43/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 43 / 2014 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 43/2014
Legislator headnote
AI generated43/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 43 / 2014 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 43/2014
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 43 / 2014 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 43/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Ρουμπή, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ελένη Διονυσοπούλου, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 16 Οκτωβρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Tης αναιρεσείουσας: Δ. χήρας Δ. Κ., το γένος Σ. Γ., η οποία απεβίωσε, όπως αναφέρεται στην από 7/12/2011 κλήση και κληρονομήθηκε από τους λοιπούς αναιρεσείοντες και ήδη καλούντες, οι οποίοι συνεχίζουν τη βιαίως διακοπείσα δίκη. Των αναιρεσειόντων - καλούντων: 1) Π. Κ. του Δ., 2) Σ. συζ. Α. Π., το γένος Δ. Κ. και 3) Δ. συζ. Μ. Α., το γένος Δ. Κ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Μπότση.
Του αναιρεσιβλήτου - καθού η κλήση: Ν. Κ. του Π., ο οποίος δεν παραστάθηκε, αφού όπως προκύπτει από το με αριθμό 187/2011 πρακτικό του Δικαστηρίου τούτου απεβίωσε στις 23-7-2010 και κληρονομήθηκε από τους: α) Α. συζ. Μ. Π., το γένος Ν. Κ., κάτοικο ... και β) Δ. Κ. του Ν., κάτοικο ..., οι οποίοι συνεχίζουν τη βιαίως διακοπείσα δίκη και εκπροσωπούνται από την Βαή Καραφυλλίδου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-9-2005 αγωγή του ήδη αποβιώσαντος Ν. Κ. του Π., που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Δράμας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 24/2007 οριστική, όπως αυτή διορθώθηκε με την 29/2008 του ίδιου Δικαστηρίου και 45/2009 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Δράμας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι ήδη αναιρεσείοντες και η Δ. χα Δ. Κ. με την από 10-11-2009 αίτησή τους. Κατά τη δικάσιμο της 16-11-2011 δηλώθηκε βίαιη διακοπή της δίκης λόγω θανάτου της τελευταίας. Την υπόθεση επαναφέρουν οι καλούντες με την από 7-12-2011 κλήση τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελένη Διονυσοπούλου ανέγνωσε την από 8-11-2011 έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος από την Υπηρεσία Αρεοπαγίτη Χαράλαμπου Δημάδη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της ενδίκου αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη των αντιδίκων τους στη δικαστική δαπάνη τους.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή από τις διατάξεις των άρθρων 286 επ. περ. α, 287, 291 Κ.Πολ.