Legislator Case Law & Legislation
43/2013 AI generated

43/2013 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 43/2013
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 22 Οκτωβρίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

43/2013 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Στην περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν προφανή την παραβίαση (ΑΠ 236/2009, 12/2009, 1125/2011).

Keywords

AI generated
sale in self-help fitness to drive psychological trauma fraudulent insurance claim pension buy-in trading in influence
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 43 / 2013 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 43/2013

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου, Γεράσιμο Φουρλάνο και Στυλιανή Γιαννούκου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 22 Οκτωβρίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειουσών: 1. Β. συζ. Β. Ν., κατοίκου ... και 2. Κ. θυγ. Β. Ν., κατοίκου ..., οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Θεόδωρο Πανάγο.

Του αναιρεσιβλήτου: Σ. Μ. του Ν., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Λουκά Πιτσίλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-12-2007 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1893/2009 του ίδιου Δικαστηρίου και 629/2010 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 6-1-2011 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης, Στυλιανή Γιαννούκου, ανέγνωσε την από 12-10-2012 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη όλων των λόγων της κρινόμενης αίτησης.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειουσών ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου τους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ο εκ του άρθρου 559 παρ.1 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως, για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν εφήρμοσε τέτοιο κανόνα, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του, ή αν εφήρμοσε αυτόν, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθή (Ολ.ΑΠ 36/1988, ΑΠ 1186/2009, 1126/2009).

Στην περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν προφανή την παραβίαση (ΑΠ 236/2009, 12/2009, 1125/2011).

Εξάλλου από τη διάταξη του άρθρου 919 ΑΚ, με την οποία ορίζεται ότι "όποιος με πρόθεση ζημίωσε άλλον κατά τρόπο αντίθετο προς τα χρηστά ήθη έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει", προκύπτει ότι, κύριο γνώρισμα της προβλεπόμενης από αυτήν αυτοτελούς αδικοπραξίας, που επεκτείνει την αδικοπρακτική ευθύνη, όταν δεν υφίσταται προσβολή ορισμένου δικαιώματος ή έννομα προστατευομένου συμφέροντος, ούτε παραβίαση διάταξης νόμου, αλλά το περί δικαίου και ηθικής αίσθημα απαιτεί αποκατάσταση της ζημίας, είναι προσβολή των χρηστών ηθών από την πράξη του υπαιτίου, η οποία από πρόθεση επιχειρήθηκε, ή και από παράλειψη αυτού (ΟλΑΠ 10/1991).

Όσον αφορά την πρόθεση, δεν απαιτείται το πρόσωπο να ενήργησε τη ζημιογόνο πράξη ή παράλειψη προς τον αποκλειστικό σκοπό της βλάβης τρίτου, αλλά αρκεί και η περί της επελθούσας ζημίας θέλησή του, δηλαδή είναι επαρκές ότι τελούσε σε γνώση περί του ότι η εκδηλωθείσα συμπεριφορά του ήταν δυνατό να προκαλέσει τη ζημία και παρόλα αυτά δεν απέσχε της πράξης ή παράλειψης από την οποία επήλθε η ζημία.

Περαιτέρω, από την ίδια διάταξη προκύπτει ότι η από πρόθεση πρόκληση ζημίας σε άλλον, κατά τρόπο αντίθετο προς τα χρηστά ήθη, είναι πράξη παράνομη και δημιουργεί υποχρέωση προς αποζημίωση, καθώς επίσης και προς καταβολή χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης (άρθρο 932 ΑΚ). Η ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ ορισμένης ενέργειας ή παράλειψης και ορισμένου επιζήμιου αποτελέσματος, που κρίνεται κατά τις διατάξεις των άρθρων 297 και 298 του ΑΚ, εξαρτάται από το αν η πράξη ή η παράλειψη, αφενός μεν αποτέλεσε έναν από τους αναγκαίους όρους του αποτελέσματος, που αν αυτός έλειπε δεν θα επερχόταν, αφετέρου δε μόνη της και αντικειμενικά λαμβανόμενη αν ήταν ικανή, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και με τη συνήθη και κανονική πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει το ως άνω αποτέλεσμα.

