43/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 43 / 2008 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 43/2008
Legislator headnote
AI generated43/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 43 / 2008 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 43/2008
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 43 / 2008 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 43/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Φώσκολο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου - Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Λεωνίδα Ζερβομπεάκο και Χαράλαμπο Παπαηλιού, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Νοεμβρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. ...., κατοίκου ΗΠΑ και 2. .....κατοίκου ΗΠΑ. Ο 1ος παραστάθηκε αυτοπροσώπως, ο 2ος εκπροσωπήθηκε από τον 1ο αναιρεσείοντα, βάσει του υπ' αριθμ. .... ειδικού πληρεξουσίου συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αριστείδη Πούλου, ο οποίος παρέστη και διόρισε στο ακροατήριο την πληρεξούσια δικηγόρο Σοφία Κούρτη.
Των αναιρεσίβλητων: 1. ...., 2. ..... και 3. ......., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Ψωμά.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-7-1994 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Χίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 139/1997 προδικαστική, 70/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 76/2006 του Εφετείου Αιγαίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 17-7-2006 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Λεωνίδας Ζερβομπεάκος ανέγνωσε την από 22-10-2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Η πληρεξούσια των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσίβλητων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης (και όχι ανακοπής, όπως από παραδρομή αναγράφεται στο αναιρετήριο) αποδίδονται στην υπ' αριθ.139/1997 απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου (και όχι στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση) οι από τους αριθ.1 εδ.α' και 9 περ.γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειες, που συνίστανται, αντίστοιχα, στο ότι η ως άνω απόφαση α) παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 218 παρ.1 και 219 παρ.1 και 2 του ΚΠολΔ, διότι απέρριψε ως μη νόμιμες, ως ασκηθείσες υπό αίρεση, τις σωρευόμενες, στην ένδικη αρνητική ακινήτου αγωγή, επικουρικές αιτήσεις των αναιρεσειόντων να καταδικαστεί η εναγομένη να μεταβάλει τη θέση της υφιστάμενης σε βάρος του ακινήτου τους και υπέρ του όμορου ακινήτου αυτής δουλείας διόδου και β) άφησε αδίκαστες τις πιο πάνω απορριφθείσες αιτήσεις. Ο λόγος αυτός, ανεξαρτήτως του ότι οι προσβαλλόμενες με αυτόν αιτιάσεις αντιφάσκουν μεταξύ τους (αφού δεν είναι δυνατό η ως άνω απόφαση να απέρριψε τις πιο πάνω αιτήσεις και συγχρόνως να τις άφησε αδίκαστες), πλήττει αποκλειστικά την προαναφερθείσα απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, η οποία, όμως, δεν προσβάλλεται με την αίτηση αναιρέσεως, αφού η τελευταία δεν έχει κατατεθεί, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ.1 ΚΠολΔ, στη γραμματεία του ως άνω δικαστηρίου, ενώ, δεδομένου ότι οι αναιρεσείοντες δεν άσκησαν έφεση κατ' αυτής ως προς την πιο πάνω οριστική απορριπτική διάταξή της και ως εκ τούτου το σχετικό κεφάλαιο αυτής δεν μεταβιβάστηκε στο Εφετείο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, η ως άνω πρωτόδικη απόφαση δεν ενσωματώθηκε κατά το κεφάλαιο τούτο, στην προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου και συνεπώς τα αποδιδόμενα ως άνω σφάλματα της πρώτης δεν μπορούν να προταθούν ως λόγοι αναιρέσεως κατά της δεύτερης. Άρα, ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος.
ΙΙ. Κατά το άρθρο 562 παρ.2 ΚΠολΔ είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη. Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναιρέσεως, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο. Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναιρέσεως είχε προταθεί στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, και μάλιστα ότι είχε προταθεί νομίμως.
