Legislator Case Law & Legislation
43/2011 AI generated

43/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 43/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 43 / 2011 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 43/2011

Legislator headnote

AI generated

43/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 43 / 2011 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 43/2011

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 43 / 2011 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 43/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1 Πολιτικό Τμήμα -----

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Παναγιώτη Κομνηνάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Νικόλαο Πάσσο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Δεκεμβρίου 2010, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ι. Τ. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Λεωνίδα Πανούση με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Του αναιρεσιβλήτου: ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Ψυχιατρικό Νοσοκομείο Αττικής", που εδρεύει στο Χαϊδάρι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Πολέμη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-6-2002 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1946/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5121/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 7-4-2009 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Παναγιώτης Κομνηνάκης διάβασε την από 23-11-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με τη 42/1981 απόφαση του ΔΔΔΔ Πειραιώς, η οποία κηρύχθηκε εκτελεστή και ακολούθως υποχρεωτική με τις 16170/1981 και 18749/1981 αποφάσεις του Υπουργού Εργασίας (ΦΕΚ Β'472/1981 και ΦΕΚ Α' 731/1981), ρυθμίστηκαν οι όροι αμοιβής και εργασίας του προσωπικού των νοσηλευτικών ιδρυμάτων του Δημοσίου, ΝΠΔΔ και ΟΤΑ και με τον όρο 12 της 74/1982 αποφάσεως του ΔΔΔΔ Αθηνών, που κηρύχθηκε εκτελεστή με την 17663/1982 απόφαση του Υπουργού Εργασίας (ΦΕΚ Β1 501/1982), προβλέπεται ότι το κατώτατο όριο βασικού μηνιαίου μισθού ή ημερομισθίου του πιο πάνω προσωπικού των νοσηλευτικών ιδρυμάτων δεν μπορεί να είναι μικρότερο από το κατώτατο όριο βασικού μηνιαίου μισθού ή ημερομισθίου της εθνικής γενικής συλλογικής συμβάσεως εργασίας (απόφαση 1/1982 του ΔΔΔΔ Αθηνών). Το νομικό καθεστώς των ανωτέρω ΔΑ μετέβαλε η από 22-12-1988 Ε.Σ.Σ.Ε., η οποία κηρύχθηκε υποχρεωτική με την Α Υ Ε 17853/1989 (ΦΕΚ Β' 741/1989) και ίσχυσε από 1-7-1988. Με τη συλλογική αυτή σύμβαση εργασίας, οι διατάξεις του ν. 1505/1984 για το μισθολόγιο του προσωπικού της δημόσιας διοίκησης, όπως τροποποιήθηκαν με τον ν. 1810/1988, επεκτάθηκαν στο σύνολο τους στους εργαζόμενους-πλην ιατρών- με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου στα δημόσια νοσοκομεία της χώρας, οι οποίοι είναι μέλη των σωματείων που ανήκουν στην ΠΟΕΔΗΝ. Με το άρθρο 9 της ανωτέρω ΕΣΣΕ ορίστηκε ότι, τυχόν καταβαλλόμενες ανώτερες αποδοχές από αυτές που καθορίζονται με τη συλλογική αυτή σύμβαση, διατηρούνται. Αυτό έχει την έννοια της διατήρησης των μέχρι της μεταβολής του νομικού καθεστώτος ανώτερων αποδοχών και όχι της εξακολούθησης και μετά ταύτα του προϊσχύοντος νομικού καθεστώτος. Το αντίθετο δεν μπορεί να συναχθεί από το γεγονός ότι ο όρος 28 της υπ' αριθμ. 42/19981 ΔΑ παραπέμπει στο εκάστοτε ισχύον ημερομίσθιο ασφαλείας του εργατοτεχνίτη, το οποίο καθορίζεται από τις Ε.Γ.Σ.Σ.Ε., αφού η παραπομπή αυτή δεν αναιρεί την επερχόμενη με κάθε νέα Ε.Γ.Σ.Σ.Ε. μεταβολή στο πλέγμα των διατάξεων που διέπουν τις απορρέουσες από την επίδικη εργασιακή σχέση έννομες συνέπειες (ΟλΑΠ 3/2003). Εξάλλου, κατά το άρθρο 224 ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάσταση του με το άρθρο 4 του ν. 2915/2001, "είναι απαράδεκτο να μεταβληθεί η βάση της αγωγής. Με τις προτάσεις που κατατίθενται κατά την παράγραφο 1 του άρθρου 237 ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, μπορεί ο ενάγων να συμπληρώσει, να διευκρινίσει ή να διορθώσει τους ισχυρισμούς του, αρκεί να μη μεταβάλλεται η βάση της αγωγής". Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ανεπίτρεπτη μεταβολή της βάσης της αγωγής επέρχεται όταν στις προτάσεις που κατατίθενται ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου γίνεται προσθήκη νέων περιστατικών, παλαιότερων ή οψιγενών, με τα οποία τροποποιείται ή αντικαθίσταται η ιστορική βάση της αγωγής με άλλη ή προστίθεται στην αγωγή και νέα ιστορική βάση. Σύμφωνα δε με την παρ.2 του πιο πάνω άρθρου 224 ΚΠολΔ επιτρέπεται στον ενάγοντα να συμπληρώσει, να διευκρινίσει ή να διορθώσει με τις προτάσεις του της πρώτης πρωτοβάθμιας συζήτησης όσα ουσιώδη γεγονότα αποτυπώθηκαν ανεπαρκώς ή ασαφώς στην αγωγή του, αρκεί να μη μεταβάλλεται η βάση της αγωγής. Στην προκείμενη περίπτωση, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της υπόθεσης προκύπτουν τα ακόλουθα: Ο αναιρεσείων με την ένδικη από 12-6-2002 αγωγή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών εξέθεσε ότι με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου , που καταρτίστηκε στις 22-12-1986 και από 1-10-1987 μετατράπηκε σε αόριστου χρόνου, προσλήφθηκε από το εναγόμενο Ψυχιατρικό Νοσοκομείο Αττικής, προκειμένου να εργαστεί ως φύλακας , με οκτάωρο νόμιμο ωράριο εργασίας και με πενθήμερο εβδομαδιαίας απασχολήσεως, αμειβόμενος με τις προβλεπόμενες αποδοχές από τις σχετικές ΣΣΕ και ΔΑ. σε συνδυασμό με την υπ' αριθμ. 