Legislator Case Law & Legislation
439/2023 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on common sense violation, allowing appeal only for erroneous reasoning.

Case Number 439/2023
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court partially allowed the appeal against a labor dispute judgment regarding overtime pay. The appellant argued the lower court violated common sense by assuming specific facts about restaurant operations and employee fears during the economic crisis. The court rejected this as an appealable error because the alleged issues concerned the court's unfettered evaluation of evidence and factual circumstances rather than a violation of legal principles or common sense.

Legislator headnote

AI generated

Articles 336, 339, 559, 561 of the Code of Civil Procedure: An appeal based on the violation of common sense is inadmissible if the alleged error concerns the court's evaluation of evidence or factual circumstances rather than the application of a specific legal rule.

Keywords

AI generated
violation of common sense evaluation of evidence labor dispute overtime pay Code of Civil Procedure factual circumstances unfettered discretion

Cited Legislation

AI generated
Articles 336, 339, 559, 561 of the Code of Civil Procedure
Articles 179, 183, 191 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
O.A. 2/2008
O.A. 8/2005
O.A. 115/2010
O.A. 79/2018
O.A. 1333/2018
O.A. 1512/2014
O.A. 87/2013
O.A. 208/2011
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 439 / 2023 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 439/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Μαντούβαλο, Μαρία Σιμιτσή - Βετούλα, Αριστείδη Βαγγελάτο και Ελένη Χροναίου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 8 Φεβρουαρίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ε. Μ. του Π., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Λυκοκάπη, ο oποίος κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Γ. Κ. του Δ., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Δήμητρα Αναστασά, η oποία κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26-6-2017 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:1896/2019 του ίδιου Δικαστηρίου και 873/2021 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 7-5-2021 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 07-05-2021 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης στη Γραμματεία του εκδόσαντος την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση Δικαστηρίου 2974/397/11-05-2021 και του παρόντος Δικαστηρίου 861/2021 αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η εκδοθείσα, κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων και κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών - εργατικών διαφορών (άρθρα 591 παρ. 1, 614 αρ. 3 και 624 του ΚΠολΔ), με αριθμό 873/2021 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, το οποίο συνεκδίκασε:

α) την από 10-02-2020 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 15416/1048/19-02-2020 έφεση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος και β) την αντίθετη από 11-06-2020 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 37402/2624/23-06-2020 έφεση του εναγομένου και ήδη αναιρεσίβλητου. Με την προσβαλλόμενη απόφαση του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η από 10-02-2020 έφεση, ενώ έγινε τυπικά δεκτή και κατ' ουσίαν η από 11-06-2020 έφεση, κατά της με αριθμό 1896/2019 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το οποίο είχε δεχθεί εν μέρει, ως βάσιμη κατ' ουσίαν, την από 26-06-2017 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 551991/1564/28-06-2017 αγωγή του αναιρεσείοντος (εργαζομένου) κατά του αναιρεσιβλήτου (εργοδότη), που στηριζόταν σε σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου.

Στη συνέχεια, δε, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, εξαφάνισε στο σύνολό της την ως άνω εκκληθείσα οριστική απόφαση του πρωτοδίκως δικάσαντος δικαστηρίου και, αφού κράτησε την υπόθεση, δέχθηκε εν μέρει την ένδικη αγωγή, ως βάσιμη κατ' ουσίαν και αναγνώρισε ότι ο εναγόμενος υποχρεούται να καταβάλει στον ενάγοντα για υπερωριακή απασχόληση, αποδοχές και επιδόματα αδείας το συνολικό ποσό των χιλίων εξήντα εννέα ευρώ και σαράντα τριών λεπτών (1.069,43) και υποχρέωσε αυτόν να καταβάλει στον ενάγοντα για προσαύξηση Κυριακών, το ποσό των τετρακοσίων σαράντα οκτώ ευρώ και ογδόντα τεσσάρων λεπτών (448,84) και τα παραπάνω χρηματικά ποσά με το νόμιμο τόκο από τότε που κάθε επιμέρους κονδύλιο κατέστη απαιτητό κατά τις διακρίσεις, που ειδικότερα διαλαμβάνονται στο διατακτικό της απόφασης αυτής.

Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, εντός της κατά νόμο διετούς καταχρηστικής προθεσμίας, ως εκ του χρόνου δημοσίευσης της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, καθόσον κατατέθηκε στη Γραμματεία του εκδόσαντος την απόφαση Δικαστηρίου στις 11-05-2021 και δεν προκύπτει η με επιμέλεια οποιουδήποτε διαδίκου, επίδοση της απόφασης αυτής, η οποία δημοσιεύθηκε στις 15-02-2021, ούτε άλλωστε οι διάδικοι επικαλούνται επίδοση αυτής (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3 - όπως η παρ. 3 αντικαταστάθηκε από το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν. 4335/2015, ΦΕΚ Α' 87/23-07-2015, με έναρξη ισχύος από 01-01-2016, άρθρο 1 άρθρο ένατο του Ν. 4335/2015 - 566 παρ. 1 και 144 του ΚΠολΔ).

Είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί, περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και την βασιμότητα των διαλαμβανομένων σε αυτή λόγων αναίρεσης (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ).

Με τη διάταξη του άρθρου 14 παρ. 1 εδ. α', 6 και 10 εδ. β' της με αριθμό Α1β/8557/1983 κανονιστικής απόφασης του Υπουργού Υγείας και Πρόνοιας (ΦΕΚ Β' 526) "Υγειονομικός έλεγχος, γενικοί όροι ιδρύσεως και λειτουργίας των καταστημάτων και εργαστηρίων τροφίμων ή/και ποτών και ειδικοί όροι ιδρύσεως και λειτουργίας των καταστημάτων και εργαστηρίων τροφίμων ή/και ποτών", η οποία εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του Α.Ν. 2520/1940, όπως αντικαταστάθηκε με τη με αριθμό 8405/29.10.1992 απόφαση του Υπουργού Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων (ΦΕΚ 665 Β'/11.11.1992) ορίσθηκε ότι: "Όσοι ασκούν ή επιθυμούν ν' ασκήσουν το επάγγελμα του χειριστή τροφίμων ή ποτών, είτε ως ειδικοί επαγγελματίες, είτε ως υπάλληλοι ή εργάτες ή απασχολούμενοι με οποιαδήποτε σχέση σε ξενοδοχεία, δημόσια λουτρά, καθαριστήρια, κομμωτήρια, κουρεία, εστιατόρια, ζαχαροπλαστεία, καφενεία ή άλλες επιχειρήσεις υγειονομικού ενδιαφέροντος, παρέχοντας τις υπηρεσίες τους στο κοινό, πρέπει να είναι εφοδιασμένοι με βιβλιάριο υγείας, στο οποίο θα βεβαιώνεται ότι ο κάτοχός του πέρασε από ιατρική εξέταση και δεν βρέθηκε να πάσχει από μεταδοτικό ή άλλο νόσημα μη συμβατό με την απασχόλησή του" (παρ. 1 εδ.

α'). "Το βιβλιάριο υγείας θεωρείται αφού συμπληρωθούν πέντε έτη από την ημερομηνία εκδόσεώς του ή της τελευταίας θεωρήσεώς του" (παρ. 6) και ότι: "Οι νομείς καταστημάτων, εργαστηρίων και εργοστασίων υγειονομικού ενδιαφέροντος ή οι νόμιμοι εκπρόσωποι τούτων οφείλουν να μην προσλαμβάνουν ή απασχολούν στην επιχείρησή τους άτομα, τα οποία δεν κατέχουν βιβλιάριο υγείας ή δεν έχουν θεωρήσει αυτό, σύμφωνα με την παρ. 6 του παρόντος άρθρου" (παρ. 10 εδ.

β'). Η ως άνω με αριθμό 8405/29.10.1992 απόφαση του Υπουργού Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, αντικαταστάθηκε στη συνέχεια με το άρθρο 1 της με αριθμό Υ1γ/ΓΠ/οικ 35797/4.4.2012 απόφασης του Υπουργού Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης (ΦΕΚ Β' 1199/11.04.2012) "Πιστοποιητικό υγείας εργαζομένων σε επιχειρήσεις υγειονομικού ενδιαφέροντος", που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση επίσης του Α.Ν. 2520/1940, με το οποίο (άρθρο 1) ορίσθηκε στα εδάφια α', β' και ε' αυτού ότι: "Όσοι απασχολούνται ή επιθυμούν να απασχοληθούν σε επιχειρήσεις υγειονομικού ενδιαφέροντος ή/και έχουν άμεση ή έμμεση επαφή με τα τρόφιμα πρέπει να είναι εφοδιασμένοι με πιστοποιητικό υγείας.

