Supreme Court dismisses appeal against land title decision due to insufficient evidence of public domain status.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the Greek State's appeal against a lower court's ruling on land title disputes. The State argued that expert reports failed to technically analyze property boundaries and lacked proper coordinate systems, yet the Court held that flaws in expert reports do not constitute grounds for appeal under Article 559 of the Code of Civil Procedure. Consequently, the appeal was rejected, and the State was ordered to pay the heirs' legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 552, 553, 556, 558, 564, 566§1, 577§1, 176, 183, 191 of the Code of Civil Procedure; Flaws in judicial expert reports do not constitute grounds for appeal unless they affect the decision's validity as a means of proof.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 439 / 2024 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 439/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρουλιώ Δαβίου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτης (κωλυομένης της Αντιπροέδρου Μαρίας Μουλιανιτάκη), Μαρία Κουφούδη, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αθανάσιο Θεοφάνη, Αγαθή Δερέ - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 3 Μαΐου 2023, με την παρουσία και του γραμματέως Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος : Ελληνικού Δημοσίου νομίμως εκπροσωπούμενο από τον Υπουργό Οικονομικών που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Σταυρούλα Θεοδωρακοπούλου, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) …. και 6)…, ως κληρονόμων του αρχικού ενάγοντος, και ήδη αποβιώσαντος, Δ. Γ. του Π., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Ζέμπερη, και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-02-1989 αγωγή του αρχικού διαδίκου και ήδη αποβιώσαντος Δ. Γ. του Π., που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αμαλιάδας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 54/1991 μη οριστική 116/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1101/2005 μη οριστική και 43/2017 του Τριμελούς Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 22-09-2017 αίτησή του, η οποία αρχικά προσδιορίστηκε για συζήτηση στη δικάσιμο της 27-01-2021 και κατόπιν αναβολής στη δικάσιμο της 26-05-2021, οπότε η υπόθεση συζητήθηκε πλην όμως κατέστη αδύνατη η έκδοση απόφασης, λόγω παραίτησης της τότε Προεδρεύουσας Αρεοπαγίτη, και ήδη εισάγεται προς συζήτηση κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας συζήτηση, με τη με αριθμ. 243/01-07-2022 πράξη του Προέδρου του Γ' Πολιτικού Τμήματος.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Νόμιμα, με τη με αριθμ. 243/01-07-2022 πράξη του Προέδρου του Γ' Πολιτικού Τμήματος, εισάγεται προς συζήτηση, κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, η κρινόμενη, από 22-09-2017, αίτηση αναίρεσης, μετά τη συζήτηση της οποίας, κατά τη δικάσιμο της 26-05-2021, κατέστη αδύνατη η έκδοση απόφασης επ' αυτής, εξαιτίας της μεταγενέστερης παραίτησης από την υπηρεσία της Προεδρεύουσας Αρεοπαγίτη Αναστασίας Περιστεράκη. Η παραπάνω αίτηση αναίρεσης, που στρέφεται κατά της 43/2017 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πατρών, με την οποία απορρίφθηκε η, από 03-01-2005, έφεση του αναιρεσείοντος, κατά της εκκαλούμενης, με αριθμ. 116/2004, απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αμαλιάδας, με την οποία είχε γίνει δεκτή η, από 28-02-1989, αγωγή του δικαιοπαρόχου των αναιρεσιβλήτων, ασκήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, και, συνεπώς, είναι παραδεκτή (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566§1, 577§1 ΚΠολΔ και πρέπει να ερευνηθεί, περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
ΙΙ. [1] Κατά τις διατάξεις των άρθρων 1045 και 1051 ΑΚ εκείνος που έχει στη νομή του για μία εικοσαετία πράγμα κινητό ή ακίνητο, γίνεται κύριος αυτού (έκτακτη χρησικτησία), και εκείνος που απέκτησε τη νομή του πράγματος με καθολική ή ειδική διαδοχή μπορεί να συνυπολογίσει το δικό του χρόνο χρησικτησίας στο χρόνο χρησικτησίας του δικαιοπαρόχου του.