24/29-6-1993 απόφαση του Δ. Σ. του εναγομένου, κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-1993 έως 19-4-2001, κατά το οποίο είχε συμπληρώσει 30ετή υπηρεσία, για το οποίο και ζήτησε μισθολογικές διαφορές που προκύπτουν από το μη υπολογισμό των αποδοχών του βάσει των υπ1 αριθμ. 42/1981 και 74/1982 αποφάσεων του ΔΔΔΔ Πειραιώς και Αθηνών, αντίστοιχα, επί του προβλεπόμενου από τις εκάστοτε ισχύουσες ΕΓΣΣΕ κατώτατου ορίου βασικού μισθού. Δηλαδή με την ένδικη αγωγή ο αναιρεσείων δεν ζήτησε τη διαφορά μεταξύ των αποδοχών που λάμβανε πριν από τη 1-7-1988 και εκείνων που διαμορφώθηκαν μετά ταύτα, με την εφαρμογή της από 22-12-1988 ΕΣΣΕ της ΠΟΕΔΗΝ, την οποία διαφορά και δικαιούταν, μέχρι που οι μεταγενέστερες αποδοχές θα κάλυπταν σε ύψος τις βάσει των προϊσχυσασών της 1-7-1988 διατάξεων αποδοχές, αλλά τη διαφορά μεταξύ αφενός των καταβαλλόμενων την 1-7-1988 αποδοχών, όπως είχαν διαμορφωθεί κατά το χρόνο αυτό, με βάση το μέχρι τότε ισχύον σύστημα προσδιορισμού τους, με την εφαρμογή όμως και των νεότερων διατάξεων της προαναφερόμενης ΕΓΣΣΕ, ως ευνοϊκότερων, για τον προσδιορισμό των αποδοχών του και στο μέλλον, ήτοι και κατά το επίδικο διάστημα ( 1-1-1993 έως 19-4-2001), και αφετέρου των καταβληθεισών μικρότερων με βάση την άνω ΕΣΣΕ της ΠΟΕΔΗΝ. Με την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο απέρριψε κατ' ουσίαν έφεση του αναιρεσείοντος κατά της πρωτόδικης υπ' αριθμ. 1946/2005 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία είχε απορρίψει ως μη νόμιμη την ένδικη αγωγή, δεχόμενο, το Εφετείο, ότι από 1-7-1988 έχει επεκταθεί με την από 22-12-1988 ΕΣΣΕ της ΠΟΕΔΗΝ και στους εργαζομένους με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου στα νοσοκομεία του ν.δ.2592/1053, όπως είναι και το εναγόμενο, το μισθολόγιο των δημοσίων υπαλλήλων και έκτοτε δεν ισχύει το θεμελιωμένο στην 42/1981 απόφαση του ΔΔΔΔ Πειραιώς και τις ισχύουσες από 1-1-1989 και εφεξής ΕΓΣΣΕ μισθολογικό καθεστώς των άνω εργαζομένων. Έτσι, όπως έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε τις προαναφερόμενες διατάξεις και αυτές των άρθρων 7 παρ.2. 8 παρ. 1 και 19 του Ν. 1876/1990, 25 της 42/1981 αποφάσεως του ΔΔΔΔ Πειραιώς, 13 της 74/1982 αποφάσεως του ΔΔΔΔ Αθηνών, 361 και 680 του ΑΚ, καθώς και τις από 9-6-1993, 21-3-1994, 2-4-1996, 18-5-1998 και 23-5-2000 Ε.Γ.Σ.Σ.Ε., διότι πράγματι η αγωγή με το προαναφερόμενο περιεχόμενο δεν είναι νόμιμη, αφού με αυτή ζητείται η εφαρμογή συστήματος προσδιορισμού των αποδοχών, διαφόρου του καθιερωθέντος με την από 22-12-1988 ΕΣΣΕ συστήματος, το οποίο και μόνο εφαρμόζεται από την ισχύ της, διατηρούμενης μόνο της αξιώσεως για καταβολή της προσωπικής διαφοράς, ήτοι των ανώτερων των καταβαλλομένων, βάσει της τελευταίας, αποδοχών. Επομένως, ο περί του αντιθέτου πρώτος, κατά το σκέλος του από το άρθρο 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, λόγος της αναιρέσεως είναι αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος αναιρέσεως, κατά το από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ σκέλος του, με το οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται αιτιολογιών άλλως περιέχει ανεπαρκείς αιτιολογίες, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, αφού ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ αναφέρεται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού και γΓ αυτό προϋποθέτει κρίση επί της ουσίας, δεν ιδρύεται δε όταν η έλλειψη ή ανεπάρκεια ή αντίφαση των αιτιολογιών αναφέρονται στη σκέψη με την οποία η αγωγή κρίθηκε ως μη νόμιμη, όπως στην προκείμενη περίπτωση. Απορριπτέος, επίσης, ως αβάσιμος είναι και ο από τον αριθμό 1 του ιδίου άρθρου τρίτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται παραβίαση του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, διότι η κρίση του δικαστηρίου ότι μία αγωγή με την οποία προβάλλονται ορισμένες εργατικές ή άλλες αξιώσεις, είναι μη νόμιμη, δε συνιστά από μόνη της παραβίαση της εν λόγω διατάξεως, με την οποία προστατεύονται τα περιουσιακά δικαιώματα, όπως είναι και το δικαίωμα προσδοκίας εργαζομένου για μεγαλύτερη αμοιβή. Τέλος, το Εφετείο απέρριψε λόγο έφεσης του αναιρεσείοντος, με τον οποίο αυτός ισχυριζόταν ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα απέρριψε τον ασκούντα ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης αγωγικό ισχυρισμό του ότι το εναγόμενο με την 24/29-6-1993 απόφαση του Δ.Σ. του, την οποία αυτός αποδέχθηκε και αποτέλεσε έτσι όρο της ατομικής του σύμβασης, που υπερισχύει ως ευνοϊκότερος των εκάστοτε ΣΣΕ και ΔΑ, εν μέρει απέκλεισε την εφαρμογή επ' αυτού της από 22-12-1988 ΕΣΣΕ της ΠΟΕΔΗΝ και εφάρμοσε τις ρυθμίζουσες τις αποδοχές των φυλάκων - νυκτοφυλάκων του Δημοσίου και των ΝΠΔΔ ΣΣΕ και ΔΑ. Όπως προκύπτει από το δικόγραφο της ένδικης αγωγής, τέτοιος ισχυρισμός δεν περιλαμβανόταν στην αγωγή, παρά μόνο διηγηματικά αναφερόταν η ως άνω 24/1993 απόφαση του Δ.Σ. του εναγομένου, σε συνδυασμό με τις προαναφερθείσες αποφάσεις των ΔΔΔΔ Αθηνών και Πειραιώς.