Στο πιστοποιητικό υγείας θα βεβαιώνεται ότι ο κάτοχός του υποβλήθηκε σε ιατρικές εξετάσεις και δεν βρέθηκε να πάσχει από μεταδοτικό ή άλλο νόσημα μη συμβατό με την απασχόλησή του [...] Το πιστοποιητικό υγείας ισχύει για πέντε χρόνια από την έκδοσή του και ανανεώνεται μετά τη λήξη του, επαναλαμβάνοντας όλες τις εξετάσεις (Ιατρική κλινική εξέταση, κ.λ.π.) [...]", ενώ με το άρθρο 2 αυτής ορίσθηκε ότι τα ατομικά βιβλιάρια υγείας, τα οποία έχουν ήδη εκδοθεί, ισχύουν έως την ημερομηνία λήξης τους.

Από τις προαναφερθείσες διατάξεις συνάγεται ότι, με βιβλιάρια υγείας (ήδη πιστοποιητικά υγείας) πρέπει να εφοδιάζονται όχι όλοι όσοι ασκούν εργασία χειριστή τροφίμων ή ποτών ή απασχολούνται σε επιχείρηση υγειονομικού ενδιαφέροντος, αλλά εκείνοι από αυτούς που ασχολούνται με την παρασκευή, συσκευασία και προετοιμασία των τροφίμων ή ποτών για τη διάθεσή τους στην κατανάλωση ή παρέχουν υπηρεσίες προς το κοινό, οι οποίες προϋποθέτουν ή συνεπάγονται άμεση επαφή με τον καταναλωτή των τροφίμων ή των ποτών ή με το χρήστη των υπηρεσιών, αφού τότε μόνο υπάρχει κίνδυνος να μεταδοθούν στον τελευταίο τα νοσήματα από τα οποία πάσχουν ή τα μικρόβια, οι ιοί και τα παράσιτα, των οποίων είναι φορείς (Α.Π. 451/2020, Α.Π. 454/2019, Α.Π. 167/2018, Α.Π. 1113/2013, Α.Π. 709/2008, Α.Π. 434/2004 Α.Π. 1098/2003, Α.Π. 735/2003, Α.Π. 465/2001, Α.Π. 79/2000).

Περαιτέρω, από την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 14 παρ. 1 εδ. α' και 10 εδ. β' της με αριθ. Α1β/8557/1983 απόφασης του Υπουργού Υγείας και Πρόνοιας, όπως αυτή αντικαταστάθηκε, κατά τα άνω, αρχικά με τη με αριθμό 8405/29.10.1992 απόφαση του Υπουργού Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων και, στη συνέχεια, με το άρθρο 1 της με αριθ.

Υ1γ/ΓΠ/οικ 35797/04.04.2012 απόφασης του Υπουργού Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 3, 174 και 180 του Α.Κ., συνάγεται ότι η έλλειψη βιβλιαρίου υγείας (ήδη πιστοποιητικού υγείας) ή η μη θεώρησή του, επιφέρει ακυρότητα της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας των μισθωτών, που απασχολούνται με την παρασκευή, προετοιμασία και συσκευασία των τροφίμων και ποτών για τη διάθεσή τους στη κατανάλωση ή παρέχουν υπηρεσίες προς το κοινό, οι οποίες προϋποθέτουν ή συνεπάγονται άμεση επαφή με τον καταναλωτή των τροφίμων ή των ποτών ή με τον χρήστη των υπηρεσιών και έχει ως συνέπεια ότι ο εργαζόμενος τελεί σε απλή σχέση εργασίας με τον εργοδότη του (Ολ.

Α.Π. 192/1962, Α.Π. 451/2020, Α.Π. 1667/2010, Α.Π. 349/2004, Α.Π. 904/2004). Για το ορισμένο όμως της αγωγής, που ερείδεται σε άκυρη καταγγελία της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου του μισθωτού, με την οποία διώκεται η αναγνώριση της ακυρότητας αυτής και η επιδίκαση αποδοχών υπερημερίας στον μισθωτό, δεν απαιτείται να διαλαμβάνεται στο δικόγραφό της ότι ο εργαζόμενος ήταν εφοδιασμένος με βιβλιάριο υγείας (ήδη πιστοποιητικό υγείας), διότι η αναφορά "σε σύμβαση εξαρτημένης εργασίας" στο δικόγραφο της αγωγής, έχει την έννοια της έγκυρης σύμβασης, ενώ η έλλειψη του βιβλιαρίου υγείας αποτελεί ένσταση του εναγόμενου εργοδότη περί ακυρότητας της σύμβασης αυτής, η παραδοχή της οποίας συνεπάγεται την απόρριψη της αγωγής, ως ουσία αβάσιμης και όχι ως αόριστης (Α.Π. 454/2019, Α.Π. 167/2018, Α.Π. 771/2017, Α.Π. 439/2010, Α.Π. 65/2009, Α.Π. 1098/2003).

Τέλος, η άνω ακυρότητα της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας, λόγω έλλειψης του βιβλιαρίου υγείας, ερευνάται και αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο, δηλαδή και χωρίς να προταθεί από τον εναγόμενο εργοδότη, επειδή αφορά τη δημόσια τάξη, καθόσον η ύπαρξη του βιβλιαρίου υγείας αποβλέπει στην προστασία της δημόσιας υγείας (Α.Π. 454/2019, Α.Π. 904/2004), υπό την αυτονόητη προϋπόθεση, ότι προκύπτει από τα πραγματικά περιστατικά που έχουν τεθεί ενώπιόν του, δηλαδή, με την επίκληση της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας υγειονομικού ενδιαφέροντος από τον εργαζόμενο (Α.Π. 451/2020).

Συνεπώς, στην περίπτωση ακυρότητας της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας, εξαιτίας της έλλειψης βιβλιαρίου υγείας, ο εργαζόμενος διατελεί, όπως παραπάνω αναφέρθηκε, σε απλή σχέση εργασίας με τον εργοδότη του και δικαιούται να αξιώσει από αυτόν, κατά τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού (άρθρα 904 επ. Α.Κ.) την απόδοση της ωφέλειας που αποκόμισε ο εργοδότης από την παρασχεθείσα εργασία (Α.Π. 1667/2010). Αν, όμως, μετά την απόκτηση του βιβλιαρίου υγείας ή τη θεώρησή του, εξακολουθεί η παροχή της σχετικής εργασίας, θεωρείται ότι επικυρώθηκε η άκυρη σύμβαση και παράγει τα αποτελέσματά της σαν να ήταν από την αρχή έγκυρη, σύμφωνα με το άρθρο 183 του Α.Κ. (Α.Π. 771/2017, ΑΠ 439/2010).

Εξάλλου, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 167, 168, 648, 669 παρ. 2 του Α.Κ., 1 του Ν. 2112/1920 και 1 και 5 του Ν. 3198/1955 προκύπτει ότι η καταγγελία της σύμβασης εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, είναι μονομερής αναιτιώδης δικαιοπραξία και, συνεπώς, το κύρος αυτής δεν εξαρτάται από την ύπαρξη ή την ελαττωματικότητα της αιτίας για την οποία έγινε, αλλά αποτελεί δικαίωμα του εργοδότη και του εργαζομένου.

Όπως δε προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 5 παρ. 3 του Ν. 3198/1955, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 1 και 3 του Ν. 2112/1920 (και επί εργατοτεχνιτών των άρθρων 3 και 5 του Β.Δ/τος της 16/18.07.1920, που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 12 παρ. 2 του Ν. 2112/1920), 174 και 180 του Α.Κ., η κατά τα ανωτέρω καταγγελία της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου είναι τυπική δικαιοπραξία, αφού με ποινή την σχετική ακυρότητα αυτής υπέρ του μισθωτού, πρέπει να γίνει εγγράφως και να καταβληθεί η προβλεπομένη από το νόμο αποζημίωση απόλυσης.

Σε περίπτωση ακυρότητας της καταγγελίας, λόγω μη τήρησης των ανωτέρω τυπικών προϋποθέσεων, η σύμβαση εργασίας δεν λύεται και τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις των μερών από τη σύμβαση παραμένουν ακέραια. Έτσι, ο εργοδότης, που αρνείται έκτοτε να αποδεχθεί την προσηκόντως προσφερόμενη εργασία του μισθωτού, καθίσταται υπερήμερος (άρθρα 349, 350 και 656 του Α.Κ.) και υποχρεούται στην πληρωμή των συμφωνημένων ή νόμιμων αποδοχών του (μισθοί υπερημερίας), για το διάστημα της υπερημερίας του.