Σύμφωνα με τις έχουσες εφαρμογή, κατ' άρθρο 51 ΕισΝΑΚ, για τον προ της έναρξης ισχύος του ΑΚ χρόνο, διατάξεις του ν. 8 παρ. 1 Κωδ. (7.39), ν 9 παρ. 1 Πανδ. (50, 14), ν. 2 παρ. 20 Πανδ. (41.4), ν.6 Πανδ. (44.3), ν.76 παρ. 1 Πανδ. (18.1), ν.7 παρ. 3 Πανδ. (23.3) του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου περί κτήσης κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία, ήταν επιτρεπτή η κτήση κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία σε ακίνητα που ανήκαν στο Δημόσιο.
Προϋπόθεση της χρησικτησίας, σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές, ήταν η άσκηση νομής, πάνω στο ακίνητο και χωρίς νόμιμο τίτλο, με διάνοια κυρίου και με καλή πίστη, ήτοι με την ειλικρινή πεποίθηση ότι με την κτήση της νομής του πράγματος δεν προσβάλλεται κατ' ουσίαν το δικαίωμα κυριότητας τρίτων, επί τριακονταετία μέχρι 11 Σεπτεμβρίου 1915, με τη δυνατότητα του χρησιδεσπόζοντος να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και εκείνον του δικαιοπαρόχου του, εφόσον είχε γίνει με νόμιμο τρόπο καθολικός ή ειδικός διάδοχος αυτού, και μάλιστα και για τη μεταβίβαση της νομής του επιδίκου, χρειαζόταν δικαιοπραξία υποβαλλόμενη στον τύπο του συμβολαιογραφικού εγγράφου, σύμφωνα με το ν.
της 26/10-6/11-1856 "περί μεταγραφής κλπ." (ΑΠ 1296/2020, ΑΠ 130/2017). Τη συνδρομή της καλής πίστης, ενόψει της φύσης της ως ενδιάθετης κατάστασης, συνάγει ο δικαστής της ουσίας συμπερασματικά από τα περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα (ΑΠ 166/2023, ΑΠ 946/2021, ΑΠ 69/2018). Με τις διατάξεις του βρδ τα δημόσια κτήματα είχαν εξαιρεθεί από την τακτική χρησικτησία (βλ.
και τις διατάξεις των ν. 18, 24 παρ. 1 (41.3), παρ. 9 Εισ (2-9) ν.2 Κωδ. (7.30), Βασ. 50.10). Οι διατάξεις αυτές δεν καταργήθηκαν από τις διατάξεις των άρθρων 18 και 21 του ν. της 21-6/3-7-1837, "περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων". Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προς εκείνες του ν. ΔΞΗ/1912 και των διαταγμάτων "περί δικαιοστασίου" που εκδόθηκαν σε εκτέλεσή του, και ακόμη του άρθρου 21 του ν.δ.
της 22-4/18-5-1926,"περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης" που επαναλήφθηκε στο άρθρο 4 του α.. 1539/1938 "Περί προστασίας των δημοσίων κτημάτων", με τις οποίες απαγορεύθηκε κάθε παραγραφή των δικαιωμάτων του Δημοσίου επί των κτημάτων αυτού από τις 26.5.1926 και εφεξής, συνάγεται ότι προκειμένου περί δημοσίων κτημάτων, είναι δυνατή η απόκτηση κυριότητας από ιδιώτες, με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, εφόσον η τριακονταετής νομή αυτών με διάνοια κυρίου και καλή πίστη, είχε συμπληρωθεί μέχρι τις 11-09-1915 (ΑΠ 246/2023, ΑΠ 166/2023, ΑΠ 1706/2018). [2] Από τις ρυθμίσεις που περιέχονται στις διατάξεις του πρωτοκόλλου του Λονδίνου της 21-1/ 3.2.1830 "περί ανεξαρτησίας της Ελλάδος", και στα ερμηνευτικά του εν λόγω πρωτοκόλλου κείμενα των τριών προστάτιδων δυνάμεων της 4/16.6.1830 και της 19.6/1.7.1830, καθώς και της από 27-6/9.7.1832 συνθήκης της Κωνσταντινούπολης το Ελληνικό Δημόσιο υπεισήλθε ως διάδοχος στα δικαιώματα του Οθωμανικού Δημοσίου επί της γης.