Δ., που εφαρμόζονται κατά το άρθρο 573 παρ.1 του ίδιου Κώδικα και στην αναιρετική δίκη, προκύπτει ότι η δίκη διακόπτεται αν μετά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και μέχρι να τελειώσει η προφορική συζήτηση μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση του Αρείου Πάγου, αποβιώσει κάποιος διάδικος. Η διακοπή επέρχεται από τη γνωστοποίηση προς τον αντίδικο του λόγου διακοπής με επίδοση δικογράφου ή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο ή εκτός του ακροατηρίου κατά την επιχείρηση της διαδικαστικής πράξης. Η δίκη που διακόπηκε μπορεί να επαναληφθεί εκουσίως ρητώς με δήλωσή των κληρονόμων του θανόντος στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υπόθεσης προς συζήτηση, ακόμα και ταυτόχρονα με τη δήλωση διακοπής, εφόσον παρίσταται ο αντίδικος, είτε με την επίδοση ιδιαιτέρου δικογράφου ή και με εξώδικη δήλωση αλλά και σιωπηρώς με την κοινοποίηση κλήσης για συζήτηση της υπόθεσης. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα διαδικαστικά έγγραφα της υπόθεσης ο αναιρεσίβλητος απεβίωσε την 23-7-2010, δηλαδή μετά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τα τέκνα του Α. Π. και Δ. Κ. οι οποίοι κατά τη δικάσιμο της 16-11-2011, που είχε ορισθεί μετά από αναβολή η συζήτηση της αναίρεσης, με δήλωση της πληρεξούσιας δικηγόρου τους, που καταχωρήθηκε στα πρακτικά της συνεδρίασης εκείνης γνωστοποίησαν στους αναιρεσείοντες το γεγονός του θανάτου του παραπάνω καθολικού δικαιοπαρόχου τους και ταυτόχρονα δήλωσαν ότι συνεχίζουν για εκείνον τη διακοπείσα δίκη. Στην ίδια δικάσιμο (16-11-2011) ο πληρεξούσιος δικηγόρος των αναιρεσειόντων γνωστοποίησε στον αναιρεσίβλητο το γεγονός του θανάτου της πρώτης τούτων, Δ. Κ., την 3-2-2010, δηλαδή μετά την άσκηση της αναίρεσης χωρίς δήλωση επανάληψης από τους κληρονόμους της, της διακοπείσας δίκης. Ήδη με την από 7-12-2011 κλήση με την οποία ορίσθηκε η αναφερόμενη στην αρχή της αποφάσεως δικάσιμος προς συζήτηση της αναίρεσης οι λοιποί αναιρεσείοντες, ως μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι της παραπάνω θανούσας δήλωσαν ότι συνεχίζουν για εκείνη τη διακοπείσα δίκη. Ο θάνατος των προαναφερομένων διαδίκων και η συγγενική σχέση που στηρίζει την κληρονομική διαδοχή τους αποδεικνύονται από τις προσκομιζόμενες ληξιαρχικές πράξεις θανάτου, τα αντίστοιχα πιστοποιητικά οικογενειακής κατάστασης καθώς και τα πιστοποιητικά του αρμόδιου γραμματέα περί μη δημοσίευσης διαθήκης τούτων.
Συνεπώς νομίμως επαναλήφθηκε η προκειμένη δίκη και παραδεκτώς χωρεί η συζήτηση της υπόθεσης.
Επειδή από τις διατάξεις του άρθρου 1 του Ν. Δ/τος 1189/1972 και τις προ της ισχύος αυτού διατάξεις του άρθρου 196 του Αγροτικού Κώδικος, όπως τούτο αντικατεστάθη με το άρθρο 77 του ν. δ/τος 2185/1952 και συνεπληρώθη υπό του άρθρου 64 του ν. δ/τος 3149/1955, προκύπτει ότι προκειμένου περί κλήρων κειμένων στις υπό του νόμου 1336/1938 καθοριζόμενες παραμεθόριες περιοχές, στις οποίες υπήχθη και η περιφέρεια του Νομού Δράμας, η κυριότητα τούτων περιέρχεται στους κληρούχους, οι οποίοι αποκτούν αυτήν (κυριότητα) πάντοτε κατά τρόπο πρωτότυπο και όχι ως διάδοχοι του παραχωρούντος τον τίτλο Ελληνικού Δημοσίου, όχι από την δημοσίευση στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως της αποφάσεως του Υπουργού Γεωργίας ή του αρμοδίου Γενικού Διοικητού για την κύρωση της οριστικής διανομής, όπως ορίζει η γενική διάταξη του άρθρου 189 παρ. 1, 2 και 3 του Αγροτικού Κώδικος (αρθρ. 1 παρ. 1, 2 και 9 του α.