Ο μισθωτός αντίστοιχα δικαιούται είτε να εμμείνει στην ακυρότητα της καταγγελίας και να αξιώσει, κατά το άρθρο 656 του Α.Κ., τις αποδοχές του, είτε, ενόψει του ότι η ακυρότητα της καταγγελίας τάσσεται υπέρ αυτού και είναι επομένως σχετική, να θεωρήσει την καταγγελία έγκυρη και να ζητήσει την προβλεπόμενη από τον Ν. 2112/1920 ή από το Β.Δ.

από 16/18-7-1920 αποζημίωση. Ακόμη, σύμφωνα με το άρθρο 74 παρ. 2 εδ. Α' του Ν. 3863/2010, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 17 παρ. 5 εδ. α' του Ν. 3899/2010: "Η απασχόληση με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου λογίζεται ως απασχόληση δοκιμαστικής περιόδου για τους δώδεκα (12) πρώτους μήνες από την ημέρα ισχύος της και η οποία μπορεί να καταγγελθεί χωρίς προειδοποίηση και χωρίς αποζημίωση απόλυσης, εκτός και αν άλλο συμφωνήσουν τα μέρη".

Η ισχύς της διάταξης του άρθρου 17 παρ. 5 εδ. α' του Ν. 3899/2010 αρχίζει, κατά το άρθρο 19 του N. 3899/2010, από τη δημοσίευση του νόμου αυτού στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά στις επί μέρους διατάξεις του, δηλαδή από την 17.12.2010 και οι διατάξεις αυτές έχουν εφαρμογή για κάθε απόλυση υπαλλήλου ή εργατοτεχνίτη, η οποία γίνεται από 17.12.2010 και εφεξής.

Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 1, εδαφ. α' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα, με τη μορφή του διατακτικού (Ολ.

Α.Π. 5/2021, Ολ. Α.Π. 1/2016, Ολ. Α.Π. 2/2013, Ολ. Α.Π. 7/2006). Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας, κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση, κ.λ.π., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη, ή αν, κατά παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.

Α.Π. 27/1998), καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου, κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά, που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (Α.Π. 19/2020, Α.Π. 381/2019, Α.Π. 319/2017, Α.Π. 1420/2013).

Στην περίπτωση που το διατακτικό της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης στηρίζεται αυτοτελώς σε δύο ή περισσότερες ισοδύναμες επάλληλες ή επικουρικές αιτιολογίες και με τους λόγους της αναίρεσης πλήττεται η μία μόνο από αυτές, οι λόγοι αυτοί της αναίρεσης είναι, κατά τις διατάξεις των άρθρων 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ, αλυσιτελείς, αφού οι μη πληττόμενες αιτιολογίες στηρίζουν επαρκώς το διατακτικό της απόφασης.

Το ίδιο συμβαίνει και στην περίπτωση που με τους λόγους της αναίρεσης πλήττονται όλες οι αιτιολογίες, αλλά η προσβολή της μίας από αυτές δεν τελεσφορεί (Ολ. Α.Π. 25/2003, Ολ. Α.Π. 25/94, Α.Π. 805/2021, Α.Π. 755/2018, Α.Π. 1221/2017, Α.Π. 10/2016). Τέλος, στο άρθρο 578 του ΚΠολΔ ορίζεται ότι αν το αιτιολογικό της απόφασης που προσβάλλεται κρίνεται εσφαλμένο, αλλά το διατακτικό της ορθό, ο Άρειος Πάγος απορρίπτει την αναίρεση, εκτός αν υπάρχει έννομο συμφέρον να αποτραπεί δεδικασμένο, οπότε αναιρείται η απόφαση μόνο ως προς την εσφαλμένη αιτιολογία της.

Ως αιτιολογικό νοείται η νομική αιτία, δηλαδή η διάταξη νόμου, που αποτελεί τη μείζονα πρόταση του δικανικού (νομικού) συλλογισμού. Σε περίπτωση εσφαλμένου αιτιολογικού, δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά, που, ανελέγκτως, δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, υπάγονται σε άλλο κανόνα δικαίου, εφόσον η υπαγωγή αυτή απολήγει σε πόρισμα όμοιο προς το διατακτικό της, το διατακτικό της αποφάσεως του Αρείου Πάγου περιέχει διάταξη απορριπτική της αναίρεσης, χωρίς αντικατάσταση των αιτιολογιών (Ολ.

Α.Π. 8/1993, Α.Π. 1624/2008) και στο σκεπτικό παρατίθενται οι ορθές νομικές διατάξεις (Ολ. Α.Π. 30/1998). Και τούτο διότι η ευδοκίμηση λόγου αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ευθεία παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθμός 1 εδ. α' του ΚΠολΔ), εξαρτάται από την ορθότητα του διατακτικού της απόφασης, το οποίο αιτιωδώς συνάπτεται με τις ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας (Ολ.

Α.Π. 27/1998). Όταν όμως οι αιτιολογίες επιδρούν επί του διατακτικού της απόφασης, διότι διαφοροποιούν το εκ της απόφασης δεδικασμένο και ο αναιρεσείων έχει έννομο συμφέρον να αποτραπεί το εντεύθεν δεδικασμένο, τότε η απόφαση αναιρείται μόνο ως προς τις αιτιολογίες της (Α.Π. 540/2017, Α.Π. 60/2011). Στην προκειμένη περίπτωση, από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, τα οποία επισκοπεί ο Άρειος Πάγος (άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ), προκύπτουν τα ακόλουθα:

Ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων, στην από 26-06-2017 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 551991/1564/28-06-2017 αγωγή του, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών εξέθετε ότι προσλήφθηκε από τον εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο, που διατηρεί επιχείρηση (ψαροταβέρνα) στην…, στις 27-10-2013, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, προκειμένου να εργαστεί ως σερβιτόρος, αρχικά για διήμερη εργασία εβδομαδιαίως, οκτάωρης διάρκειας και από τον Αύγουστο του έτους 2015, με πλήρη απασχόληση, αντί νομίμων αποδοχών (ποσοστό 10% επί του ημερησίου τζίρου, πλέον των προβλεπομένων από τις οικείες Σ.Σ.Ε.

και Δ.Α. επιδομάτων και προσαυξήσεων). Ότι ο εναγόμενος δεν τηρούσε τους όρους της σύμβασης εργασίας και ειδικότερα ότι τον απασχολούσε πλέον του οκταώρου, Κυριακές - αργίες και κατά τη διάρκεια της νύκτας, κατά τα στην αγωγή αναλυτικά ιστορούμενα, χωρίς να του καταβάλει τις νόμιμες προσαυξήσεις και επίσης ότι δεν του χορηγούσε τη νόμιμη άδεια, ούτε τα επιδόματα εορτών και αδείας.

Ότι στις 03-04-2017 ο εναγόμενος κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας του, καταγγελία η οποία είναι άκυρη, αφενός μεν διότι δεν του κατέβαλε τη νόμιμη αποζημίωση απόλυσης και αφετέρου επειδή είναι καταχρηστική, καθώς έλαβε χώρα από λόγους εκδίκησης, εξαιτίας της απαίτησής του (ενάγοντος) να εφαρμόζει ο εναγόμενος την κείμενη νομοθεσία, να τον ασφαλίζει για όλες τις ημέρες εργασίας του και να του καταβάλει το σύνολο των δικαιούμενων επιδομάτων και όχι μέρος μόνον αυτών και ειδικότερα ολόκληρο το οφειλόμενο δώρο Πάσχα.

Με βάση το ιστορικό αυτό και μετά τον, παραδεκτώς γενόμενο κατ' άρθρα 223 παρ. 1, 294, 295 παρ. 1 εδ. β' και 297 ΚΠολΔ, περιορισμό του αρχικά καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής εν μέρει σε καταψηφιστικό και εν μέρει σε αναγνωριστικό, με σχετική προφορική δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου του, που καταχωρήθηκε στα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και περιέχεται στις έγγραφες προτάσεις του, τις οποίες νομότυπα και εμπρόθεσμα κατέθεσε, κατά τη προφορική συζήτηση της αγωγής, ζήτησε:

Α) να αναγνωριστεί η ακυρότητα της από 03-04-2017 καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του και να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να τον απασχολεί πραγματικά, να απειληθεί δε εις βάρος του χρηματική ποινή, ύψους χιλίων (1.000,00) ευρώ, για κάθε ημέρα άρνησης απασχόλησής του Β) να υποχρεωθεί να του καταβάλει: α) 9.101,25 ευρώ για μισθούς υπερημερίας του από 03-04-2017 έως 03-11-2017 χρονικού διαστήματος, β) για προσαύξηση απασχόλησης σε Κυριακές, αργίες και νυκτερινή εργασία, κατά το από 27-10-2013 έως 03-04-2017 χρονικό διάστημα, ποσά 5.279,16, 879,86 και 1.283,94 ευρώ, αντίστοιχα, να αναγνωριστεί δε ότι του οφείλει:

γ) για επιδόματα εορτών και αδειών των ετών 2014-2016, ποσό 5.624,25 ευρώ, δ) για αποζημίωση μη χορηγηθείσας άδειας, πλέον προσαύξησης 100% των ετών 2014-2016 ποσό 5.824,80 ευρώ, ε) για αποδοχές υπερεργασίας και κατ' εξαίρεση υπερωρίας του ως άνω χρονικού διαστήματος, ποσά 4.164,60 ευρώ και 28.199,00 ευρώ και συνολικά το χρηματικό ποσό των εξήντα χιλιάδων τριακοσίων πενήντα έξι ευρώ και ογδόντα έξι λεπτών (60.356,86) και στ) ως χρηματική ικανοποίηση, για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης, την οποία υπέστη από την προσβολή της προσωπικότητάς του, εξαιτίας της άκυρης απόλυσής του, το ποσό των τριών χιλιάδων (3.000,00) ευρώ.

