Legislator Case Law & Legislation
43/2009 AI generated

43/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 43/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 1 Δεκεμβρίου 2008, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6 Δεκεμβρίου 1989 αίτηση - ανακοπή της ήδη αναιρεσείουσας που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2444/1990 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 9680/1990 μη οριστική, 1750/1998 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 10 Σεπτεμβρίου 2000 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης και ήδη Αντιπρόεδρος Γεώργιος Καλαμίδας, ανέγνωσε την από 13 Ιανουαρίου 2005 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως.

Legislator headnote

AI generated

43/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Επομένως, το δικαστήριο πρέπει να προχωρήσει στη συζήτηση της αιτήσεως (Κ.Πολ.Δ. 576 παρ. 2), παρά την δικονομική απουσία του άνω αναιρεσιβλήτου, ο οποίος εκπορσωπήθηκε από τον καταθέσαντα δήλωση δικηγόρο Παναγιώτη Κανελλόπουλο, στον οποίο, όμως, δεν αποδεικνύεται χορήγηση σχετικής πληρεξουσιότητας εκ μέρους του απολειπομένου δευτέρου αναιρεσιβλήτου.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 43 / 2009 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 43/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Ιωάννη - Σπυρίδωνα Τέντε, Βασίλειο Φούκα και Γεώργιο Χρυσικό, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 1 Δεκεμβρίου 2008, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΕΥΡΩΠΑΪΚΑΙ ΔΙΑΚΟΠΑΙ -EUROPEAN HOLIDAYS Ανώνυμος Εταιρία", που εδρεύει στην ..... και εκπροσωπείται νόμιμα από τον εκκαθαριστή της Χ, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ζήση Φασούλα.

Των αναιρεσιβλήτων: της υπό πτώχευση τελούσης Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ-Ξενοδοχειακές Τουριστικές Επιχειρήσεις Ανώνυμος Εταιρία" που εδρεύει στην ..... και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Ψ1 και 2. του Ψ2, δικηγόρου ως οριστικού συνδίκου και νομίμου εκπροσώπου της παραπάνω υπό πτώχευση τελούσης Α.Ε ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ, κατοίκου Αθηνών, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Παναγιώτη Κανελλόπουλο με δήλωση κατ' αρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6 Δεκεμβρίου 1989 αίτηση - ανακοπή της ήδη αναιρεσείουσας που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2444/1990 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 9680/1990 μη οριστική, 1750/1998 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 10 Σεπτεμβρίου 2000 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης και ήδη Αντιπρόεδρος Γεώργιος Καλαμίδας, ανέγνωσε την από 13 Ιανουαρίου 2005 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις με επίκληση προσκομιζόμενες ..... και ..... εκθέσεις επιδόσεως του αρμοδίου δικαστικού επιμελητού ..... προκύπτει ότι, ακριβές αντίγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως, ως και της κλήσεως προς συζήτηση της για την εν αρχή δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του οικείου πινακίου και συζητήθηκε, με επίσπευση της αναιρεσείουσας, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στον δεύτερο αναιρεσίβλητο.

Επομένως, το δικαστήριο πρέπει να προχωρήσει στη συζήτηση της αιτήσεως (Κ.Πολ.Δ. 576 παρ. 2), παρά την δικονομική απουσία του άνω αναιρεσιβλήτου, ο οποίος εκπορσωπήθηκε από τον καταθέσαντα δήλωση δικηγόρο Παναγιώτη Κανελλόπουλο, στον οποίο, όμως, δεν αποδεικνύεται χορήγηση σχετικής πληρεξουσιότητας εκ μέρους του απολειπομένου δευτέρου αναιρεσιβλήτου.

Κατά το άρθρο 553 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ., αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των οριστικών αποφάσεων πού δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση και περατώνουν όλη τη δίκη ή μόνο τη δίκη για την αγωγή ή για την ανταγωγή. Εξ άλλου, οριστική είναι η απόφαση πού περατώνει την δίκη και αποξενώνει το δικαστήριο από κάθε περαιτέρω εξουσία ως προς την υπόθεση.