Συνεκτιμάται δε συνολικά για τη διαπίστωση της αντίθεσης στα χρηστά ήθη, η συμπεριφορά του δράστη, σε συνδυασμό με τους σκοπούς, τα μέσα και τις μεθόδους που χρησιμοποίησε, δηλαδή λαμβάνονται υπόψη, όχι μεμονωμένα τα αίτια που τον οδήγησαν στην συγκεκριμένη ενέργειά του, αλλά το σύνολο των περιστάσεων, υπό τις οποίες εκδηλώθηκε, ολόκληρη η συμπεριφορά του και αξιολογείται γενικά η διαγωγή του, σε συνδυασμό και με την διαγωγή του αντισυμβαλλομένου για να κριθεί το εάν οι δύο συμπεριφορές τελούν μεταξύ τους προφανώς σε καταφατική ή αποφατική αναλογική σχέση (ΑΠ 1652/2006, 55/2003, 2/2009, 900/2011) Τέλος, από το άρθρο 1033 Α.

Κ. σύμφωνα με το οποίο για την μεταβίβαση της κυριότητος ακινήτου απαιτείται συμφωνία μεταξύ του κυρίου και του αποκτώντος, ότι για κάποια νόμιμη αιτία μεταβιβάζεται σ' αυτόν η κυριότητα, προκύπτει, ότι τέτοια μεταβίβαση δεν υφίσταται, για αιτία που δεν αναγνωρίζεται από το νόμο, όπως συμβαίνει με την εξαιτίας αντίθεσης στα χρηστά ήθη άκυρη σύμβαση (Α.

Π. 91/84), ενώ, η κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 178 ΑΚ, αντίθεση στα χρηστά ήθη, που επιφέρει ακυρότητα της δικαιοπραξίας κρίνεται ομοίως από το περιεχόμενο της τελευταίας, ενόψει όχι μεμονωμένως της αιτίας που κίνησε τους συμβαλλομένους να τη συνάψουν ή του σκοπού στον οποίο απέβλεψαν, αλλά του συνόλου των συνθηκών και περιστάσεων που τη συνοδεύουν, με τη βοήθεια των διδαγμάτων της κοινής πείρας (ΑΠ 1618/2009).

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, από την ανέλεγκτη αναιρετικώς εκτίμηση των αποδείξεων, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Το καλοκαίρι του έτους 2001, ο ενάγων (σημ: εδώ αναιρεσίβλητος) γεννηθείς το 1921 ... προσέλαβε την πρώτη εναγομένη, 45 ετών τότε, έγγαμη με τρία τέκνα και μητέρα της δεύτερης εναγομένης (σημ:

εδώ πρώτη και δεύτερη αναιρεσείουσες), ως οικιακή βοηθό ... έναντι αμοιβής, προκειμένου να φρονίζει την ... ασθενή σύζυγο του (σημ: με καρδιοπάθεια, άνοια και νόσο Αλτσχάϊμερ) και εν γένει τα της οικίας τους στο Γαλατά Τροιζηνίας ... . Λόγω επιδείνωσης της υγείας της τελευταίας, η πρώτη εναγομένη ... από το καλοκαίρι του έτους 2002, οπότε έμενε και τα βράδια με τον ενάγοντα και τη σύζυγο του, σε εκτέλεση επιτηδευμένου σχεδίου για να καταστήσει αυτόν υποχείριο της, εκμεταλλευόμενη την όλως ασθενή λόγω του προχωρημένου της ηλικίας του ικανότητα για αντίσταση σε ερωτική πρόταση (81 ετών), τον προκάλεσε σε ερωτικές περιπτύξεις, τις οποίες η σύζυγος του ήταν ανίκανη ν' αντιληφθεί και τον οδήγησε σε συναισθηματική εξάρτηση, εμφύσησε σ' αυτόν περιφρόνηση όλως αδικαιολόγητη προς την οικογένεια του και χωρίς κανένα αντικειμενικά επαρκή λόγο, ενόψει της ανάγκης και φοβίας αυτού για φροντίδα, προέβη σε ψευδείς υποσχέσεις δια βίου φροντίδος λόγω της υπαρξιακής αγωνίας του, που μετά το θάνατο της συζύγου του (τον Αύγουστο του 2006) έγινε εντονότερη.