Επικουρικά, για την περίπτωση που ήθελε κριθεί έγκυρη η καταγγελία της σύμβασης εργασίας του, ζήτησε να αναγνωρισθεί ότι ο εναγόμενος υποχρεούται να του καταβάλει τη νόμιμη αποζημίωση απόλυσής του, ποσού 2.359,50 ευρώ, να υποχρεωθεί δε να του καταβάλει το ποσό των 18.892,01 ευρώ για προσαύξηση, λόγω απασχόλησής του σε Κυριακές, αργίες και νύκτα, επιδόματα εορτών και αδείας και αποζημίωση μη χορηγηθείσας άδειας, και επιπλέον, να αναγνωριστεί ότι του οφείλει τα ποσά των 4.164,60 ευρώ και 28.199,00 ευρώ, για υπερεργασία και κατ' εξαίρεση υπερωρία και συνολικά το χρηματικό ποσό των πενήντα τριών χιλιάδων εξακοσίων δέκα πέντε ευρώ και ένδεκα λεπτών (53.615,11), καθώς και το ποσό των τριών χιλιάδων (3.000,00) ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης και όλα τα παραπάνω χρηματικά ποσά με το νόμιμο τόκο από το τέλος του έτους, εντός του οποίου γεννήθηκε κάθε επιμέρους αξίωση, άλλως από την απόλυσή του, άλλως από την επίδοση της αγωγής και μέχρι την εξόφληση.

Επί της υπόθεσης αυτής, η οποία συζητήθηκε κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων και κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών - εργατικών διαφορών (άρθρα 591 παρ. 1, 614 αρ. 3 και 624 του ΚΠολΔ, όπως αυτά ίσχυαν, ενόψει του χρόνου άσκησης της αγωγής, μετά την τροποποίησή τους από το άρθρο 1 - άρθρο τέταρτο του Ν. 4335/2015 - ΦΕΚ Α' 87/23.07.2015 ισχύον για την ειδική αυτή διαδικασία από 01.01.2016, κατά το άρθρο 1 - άρθρο ένατο του Ν. 4335/2015), το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο εξέδωσε τη με αριθμό 1896/2019 οριστική απόφασή του, με την οποία δέχθηκε εν μέρει την ένδικη αγωγή, ως βάσιμη κατ' ουσίαν και υποχρέωσε τον εναγόμενο να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των χιλίων πεντακοσίων εξήντα τριών ευρώ και ογδόντα τεσσάρων λεπτών (1.563,84), περαιτέρω, δε, αναγνώρισε την υποχρέωση του εναγομένου να του καταβάλει το ποσό των τριών χιλιάδων επτακοσίων εβδομήντα εννέα ευρώ και εβδομήντα ενός λεπτών (3.779,71) και τα παραπάνω χρηματικά ποσά με το νόμιμο τόκο κατά τις ειδικότερα αναφερόμενες στο σκεπτικό της απόφασης διακρίσεις.

Στη συνέχεια, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, επιλαμβανόμενο της υπόθεσης, μετά την άσκηση αντιθέτων εφέσεων, από τα διάδικα μέρη, ήτοι: α) της από 10-02-2020 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 15416/1048/19-02-2020 έφεσης του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος και β) της από 11-06-2020 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 37402/2624/23-06-2020 έφεσης του εναγομένου και ήδη αναιρεσίβλητου, εξέδωσε την προσβαλλόμενη με αριθμό 873/2021 απόφασή του, με την οποία δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την από 10-02-2020 έφεση, ενώ δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την από 11-06-2020 έφεση.

Στη συνέχεια, δε, εξαφάνισε στο σύνολό της, κατ' άρθρο 535 παρ. 1 ΚΠολΔ, την ως άνω εκκληθείσα οριστική απόφαση του πρωτοδίκως δικάσαντος δικαστηρίου και, αφού κράτησε την υπόθεση, δέχθηκε εν μέρει την ένδικη αγωγή, ως βάσιμη κατ' ουσίαν και επιδίκασε στον ενάγοντα τα αναγραφόμενα χρηματικά ποσά, με το νόμιμο τόκο κατά τις διακρίσεις, που ειδικότερα διαλαμβάνονται στο διατακτικό.

Ειδικότερα από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ), προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε, ως προς τα ζητήματα, επί των οποίων εκτείνεται ο αναιρετικός έλεγχος μετά από την εκτίμηση των προσκομισθέντων με επίκληση από τους διαδίκους αποδεικτικών στοιχείων, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, κατ' ακριβή κατά τούτο αντιγραφή, τα εξής ουσιώδη πραγματικά περιστατικά: "Ο εναγόμενος [ήδη αναιρεσίβλητος], ο οποίος διατηρεί επιχείρηση υγειονομικού ενδιαφέροντος (ψαροταβέρνα) στην…, προσέλαβε τον εναγόμενο (ενν.

ενάγοντα) [ήδη αναιρεσείοντα], στις 27-10-2013 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, για μερική απασχόληση 2 ημερών, ήτοι κατά την 27-10-2013 και 28-10-2013 και με ωράριο εργασίας από 12.00' έως 16.00' μ.μ. όπως αποδεικνύεται από το Έντυπο 3 αναγγελίας της πρόσληψης του ενάγοντα στην Επιθεώρηση Εργασίας και από το έγγραφο της ατομικής σύμβασης εργασίας μερικής απασχόλησης, τα οποία υπογράφονται ανεπιφύλακτα από τον εφεσίβλητο - ενάγοντα, καθώς και από το Έντυπο Ε9, που υποβλήθηκε και το Έντυπο 7- Βεβαίωση- Δήλωση εργοδότη για συμβάσεις ορισμένου χρόνου ή έργου.

Στις 28-10-2013, η παραπάνω σύμβαση έπαυσε να ισχύει, λόγω της λήξεως του συμπεφωνημένου χρόνου εργασίας. Για το διάστημα από 29-10-2013 έως 2-11-2013, δεν εργάστηκε στην επιχείρηση. Στις 3-11-2013, τον προσέλαβε με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου για μερική απασχόληση, για εργασία μίας ημέρας την εβδομάδα (Κυριακή), επί 4ωρο ημερησίως και με ωράριο εργασίας από 12.00'έως τις 16.00'μ.μ., όπως αποδεικνύεται από Έντυπο 3 αναγγελίας της πρόσληψης του ενάγοντα στην Επιθεώρηση Εργασίας και από το έγγραφο της ατομικής σύμβασης εργασίας μερικής απασχόλησης, τα οποία υπογράφονται ανεπιφύλακτα από τον εφεσίβλητο - ενάγοντα καθώς και από το Έντυπο Ε9, που υποβλήθηκε.

Την 11-7-2014, συμφωνήθηκε μεταξύ των διαδίκων τροποποίηση των όρων της άνω σύμβασης, με νέο ωράριο εργασίας από 13.00'μ.μ. έως τις 17.00'μ.μ., για δύο ημέρες την εβδομάδα, ήτοι Σάββατο και Κυριακή, όπως αποδεικνύεται από την τροποποιητική σύμβαση εργασίας, η οποία υπογράφεται ανεπιφύλακτα από τον εφεσίβλητο - ενάγοντα και από Έντυπο Ε9, που υποβλήθηκε.

Στις 6-12-2014, η εναγομένη (ενν. εναγόμενος) κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας, καταβάλλοντας στον εφεσίβλητο - ενάγοντα τη νομίμως υπολογιζόμενη αποζημίωση απόλυσης, ύψους 217,98 ευρώ, την οποία και εισέπραξε, όπως προκύπτει από το έντυπο της καταγγελίας της σύμβασης και από την από 6-12-2014 απόδειξη πληρωμής της αποζημίωσης απόλυσης, τα οποία έγγραφα αμφότερα υπογράφονται ανεπιφύλακτα από τον ίδιο.