Συνεπώς, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στο τέλος τη παραπάνω νομικής σκέψης, η τυχόν επίκληση για πρώτη φορά με τις πρωτόδικες προτάσεις είναι απαράδεκτη, αφού επιφέρει μεταβολή της βάσης και του αιτήματος της αγωγής. Έτσι κρίνοντας και το Εφετείο, δεν υπέπεσε στην από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια της παρά το νόμο κήρυξη απαραδέκτου, αφού ο αναιρεσείων στην ένδικη αγωγή του δεν ισχυρίζεται ότι μεταξύ των διαδίκων συμφωνήθηκε να αποτελέσει όρο της ατομικής σύμβασης του η ανωτέρω συμφωνία που ως ευνοϊκότερος όρος των ΣΣΕ και ΔΑ απέκλεισε την εφαρμογή της συμβάσεως της ΠΟΕΔΗΝ, ούτε υπέπεσε στην από τον αρ. 1 του ίδιου άρθρου πλημμέλεια της παραβίασης των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 361, 680 ΑΚ και 7 παρ. 2 ν. 1876/1990, ο δε περί του αντιθέτου δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου που δεν κατέθεσε προτάσεις.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 7-4-2009 αίτηση του Ι. Τ. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 5121/2008 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων εκατό (1.100) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 22 Δεκεμβρίου 2010.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 11 Ιανουαρίου 2011.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