Έτσι, περιήλθαν στο Ελληνικό Δημόσιο τα κτήματα των οθωμανών, τα οποία είχε καταλάβει κατά τη διάρκεια του απελευθερωτικού αγώνα (έως τις 3.2.1830) και είχε δημεύσει κατά τη διάρκεια του πολέμου, καθώς και εκείνα, τα οποία κατά το χρόνο της υπογραφής των πρωτοκόλλων είχαν εγκαταλειφθεί από τους άλλοτε κυρίους τους Οθωμανούς, οι οποίοι απεχώρησαν και δεν εξουσιάζονταν πλέον από αυτούς, χωρίς παράλληλα να έχουν καταληφθεί από τρίτους μέχρι την έναρξη της ισχύος του νόμου της 21-6/3.7.1837 "περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων" περιερχόμενα κατά το άρθρο 16 αυτού στην κυριότητα του Δημοσίου ως αδέσποτα.
Με τις ρυθμίσεις αυτές το Ελληνικό Δημόσιο δεν κλήθηκε ως καθολικός διάδοχος των οθωμανών, αλλά διαδέχθηκε το Τουρκικό Δημόσιο in globo με τη γενόμενη δήμευση "δικαιώματι πολέμου", ως ειδικού τίτλου, στο δικαίωμα κυριότητας των κτημάτων, τα οποία κατέχονταν μόνο από τους οθωμανούς κατά την έναρξη της Ελληνική Επανάστασης και, ή κατέλαβε διαρκούντος του πολέμου ή ως εγκαταλελειμμένα από τους πρώην κυρίους τους, δεν κατέχονταν πλέον από αυτούς.
Όμως οι διατάξεις των ως άνω πρωτοκόλλων της 3-22/1.2.1830 "περί ανεξαρτησίας της Ελλάδος", τα ερμηνευτικά του εν λόγω πρωτοκόλλου κείμενα των τριών προστάτιδων δυνάμεων από 4/16.6.1830 και 1/7 (19-8) 1830, της από 9.7.1832 συνθήκης της Κωνσταντινούπολης, δια των οποίων περιήλθαν στο Ελληνικό Δημόσιο, δικαιώματι πολέμου, οι αναφερόμενες σε αυτά γαίες, δεν έθιξαν τα εμπράγματα δικαιώματα των ιδιωτών, τα οποία είχαν αποκτηθεί επί των ακινήτων καθαρής ιδιοκτησίας ("μούλκια") και τα δικαιώματα εξουσίασης ("τεσσαρούφ") τα οποία είχαν αποκτηθεί επί των δημοσίων γαιών σύμφωνα με το Οθωμανικό δίκαιο.
Εξαιτίας της προαναφερθείσας γενικής διαδοχής του Ελληνικού Δημοσίου στα δικαιώματα επί των δημοσίων γαιών, αλλά και της απόκτησης κυριότητας επί των γαιών καθαρής ιδιοκτησίας "δικαιώματι πολέμου", θεσπίσθηκε μαχητό τεκμήριο κυριότητας υπέρ αυτού, σύμφωνα με το οποίο το Ελληνικό Δημόσιο τεκμαίρεται ότι έχει αποκτήσει δικαίωμα κυριότητας επί των ανωτέρω κτημάτων με πρωτότυπο τρόπο, αρκεί να επικαλεσθεί και να αποδείξει επί μεν των δημοσίων γαιών της Ηπειρωτικής Ελλάδας και της Πελοποννήσου ότι αυτές περιήλθαν στην κυριότητά του ως διαδόχου του Οθωμανικού Δημοσίου, επί δε των γαιών καθαρής ιδιοκτησίας ότι τις απέκτησε λόγω κατάληψης ή της δήμευσής τους.