Στις 27-12-2014, ο εναγόμενος προσέλαβε τον ενάγοντα με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, εκ περιτροπής απασχόλησης μίας ημέρας την εβδομάδα και για 8 ώρες εργασίας την ημέρα, με ημερήσιο ωράριο εργασίας από τις 13.00' μ.μ. έως τις 21.00' μ.μ., κατά την ημέρα Σάββατο, όπως αποδεικνύεται από το έγγραφο της αναγγελίας της πρόσληψης του ενάγοντα στην Επιθεώρηση Εργασίας και από το έγγραφο της γνωστοποίησης των όρων της ατομικής σύμβασης εργασίας.

Στις 28-2-2015, ο εναγόμενος κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας του ενάγοντος, όπως αποδεικνύεται από το έγγραφο της καταγγελίας της σύμβασης αυτής. Στις 10-4-2015, τον προσέλαβε με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, για εκ περιτροπής απασχόληση, με ημερήσιο ωράριο εργασίας 14.00' μ.μ. με 22.00' μ.μ., για εργασία 1 ημέρας την εβδομάδα, δηλ.

Σάββατο, όπως αποδεικνύεται από το Έντυπο 3 αναγγελίας της Επιθεώρησης Εργασίας και από το έγγραφο της γνωστοποίησης των όρων της ατομικής σύμβασης εργασίας, τα οποία υπογράφονται ανεπιφύλακτα από τον ίδιο, καθώς από το Έντυπο Ε9 που υποβλήθηκε. Την 28-6-2015 συμφωνήθηκε μεταξύ των διαδίκων τροποποίηση της άνω σύμβασης, με το ίδιο ωράριο εργασίας, αλλά για δύο ημέρες την εβδομάδα, ήτοι Σάββατο και Κυριακή, όπως αποδεικνύεται από το έγγραφο της τροποποιητικής σύμβασης, που υπογράφεται ανεπιφύλακτα από τον εφεσίβλητο - ενάγοντα και το Έντυπο Ε9.

Εν συνεχεία, την 3-9-2015 και λόγω αυξημένων αναγκών και φόρτου εργασίας στην επιχείρηση έγινε τροποποίηση της σύμβασής του και συμφωνήθηκε η μετατροπή της εκ περιτροπής απασχόλησης, σε πλήρη, με το ίδιο ωράριο εργασίας, επί 5 ημέρες την εβδομάδα, ήτοι κατά τις ημέρες Δευτέρα, Τρίτη, Παρασκευή, Σάββατο και Κυριακή, όπως αποδεικνύεται από το έντυπο της γνωστοποίησης των όρων της ατομικής σύμβασης εργασίας, κατά τη μετατροπή της, από εκ περιτροπής, σε πλήρη, που πάλι υπογράφεται ανεπιφύλακτα από τον εφεσίβλητο - ενάγοντα.

Όμως, την 1-12-2015, λόγω μείωσης του κύκλου εργασιών, τροποποιήθηκε εκ νέου η σύμβαση εργασίας και μετατράπηκε πάλι σε εκ περιτροπής, με νέο ημερήσιο ωράριο εργασίας 12.00' με 20.00' μ.μ., σε 2 ημέρες την εβδομάδα, ήτοι κατά τις ημέρες Σάββατο και Κυριακή, όπως αποδεικνύεται από το έγγραφο της τροποποιητικής σύμβασης, από πλήρη, σε εκ περιτροπής, η οποία έγινε με τη σύμφωνη γνώμη του εφεσιβλήτου - ενάγοντα και υπογράφεται από αυτόν ανεπιφύλακτα και από το Έντυπο Ε9.

Την παραπάνω σύμβαση κατήγγειλε ο εναγόμενος στις 14-3-2016, όπως αποδεικνύεται από το έγγραφο της καταγγελίας της σύμβασης αυτής, το οποίο υπογράφεται ανεπιφύλακτα από αυτόν. Στις 3-4-2016, προσέλαβε εκ νέου τον εφεσίβλητο - ενάγοντα, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, για εκ περιτροπής απασχόληση, προκειμένου να εργάζεται στην επιχείρησή του 1 ημέρα την εβδομάδα, δηλ.

κάθε Κυριακή, με ωράριο 12.00' με 20.00' μ.μ., όπως προκύπτει από το Έντυπο 3 αναγγελία της παραπάνω πρόσληψης στην Επιθεώρηση Εργασίας και το Έντυπο Ε9, καθώς και από το έγγραφο γνωστοποίησης των όρων της ατομικής σύμβασης εργασίας, το οποίο υπογράφει ανεπιφύλακτα ο εφεσίβλητος - ενάγων. Ακολούθως στις 6-7-2016, λόγω αυξημένων αναγκών και φόρτου εργασίας στην επιχείρηση, συμφωνήθηκε τροποποίηση της σύμβασης και μετατροπή της εκ περιτροπής απασχόλησης, σε πλήρη, με το ίδιο ωράριο εργασίας, για 5 ημέρες την εβδομάδα, ήτοι Δευτέρα, Τρίτη, Τετάρτη, Σάββατο και Κυριακή, όπως προκύπτει από το έντυπο της αναγγελίας των νέων όρων της σύμβασης εργασίας στον εφεσίβλητο - ενάγοντα.

Όμως, την 1-10-2016, λόγω μείωσης του κύκλου εργασιών, τροποποιήθηκε εκ νέου η σύμβαση εργασίας και μετατράπηκε πάλι σε εκ περιτροπής, με ίδιο ημερήσιο ωράριο εργασίας, σε 2 ημέρες την εβδομάδα, ήτοι κατά τις ημέρες Σάββατο και Κυριακή, όπως αποδεικνύεται από το έγγραφο της τροποποιητικής σύμβασης, από πλήρη, σε εκ περιτροπής, η οποία έγινε με τη σύμφωνη γνώμη του εφεσιβλήτου - ενάγοντα και υπογράφεται από αυτόν ανεπιφύλακτα.

Τη σύμβαση αυτή κατήγγειλε ο εναγόμενος στις 2-2-2017, όπως αποδεικνύεται από το έντυπο της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του εφεσιβλήτου - ενάγοντα, το οποίο υπογράφεται ανεπιφύλακτα από αυτόν. Τέλος, ο εναγόμενος προσέλαβε τον ενάγοντα στις 12-2-2017, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, για εκ περιτροπής απασχόληση και για εργασία 1 ημέρας την εβδομάδα και δη την Κυριακή, για 8ωρη ημερήσια απασχόληση, με ημερήσιο ωράριο εργασίας από 12.00' έως 20.00' μ.μ., όπως αποδεικνύεται από το έντυπο Ε3 αναγγελίας πρόσληψης και το έγγραφο των όρων ατομικής σύμβασης εργασίας εκ περιτροπής απασχόλησης, τα οποία υπογράφονται αμφότερα ανεπιφύλακτα από τον εφεσίβλητο - ενάγοντα, καθώς και το Έντυπο Ε9.

Τέλος, ο εναγόμενος κατήγγειλε τη σύμβαση αυτή εργασίας του ενάγοντος την 06-04-2017, όπως αποδεικνύεται από το από 05-04-2017 έντυπο καταγγελίας σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου, το οποίο επέδωσε στον εφεσίβλητο - ενάγοντα εξωδίκως, δια δικαστικού επιμελητή, όπως αποδεικνύεται από την υπ' αριθ. 4457Ε/06-04-2017 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο …κ.

Α. Σ., προς τον εφεσίβλητο - ενάγοντα του εγγράφου της καταγγελίας. Το έγγραφο της καταγγελίας το παρέλαβε ο εφεσίβλητος - ενάγων, υπογράφοντας μάλιστα ανεπιφύλακτα. Ο ενάγων ισχυρίζεται ότι οι ως άνω καταγγελίες των συμβάσεων εργασίας του ήταν εικονικές και, συνεπώς, άκυρες, διότι ουδέποτε αποχώρησε από την εργασία του.

Όμως οι ως άνω καταγγελίες των συμβάσεων εργασίας του, έλαβαν χώρα σε ημερομηνίες, κατά τις οποίες το κατάστημα του ενάγοντος, ως εκ της εποχικότητας της λειτουργίας του, παρουσίαζε μικρή κίνηση και χαμηλούς τζίρους, με αντίστοιχα μειωμένες απαιτήσεις σε προσωπικό. Εξάλλου, όπως προαναφέρθηκε, ο ενάγων υπέγραφε ανεπιφύλακτα τις ως άνω καταγγελίες, λαμβάνοντας και την αποζημίωση απόλυσης που εδικαιούτο.