Συνεπώς, οι ισχυρισμοί του αναιρεσείοντος που είχαν προταθεί στον πρώτο βαθμό, αλλά δεν επαναφέρθηκαν στο Εφετείο και έτσι δεν κατέστησαν αντικείμενο κατ' έφεση δίκης, δεν μπορούν να θεμελιώσουν λόγους αναίρεσης. Έτσι, αν ο αναιρεσείων είχε ηττηθεί στον πρώτο βαθμό, η νόμιμη επαναφορά των ισχυρισμών του στο Εφετείο, πριν από την εξαφάνιση της εκκαλουμένης, μόνο με λόγο περιεχόμενο στο δικόγραφο της έφεσης ή σε δικόγραφο πρόσθετων λόγων μπορούσε να γίνει. Περαιτέρω, από το άρθρο 522 του ίδιου Κώδικα προκύπτει ότι η εξουσία του Εφετείου περιορίζεται στην έρευνα των δια της εφέσεως και των προσθέτων λόγω αυτής προσβαλλομένων κεφαλαίων της αποφάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου. Ειδικότερα, όταν στο ίδιο δικόγραφο αγωγής ενώνονται, σύμφωνα με το άρθρο 218 παρ.1 του ίδιου Κώδικα, περισσότερες αιτήσεις του ίδιου ενάγοντος κατά του ίδιου εναγομένου και το πρωτοβάθμιου δικαστήριο, αφού τις ερευνήσει όλες, δεχθεί τη μία απ' αυτές και απορρίψει τις υπόλοιπες, η μεταβίβαση στο Εφετείο των απορριφθεισών αιτήσεων και η εξουσία αυτού προς έρευνά τους προϋποθέτει αναγκαίως έφεση του ενάγοντος ως προς αυτές, διότι διαφορετικά οι εν λόγω αιτήσεις δεν μεταβιβάζονται στο Εφετείο και το τελευταίο αυτό δεν μπορεί να τις εξετάσει, ούτε μετά την εξαφάνιση της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου κατά παραδοχή της έφεσης του εναγομένου για την παραδοχή της, αντικειμενικώς σωρευόμενης στο ίδιο δικόγραφο αγωγής, ως άνω αιτήσεως του ενάγοντος.
Εν προκειμένω, με τους πέμπτο, κατά το πρώτο μέρος αυτού, και όγδοο λόγους αναίρεσης προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι από τους αριθ.8 περ.β' και 9 περ.γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειες α) ότι δεν έλαβε υπόψη και β) άφησε αδίκαστες τις προαναφερθείσες στην παράγραφο Ι της παρούσας επικουρικές αιτήσεις των αναιρεσειόντων, οι οποίες απορρίφθηκαν με την πρωτόδικη απόφαση και επαναφέρθηκαν στο Εφετείο με τις προτάσεις των αναιρεσειόντων κατά τη συζήτηση της εφέσεως των αντιδίκων τους (εναγομένων-αναιρεσίβλητων). Αμφότεροι οι λόγοι αυτοί πρέπει, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα στη μείζονα σκέψη της παρούσας παραγράφου, να απορριφθούν, ως απαράδεκτοι, διότι οι πιο πάνω απορριφθείσες αιτήσεις, που δεν εμπίπτουν σε κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ.2 ΚΠολΔ και στις οποίες στηρίζονται οι ως άνω λόγοι αναιρέσεως, δεν επαναφέρθηκαν στο Εφετείο νομίμως, δηλαδή με έφεση των αναιρεσειόντων.
ΙΙΙ. Έγγραφα κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ.20 του ΚΠολΔ, η παραμόρφωση του περιεχομένου των οποίων ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο αυτό, είναι τα κατά τα άρθρα 339 και 432 του ίδιου Κώδικα χρησιμοποιούμενα ως αποδεικτικά μέσα έγγραφα, όχι δε και το δικόγραφο της εφέσεως.
Συνεπώς, ο έννατος λόγος αναίρεσης περί παραμορφώσεως του περιεχομένου του δικογράφου της εφέσεως των αναιρεσίβλητων από την προσβαλλόμενη απόφαση, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος.
IV. Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ.19 ΚΠολΔ η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως, όταν στην ελάσσονα πρότασή της δεν αναφέρονται διόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικά τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ουσιώδους για την έκβαση της δίκης ζητήματος και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε. Περαιτέρω, ως "ζητήματα" των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί απ' την απόφαση τη νόμιμη βάση της, νοούνται μόνον οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, δηλαδή εκείνοι που τείνουν στη θεμελίωση ή την κατάλυση δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο. Τέλος, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1121, 1051 και 983 ΑΚ, που ορίζουν, αντίστοιχα, ότι: Α) Οι πραγματικές δουλείες συνιστώνται με δικαιοπραξία ή χρησικτησία. Οι διατάξεις για τη χρησικτησία ακίνητων και για τη μεταβίβασή τους με συμφωνία εφαρμόζονται αναλόγως και στη σύσταση των πραγματικών δουλειών Β) Εκείνος που απέκτησε τη νομή του πράγματος με καθολική ή ειδική διαδοχή μπορεί να συνυπολογίσει το δικό του χρόνο χρησικτησίας στο χρόνο χρησικτησίας του δικαιοπαρόχου, και Γ) Η νομή μεταβιβάζεται στους κληρονόμους του νομέα, προκύπτει ότι με το θάνατο του κληρονομούμενου η οιονεί νομή ακινήτου που είχε αυτός, μεταβιβάζεται στον κληρονόμο και χωρίς την αποδοχή της κληρονομίας και μεταγραφή της σχετικής δήλωσης ή του κληρονομητηρίου (ΑΠ 165/2004 ΕλΔνη 45.816, 1004/1983 ΝοΒ 32.651).
