νοεμβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Στελιανή Κουστουμπάρδη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., Του αναιρεσίβλητου: Β. Κ. του Π., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο Αναστασία Γιόγλη
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-3-1999 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσπρωτίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5/2009 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου, και 71/2011 του Εφετείου Κέρκυρας. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί το αναιρεσείον, με την από 27-12-2011 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Φιοράκης, ανέγνωσε την από 8-10-2017 έκθεσή του, με την οποία εισηγείται την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης. Η πληρεξούσια του αναιρεσίβλητου ζήτησε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά μεν την διάταξη του άρθρου 126 παρ. 1 εδ. ε' του ΚΠολΔ, η επίδοση γίνεται για το Δημόσιο, σε εκείνους που το εκπροσωπούν σύμφωνα με το νόμο, κατά δε την διάταξη του άρθρου 159 του ίδιου Κώδικα, η παράβαση διάταξης που ρυθμίζει την διαδικασία και ιδίως τον τύπο κάποιας διαδικαστικής πράξης συνεπάγεται ακυρότητα, την οποία απαγγέλλει το δικαστήριο, πλην άλλων, αν την τήρηση της διάταξης απαιτεί ρητά ο νόμος με την ποινή της ακυρότητας.
Τέλος, κατά μεν την διάταξη του άρθρου 5 του δ/τος της 26 Ιουνίου/10 Ιουλίου 1944 "περί Κώδικος των νόμων περί δικών του Δημοσίου", που δεν καταργήθηκε ως ειδική και ισχύει και μετά την εισαγωγή του ΚΠολΔ. "1. Μόνον αι προς τον Υπουργόν των Οικονομικών κατά τας διατάξεις του από 24/28 Μαρτίου 1867 ν. ΡλΡ' γενόμεναι κοινοποιήσεις οιουδήποτε δικογράφου επί δικών του Δημοσίου παράγουσι νομίμους συνεπείας. 2.
Η διάταξις της προηγούμενης παραγράφου εφαρμόζεται και όταν το Δημόσιον εκπροσωπείται δικαστικώς εκ μέρους άλλου, πλην του επί των Οικονομικών Υπουργού, είτε και εκ μέρους των διευθυντών ταμείων ή οικονομικών εφόρων ή τελώνων ή ετέρου οιουδήποτε κρατικού οργάνου, της προς τον Υπουργόν Οικονομικών επιδόσεως απαιτουμένης και τότε ως προσθέτου τοιαύτης, επί συνεπεία ακυρότητας αυτεπαγγέλτως εξεταζομένης", κατά δε την διάταξη του άρθρου 6 του ως άνω δ/τος "1.
Αι προς τον Υπουργόν των Οικονομικών κατά τους κειμένους νόμους επιδόσεις γίνονται εν τω οικήματι εν ω εδρεύει η Διεύθυνσις Νομικών Υπηρεσιών (ήδη Νομικό Συμβούλιο του Κράτους). 2. Τα αποδεικτικά των προς τον Υπουργό των Οικονομικών ως εκπρόσωπον του Δημοσίου ή του Ταμείου Εθνικού Στόλου η του Εκκλησιαστικού Ταμείου επιδιδομένων δικαστικών αποφάσεων και παντός είδους δικογράφων υπογράφει ο Διευθυντής των Νομικών Υπηρεσιών" (ν. 1564/1918 άρθρο 6, α.ν. 2374/1940 άρθρο 1 και 25 αριθ. 2 και β.δ. 8/12 Σεπτ. 1940 άρθρο 11 περιπτ.
Β'). Ως δικόγραφο, κατά την έννοια της αμέσως πιο πάνω διάταξης, νοείται όχι μόνο εκείνο που επιδίδεται από ένα διάδικο σε άλλον ή υποβάλλεται στο δικαστήριο (άρθρο 118 ΚΠολΔ), αλλά κάθε έγγραφο που επιδίδεται (άρθρο 122 παρ. 1 ΚΠολΔ). Από την ίδια, επίσης, διάταξη προκύπτει, ότι για να είναι έγκυρη η επίδοση προς το Δημόσιο του σχετικού δικογράφου πρέπει, με ποινή την ακυρότητα, να γίνει τόσο στον Υπουργό Οικονομικών, όσο και στο αρμόδιο όργανο που εκπροσωπεί το Δημόσιο στην συγκεκριμένη δίκη, προδήλως για μεγαλύτερη εξασφάλιση των συμφερόντων του Δημοσίου.
Αν το δικόγραφο δεν επιδοθεί προς τον Υπουργό των Οικονομικών και μάλιστα στην εδρεύουσα στην Αθήνα Κεντρική Υπηρεσία του Ν.Σ.Κ. και προς το αρμόδιο όργανο που εκπροσωπεί το Δημόσιο, τότε η "επίδοση" δεν ολοκληρώθηκε και δεν παράγει έννομες συνέπειες, με αποτέλεσμα να επέρχεται ακυρότητα, ανεξάρτητα από την βλάβη του Δημοσίου, η οποία εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο και μπορεί να προταθεί σε οποιαδήποτε στάση της δίκης (Ολ ΑΠ 34/1988, ΑΠ 239/2016).
Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο παρά το νόμο, κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο αναιρετικός αυτός λόγος αναφέρεται σε ακυρότητες, δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό μόνο δίκαιο, μεταξύ των οποίων και το απαράδεκτο άσκησης ενδίκων μέσων, ενώ οι ακυρότητες από το ουσιαστικό δίκαιο ελέγχονται μέσω του λόγου του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ (Ολ ΑΠ 2/2001, ΑΠ 1290/2017).
Τέλος, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στη έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.
Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν εφαρμόσθηκε ορθώς ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση αυτών και στην αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως, σαφώς και χωρίς αντιφάσεις (Ολ ΑΠ 24/1992).
Στην προκειμένη περίπτωση, κατ' ορθή εκτίμηση του αναιρετηρίου, με τον μοναδικό λόγο αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 14 (όχι δε και 19, δοθέντος ότι δεν τίθεται θέμα εκ πλαγίου παραβίασης ουσιαστικής διάταξης νόμου) ΚΠολΔ προβάλλεται η αιτίαση ότι, επί της από 5-5-2009 έφεσης του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία απορρίφθηκε αυτή ως απαράδεκτη, ως εκπροθέσμως ασκηθείσα και επικυρώθηκε η πρωτόδικη απόφαση, με την οποία έγινε δεκτή η από 2-3-1999 αναγνωριστική κυριότητος αγωγή του αναιρεσιβλήτου, ενώ "δεν προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη αν η εκκαλουμένη με αριθμό 5/2009 [και όχι 4, όπως εκ παραδρομής αναφέρεται] απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κερκύρας είχε κοινοποιηθεί νομίμως στο Δημόσιο την 6-4-2009 και συγκεκριμένα δεν αναφέρεται αν η ανωτέρω απόφαση είχε κοινοποιηθεί προς τον αρμόδιο Υπουργό Οικονομικών δια του Πρόεδρου του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους [ΝΣΚ], ώστε να αρχίσει ο υπολογισμός της προθεσμίας για την άσκηση της έφεσης".
Όπως, όμως προκύπτει από την επιτρεπτή επισκόπηση α) της προσβαλλόμενης απόφασης, σ' αυτήν αναφέρεται ότι κατά της προαναφερόμενης απόφασης της πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, η οποία "κοινοποιήθηκε νομοτύπως στο εκκαλούν-εναγόμενο [αναιρεσείον], κατ' άρθρο 126 παρ. 1ε' ΚΠολΔ, την 6-4-2009, ημέρα Δευτέρα, ως προκύπτει εκ των υπ' αριθμούς 4334 και 4337 της 6-4-2009 εκθέσεων επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Β.
Π.... το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο άσκησε την υπό κρίση έφεση, δια καταθέσεως στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου που την εξέδωσε οικείου δικογράφου στις 7-5-2009, ημέρα Πέμπτη.... Ενόψει δε του ότι η τελευταία ημέρα της τριακονθήμερης προθεσμίας, ήτοι η 6-5-2009, δεν είναι εξαιρετέα ημέρα, η υπό κρίση έφεση κατατεθείσα στις 7-5-2009 ...
απορριπτέα τυγχάνει, ως εκπροθέσμως ασκηθείσα", β) των προσκομιζομένων από το αναιρεσείον και αναφερομένων στην προσβαλλόμενη απόφαση, ως άνω, δυο εκθέσεων επίδοσης, η προσβληθείσα πρωτόδικη απόφαση επιδόθηκε πράγματι νομοτύπως στις 6-4-2009 σε αμφότερους τους αρμόδιους Υπουργούς Οικονομικών (δια του εξουσιοδοτημένου και εντεταλμένου προς παραλαβή δικογράφων Παρέδρου του ΝΣΚ Ζαφειρίου Γεωργιάδη) και Αγροτικής Ανάπτυξης.
Σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, το Εφετείο ορθώς απέρριψε την έφεση ως εκπροθέσμως ασκηθείσα, ο δε τ' αντίθετα υποστηρίζων μοναδικός αναιρετικός λόγος είναι αβάσιμος.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει ν' απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί το αναιρεσείον στην αναφερόμενη στο διατακτικό δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, κατά το νόμιμο αίτημά τους (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ, 22 ν. 3693/1957).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 27-12-2011 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 71/2011 απόφασης του Εφετείου Κερκύρας.
Καταδικάζει το αναιρεσείον στην πληρωμή της δικαστικής δαπάνης του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Δεκεμβρίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 10 Ιανουαρίου 2018.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