Όσον αφορά την τελευταία καταγγελθείσα σύμβαση εργασίας (από 06-04-2017), δεν απαιτείτο η καταβολή αποζημίωσης απόλυσης στον ενάγοντα, λόγω μη παρόδου της 12μηνης δοκιμαστικής περιόδου (άρθρο 17 παρ. 5α του ν. 3899/2010) και, συνεπώς, δεν τυγχάνει άκυρη". Συνεχίζοντας το Εφετείο, αναφορικά με την κατοχή βιβλιαρίου υγείας /πιστοποιητικού υγείας από τον ήδη αναιρεσείοντα, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Εξάλλου αποδείχθηκε ότι ο ενάγων όλο το ανωτέρω διάστημα εργαζόταν, χωρίς να είναι εφοδιασμένος με βιβλιάριο/πιστοποιητικό υγείας, το οποίο έλαβε την 27-6-2017 (βλ.

το από 27-6-2017 πιστοποιητικό υγείας), ήτοι μετά και την τελευταία καταγγελία της σύμβασης εργασίας του και, ως εκ τούτου, η σύμβαση εργασίας του ήταν άκυρη (γενομένης δεκτής της παραδεκτώς προβληθείσας από τον εναγόμενο ένστασης περί ακυρότητας της σύμβασης εργασίας του) και, κατά συνέπεια, διατελούσε σε απλή σχέση εργασίας προς τον εναγόμενο εργοδότη του.

Είναι προφανές ότι, αφού ο εργοδότης που απασχολεί εργαζόμενο με άκυρη σύμβαση εργασίας, δεν δεσμεύεται από την άκυρη αυτή σύμβαση, μπορεί να τον απολύσει οποτεδήποτε, χωρίς να είναι υποχρεωμένος να τηρήσει τις διαδικαστικές προϋποθέσεις, που ορίζει ο νόμος για την καταγγελία της συμβάσεως εργασίας (π.χ.

έγγραφος τύπος). Ωστόσο, στην περίπτωση καταγγελίας άκυρης σύμβασης εργασίας, οφείλεται η, εκ του νόμου, προβλεπόμενη αποζημίωση απόλυσης. Εάν δεν καταβληθεί η αποζημίωση απόλυσης, ο ακύρως εργαζόμενος μπορεί βεβαίως να την αξιώσει δικαστικώς, αλλά η μη καταβολή αυτής δεν θίγει το κύρος της καταγγελίας της άκυρης σύμβασης εργασίας.

Στην περίπτωση αυτή, όπως και αν δεν έχει τηρηθεί άλλη προϋπόθεση του κύρους της καταγγελίας, ο εργοδότης δεν περιέρχεται σε υπερημερία και δεν τίθεται ζήτημα αξίωσης μισθών υπερημερίας, εκ μέρους του ακύρως εργαζομένου, ούτε στην συνέχιση της σχέσεως εργασίας, αφού αυτή, μη αναγνωριζόμενη από τον νόμο, δεν μπορεί να εξακολουθήσει χωρίς την θέλησή του ...".

Με βάση τις παραδοχές αυτές, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε, ως αβάσιμο κατ' ουσίαν, το αγωγικό αίτημα περί αναγνώρισης της ακυρότητας της από 06-04-2017 καταγγελίας της επίδικης σύμβασης εργασίας, συνακόλουθα δε έκρινε ότι παρείλκε η εξέταση των αναγκαίως συνεχόμενων - παρεπομένων, με το ήδη ως άνω απορριφθέν αίτημα της αγωγής, αιτημάτων, καταλήγοντας, ως ακολούθως: "...

τόσο η κύρια όσο και η επικουρική βάση της αγωγής περί αναγνώρισης της ακυρότητας της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας και τα συναφή με αυτή αιτήματα, πρέπει να απορριφθούν ως βάσιμα (ενν. αβάσιμα) κατ' ουσία ...". Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, ο αναιρεσείων επικαλούμενος αναιρετικές πλημμέλειες από τους αριθμούς 1, 8 και 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι, παρά το νόμο, κήρυξε ακυρότητα, αφού εσφαλμένως έκρινε ότι, η μεταξύ αυτού και του αναιρεσίβλητου σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ήταν άκυρη, λόγω έλλειψης βιβλιαρίου υγείας, απορρίπτοντας το αίτημα της αγωγής να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της καταγγελίας της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αυτού και τα συνακόλουθα αιτήματα επιδίκασης αποδοχών υπερημερίας, κ.λ.π., αν και αυτός τόσο με τις ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου προτάσεις του, όσο και ενώπιον του Εφετείου και προς απόκρουση σχετικού ισχυρισμού του αναιρεσίβλητου περί ακυρότητας της σύμβασης εργασίας, λόγω έλλειψης βιβλιαρίου υγείας, είχε επικαλεσθεί και προσκομίσει το από 20-02-2014 πιστοποιητικό υγείας, με χρόνο ισχύος πέντε (5) έτη, με συνέπεια η σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αυτού να έχει καταστεί εξ υπαρχής έγκυρη, κατ' εφαρμογή του άρθρου 183 του Α.Κ., ενώ με τον δεύτερο από τον αριθμό 11 εδ.

γ' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, προσάπτει περαιτέρω στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικό έγγραφο και συγκεκριμένα το ως άνω από 20-02-2014 πιστοποιητικό υγείας που είχε επικαλεσθεί και προσκομίσει, για το οποίο άλλωστε το σκεπτικό αυτής ουδεμία μνεία διαλαμβάνει (σελ. 26 αναιρετηρίου).

Από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων και ειδικότερα των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης και των προτάσεων των διαδίκων για την έρευνα της βασιμότητας των ως άνω αναιρετικών λόγων (άρθρο 561 παρ.1 του ΚΠολΔ) προκύπτει ότι ο αναιρεσείων, προς απόκρουση κατ' ουσίαν του ισχυρισμού του αντιδίκου του, περί ακυρότητας της επίδικης σύμβασης εξαρτημένης εργασίας, λόγω έλλειψης βιβλιαρίου υγείας, που προβλήθηκε κατά τη συζήτηση της αγωγής και καταχωρήθηκε στα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, ρητά επικαλέσθηκε, τόσο κατά την προφορική συζήτηση της αγωγής, ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, όσο και με τις προτάσεις που κατέθεσε στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο και προσκόμισε ενώπιόν του, το από 20.02.2014 Πιστοποιητικό Υγείας του ιατρού Δ.

Γ., με ισχύ για πέντε (5) χρόνια, προβάλλοντας τον ισχυρισμό ότι τυχόν ακυρότητα της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας έχει αρθεί κατ' άρθρο 183 του Α.Κ. Το ως άνω πιστοποιητικό υγείας προσκομίζεται με επίκληση και ενώπιον του Αρείου Πάγου. Επομένως το Εφετείο με το να δεχθεί ότι επρόκειτο για άκυρη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, με το σκεπτικό ότι ο ενάγων δεν ήταν εφοδιασμένος με βιβλιάριο/πιστοποιητικό υγείας, το οποίο απέκτησε το πρώτον στις 27.6.2017, μετά την ως άνω καταγγελία και, συνακόλουθα, επρόκειτο για απλή σχέση εργασίας, με συνέπεια να μην γεννώνται αξιώσεις αυτού περί αναγνώρισης της ακυρότητας της ως άνω καταγγελίας, καταβολής αποδοχών υπερημερίας και πραγματικής απασχόλησης του στην επιχείρηση του εναγομένου, υπέπεσε στις από τους αριθμούς 1, 8 και 11 εδ.

γ' του ΚΠολΔ αναιρετικές πλημμέλειες, καθότι δεν έλαβε υπόψη του τον παραδεκτώς προβληθέντα, κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και με τις προτάσεις της δευτεροβάθμιας δίκης ισχυρισμό του ενάγοντος - εκκαλούντος - εφεσίβλητου και ήδη αναιρεσείοντος ότι αυτός ήταν ήδη εφοδιασμένος με το από 20.02.2014 πιστοποιητικό υγείας [ισχύον για μία πενταετία από την έκδοσή του, κατ' εφαρμογή του άρθρου 1 εδ.

α', β' και ε' της κατά το χρόνο της καταγγελίας ισχύουσας με αριθ. Υ1γ/ΓΠ/οικ 35797/4.4.2012 ισχύουσας Κοινής Απόφασης των Υπουργών Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης] και, κατά συνέπεια, τυχόν ακυρότητα της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας του έχει αρθεί αναδρομικά, λόγω επικύρωσής αυτής κατά το άρθρο 183 του Α.Κ. και επιπλέον δεν έλαβε υπόψη του ως αποδεικτικό στοιχείο έγγραφο [του οποίου δεν αμφισβητήθηκε η γνησιότητα] και ειδικότερα το με τις ενώπιον του δευτεροβαθμίου προτάσεις επικληθέν και προσκομισθέν από 20.2.2014 πιστοποιητικό υγείας κατά παραδοχή ως βάσιμων, κατά ένα μέρος, των περί των ανωτέρω πρώτου και δευτέρου λόγων αναίρεσης.