Ο τρόπος, όμως, αυτός της απόκτησης κυριότητας, θα πρέπει να στηρίζεται στη θετική επίκληση και απόδειξη από το Δημόσιο των γεγονότων που τη θεμελιώνουν και όχι στην αρνητική επίκληση της όποιας έλλειψης παρουσιάζουν οι τίτλοι που επικαλείται ο ιδιώτης για τη θεμελίωση της δικής του κυριότητας, διότι από την ύπαρξη μιας τέτοιας έλλειψης δεν τεκμαίρεται η ύπαρξη κυριότητας του Δημοσίου (ΑΠ 166/2023, ΑΠ 703/2021, ΑΠ 1541/2021). [3] Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση.
Έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της απόφασης, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και, έτσι, δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόστηκε (ΟλΑΠ 6/2006, ΟλΑΠ 26/2004).
Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 8/2018, ΑΠ 428/2023).
Για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η έλλειψη νόμιμης βάσης (άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ) πρέπει, πλην άλλων, να αναφέρονται οι φερόμενοι ως παραβιασθέντες κανόνες ουσιαστικού δικαίου, προκειμένου να ελεγχθεί αναιρετικώς εάν παραβιάσθηκαν οι κανόνες αυτοί ή εάν υπάρχει σχετικά με την εφαρμογή τους έλλειψη αιτιολογιών ή αντίφαση ή ανεπάρκεια αυτών (ΑΠ 1147/2013, ΑΠ 1109/2022, ΑΠ 357/2018) καθώς και τα στοιχεία από τα οποία προκύπτει ότι ο ισχυρισμός αυτός προτάθηκε παραδεκτά στο δικαστήριο ουσίας (ΑΠ 1447/2021, ΑΠ 430/2021).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τους από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρώτο και δεύτερο λόγο αναίρεσης, κατά τα οικείο σκέλος αυτών, το αναιρεσείον μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση, για στέρηση νόμιμης βάσης, ως προς το ουσιώδες ζήτημα της θέσης και ταυτότητας επίδικου τμήματος των 3.500 τ.μ., Ειδικότερα αιτιάται το αναιρεσείον ότι δεν διαλαμβάνεται στην προσβαλλόμενη απόφαση με επάρκεια αιτιολογία ως προ την τοποθέτηση του επιδίκου τμήματος, το οποίο κατά τις παραδοχές, μαζί με το υπόλοιπο τμήμα μεταξύ του δημοτικού CAMPING (νότια) και του δημόσιου κτήματος ΒΚ5 του αναιρεσείοντος, το οποίο άρχεται σε αρκετή απόσταση βόρεια από τη βορειοδυτική γωνία του επιδίκου, και εκτείνεται βορείως σε απόσταση 2.300 μέτρων, όσο και με τα λοιπά όρια του επιδίκου τμήματος, που κατά τις παραδοχές βόρεια συνορεύει με αγροτική οδό και χάνδακα και πέραν αυτού με ιδιοκτησία Α.
Π. και νότια αυτού συνορεύει με αγρούς ιδιοκτησίας Γ. Π., στην αλληλουχία των τίτλων κυριότητας (με παράγωγο και πρωτότυπο τρόπο) μέχρι τριάντα έτη πριν την 11-09-1915 και, στη συνέχεια, μέχρι την άσκηση της αγωγής, ενόψει ότι του ισχυρισμού του αναιρεσείοντος, που πρότεινε, με τις προτάσεις του, στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, και ότι το επίδικο ενέπιπτε μέσα στο δημόσιο κτήμα ΑΒΚ5 Αμαλιάδας, το οποίο νότια άρχεται από την Κουρούτα (σήμερα στη θέση πάρκιγκ στην Καρούτα), συμπεριλαμβάνει και το δημοτικό κάμπιγκ Αμαλιάδας και εκτείνεται βόρεια μέχρι το χείμαρρο Γκουρλέσσα, όπου και πέραν αυτού συνεχίζεται και βόρεια αυτού με την ονομασία ΑΒΚ 10.