Εν προκειμένω, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε ανελέγκτως τα εξής: "Οι ενάγοντες είναι συγκύριοι, κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου έκαστος, ενός ακινήτου, επιφανείας 301, 42 τ.μ., μετά της επ' αυτού διόροφης οικοδομής, που βρίσκεται στη θέση .... της περιφέρειας ......, οι δε εναγόμενοι είναι συγκύριοι, κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου έκαστος, ενός όμορου, με το ακίνητο των εναγόντων, ακινήτου, επιφανείας 226, 20 τ.μ. μετά της επ' αυτού οικίας, που αποτελείται από ισόγειο και πρώτο όροφο και έχουν ο καθένας αυτοτελή ξεχωριστή χρήση. Η ιδιοκτησία των εναγομένων εξυπηρετείται από διαβατό που αρχίζει από τη δυτική πλευρά της ιδιοκτησίας τους, διέρχεται από τη νότια πλευρά της ιδιοκτησίας τους, διέρχεται από τη νότια πλευρά της ιδιοκτησίας των εναγόντων και οδηγεί στην προς τα δυτικά της ιδιοκτησίας των εναγόντων κείμενη δημοτική οδό. Στο βόρειο δυτικό άκρο της ιδιοκτησίας των εναγομένων, σε επαφή με το όριο της ιδιοκτησίας αυτών και των εναγόντων, υπάρχει τσιμεντένια σκάλα δέκα βαθμίδων που αρχίζει μέσα από την ιδιοκτησία των εναγομένων και καταλήγει στο όριο της ιδιοκτησίας των εναγόντων. Από τη σκάλα αυτή, κατά τους ισχυρισμούς των εναγόντων, άρχισε να ανεβαίνει η μητέρα των εναγομένων, προ διετίας πριν την άσκηση της αγωγής και από εκεί δια μέσου της ιδιοκτησίας των εναγόντων, χρησιμοποιώντας τμήμα αυτής (επίδικο) εξερχόταν προς τη δημοτική οδό, που βρίσκεται βόρεια της ιδιοκτησίας των εναγόντων, χωρίς να έχει προς τούτο δικαίωμα. Ο πρώτος όροφος της ιδιοκτησίας των εναγομένων εξυπηρετείται από βεράντα με εξωτερική σκάλα που καταλήγει στο έδαφος του οικοπέδου και από εκεί δια του παραπάνω δυτικού διάβα, που διέρχεται νότια της ιδιοκτησίας των εναγόντων, προς τη δημοτική οδό, που βρίσκεται δυτικά της ιδιοκτησίας των εναγόντων. Η πρόσβαση στο ισόγειο γίνεται κυρίως από το βόρειο διάβα (επίδικο). Τα παραπάνω δέκα σκαλοπάτια στην ιδιοκτησία των εναγομένων ήταν αρχικά πέτρινα, κατασκευάσθηκαν με τσιμέντο το 1948, προκειμένου να εξυπηρετείται το ισόγειο της ιδιοκτησίας τους με την άνοδο από αυτά στην ιδιοκτησία των εναγόντων, που βρίσκεται βόρεια σε υψηλότερο επίπεδο, τη διέλευση, μέσω τμήματος της ιδιοκτησίας των εναγόντων, πλάτους 1, 50 μ. περίπου και μήκους 10 μ. περίπου (επίδικη δίοδος), που βρίσκεται ανατολικά της οικίας των εναγόντων, και την έξοδο προς την βορείως της ιδιοκτησίας των τελευταίων δημοτική οδό. Η δικαιοπάροχος των εναγομένων μητέρα τους ....., στην οποία περιήλθε αρχικά το ανωτέρω ακίνητο των εναγομένων δυνάμει του ..... πωλητηρίου συμβολαίου του συμβολαιογράφου Χίου Στάμου Σαρίκα, που μεταγράφηκε νόμιμα, από του χρόνου αγοράς του εν λόγω ακινήτου, αλλά και από το 1948 τουλάχιστον, που έγινε η κατασκευή των σκαλοπατιών με τσιμέντο, μέχρι το θάνατό της στις 4-4-1995, χρησιμοποιούσε το επίδικο τμήμα ακωλύτως με διάνοια δικαιούχου οιονεί νομής δουλείας διόδου, χωρίς ποτέ να ενοχληθεί από τους δικαιοπαρόχους των εναγόντων (γονείς τους, που απεβίωσαν το 1947 και 1992, αντίστοιχα) και τους ίδιους, ενώ έκτοτε μετά το θάνατό της η χρήση του ίδιου τμήματος γίνεται ακωλύτως από τους μοναδικούς εξ αδιαθέτου κληρονόμους αυτής εναγομένους, οι οποίοι έχουν αποκτήσει δικαίωμα δουλείας διόδου δια προσμετρήσεως στο χρόνο της νομής αυτών και του χρόνου της οιονεί νομής δουλείας διόδου της δικαιοπαρόχου μητέρας τους". Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Εφετείο, κατά παραδοχή της από το άρθρο 1108 παρ.2 του ΑΚ ενστάσεως των εναγομένων, σύμφωνα με την οποία η προσβολή της κυριότητας των εναγόντων επί του ως άνω ακινήτου τους δια της διελεύσεως μέσω αυτού των εναγομένων έγινε δυνάμει δικαιώματος δουλείας διόδου, κτηθείσας με έκτακτη χρησικτησία, απέρριψε την ένδικη αρνητική αγωγή των εναγόντων. Έτσι που έκρινε αφενός μεν δεν παραβίασε τις προεκτεθείσες διατάξεις των άρθρων 1121, 1051 και 983 ΑΚ, τις οποίες δήθεν ορθώς εφάρμοσε, ούτε τις μη εφαρμοζόμενες εν προκειμένω διατάξεις των άρθρων 1193, 1198 και 1199 ΑΚ, τις οποίες παρέλειψε να εφαρμόσει, αφετέρου δε διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες ως προς την προαναφερθείσα ένσταση των εναγομένων και ειδικότερα τόσο ως προς τη θέση της δουλείας διόδου, όσο και ως προς την οιονεί νομή της δουλείας διόδου, γι' αυτό οι τρίτος και τέταρτος λόγοι αναιρέσεως, που υποστηρίζουν τ' αντίθετα, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Περαιτέρω, ο δέκατος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες από τους αριθ.1 εδ.α' και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που συνίστανται στο ότι αυτή δέχθηκε, χωρίς αιτιολογία και παραβιάζοντας τις διατάξεις των άρθρων 1002 και 1117 του ΑΚ, ότι "η οικία των εναγομένων αποτελείται από ισόγειο και πρώτο όροφο, που έχουν ο καθένας αυτοτελή ξεχωριστή χρήση και συνεπώς έχει συσταθεί και υφίσταται οριζόντια ιδιοκτησία" πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, αφενός μεν λόγω αοριστίας, ως προς την από τον αριθ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, διότι ουδεμία έννομη συνέπεια αναφέρεται ότι καταγνώσθηκε βάσει των παραπάνω παραδοχών, ούτε προσδιορίζεται το νομικό σφάλμα, δηλαδή που ακριβώς εντοπίζεται η παράβαση κατά την ερμηνεία ή εφαρμογή των ως άνω κανόνων (ΟλΑΠ 1/1995 και 32/1996), αφετέρου δε διότι οι παραπάνω παραδοχές δεν αφορούν "ζητήματα" δηλαδή αυτοτελείς ισχυρισμούς και ως εκ τούτου η μη αιτιολόγησή τους δεν ιδρύει τον από τον αριθ.19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως. Ωσαύτως, και ο έβδομος από τον αριθ.19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της έλλειψης νόμιμης βάσης λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών ως προς τα ζητήματα α) της κατάργησης της διόδου των εναγομένων δια μέσου του ακινήτου των εναγόντων λόγω υπάρξεως άλλης διόδου, που εξυπηρετεί πλήρως τις ανάγκες του ακινήτου των τελευταίων (άρθρο 1017 ΑΚ) και β) της μεταβολής του τρόπου ασκήσεως της δουλείας διόδου σε βάρος του ακινήτου των εναγόντων λόγω του ιδιαίτερα επαχθούς τρόπου της ασκήσεώς της (άρθρο 1128 ΑΚ), πρέπει να απορριφθεί, ως απαράδεκτος, προεχόντως λόγω αοριστίας, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι οι πιο πάνω ισχυρισμοί από τα άρθρα 1017 και 1128 του ΑΚ, που θεμελιώνουν το λόγο αναίρεσης, είχαν προταθεί, και μάλιστα νομίμως, στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση.