Πλην, όμως, οι λόγοι αυτοί κατά το ανωτέρω μέρος προτείνονται αλυσιτελώς, καθότι δεν οδηγούν στην αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης, εφόσον οι επάλληλες παραδοχές αυτής ότι η σύμβαση εργασίας του ενάγοντος καταγγέλθηκε στις 06.04.2017, με επίδοση του σχετικού εγγράφου προς αυτόν και ότι, στη συγκεκριμένη περίπτωση, δεν οφειλόταν αποζημίωση απόλυσης, κατ' εφαρμογή του άρθρου 17 παρ. 5 εδ.

α' του Ν. 3899/2010 [αφού ο ενάγων, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης, είχε προσληφθεί από τον εναγόμενο στις 12.02.2017 και, συνεπώς, δεν είχε συμπληρώσει περίοδο δώδεκα (12) μηνών στην επιχείρηση αυτού από την τελευταία πρόσληψη], οι οποίες δεν πλήττονται με λόγο αναίρεσης επαρκούν για τη στήριξη του διατακτικού αυτής ότι η καταγγελία της ως άνω σύμβασης εργασίας δεν ήταν άκυρη και, συνακόλουθα, δεν έχουν γεννηθεί από την αιτία αυτή αξιώσεις του ενάγοντος για καταβολή αποδοχών υπερημερίας και για πραγματική του απασχόληση στην επιχείρηση του εναγομένου, καθότι, υπό τις ως άνω επάλληλες παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, η καταγγελία της κατά τα άνω έγκυρης σύμβασης εξαρτημένης εργασίας, ήταν καθόλα νόμιμη.

Εξάλλου, αναφορικά με ακυρότητα της καταγγελίας, λόγω καταχρηστικής άσκησης αυτής, η οποία, κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς, υπαγορεύθηκε από λόγους εκδίκησης προς τον ενάγοντα (άρθρο 281 του Α.Κ.) δεν διαλαμβάνεται στο αναιρετήριο, κατά τρόπο, ορισμένο σχετικός λόγος αναίρεσης. Ο ίδιος (πρώτος λόγος αναίρεσης) κατά την επικαλούμενη θεμελίωσή του στον αριθμό 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι ο ως άνω λόγος αναίρεσης αφορά σε παρά το νόμο κήρυξη ή μη δικονομικού απαραδέκτου ή ακυρότητας και δεν αφορά σε ακυρότητα από το ουσιαστικό δίκαιο, η οποία ελέγχεται από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ (Ολ.

Α.Π. 1/2019, Ολ. Α.Π. 2/2001). Ωστόσο, από την εσφαλμένη ως άνω, αιτιολογία της προσβαλλομένης απόφασης, παράγεται δεδικασμένο, ως προς το ότι μεταξύ των διαδίκων είχε λειτουργήσει απλή σχέση εργασίας. Το δεδικασμένο αυτό, είναι καταφανώς δυσμενές για τον αναιρεσείοντα, ο οποίος με την ένδικη αίτηση αναίρεσης, εμμέσως, πλην σαφώς, επιδιώκει την ανατροπή του και, ως εκ τούτου, η προσβαλλόμενη απόφαση πρέπει να αναιρεθεί, ως προς την εσφαλμένη ως άνω αιτιολογία της.

Περαιτέρω, εσφαλμένα υπολαμβάνει ο αναιρεσείων ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο του επεδίκασε τις οφειλόμενες διαφορές αποδοχών, με βάση την κριθείσα ως άκυρη σύμβαση εργασίας, λόγω του ότι δεν ήταν εφοδιασμένος με βιβλιάριο υγείας. Και τούτο διότι, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο του επεδίκασε ευθέως, εκ του νόμου:

α) προσαύξηση 80%, για κατ' εξαίρεση υπερωριακή απασχόληση, που δέχθηκε ότι πραγματοποίησε, με βάση το καταβαλλόμενο σ' αυτόν ημερομίσθιο, το οποίο, κατά το από 03-09-2015 έως 01-12-2015 χρονικό διάστημα, ανερχόταν στο ποσό των 26,18 ευρώ - όπως προέκυπτε από τις αποδείξεις εξόφλησης, τις οποίες προσκόμισε στο δικαστήριο της ουσίας ο εναγόμενος και ήταν υπογεγραμμένες από τον ενάγοντα - και το αντίστοιχο καταβαλλόμενο ωρομίσθιο σε 3,92 ευρώ και συνολικά το ποσό των τριακοσίων δέκα εννέα ευρώ και ογδόντα επτά λεπτών (319,87), β) προσαύξηση 75% για εργασία τις Κυριακές, που δέχθηκε ότι πραγματοποίησε, με βάση το νόμιμο ημερομίσθιο των 26,18 ευρώ και ειδικότερα για το έτος 2015 ποσό 364,89 ευρώ και για το έτος 2017 ποσό 83,95 ευρώ και συνολικά το ποσό των τετρακοσίων σαράντα οκτώ ευρώ και ογδόντα τεσσάρων λεπτών (448,84) και γ) αποδοχές και επιδόματα αδείας, που υπολόγισε με βάση το εκάστοτε καταβαλλόμενο ημερομίσθιο και ειδικότερα για άδεια έτους 2016 ποσό 80,90 ευρώ, για επίδομα αδείας έτους 2014 ποσό 183,26 ευρώ, για επίδομα αδείας έτους 2015 ποσό 404,50 ευρώ και για επίδομα αδείας έτους 2016 ποσό 80,90 ευρώ και συνολικά το ποσό των επτακοσίων σαράντα εννέα ευρώ και πενήντα έξι λεπτών (749,56).

Εφόσον, λοιπόν, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο επεδίκασε, για τις αιτίες αυτές τα ως άνω επιμέρους χρηματικά ποσά (για τον υπολογισμό των οποίων δεν προβάλλεται λόγος αναιρέσεως) και συνολικά το ποσό των χιλίων πεντακοσίων δέκα οκτώ ευρώ και είκοσι επτά λεπτών (1.518,27), ευθέως εκ του νόμου και όχι κατά τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού, δεν έσφαλε κατ' αποτέλεσμα και κατέληξε σε ορθό διατακτικό, το οποίο συνάπτεται με τις πιο πάνω ουσιαστικές παραδοχές.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περίπτ. γ' του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ιδίου Κώδικα συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, που νόμιμα προσκομίζουν οι διάδικοι για άμεση και έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους (Ολ.

Α.Π. 23/2008). Καμία, ωστόσο, διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα, που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ` είδος αποδεικτικών μέσων που λήφθηκαν υπόψη. Δεν αποκλείεται βεβαίως το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύσει και εξάρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί για τον αναιρετικό έλεγχο να προκύπτει με βεβαιότητα ότι, από τη γενική, κατ' είδος, αναφορά στα αποδεικτικά μέσα, συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, που υποβλήθηκαν στη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, χωρίς κανένα να παραληφθεί (Ολ.

Α.Π. 8/2016, Ολ. Α.Π. 42/2002). Για να ιδρυθεί ο ανωτέρω λόγος, αρκεί, παρά τη βεβαίωση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου ότι λήφθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα (στα οποία περιλαμβάνονται και τα έγγραφα, οι ένορκες βεβαιώσεις και οι καταθέσεις των εξετασθέντων μαρτύρων), να καταλείπονται, με βάση το όλο περιεχόμενο της προσβαλλομένης απόφασης, αμφιβολίες για το αν το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο λήφθηκε και συνεκτιμήθηκε μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις για το σχηματισμό δικανικής πεποίθησης, επί ενός ουσιώδους ισχυρισμού (Ολ.

Α.Π. 8/2016 Ολ. Α.Π. 2/2008).

Στη προκειμένη περίπτωση με τον δεύτερο, κατά τα λοιπά, από τον αριθμό 11 περ. γ' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, ο αναιρεσείων προσάπτει στη προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια ότι το Εφετείο, κατά την διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, δεν έλαβε υπόψη τα έγγραφα που αυτός νόμιμα προσκόμισε και επικαλέστηκε ενώπιόν του, προς απόδειξη των ισχυρισμών του, περί εικονικών συμβάσεων εργασίας και περί πλήρους απασχόλησής του, αλλά και προς ανταπόδειξη των ισχυρισμών του αντιδίκου του.