Η συμπεριφορά της δε αυτή, αποσκοπούσε στην πρόκληση δήλωσης - πώληση, η οποία και πράγματι προκλήθηκε και έτσι τον παρέπεισε, να μεταβιβάσει αιτία πωλήσεως στη δεύτερη εναγομένη, θυγατέρα της, δυνάμει του υπ' αριθμ. .../26-10-2006 συμβολαίου ... τα δύο ... περιγραφόμενα ακίνητα, με την πεπλανημένη εντύπωση ότι περιλαμβάνεται όρος σ' αυτό περί ισοβίου φροντίδος του από τη μητέρα της ως αντάλλαγμα, η δε δεύτερη εναγομένη προέβη στην αγορά των ακινήτων, εν γνώσει της παράνομης και υπαίτιας και εναντίον των χρηστών ηθών συμπεριφοράς της πρώτης, η οποία μάλιστα δεν του κατάβαλε οποιοδήποτε τίμημα.

Τα μεταβιβασθέντα ακίνητα κείμενα στη θέση ... της τέως κοινότητας Γαλατά Τροιζηνίας είναι: α) ένα αγροτεμάχιο ... αντικειμενικής αξίας 828,24 ευρώ και β) έτερο αγροτεμάχιο ... αντικειμενικής αξίας 9.259,15 ... Το αναγραφόμενο αυτό εικονικό τίμημα της πώλησης, ίσο προς την ως άνω αντικειμενική αξία των ακινήτων (που φέρεται να έχει ήδη καταβληθεί, πριν τη γενομένη πώληση) ...

ουδέποτε καταβλήθηκε, γεγονός που αποδεικνύει τόσο την αδικοπρακτική συμπεριφορά της πρώτης εναγομένης, όσο και τη γνώση εκ μέρους της δεύτερης εναγομένης ... η οποία τεκμαίρεται και λόγω της στενής συγγενικής σχέσεως των εναγομένων μητέρας κόρης, όλων των προαναφερθέντων περιστατικών που συνοδεύουν τις άνω δικαιοπραξίες.

Ενόψει των προαναφερθεισών συνθηκών και περιστάσεων και δη της μη καταβολής του τιμήματος από τη δεύτερη εναγομένη για τη πώληση και μεταβίβαση της κυριότητας των επιδίκων ακινήτων, της αθέμιτης εκμετάλλευσης του ενάγοντος από την πρώτη εναγομένη και δια μέσου της επιρροής της προς, τον πολλαπλώς εξαρτημένο από τις φροντίδες της υπερήλικα και από τη θυγατέρα της, της προχωρημένης ηλικίας του, της έλλειψης δυνατότητας φροντίδας εκ μέρους των τέκνων του που κατοικούσαν στον Πειραιά, της εξάρτησης του από το πρόσωπο της πρώτης εναγομένης και εκμετάλλευσης απ' αυτήν των συναισθημάτων που έτρεφε προς αυτήν, η οποία με ψευδείς δηλώσεις τον παρέπεισε πως θα τον φροντίζει εφ' όρου ζωής, ενόψει της ανάγκης για φροντίδα και της υπαρξιακής του αγωνίας, που συνέτειναν στο να πεισθεί για να μεταβιβάσει δια καταρτίσεως της επίμαχης συμβάσεως πωλήσεως την κυριότητα των άνω ακινήτων προς τη δεύτερη εναγομένη, οι συμβάσεις πωλήσεως κατέστησαν ανήθικες ως αντιβαίνουσες στα χρηστά ήθη, διότι είναι αντίθετες προς τις ηθικές αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, που σκέπτεται με χρηστότητα και σωφροσύνη ...

Την εν λόγω μεταβίβαση αλλά και τη σχέση του ενάγοντος με την πρώτη εναγομένη πληροφορήθηκαν το Φεβρουάριο του έτους 2007 τα τέκνα αυτού από το γειτονικό περιβάλλον του, όταν ο τελευταίος υπέστη εγκεφαλικό επεισόδιο και μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο Άργους. Όταν, όμως, προσπάθησαν να διακριβώσουν τι απέγινε το φερόμενο με το ανώτερο συμβόλαιο ως καταβληθέν τίμημα, δεν βρήκαν αυτό κατατεθειμένο σε κάποιον από τους καταθετικούς λογαριασμούς του πατέρα τους.