ν. 1722/1939), αλλά μόνον από και δια της μεταγραφής του εκδοθέντος από την αρμοδία αρχή οριστικού τίτλου (παραχωρητήριο). Εξάλλου, και μετά την δια του νόμου 431/1968 επελθούσα νομοθετική μεταβολή, αν δεν έχει χωρήσει κτήση κυριότητος από τον κληρούχο επί του κλήρου κατά τον προβλεπόμενο κατά περίπτωση τρόπο από τον Αγροτικό Κώδικα, ο κλήρος, ανήκων κατά κυριότητα στο Ελληνικό Δημόσιο, είναι ανεπίδεκτος χρησικτησίας, η οποία έτσι μπορεί να αρχίσει μόνον από τότε που ο κληρούχος απέκτησε την κυριότητα επί το κλήρου. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 1045 και 974 ΑΚ συνάγεται ότι με έκτακτη χρησικτησία γίνεται κύριος ακινήτου πράγματος εκείνος που το έχει στη νομή του επί συνεχή εικοσαετία. Κατά δε τα άρθρα 974, 976 και 979 ΑΚ, άσκηση νομής επί ακινήτου που οδηγεί στην κτήση της κυριότητος αυτού με χρησικτησία, αποτελούν οι υλικές και εμφανείς πράξεις επάνω σε αυτό που προσιδιάζουν στην φύση και τον προορισμό του και είναι δηλωτικές της βουλήσεως του κατόχου να εξουσιάζει το πράγμα ως ιδικό του. Από δε τις διατάξεις των άρθρων 1045, 787, 980, 981, 982 επ και 994 ΑΚ, οι οποίες για την ταυτότητα του νομικού λόγου εφαρμόζονται και επί κληρονομιαίων ακινήτων, συνάγεται ότι ο συγκληρονόμος που κατέχει ολόκληρο το κοινό πράγμα λογίζεται νεμόμενος αυτό στο όνομα και των λοιπών συγκληρονόμων και επομένως δεν μπορεί να αντιτάξει κατ' αυτών κτητική ή αποσβεστική παραγραφή πριν καταστήσει σ' αυτούς γνωστή τη βούλησή του, με οποιοδήποτε τρόπο να νέμεται ποσοστό μεγαλύτερο από τη μερίδα του ή ολόκληρο το κοινό αποκλειστικώς για δικό του λογαριασμό. Τέλος κατά το άρθρο 560 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., προκειμένου περί αποφάσεων των ειρηνοδικείων και των αποφάσεων των πρωτοδικείων αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο, ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ευθεία παραβίαση κανόνος ουσιαστικού δικαίου υπάρχει όταν το δικαστήριο παρέλειψε να εφαρμόσει κανόνα ουσιαστικού δικαίου, καίτοι ήταν εφαρμοστέος στην συγκεκριμένη περίπτωση βάσει των παραδοχών του, ή εφάρμοσε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που, με βάση τις ίδιες παραδοχές, δεν έπρεπε να εφαρμόσει. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το ως Εφετείο δικάσαν Πολυμελές Πρωτοδικείο Δράμας, μετ' ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, δέχθηκε τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο Π. Κ. ...... κατετάγη στην αρχική διανομή που πραγματοποιήθηκε στο συνοικισμό Κουδουνίων Δράμας το έτος 1925 και κατόπιν στην οριστική διανομή του έτους 1961, λαμβάνοντας, δυνάμει του υπ' αριθμ. .../25-11-1974 