V. Όπως συνάγεται από τα άρθρα 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ, το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για το αποδεικτικό πόρισμα, αναφορικά με τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έχουν ανάγκη αποδείξεως, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, χωρίς πάντως να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός απ' αυτά. Η παράβαση της υποχρεώσεως αυτής ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αριθ.11 περ.γ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο περιεχόμενο σ' αυτήν πόρισμα, ως προς τους κρίσιμους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε, μαζί με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, "και όλα τα έγγραφα τα οποία επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι". Από τη γενική αυτή βεβαίωση, σε συνδυασμό με το όλο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης, καθίσταται αναμφίβολο ότι το δικαστήριο εκείνο, παρόλο που δεν τα μνημονεύει ειδικώς και δεν τα αξιολογεί χωριστά, έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε και τα εξειδικευόμενα στο αναιρετήριο δύο επιμέρους έγγραφα,τα οποία επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι αναιρεσείοντες.
Συνεπώς, ο έκτος λόγος αναιρέσεως που υποστηρίζει τα αντίθετα είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος.
VI. Στην περίπτωση που το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης στηρίζεται αυτοτελώς σε περισσότερες επάλληλες αιτιολογίες, με την αναίρεση δε, πλήσσονται μεν όλες, πλην όμως η προσβολή μιας απ' αυτές δεν τελεσφορεί, οι λόγοι αναιρέσεως που προσβάλλουν τις λοιπές είναι απορριπτέοι ως αλυσιτελείς (ΟλΑΠ 25/2003).
Εν προκειμένω, με την προσβαλλόμενη απόφαση, όπως από το περιεχόμενό της προκύπτει, απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η ένδικη αρνητική αγωγή των αναιρεσειόντων με την αιτιολογία ότι η επικαλούμενη με την αγωγή προσβολή της κυριότητας αυτών επί του επίδικου ακινήτου, που έλαβε χώρα με την χρήση διόδου δια μέσου αυτού υπό την εναγομένων, έγινε δυνάμει δικαιώματος, ήτοι δυνάμει πραγματικής δουλείας διόδου συσταθείσας με παράγωγο, δυνάμει του ...... συμβολαίου του συμβολαιογράφου Χίου Στάμου Σαρίκα, που μεταγράφηκε νόμιμα, αλλά και με πρωτότυπο τρόπο, με έκτακτη χρησικτησία. Με τους δεύτερο και πέμπτο, κατά το δεύτερο μέρος αυτού, λόγους αναίρεσης προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες από τους αριθ.1 εδ.α' και 8 περ.β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που συνίστανται, αντίστοιχα, στο ότι αυτή (απόφαση) α) δέχθηκε, κατά παραβίαση των διατάξεων των άρθρων 1118, 1121, 1033, 1192, 1198 και 1199 του ΑΚ, ότι συνεστήθη δικαίωμα δουλείας διόδου σε βάρος του επίδικου ακινήτου με το προαναφερόμενο συμβόλαιο, το οποίο όμως ουδέποτε μεταγράφηκε, ο δε συμβαλλόμενος ως πωλητής στο συμβόλαιο αυτό δεν ήταν κύριος του δουλεύοντος ακινήτου, και β) δεν έλαβε υπόψη τον νομίμως προταθέντα ισχυρισμό των αναιρεσειόντων ότι η δικαιοπάροχος των εναγομένων μητέρα τους τον Σεπτέμβριο του 1936 ήταν κυρία αμφοτέρων των ακινήτων, ήτοι τόσον του δεσπόζοντος όσον και του δουλεύοντος, και συνεπεία τούτου δεν ήταν δυνατή η με το προαναφερόμενο συμβόλαιο σύσταση δουλείας διόδου. Οι ως άνω λόγοι της αναιρέσεως είναι απορριπτέοι ως αλυσιτελείς, εφόσον, κατά τα προεκτεθέντα, δεν τελεσφόρησε η προσβολή με τους λοιπούς λόγους αυτής, της κατά τα ανωτέρω επάλληλης αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης ως προς την με χρησικτησία σύσταση του δικαιώματος της επίδικης δουλείας διόδου, που στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 17-7-2006 αίτηση αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 76/2006 αποφάσεως του Εφετείου Αιγαίου.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Δεκεμβρίου 2007.
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο στις 9 Ιανουαρίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