Κατόπιν αυτών ρώτησαν σχετικά την πρώτη εναγομένη, η οποία ισχυρίσθηκε ότι το ποσόν των 23.000 ευρώ είχε καταβληθεί στον ενάγοντα άμεσα σε μετρητά. Ωστόσο από κανένα αξιόπιστο αποδεικτικό στοιχείο αποδείχθηκε πως το παραπάνω ποσόν των 23.000 ευρώ πράγματι είχε καταβληθεί στον ενάγοντα άμεσα και σε μετρητά, ούτε άλλωστε προσκομίζεται από τις εναγόμενες κάποια σχετική απόδειξη τραπεζικής ανάληψης του εν λόγω ποσού, καθόσον δεν νοείται κατοχή ποσού αυτού του ύψους έτοιμου προς διάθεση εκτός πιστωτικού ή τραπεζικού ιδρύματος.

Αντίθετα υπέρ της απόψεως ότι το ποσόν αυτό δεν καταβλήθηκε στον ενάγοντα συνηγορεί και το γεγονός ότι αμέσως μετά τη μεταβίβαση των ακινήτων, ο τελευταίος κατέφυγε σε δανεισμό από τρίτους για να καλύψει τρέχουσες οικονομικές του ανάγκες. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι μετά την έξοδο του ενάγοντος από το νοσοκομείο και την επιστροφή στην οικία του, τα τέκνα του ζήτησαν από την πρώτη εναγομένη να μείνει μαζί του και να τον φροντίζει διανυκτερεύοντας στην οικία του.

Πλην όμως αυτή αρνήθηκε απορρίπτοντας παράλληλα και την προτεινομένη αύξηση της μηνιαίας αμοιβής της σε 1.000 ευρώ, έθεσε τους δικούς της όρους, όπως να πάει να ζήσει ο ενάγων με την οικογένεια της και αν αυτοί αρνήθηκαν τους όρους της αυτή απεχώρησε. Εξάλλου, λόγω της άνω αδικοπρακτικής συμπεριφοράς της πρώτης εναγομένης, ο ενάγων υπέστη ηθική βλάβη, για την αποκατάσταση της οποίας, λαμβανομένων υπόψη των προεκτεθεισών συνθηκών, που αυτή τελέστηκε, της εν γένει ψυχικής του ταλαιπωρίας και της κοινωνικής και οικονομικής κατάστασης των μερών πρέπει να του επιδικασθεί χρηματική ικανοποίηση ύψους 2.500 ευρώ ...

Ακόμη πρέπει, αναγνωριζομένης της ακυρότητας των εν λόγω συμβάσεων πωλήσεως ... στα επίδικα ακίνητα ... να υποχρεωθεί η δεύτερη εναγομένη να τα αποδώσει στον ενάγοντα ...". Υπό τις εκτεθείσες παραδοχές, το Εφετείο, προέβη σε ορθή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών - που αναιρετικώς ανέλεγκτα έκρινε αποδεδειγμένα - στις εφαρμοσθείσες διατάξεις των άρθρων 919, 178, 297, 298, 1033 και 932 ΑΚ, τις οποίες δεν παρεβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή, καθόσον αφορά τη βασιμότητα του αγωγικού ισχυρισμού περί αντιθέσεως των συγκεκριμένων δικαιοπραξιών στα χρηστά ήθη, παραθέτοντας για την εξειδίκευση της αόριστης έννοιας των χρηστών ηθών τα θεμελιωτικά αυτής ως άνω πραγματικά περιστατικά καθώς επίσης ως προς την πρόθεση των εναγομένων για την επαγωγή ζημίας (και ηθικής βλάβης) στον αναιρεσίβλητο, με την εκτεθείσα στην αρχή έννοια, την πρόκληση της ζημίας αυτής στον αναιρεσίβλητο και τον αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ της αντίθετης στα χρηστά ήθη συμπεριφοράς τους και της ζημίας και της ηθικής βλάβης αυτού.

Κατ' ακολουθίαν, τα αντίθετα υποστηριζόμενα από τις αναιρεσείουσες, με τον πρώτο και δεύτερο λόγο του αναιρετηρίου, εκ του άρθρου 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ., είναι απορριπτέα ως αβάσιμα.

Ο εκ του άρθρου 559 αριθ.1β'Κ.Πολ.Δ., λόγος αναιρέσεως, για παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, ιδρύεται αν αυτά χρησιμοποιήθηκαν από το δικαστήριο για την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή σε αυτούς των πραγματικών γεγονότων που αποτέλεσαν τις παραδοχές του ουσιαστικού δικαστηρίου και όχι όταν χρησιμεύουν προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εκτίμηση αποδείξεως ή ερμηνεία δικαιοπραξίας.