O λόγος αυτός αναίρεσης είναι απαράδεκτος, λόγω αοριστίας. Και τούτο διότι δεν αναφέρεται ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου, σε σχέση, με την εφαρμογή των οποίων υπάρχει η έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης καθώς και ότι επανέφερε τον ισχυρισμό αυτό, ως εκκαλών, με την έφεσή του. [4] Με τη διάταξη του αρ. 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, που στόχο έχει τη διασφάλιση του συζητητικού συστήματος (άρθρ. 106 ΚΠολΔ), αλλά και την αρχή της ακρόασης των διαδίκων (άρθρο 110 παρ. 2 ΚΠολΔ), ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδρασή στην έκβαση της δίκης.
Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται, με την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους, οι πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης (ΟλΑΠ 25/2003, ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 248/2023).
Δεν ιδρύεται ο παραπάνω λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο που δίκασε, έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 34/2023, ΑΠ 1092/2021), ή όταν αντιμετώπισε και απέρριψε στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντιθέτων προς αυτά που τον συγκροτούν (ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 171/2023, ΑΠ 2068/2022).
Για να είναι ορισμένος ο λόγος, πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, πλην άλλων, ο ισχυρισμός, όπως προτάθηκε ή επαναφέρθηκε στη Εφετείο και όλα τα στοιχεία , από τα οποία προκύπτει ότι ο ισχυρισμός προτάθηκε παραδεκτά στο Δικαστήριο, που εξέδωσε την αναιρεσιβαλλόμενη (ΟλΑΠ 14/2004, ΑΠ 106/2023, ΑΠ 1062/2022). Στην προκείμενη περίπτωση, ο, από τον αρ. 8β του άρθρου 559 ΚΠολΔ, δεύτερος λόγος αναίρεσης, κατά το οικείο σκέλος, με τον οποίο το αναιρεσείον μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση, επικαλούμενο ότι δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό αυτού, τον οποίο πρόβαλλε ως εναγόμενο, με τις προτάσεις του στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που θεμελιώνει την ένσταση περί ιδίας κυριότητας αυτού, ως ανήκον στο ΑΒΚ 5 δημόσιο κτήμα, το οποίο νότια άρχεται, από την Καρούτα (σήμερα στη θέση του παρκιγκ στην Καρούτα), συμπεριλαμβάνει και το δημοτικό κάμπιγκ Αμαλιάδας, και εκτείνεται βόρεια μέχρι και το χείμαρρο Γκουρλέσσα, όπου και το δημόσιο κτήμα συνεχίζεται και βόρεια αυτού, με την ονομασία, πλέον ΑΒΚ 10, τον οποίο αν λάμβανε υπόψη δεν θα κατέληγε στο πόρισμα ότι το επίδικο τμήμα δεν περιλαμβάνεται στους τίτλους του απώτατου και απώτερων δικαιοπαρόχων του δικαιοπαρόχου των αναιρεσιβλήτων, και του δικαιοπαρόχου των αναιρεσιβλήτων, είναι απαράδεκτος, λόγω αοριστίας, διότι δεν αναφέρεται αν τον προβληθέντα στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο επανέφερε με την έφεσή του το εκκαλούν στο εφετείο, ώστε να μπορεί να κριθεί από το αναιρετήριο αν επανέφερε τον ισχυρισμό του παραδεκτά και νόμιμα. [5] Κατά το άρθρο 559 αρ. 10 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο, δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση ως αληθινά, χωρίς απόδειξη.