Στην προκειμένη περίπτωση, από την κατ άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δικ. επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης αυτής προκύπτουν τα ακόλουθα: Επί της από 16-3-1980 αγωγής της ήδη αναιρεσείουσας κατά της ήδη αναιρεσίβλητης και της νομίμως ασκηθείσης ανταγωγής της τελευταίας, εκδόθηκε η 3.288/1986 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία δέχθηκε κατά ένα μέρος αυτές (αγωγή-ανταγωγή) και δη την αγωγή για δρχ. 25.646.958, με τον νόμιμο τόκο από 22/12/1979 και την ανταγωγή για δρχ. 951.139.

Μετά από εφέσεις των άνω διαδίκων κατά της 3288/1986 αποφάσεως του Πολ. Πρωτοδικείου Αθηνών, εκδόθηκε η 9.542/1986 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία δέχθηκε εν μέρει ως ουσία βάσιμες τις εφέσεις, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση, κράτησε την υπόθεση και δικάζοντας την κατ ουσίαν, απέρριψε την αγωγή και την ανταγωγή ως ουσία αβάσιμες.

Ασκηθείσης αναιρέσεως κατά της άνω 9542/1986 Εφετειακής αποφάσεως από την ήδη αναιρεσείουσα, εκδόθηκε η 1.940/1988 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία ανήρεσε εν μέρει την άνω Εφετειακή απόφαση, καθόσον αφορά την απόρριψη της αγωγής της ήδη αναιρεσείουσας, για τον στο άρθρο 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δικ. λόγο, ήτοι γιατί το Εφετείο, μετά την απόρριψη της επί της μισθώσεως προσοδοφόρου πράγματος ερειδομένης βάσεως της αγωγής, δεν ηρεύνησε την παρεχόμενη στην αγωγή βάση της αφανούς εταιρείας και παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Πειραιώς (δικαστήριο παραπομπής).

Το τελευταίο δικαστήριο, με την 395/1990 απόφαση του, ανέστειλε την συζήτηση της εφέσεως της αναιρεσείουσας μέχρι πέρατος της πτωχεύσεως της εφεσίβλητης-ήδη αναιρεσίβλητης, η οποία είχε κηρυχθεί σε κατάσταση πτωχεύσεως με την 4376/1987 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Το έτος 1993 η τελευταία (αναιρεσίβλητη) κηρύχθηκε και πάλι σε κατάσταση πτωχεύσεως με την 1660/1993 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Στις άνω πτωχεύσεις της αναιρεσίβλητης αναγγέλθηκε η ήδη αναιρεσειουσα με τις από 30-3-1988 και 12-10-1993 αναγγελίες της για την στην άνω αγωγή αναφερόμενη απαίτηση της (δρχ. 45.200.502, νομιμοτόκως από 22-12-1979), άλλως για το με την 3288/1988 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών επιδικασθέν στην αναιρεσειουσα ποσό των 25.646.958 δραχμών, με τον νόμιμο τόκο από 22-12-1979, ανερχόμενο σε 65.330.000 δραχμές και για την δικαστική δαπάνη εκ δραχμών 1.200.000 πού επιδικάσθηκε στην αναιρεσειουσα με την άνω απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ως και για την δικαστική δαπάνη πού επιδικάσθηκε στην αναιρεσειουσα εκ δραχμών 64.000 με την παραπάνω απόφαση του Αρείου Πάγου.

Κατόπιν αντιρρήσεων του συνδίκου της πρώτης πτωχεύσεως, ο Εισηγητής Δικαστής της πτωχεύσεως αυτής δεν δέχθηκε ούτε προσωρινά στα χρέη της πτωχεύσεως την άνω απαίτηση και κατά το κύριο και κατά το επικουρικό κονδύλιο της. Κατά της εκθέσεως του Εισηγητού Δικαστού, η αναγγελθείσα πιστώτρια (ήδη αναιρεσειουσα) άσκησε την από 6-12-1989 ανακοπή (αντιρρήσεις) στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, ζητώντας την αναγνώριση της απαιτήσεως της στα χρέη της πτωχεύσεως, το δικαστήριο δε αυτό, με την 2444/1990 απόφαση του, απέρριψε την ανακοπή αυτή.