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο του αναιρετηρίου, εκ του άρθρου 559 αριθ.1β' Κ.Πολ.Δ., αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, η αναιρετική αυτή πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι οι παραδοχές της "περί ασθενούς ικανότητας για αντίσταση σε ερωτική πρόταση του υπερήλικα ήδη αναιρεσιβλήτου και μάλιστα στο πλαίσιο επιτηδευμένου σχεδίου" της πρώτης αναιρεσείουσας για να τον "καταστήσει υποχείριο της" που "διήρκεσε από το καλοκαίρι του 2002 έως την κατάρτιση της δικαιοπραξίας (Οκτώβριος 2006) ..." έρχονται σε ευθεία αντίθεση με τα διδάγματα της κοινής πείρας. Τα ανωτέρω όμως δεν αποτελούν διδάγματα της κοινής πείρας και πάντως δεν χρησιμοποιήθηκαν από το Εφετείο για την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή πραγματικών γεγονότων σε αυτούς, αλλά υπό την επίκληση αυτών οι αναιρεσείουσες, στην πραγματικότητα, πλήτουν την προσβαλλόμενη απόφαση, για παραβίαση διδάγματος κοινής πείρας, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων. Συνακόλουθα, ο εκ του άρθρου 559 αρ. 1 β' Κ.Πολ.Δ., αντίθετος τρίτος λόγος του αναιρετηρίου, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Κατά το άρθρο 450 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., κάθε διάδικος ή τρίτος έχει υποχρέωση να επιδείξει τα έγγραφα που κατέχει και που μπορούν να χρησιμεύσουν για απόδειξη, εκτός αν συντρέχει σπουδαίος λόγος που δικαιολογεί τη μη επίδειξή τους. Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του επόμενου άρθρου 451 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, η επίδειξη, εφόσον υπόχρεος είναι διάδικος, μπορεί να ζητηθεί και με τις προτάσεις. Για την πληρότητα της σχετικής αιτήσεως πρέπει να εκτίθεται ότι το έγγραφο βρίσκεται στα χέρια του αντιδίκου, αφού τούτο αποτελεί προϋπόθεση της υποχρεώσεως για επίδειξη, επίσης πρέπει να προσδιορίζεται το έγγραφο και να περιγράφεται με ακρίβεια το περιεχόμενό του. Διαφορετικά η αίτηση είναι αόριστη. Έτσι, αν το δικαστήριο της ουσίας παραλείψει να αποφανθεί επ' αυτής δεν υποπίπτει στην προβλεπόμενη από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 9 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, ήτοι δεν αφήνει αίτηση αδίκαστη (ΑΠ 463/2011, 204/2010, 953/2002).

Στην προκείμενη περίπτωση, οι εναγόμενες, όπως προκύπτει από τις προτάσεις που ως εφεσίβλητες κατέθεσαν στο Εφετείο, ζήτησαν να υποχρεωθεί ο εκκαλών και ήδη αναιρεσίβλητος, να επιδείξει "όλα τα βιβλιάρια όλων των Τραπεζών με τις οποίες συνεργαζόταν αυτός, που να παρουσιάζουν την κίνηση των λογαριασμών του από κάποιο εύλογο χρόνο πριν την επίδικη πώληση μέχρι τουλάχιστον ένα μήνα μετά από αυτή", καθώς επίσης, με τις ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου προτάσεις τους, ως εναγόμενες, είχαν διαλάβει τα ακόλουθα: "... Καλόν θα ήταν ο ενάγων να προσκομίσει αντίγραφα όλων των λογαριασμών του, σε όλες τις Τράπεζες του Γαλατά και του Πόρου, που να εμφανίζουν την κίνηση του λογαριασμού αυτού κατά το διάστημα από το έτος 2001 μέχρι 2007, που να συνοδεύονται και από αντίστοιχες βεβαιώσεις των Τραπεζών ότι οι λογαριασμοί είναι οι μόνοι που τηρούνταν εκεί. Την ανωτέρω σκέψη παραθέτουμε και ως αίτημα ..." χωρίς, όμως, να εκθέτουν αν βρίσκονται στα χέρια του ήδη αναιρεσίβλητου συγκεκριμένα βιβλιάρια Τραπεζών και ποιών, ούτε, σε κάθε περίπτωση, να παρατίθεται οποιοδήποτε προσδιοριστικό αυτών στοιχείο.