Ο παραπάνω λόγος ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δέχεται πράγματα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά, ή όταν δεν εκθέτει, έστω και γενικά, από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη γι` αυτά, χωρίς, όμως, να απαιτείται η επί μέρους αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων ή η εξειδίκευση των εγγράφων, ούτε η ιδιαίτερη αναφορά των εγγράφων που λήφθηκαν υπόψη για άμεση ή έμμεση απόδειξη, προκειμένου το δικαστήριο της ουσίας να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα (ΑΠ 15/2021, ΑΠ 15/2020, ΑΠ 667/2018).
Ο όρος "πράγματα" στη διάταξη αυτή είναι ταυτόσημος με τον αντίστοιχο όρο του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 1324/2022, ΑΠ 49/2020). Δεν αποτελούν πράγματα τα επικαλούμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και, πολύ περισσότερο, η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων (ΑΠ 29/2022, ΑΠ 883/2021, ΑΠ 514/2021), αλλά ούτε και τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα που διατυπώνονται κατά την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 160/2023, ΑΠ 1400/2022).
Για να είναι ορισμένος και παραδεκτός ο σχετικός λόγος αναίρεσης, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο με πληρότητα και σαφήνεια, ποια πράγματα δέχθηκε το δικαστήριο ως αληθινά, καθώς και ότι τα δέχθηκε, χωρίς να αναφέρει στην απόφασή του αποδεικτικά μέσα, από τα οποία συνήγαγε την απόδειξή τους, καθώς και ποια ήταν η επίδρασή τους στο διατακτικό της απόφασης (ΑΠ 47/2023, ΑΠ 1342/2022, ΑΠ 1144/2021). [6] Από τις διατάξεις των άρθρων 379 και 380 ΚΠολΔ, που ορίζουν ότι το δικαστήριο που δικάζει την υπόθεση δίδει στους πραγματογνώμονες τις αναγκαίες οδηγίες για τον τρόπο με τον οποίο θα εκτελέσουν τα καθήκοντά τους και ότι οι πραγματογνώμονες μπορούν να λάβουν γνώση των στοιχείων της δικογραφίας που τους είναι χρήσιμα, δεν προκύπτει ότι, σε περίπτωση που είτε δεν ακολούθησαν αυτοί τις οδηγίες, είτε δεν έλαβαν υπόψη τα στοιχεία της δικογραφίας και παρά ταύτα συνέταξαν την έκθεσή τους δημιουργείται ακυρότητα ακόμη και αν υπάρχει βλάβη του διαδίκου.
Διότι, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 387 και 388 ΚΠολΔ το δικαστήριο, από τη μία πλευρά εκτιμά ελεύθερα τη γνωμοδότηση των πραγματογνωμόνων και επομένως έχει εξουσία να μην της προσδώσει βαρύτητα, αν δεν ακολουθήθηκαν οι οδηγίες που δόθηκαν στους πραγματογνώμονες ή οι διευκρινίσεις των διαδίκων, και από την άλλη πλευρά έχει το δικαίωμα, αν το κρίνει σκόπιμο, να διατάξει, είτε με αίτηση των διαδίκων, είτε και αυτεπαγγέλτως νέα πραγματογνωμοσύνη ή επανάληψη ή συμπλήρωσή της από τους ίδιους ή άλλους πραγματογνώμονες (ΑΠ 1953/2022, ΑΠ 535/2016, ΑΠ 297/2011) και η σχετική ως προς την εκτίμηση της πραγματογνωμοσύνης κρίση του δικαστηρίου δεν είναι ανάγκη να αιτιολογείται και είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, σύμφωνα με τη διάταξη 561 παρ.1 ΚΠολΔ, ως αναγόμενη στην εκτίμηση, στάθμιση και αξιολόγηση των αποδείξεων (ΑΠ 1953/2022, ΑΠ 535/2016, ΑΠ 87/2013).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον αρ. 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρώτο λόγο αναίρεσης, κατά το οικείο σκέλος αυτού, το αναιρεσείον πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση, επικαλούμενο ότι χωρίς απόδειξη η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ότι το επίδικο τμήμα βρίσκεται εκτός δημόσιου κτήματος ΑΒΚ5 με νότιο όριο το δημοτικό κάμπιγκ Αμαλιάδας, το οποίο εμπίπτει στο παραπάνω δημόσιο κτήμα, ειδικότερα το αναιρεσείον επικαλείται, ότι οι διενεργηθείσες με αριθμ. 1/2014 και η από 20-04-2024 εκθέσεις δικαστικής πραγματογνωμοσύνης του Μ.