Κατά της αποφάσεως αυτής η ανακόπτουσα (αναιρεσειουσα) άσκησε την από 27-3-1990 έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε η 9680/1990 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, πού δέχθηκε την έφεση, εξαφάνισε την εκκαλούμενη 2.444/1990 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και υποχρέωσε την μεν ανακόπτουσα (αναιρεσειουσα) να αποδείξει, μέσα σε προθεσμία ενενήντα ημερών από την επίδοση της, τα θεμελιούντα την επικαλούμενη απαίτηση της περιστατικά, την δε καθ' ης - αναιρεσίβλητη ( να αποδείξει) τις ενστάσεις της, με κάθε νόμιμο αποδεικτικό μέσο και με μάρτυρες, των οποίων τον αριθμό όρισε σε ένα για κάθε διάδικο.

Κηρυχθείσης και πάλι της ήδη αναιρεσίβλητης σε κατάσταση πτωχεύσεως με την 1660/1993 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η ήδη αναιρεσείουσα, με την από 12-10-1993 αναγγελία της, αναγγέλθηκε στην πτώχευση αυτή κυρίως και επικουρικώς για τις αναφερθείσες απαιτήσεις της, ήτοι κυρίως για την άνω αγωγική απαίτηση της και επικουρικώς για το ποσό πού της επιδικάσθηκε με την 3288/1986 απόφαση του Πολ.

Πρωτοδικείου Αθηνών, ως και για το αναφερθέν ποσό των νομίμων τόκων και των επιδικασθεισών δικαστικών δαπανών. Στις 5-12-1994 ο πληρεξούσιος δικηγόρος της πιστώτριας εμφανίσθηκε και ζήτησε να επαληθεύσει στα χρέη της πτωχεύσεως αυτής την αναγγελθείσα απαίτηση της , την οποία, έχοντας ειδική εντολή, δοθείσα δια συμβολαιογραφικού πληρεξουσίου, περιώρισε στο παραπάνω επικουρικό αίτημα της, πλήν, όμως, ο Εισηγητής δικαστής έκρινε ότι δεν πρέπει να γίνει δεκτή στα χρέη της πτωχεύσεως.

Με την από 7-7-1995 ενώπιον του Εφετείου Αθηνών κλήση, της οποίας η συζήτηση στις 19-9-1996 ματαιώθηκε και επαναφέρθηκε προς συζήτηση με την από 10-3-1997 όμοια (κλήση), η αναιρεσείουσα επανέφερε προς συζήτηση την παραπάνω από 27-3-1990 έφεση της, επί της οποίας είχε εκδοθεί η 9680/1990 προδικαστική απόφαση του Εφετείου Αθηνών, ζητούσα την ανάκληση της και την παραδοχή της ανακοπής (αντιρρήσεων της) κατά τα ποσά πού της επιδικάσθηκαν με την 3288/1986 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, στα οποία εκ νέου με αυτή (κλήση) περιώρισε την απαίτησή της.

Το Εφετείο Αθηνών, με την 1750/1998 απόφασή του, απέρριψε την άνω από 7-7-1995 κλήση ως απαράδεκτη. Με την κρινόμενη αίτηση προσβάλλεται η άνω 1750/1998 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και, για τους σ' αυτή αναφερομένους λόγους, ζητείται η αναίρεση της. Όμως, η απόφαση αυτή του Εφετείου Αθηνών είναι μη οριστική και δεν επιτρέπεται αναίρεση κατ' αυτής.

Τούτο γιατί, με την έκδοση της άνω αποφάσεως το Εφετείο Αθηνών δεν αποξενώθηκε από κάθε περαιτέρω εξουσία ως προς την υπόθεση, δηλαδή ως προς την ανακοπή και την από 27-3-1990 έφεση κατά της 2444/1990 οριστικής αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, αφού, μετά την διεξαγωγή των διαταχθεισών με την 9680/1990 απόφαση αυτού αποδείξεων ή την άπρακτη παρέλευση της ταχθείσης προθεσμίας διεξαγωγής αποδείξεων, η άνω υπόθεση μπορεί, με νέα κλήση, να έλθει σε περαιτέρω συζήτηση ενώπιον του Εφετείου Αθηνών, προς έκδοση της οριστικής του αποφάσεως επί της υποθέσεως αυτής.