Συνεπώς, η αίτηση των αναιρεσειουσών για επίδειξη των βιβλιαρίων ήταν, κατά τα προαναφερόμενα, αόριστη. Το Εφετείο, επομένως, που παρέλειψε να αποφανθεί επ' αυτής, δεν υπέπεσε στην παραπάνω πλημμέλεια της διατάξεως του άρθρου 559 αριθ. 9 Κ.Πολ.Δ.,παρεκτός του ότι, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των ενώπιον του πρωτοβάθμιου και δευτεροβάθμιου δικαστηρίου εγγράφων προτάσεων του αναιρεσιβλήτου, ο τελευταίος επικαλείται προσκομιδή των αναφερομένων σ' αυτές βιβλιαρίων λογαριασμού ταμιευτηρίων, ως των μόνων που διαθέτει με την κίνηση τους έως 27-11-2006 και κατ' ακολουθία ο τέταρτος λόγος του αναιρετηρίου, που πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση, διότι το Εφετείο δεν απάντησε στο συγκεκριμένο ως άνω αίτημα τους είναι αβάσιμος.

Αβάσιμος είναι επίσης, ο πέμπτος λόγος του αναιρετηρίου εκ του άρθρου 559 αρ. 9 Κ.Πολ.Δ., με τον οποίον οι αναιρεσείουσες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική αυτή πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι επεδίκασε χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης στον ήδη αναιρεσίβλητο, ενώ, κατά το κεφαλαίο αυτό δεν είχε μεταβιβασθεί παραδεκτά η αγωγή στο Εφετείο.

Και τούτο διότι, από την παραδεκτή επισκόπηση του δικογράφου της από 23-7-2009 έφεσης, προκύπτει ότι μ' αυτήν ο ήδη αναιρεσίβλητος ζήτησε, μεταξύ άλλων, μετά παραδοχή της ανηθικότητας των ενδίκων δικαιοπραξιών, την πλήρη αποδοχή της αγωγής του και κατά το κεφάλαιο περί ηθικής βλάβης. Ο εκ του άρθρου 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ., λόγος αναιρέσεως, ιδρύεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολ.ΑΠ 9/1997). Δεν αποτελούν "πράγματα" και άρα δεν ιδρύεται ο ως άνω λόγος αναιρέσεως αν δεν ληφθούν υπόψη οι ισχυρισμοί που αποτελούν απλή ή αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, καθώς και οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων.

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον έκτο και τελευταίο λόγο του αναιρετηρίου, εκ του άρθρου 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ., αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, η αναιρετική αυτή πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη τον προβληθέντα ισχυρισμό των αναιρεσειουσών, ότι "ο αντίδικος είχε πρόθεση να πωλήσει τα επίδικα αγροκτήματα ήδη από το έτος 2005, απλά πάντοτε συνέβαιναν απρόοπτα γεγονότα, που ματαίωναν την πώληση, με τελικό αποτέλεσμα την αγορά αυτών" από τις ίδιες. Ο ισχυρισμός αυτός, δεν εμπίπτει στην έννοια των "πραγμάτων" με τη προεκτεθείσα έννοια, αλλά αποτελεί αρνητικό ισχυρισμό των συγκροτούντων την ιστορική βάση της αγωγής πραγματικών περιστατικών. Επομένως, δεν ιδρύεται λόγος αναιρέσεως εκ του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, και συνεπώς ο αντίθετος έκτος λόγος του αναιρετηρίου, είναι, κατά το σκέλος αυτό, απαράδεκτος. Με τις λοιπές δε διαλαμβανόμενες στο λόγο αυτό αιτιάσεις και υπό την επίκληση του λόγου αυτού, πλήττεται απαραδέκτως η ανεπίδεκτη αναιρετικού ελέγχου εκτίμηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας. Κατά συνέπεια, πρέπει η κρινόμενη αίτηση, στο σύνολο της, να απορριφθεί και να επιβληθούν στις αναιρεσείουσες, λόγω της ήττας τους, τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, που κατέθεσε προτάσεις.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 6-1-2011 αίτηση των Β. συζ. Β. Ν. και Κ. θυγ. Β. Ν., για αναίρεση της 629/2010 απόφασης του Εφετείου Πειραιώς.

Επιβάλλει στις αναιρεσείουσες τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Νοεμβρίου 2012. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 14 Ιανουαρίου 2013.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