Μ., και Π. Χ., αντίστοιχα, ήταν ελλιπείς, και αναιτιολόγητες, η πρώτη διότι ενώ έλαβε διάφορα συμβόλαια και πράξεις εντούτοις δεν ανέλυσε, από τεχνική άποψη, ούτε τα όρια, ούτε το εμβαδό, ούτε τη θέση και την προέλευση του εκάστοτε μεταβιβαζόμενου γεωτεμαχίου, και δεν προσκομίστηκε κάποιο τοπογραφικό διάγραμμα που να συνοδεύει την πραγματογνωμοσύνη και στο οποίο να φαίνονται οι εφαρμογές των επιμέρους αυτών συμβολαίων, και η αλληλουχία αυτών, ώστε να μπορεί να συναχθεί με ασφάλεια ότι το επίδικο ακίνητο εμπίπτει στους επικαλούμενους από τον δικαιοπάροχο των αναιρεσιβλήτων τίτλων, και επί πλέον το τοπογραφικό διάγραμμα δεν είναι σε κρατικό σύστημα συντεταγμένων ώστε να γίνει εφαρμογή του επιδίκου, για να διαπιστωθεί αν εμπίπτει και εντός καθορισμένου αιγιαλού ή παραλίας, καθώς παρότι αμφότερες δεν αντιμετώπισαν τα ταχθέντα με τις αντίστοιχες δικαστικές αποφάσεις ζητήματα.
Επίσης κατά τις αιτιάσεις του αναιρεσείοντος το Εφετείο δέχθηκε τις ανωτέρω εκθέσεις ως αρκούντως αιτιολογημένες και στήριξε προεχόντως σ' αυτές την κρίση του ότι το επίδικο τμήμα περιλαμβάνεται στους τίτλους ειδικής διαδοχής στη νομή των απώτατων δικαιοπαρόχων του δικαιοπαρόχου των αναιρεσιβλήτων, ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος.
Και, τούτο, διότι οι πλημμέλειες, το περιεχόμενο και οι ατέλειες της δικαστικής πραγματογνωμοσύνης, που αποτελεί αποδεικτικό μέσο, δεν συνιστούν πράγμα με την έννοια του άρ. 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, και, συνεπώς, δεν ιδρύεται ο παραπάνω επικαλούμενος λόγος αναίρεσης, ανεξαρτήτως της αοριστίας του διότι στο αναιρετήριο δεν αναφέρεται ότι η προσβαλλόμενη δέχθηκε ότι το επίδικο συμπεριλαμβάνεται στους τίτλους κυριότητας του δικαιοπαρόχου των αναιρεσιβλήτων και των απώτερων και απώτατων αυτού, χωρίς να αναφέρει στην απόφασή του αποδεικτικά μέσα, από τα οποία συνήγαγε την απόδειξή τους.
ΙΙΙ. Κατόπιν αυτών, και επειδή δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης. Τέλος, τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις, κατά παραδοχήν του αιτήματος αυτών, πρέπει να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα, λόγω της ήττας του (άρθρ. 176, 183, 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ), μειωμένα κατ' άρθρο 22 παρ. 1 του ν. 3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αρ. 18 ΕισΝΚΠολΔ, άρθρο 5 παρ. 12 του Ν.1738/1987 και 2 της ΥΑ 134423/1992 (Οικονομικών και Δικαιοσύνης), όπως ορίζεται, ειδικότερα, στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 22-09-2017 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της με αριθμ. 43/2017 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πατρών.
Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300,00) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 24 Ιανουαρίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 20 Μαρτίου 2024.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