παραχωρητηρίου της Δ/νσης Γεωργίας της Νομαρχίας Δράμας, που μεταγράφηκε νόμιμα στις 4-8-1975 στα οικεία βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Δράμας ...... τους κάτωθι οικοπεδικούς κλήρους: α) τον υπ' αριθμ... οικοπεδικό κλήρο, εκτάσεως...... β) τον υπ' αριθμ. … οικοπεδικό κλήρο, εκτάσεως .......... Επίσης, μετά την οριστική διανομή που έλαβε χώρα στο συνοικισμό Κουδουνίων Δράμας το 1961, δυνάμει του υπ' αριθμ.../10-5-1976 παραχωρητηρίου της Δ/νσης Γεωργίας της Νομαρχίας Δράμας, που μεταγράφηκε νόμιμα στα οικεία βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Δράμας στις 20-12-1977 ...... παραχωρήθηκαν στον ανωτέρω κληρούχο, από την παραπάνω υπηρεσία και οι εξής οικοπεδικοί κλήροι: α) ο υπ' αριθμ… οικοπεδικός κλήρος, εκτάσεως ....... , β) ο υπ' αριθμ. ... οικοπεδικός κλήρος, εκτάσεως ..... και γ) ο υπ' αριθμ. ... οικοπεδικός κλήρος, εκτάσεως ....... Το 1930, δηλαδή σε χρονικό διάστημα πολύ πριν λάβει χώρα η οριστική διανομή των ως άνω κλήρων και η έκδοση των σχετικών παραχωρητηρίων, απεβίωσε ο κληρούχος χωρίς να αφήσει διαθήκη, καταλείποντας ως εξής αδιαθέτου κληρονόμους του, τη σύζυγό του Α. και τα δύο ανήλικα τέκνα του. Κατά το χρόνο θανάτου του παραπάνω κληρούχου ίσχυε στις κληρονομικές σχέσεις το βυζαντινορωμαϊκό δίκαιο, με αποτέλεσμα να αποκτήσουν οι ως άνω κληρονόμοι του κληρούχου την επαχθείσα κληρονομία, δεδομένου ότι η μεν σύζυγός του Α. αναμείχθηκε ενεργά στην κληρονομία, υπεισερχόμενη μάλιστα στην πλασματική νομή του συζύγου της στα προαναφερόμενα ακίνητα (οικοπεδικούς κλήρους) αυτής (κληρονομίας), καλλιεργώντας τα και περιφράσσοντάς τα, ενώ στο τότε ενιαίο ακίνητο, που αργότερα αποτέλεσε τους υπ' αριθμ... και ... οικοπεδικούς κλήρους, είχαν ανεγείρει ομού με το σύζυγό της ισόγεια κατοικία, όπου κατοικούσε ολόκληρη η οικογένεια (και μάλιστα εξακολουθούσε να κατοικεί αυτή μέχρι το θάνατό της), ενώ από την άλλη πλευρά τα τέκνα της, ονόματι Δ. και Ν., ήταν ανήλικα και υπόκεινταν στην άμεση πατρική εξουσία του αποβιώσαντος, γι' αυτό και η απόκτηση της κληρονομίας απ' αυτούς έγινε αυτοδικαίως από το νόμο, δίχως τη γνώση ή τη βούληση αυτών.......... Επομένως, τα ποσοστά σε ολόκληρη την επαχθείσα κληρονομία του ανωτέρω αποβιώσαντος διαμορφώθηκαν σε 24/96 εξ αδιαιρέτου για την Α. συζ. Π. Κ. και σε 36/96 εξ αδιαιρέτου για τον καθένα από τους Δ. και Ν. Κατόπιν, το έτος 1953, ο Ν. Κ. (ενάγων και ήδη εφεσίβλητος) δυνάμει της υπ' αριθμ. 3/3-6-1953 άδειας οικοδομής του Πολεοδομικού Γραφείου Δράμας ανήγειρε με δικές του δαπάνες στο οικόπεδο - που τότε ήταν ενιαίο (εντός του οποίου υπήρχε και η προαναφερόμενη παλαιότερη κατοικία στην οποία κατοικούσε η μητέρα του, Α.), ενώ στη συνέχεια προέκυψαν με την οριστική διανομή οι υπ' αριθμ... και ... οικοπεδικοί κλήροι -, ισόγεια οικοδομή, εμβαδού 40 τ.