Τα προβαλλόμενα από την αναιρεσείουσα, ότι δηλαδή μετά τον περιορισμό της αναγγελθείσας απαιτήσεώς της στο ποσό που της επιδικάσθηκε με την 3288/1986 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και την παραίτηση της από την υπόλοιπη απαίτηση της, το ταχθέν με την 9680/1990 απόφαση του Εφετείου Αθηνών θέμα αποδείξεως κατέστη άνευ αντικειμένου, δεν ασκούν επιρροή και δεν μεταβάλλουν το χαρακτηρισμό της προσβαλλόμενης 1750/1988 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών ως μη οριστικής και εντεύθεν μη υποκείμενης σε αναίρεση.

Η διατάξασα αποδείξεις 9680/1990 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, ανεξαρτήτως των άνω προβαλλομένων από την αναιρεσείουσα, εφόσον δεν ανακλήθηκε νομίμως, εξακολουθεί να ισχύει. Η αναιρεσείουσα. για να εκδοθεί οριστική απόφαση του Εφετείου επί της από 27-3-1990 εφέσεώς της, πρέπει να επιδώσει την 9680/1990 απόφαση, να διεξαχθούν οι ταχθείσες με αυτή αποδείξεις ή, αν θεωρεί ότι, μετά τον άνω περιορισμό και την παραίτησή της, καταργήθηκε η εκκρεμούσα στο Εφετείο Πειραιώς δίκη, αλλά και η εκκρεμούσα στο Εφετείο Αθηνών τοιαύτη, κατά το μέρος που αφορούσε τη διεξαγωγή αποδείξεων και δεν χρειάζεται να αποδειχθεί το ταχθέν θέμα αποδείξεως.

όπως υποστηρίζει, να παρέλθει άπρακτη η ταχθείσα προθεσμία διεξαγωγής των αποδείξεων και στη συνέχεια, με νέα κλήση, να φέρει την υπόθεση σε περαιτέρω συζήτηση στο Εφετείο, προς έκδοση της οριστικής του αποφάσεως επί της υποθέσεως (δηλαδή επί της ανακοπής και της εφέσεως της κατά της άνω οριστικής αποφάσεως).

Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω, μη επιτρεπομένης αναιρέσεως κατά της άνω μη οριστικής 1750/1998 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών (Κ.Πολ.Δικ. 553 παρ. 1β), η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, στρεφομένη κατά της αποφάσεως αυτής πρέπει, κατ άρθρο 577 παρ. 1 και 2 του Κ.Πολ.Δ., να απορριφθεί αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτη. Η πρώτη αναιρεσίβλητη, που εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, καταθέσαντα δήλωση (Κ.Πολ.Δ. 242 παρ. 2), δεν κατέθεσε προτάσεις στην παρούσα συζήτηση, δεδομένου ότι οι προσαγόμενες προτάσεις της (όπως από τη σχετική σημείωση της αρμόδιας Γραμματέως προκύπτει) είχαν κατατεθεί στην προηγούμενη συζήτηση της υπόθεσης, που έλαβε χώρα την 19-9-2005, μετά την οποία εκδόθηκε η 1508/2005 απόφαση του δικαστηρίου τούτου, που κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση αυτή.

Επομένως, μη καταθέσασα προτάσεις στην παρούσα συζήτηση και εκπροσωπηθείσα από πληρεξούσιο δικηγόρο που κατέθεσε δήλωση, δεν υπέβαλε η πρώτη αναιρεσίβλητη στην παρούσα συζήτηση αίτημα για καταδίκη της αναιρεσείουσας στα δικαστικά της έξοδα και γι αυτό δεν θα διαληφθεί στο διατακτικό σχετική διάταξη.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 10-9-2000 αίτηση της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΕΥΡΩΠΑΪΚΑΙ ΔΙΑΚΟΠΑΙ - EUROPEAN HOLIDAYS" για αναίρεση της 1750/1998 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 2 Ιανουαρίου 2009. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 12 Ιανουαρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