μ. για να κατοικήσει με την οικογένειά του. Ο αδελφός του Δ., κατοικούσε με τη δική του οικογένεια ήδη από το 1952 σε κατοικία στα Κουδούνια που ανήκε στους συγγενείς της συζύγου του. Όταν το 1956 απεβίωσε ο Δ. Κ., ολόκληρη η οικογένειά του, ήτοι η σύζυγος και τα τρία τέκνα του (εκκαλούντες), μετακόμισαν στην Αθήνα, πλην όμως επισκέπτονταν συχνά το χωριό, ιδιαίτερα η Δ. χήρα του Δ., και οι σχέσεις με τους συγγενείς του αποβιώσαντος Δ. Κ. ήταν πολύ καλές. Ο Ν. Κ. ήδη από το έτος 1953 κατείχε και νεμόταν τους υπ' αριθμ... και ... οικοπεδικούς κλήρους (τότε ένα ενιαίο ακίνητο), κάνοντας χρήση της ισόγειας οικίας που ανήγειρε (η οποία βρίσκεται στον υπ' αριθμ. ... οικοπεδικό κλήρο), περιφράσσοντάς τους και καλλιεργώντας τα ακίνητα αυτά με λαχανικά, συμπεριφερόμενος ως αποκλειστικός κύριος, χωρίς να ενοχληθεί από κανέναν. Επίσης, ο ίδιος (Ν. Κ. ), ήδη από το έτος 1963, κατείχε και νεμόταν τους υπ' αριθμ. ..., ... και ... οικοπεδικούς κλήρους, συμπεριφερόμενος ως αποκλειστικός κύριος αυτών, αφού ενεργούσε όλες τις πράξεις νομής που προσιδιάζουν στα ανωτέρω ακίνητα και δη τα καλλιεργούσε συστηματικά με καρπούζια. Οι εκκαλούντες κατά τις επισκέψεις τους στα Κουδούνια είχαν παρατηρήσει τις πράξεις νομής που πραγματοποιούσε ο εφεσίβλητος, αντιλαμβανόμενοι την πρόθεσή του να κατέχει και να νέμεται τους πέντε ως άνω οικοπεδικούς κλήρους ως αποκλειστικός κύριος αυτών, χωρίς όμως να αντιδράσουν ποτέ. Στη συνέχεια, το έτος 1965 απεβίωσε η μητέρα του εφεσίβλητου, πεθερά της πρώτης εκκαλούσας και γιαγιά των λοιπών, Α., χωρίς ν' αφήσει διαθήκη, η οποία εν τω μεταξύ είχε νυμφευθεί τον Γ. Μ., καταλείποντας ως εξ αδιαθέτου κληρονόμους στην περιουσία της (και ειδκότερα επί των πέντε επιδίκων ακινήτων), τον υιό της, Ν. κατά ποσοστό 9/96 εξ αδιαιρέτου, τα τέκνα του προαποβιώσαντος υιού της, Δ., ονόματι Π., Σ. και Δ. (2ο, 3η, και 4η εκκαλούντες) κατά ποσοστό 9/96 εξ αδιαιρέτου και τον σύζυγό της, Γ. Μ. κατά ποσοστό 9/96 εξ αδιαιρέτου. Μετέπειτα, το έτος 1968 απεβίωσε ο Γ. Μ. χωρίς ν' αφήσει διαθήκη, καταλείποντας ως κληρονόμους του τα δύο τέκνα του από προηγούμενο γάμο, Χ. και Α., οι οποίοι κληρονόμησαν και τα επίδικα ακίνητα κατά ποσοστό 3/96 εξ αδιαιρέτου ο καθένας. Δυνάμει της υπ' αριθμ. .../1970 δηλώσεις αποδοχής κληρονομίας του άλλοτε συμβ/φου Δράμας, Παύλου Παυλίδη, οι εφεσίβλητοι αποδέχθηκαν την επαχθείσα σ' αυτούς κληρονομία του αποβιώσαντος συζύγου και πατέρα τους, Δ. Κ. επί πέντε αγροτικών κλήρων κατά ποσοστό 36/96 εξ αδιαιρέτου, ενώ δυνάμει της υπ' αριθμ. .../1970 δηλώσεως αποδοχής κληρονομίας του ίδιου ως άνω συμβ/φου, όλοι οι διάδικοι αποδέχθηκαν την επαχθείσα σ' αυτούς κληρονομία της Α.ς πρώην συζ. Π. Κ. επί των πέντε παραπάνω αγροτικών κλήρων κατά ποσοστό 18/96 εξ αδιαιρέτου. Είναι χαρακτηριστικό ότι οι δύο παραπάνω αποδοχές κληρονομίας αφορούσαν μόνο τους αγροτικούς κλήρους του κληρούχου Π. Κ. του Σ. και όχι και τους οικοπεδικούς, γεγονός που καταδεικνύει ότι οι εκκαλούντες αποδέχθηκαν την κατοχή και νομή τούτων από μέρους του εφεσιβλήτου, ο οποίος είχε ήδη κάνει γνωστή, όπως προεκτέθηκε, την απόφασή του να κατέχει και να νέμεται τους πέντε επιδίκους οικοπεδικούς κλήρους ως αποκλειστικός κύριος, γι' αυτό άλλωστε και αυτοί (εκκαλούντες) δεν τα συμπεριέλαβαν ποτέ στις φορολογικές τους δηλώσεις ούτε αξίωσαν μισθώματα ή αποζημίωση αλλά και ούτε ενδιαφέρθηκαν να προβούν στις σχετικές δηλώσεις αποδοχής κληρονομίας, πράγμα που έκανα πολλά χρόνια μετά ......... Περαιτέρω, δεδομένου, ότι τα πέντε επίδικα ακίνητα βρίσκονται στο Νομό Δράμας, ο οποίος θεωρείται παραμεθόρια περιοχή, σύμφωνα με τα αναπτυσσόμενα στη μείζονα σκέψη της παρούσας, η εικοσαετία που πρέπει να διανυθεί από τον έχοντα τη νομή και κατοχή των παραπάνω οικοπεδικών κλήρων με διάνοια αποκλειστικού κυρίου (κατά το ποσοστό των 60/96 εξ αδιαιρέτου), Ν. Κ., η οποία οδηγεί σε έκτακτη χρησικτησία, αρχίζει από τότε που μεταγράφηκαν τα σχετικά παραχωρητήρια και ειδικότερα, για τους υπ' αριθμ... και ... οικοπεδικούς κλήρους από τις 4-8-1975 και για τους υπ' αριθμ. ..., ... και ... οικοπεδικούς κλήρους από τις 20-12-1977. Ο εφεσίβλητος, κατείχε και νεμόταν ως αποκλειστικός κύριος από τις παραπάνω ημεροχρονολογίες, δηλαδή από τις 4-8-1975 τους υπ' αριθμ... και ... οικοπεδικούς κλήρους και από τις 20-12-1977 τους υπ' αριθμ. ..., ... και ... οικοπεδικούς κλήρους, ενεργώντας όλες τις προσιδιάζουσες σ' αυτούς πράξεις νομής και συγκεκριμένα, κατοικώντας στην υπάρχουσα εντός του υπ' αριθμ. ... οικοπεδικού κλήρου ισόγεια κατοικία και περιφράσσοντας την υπόλοιπη έκτασή του, καλλιεργώντας με λαχανικά τον υπ' αριθμ.... οικοπεδικό κλήρο και καλλιεργώντας μέχρι πριν από δέκα έτη με καρπούζια τους υπολοίπους τρεις επίδικους οικοπεδικούς κλήρους - ενώ έκτοτε και μέχρι σήμερα, λόγω του προχωρημένου της ηλικίας του τα επιβλέπει αναθέτοντας στο συγχωριανό του Ι. Σ. να τα οργώνει. Εξάλλου, κατά καιρούς υπήρξαν περιπτώσεις που ορισμένοι προσπάθησαν να αμφισβητήσουν το δικαίωμα κυριότητάς του επί των επιδίκων οικοπεδικών κλήρων, εν τέλει όμως οι προσπάθειές τους δεν ευοδώθηκαν (βλ. σχετ. την υπ' αριθμ. 61/1992 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Δράμας σε αναγνωριστική αγωγή του εφεσιβλήτου εναντίον του Π. Ρ., η οποία, αν και απερρίφθη ως αόριστη, εντούτοις δεν επανήλθε, διότι, μετά από αμοιβαίες εξηγήσεις, ο ως άνω εναγόμενος έπαψε να αμφισβητεί την κυριότητα του εφεσιβλήτου, την υπ' αριθμ. 170/1993 οριστική απόφαση του Ειρηνοδικείου Δράμας, που αναγνώρισε τον εφεσίβλητο αποκλειστικό κύριο των υπ' αριθμ... και ... οικοπεδικών κλήρων σε βάρος του αμφισβητούντα εναγομένου (και 5ου εναγομένου στις προσβαλλόμενες αποφάσεις), Α. Μ.). Μετά ταύτα, με τον προαναφερόμενο τρόπο ο εφεσίβλητος απέκτησε την κυριότητα κατά το υπόλοιπο ποσοστό των 60/96 εξ αδιαιρέτου όλων των προαναφερομένων οικοπεδικών κλήρων με τα προσόντα της εκτάκτου χρησικτησίας στις 4-8-1995 στους δύο πρώτους και στις 20-12-1997 στους λοιπούς.
Συνεπώς, η νομίμως προβληθείσα πρωτοδίκως από τους εκκαλούντες ένσταση περί συγκυριότητάς τους κατά ποσοστό 9/96 εξ αδιαιρέτου για την πρώτη εκκαλούσα και κατά ποσοστό 12/96 εξ αδιαιρέτου για τον καθένα από τους λοιπούς στα πέντε επίδικα ακίνητα, είναι απορριπτέα ως ουσιαστικά αβάσιμη." Ακολούθως, κατόπιν εξαφανίσεως της εκκληθείσας 24/2007 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Δράμας, δέχθηκε ως κατ' ουσίαν βάσιμη την αγωγή του αναιρεσιβλήτου και τον ανεγνώρισε κύριο των επιδίκων πέντε οικοπεδικών κληροτεμαχίων με έκτακτη χρησικτησία, ως νεμόμενο αυτά εν γνώσει των λοιπών κοινωνιών (συγκληρονόμων) συνεχώς επί είκοσι έτη, και ειδικότερα από 4-8/-975 τα ... και ..., για τα οποία εκδόθηκε το .../25-11-1974 παραχωρητήριο από την Διεύθυνση Γεωργίας της Νομαρχίας Δράμας, που μεταγράφηκε την 4-8-1975, και από 20-12-1977 τα ..., ... και ..., για τα οποία εκδόθηκε το .../10-5-1976 παραχωρητήριο από την ίδια Υπηρεσία, που μεταγράφηκε στις 20-12-1977. Με αυτά που δέχθηκε το Πολυμελές Πρωτοδικείο ορθώς εφάρμοσε και ερμήνευσε τις παρατεθείσες ουσιαστικές διατάξεις δια της σαφούς παραδοχής ότι ο αναιρεσίβλητος ενάγων χρησιδέσποσε τα επίδικα ακίνητα μετά την κατά τις προμνημονευθείσες διατάξεις κτήση της κυριότητας δια της εκδόσεως και μεταγραφής των παραπάνω παραχωρηρητηρίων και όχι πριν από την έκδοση και μεταγραφή τους, δηλαδή σε χρόνο που αυτά ανήκαν στο Ελληνικό Δημόσιο και δεν ήσαν δεκτικά χρησικτησίας, γι' αυτό και ο περί του αντιθέτου από το άρθρο 560 παρ. 1 εδ.α' Κ.Πολ.Δ. δεύτερος λόγος αναιρέσεως, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, κατά το πρώτο μέρος, οι αναιρεσείοντες αιτιώνται την προσβαλλομένη απόφαση για πλημμέλεια από το άρθρο 560 αρ. 1 εδ.β' του Κ.Πολ.Δ., διότι το Πολυμελές Πρωτοδικείο κατά παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας δέχθηκε την προς τον αναιρεσίβλητο παραχώρηση των ιδανικών μεριδίων των αναιρεσειόντων λόγω ατύπου δωρεάς, δεδομένου ότι η παραχώρηση αυτή, λαμβανομένης υπόψη και της αξίας των δωρηθέντων μεριδίων, αντιβαίνει στα διδάγματα της κοινής πείρας. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απαράδεκτος καθ' όσον στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση δεδομένου ότι τα αναφερόμενα περί της παραχώρησης προς τον αναιρεσίβλητο των εξ αδιαιρέτου μεριδίων των αναιρεσειόντων λόγω άτυπης δωρεάς δεν αποτελούν παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, όπως προκύπτει, από την εκτίμηση του περιεχομένου της αλλά αγωγικούς ισχυρισμούς. Περαιτέρω, με τον ίδιο, πρώτο, λόγο αναιρέσεως, κατά το δεύτερο μέρος, όπως εκτιμάται, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια, συνισταμένη στο ότι το Πολυμελές Πρωτοδικείο έλαβε υπόψη ουσιώδη ισχυρισμό μη διαλαμβανόμενο στην αγωγή του αναιρεσιβλήτου και ειδικότερα ότι αυτός ενέμετο, πέραν της ιδανικής του μερίδος επί των επιδίκων, και τα ιδανικά μερίδια των αναιρεσειόντων, χωρίς την γνώση των τελευταίων. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απαράδεκτος και απορριπτέος, διότι στους περιοριστικώς περιλαμβανομένους στο άρθρο 560 λόγους αναιρέσεως κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων ή κατά των αποφάσεων των Πολιμελών Πρωτοδικείων που εκδίδονται επί εφέσεων κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, δεν περιλαμβάνεται και η λήψη ή μη λήψη υπόψη "πραγμάτων" κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ. Κατ' ακολουθίαν τούτων πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες, ως ηττηθέντες διάδικοι στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων (άρθρα 176, 183 Κ.Πολ.Δ.), όπως ορίζεται στο διατακτικό.
Για τους λόγους αυτούς :
Απορρίπτει την από 10-11-2009 αίτηση περί αναιρέσεως της 45/2009 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Δράμας, που δίκασε ως Εφετείο.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει στο ποσόν των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις5 Δεκεμβρίου 2013.
Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 8 Ιανουαρίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