Ειδικότερα προβάλλεται η αιτίαση ότι το εκδόν την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση Δικαστήριο, δεν έλαβε υπόψη του τα ημερολόγια των ετών 2014, 2015, 2016 και 2017, που τηρούσε ο επικεφαλής των σερβιτόρων και υπεύθυνος για την καταβολή της ημερήσιας αμοιβής του ενάγοντος, με βάση τα ποσοστά επί του πραγματικού ημερήσιου τζίρου και στα οποία αναγράφονταν, κατά τρόπο αναλυτικό, οι ημέρες και ώρες απασχόλησης και οι εισπράξεις της ημέρας και από την ανάγνωση των οποίων προέκυπτε αφενός μεν η συνεχής απασχόλησή του και αφετέρου οι ημέρες και ώρες απασχόλησής του, τους πίνακες προσωπικού, που είχαν υποβληθεί στην αρμόδια Επιθεώρηση Εργασίας, με ημερομηνίες 05-04-2013, 01-10-2013 και 19-10-2015, στους οποίους δεν εμφανίζονται, ως εργαζόμενοι, οι μάρτυρες του εναγομένου, ενώ όσοι εργαζόμενοι αναγράφονται, φέρονται να απασχολούνται με μερική απασχόληση μέχρι τις 22.00', δεν αναφέρεται η αγγελία με ημερομηνία 07-05-2017 για αναζήτηση σερβιτόρου, αμέσως μετά την απόλυσή του, δεν μνημονεύεται η ιστοσελίδα της επιχείρησης, με τις ώρες λειτουργίας και τις φωτογραφίες, που απεικονίζουν το μέγεθος και την έκταση του καταστήματος και από τις οποίες προέκυπτε ότι η επιχείρηση του εναγομένου, δεν μπορούσε να λειτουργήσει μετά τις 22.00', χωρίς να απασχολεί κανέναν εργαζόμενο.

Τέλος, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τη με αριθμό 1254/2020 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία ο εναγόμενος καταδικάστηκε σε φυλάκιση δέκα (10) μηνών, για μη καταβολή δεδουλευμένων αποδοχών ποσού 53.615,19 ευρώ. Ο ως άνω αναιρετικός λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι από την ρητή διαβεβαίωση, που περιέχεται στο 7ο φύλλο, οπίσθια σελίδα και 8ο φύλλο, εμπρόσθια σελίδα της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι: "Από την επανεκτίμηση των καταθέσεων των μαρτύρων των διαδίκων, που εξετάστηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη απόφαση πρακτικά, απ' τα έγγραφα που οι παρόντες διάδικοι προσκομίζουν και επικαλούνται, είτε για να ληφθούν υπόψη ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα, είτε για να χρησιμεύσουν ως δικαστικά τεκμήρια, των με αριθμούς 94, 96 και 97/20-11-2018 ένορκων βεβαιώσεων, ενώπιον του Ειρηνοδικείου Λαυρίου, των μαρτύρων Χ.

Θ., Γ. Κ. και Σ. Λ., που δόθηκαν με επιμέλεια του εναγομένου και κατόπιν νόμιμης και εμπρόθεσμης κλήτευσης του αντιδίκου του [...] και η με αριθμό 9890/19-01-2021 ένορκη βεβαίωση μάρτυρα, ενώπιον της συμβ/φου Λαυρίου Νίκης Σωτηροπούλου, της μάρτυρος Β. Τ., που δόθηκε με επιμέλεια του εναγομένου, κατόπιν νόμιμης και εμπρόθεσμης κλήτευσης του αντιδίκου του [...] την με αριθμό 333/21-01-2021 ένορκη βεβαίωση της μάρτυρα Δ.

Α. ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών, που δόθηκε με επιμέλεια του ενάγοντος και κατόπιν νόμιμης και εμπρόθεσμης κλήτευσης του αντιδίκου του [...], καθώς και από τα διδάγματα της κοινής πείρας, που λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το παρόν Δικαστήριο (άρθρο 336 παρ. 4 ΚΠολΔ), αποδείχθηκαν, κατά την κρίση του Δικαστηρίου αυτού, τα ακόλουθα κρίσιμα για την υπόθεση περιστατικά: ....", σε συνδυασμό προς το όλο περιεχόμενο της προσβαλλομένης απόφασης, στην οποία μάλιστα περιέχονται παραδοχές, σε σχέση με ζητήματα, στα οποία αφορούν τα φερόμενα ως μη ληφθέντα υπόψη έγγραφα, δεν καταλείπεται καμιά αμφιβολία ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, για τον σχηματισμό της ουσιαστικής του κρίσης, έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε, μετά των λοιπών αποδείξεων και το φερόμενο ως αγνοηθέν αποδεικτικό υλικό, ήτοι τα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα, που διαλαμβάνονται στον κρινόμενο λόγο της αίτησης αναίρεσης, χωρίς να είναι υποχρεωμένο, να κάνει ρητή (ειδική) μνεία ή χωριστή αξιολόγηση του καθενός, καθορίζοντας τη βαρύτητά του ή την επιρροή του στα αποδεικτέα θέματα και ειδικότερα έλαβε υπόψη του τις ένορκες καταθέσεις των πρωτοδίκως εξετασθέντων στο ακροατήριο μαρτύρων απόδειξης και ανταπόδειξης, για τις οποίες μάλιστα κάνει ειδική μνεία και σχολιασμό του περιεχομένου τους στο σκεπτικό του, τις ως άνω ένορκες βεβαιώσεις και όλα τα ανωτέρω έγγραφα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και νομίμως προσκόμισαν, λαμβανόμενα υπόψη είτε αυτοτελώς, είτε ως δικαστικά τεκμήρια και μάλιστα ρητώς μνημονεύει στο σκεπτικό του το ημερολόγιο που τηρούσε ο επικεφαλής των σερβιτόρων.

Από όλα τα παραπάνω, σε συνδυασμό με την αιτιολογία της προσβαλλομένης απόφασης, δεν καταλείπεται αμφιβολία περί του ότι ελήφθη υπόψη και η με αριθμό 1254/2020 καταδικαστική απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, ως δικαστικό τεκμήριο, έστω και αν αυτή δεν ήταν τελεσίδικη. Περαιτέρω, δε, ο ίδιος λόγος, κατά το μέρος που με αυτόν επιχειρείται στάθμιση και αξιολόγηση των προαναφερομένων αποδεικτικών μέσων, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, διότι, υπό την επίφαση του αναιρετικού λόγου της μη λήψης υπόψη των πιο πάνω αποδεικτικών στοιχείων, πλήττεται η επί της ουσίας της διαφοράς ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου.

Επομένως, ο εξεταζόμενος λόγος της αίτησης αναίρεσης, ο οποίος, υπό τα εκτιθέμενα περιστατικά, θεμελιώνεται στον αριθμό 11 περ. γ' του ΚΠολΔ, πρέπει να απορριφθεί, κατά το μέρος αυτό σύμφωνα με τις αμέσως παραπάνω διακρίσεις.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς, σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.

α' του Συντάγματος, που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία, που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) - (Ολ.

Α.Π. 1/1999). Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά, που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων, που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας, έτσι, την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι, όμως, όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (Ολ.

Α.Π. 15/2006). Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα, ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Α.Π. 109/2020, Α.Π. 269/2020, Α.Π. 1388/2019, Α.Π. 1266/2017).

Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές, επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, ως εκ τούτου, δεν αποτελούν "αιτιολογία", ώστε στο πλαίσιο της διάταξης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, να επιδέχονται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια (Α.Π. 317/2022, Α.Π. 1388/2019).

Ούτε, εξάλλου, ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων (Α.Π. 1266/2017, Α.Π. 1420/2013, Α.Π. 1703/2009, Α.Π. 1202/2008). Εξάλλου, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται ότι η προσβαλλομένη απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (αριθμός 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ) εξαιτίας ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο, πλην της αναφοράς στη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε:

α) οι ουσιαστικές παραδοχές της απόφασης ή η μνεία ότι αυτή δεν περιέχει καθόλου αιτιολογίες ώστε να είναι εφικτή, με βάση το περιεχόμενο του αναιρετηρίου, η στοιχειοθέτηση του προβαλλόμενου λόγου αναίρεσης, β) ο ουσιώδης αυτοτελής ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση) και τα πραγματικά περιστατικά, που προτάθηκαν για θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο εμφανίζεται η προβαλλόμενη έλλειψη, η ανεπάρκεια ή αντίφαση, καθώς και η σύνδεσή του με το διατακτικό της απόφασης, αν αυτή δεν είναι αυτονόητη, καθώς και ότι ο εν λόγω νόμιμος και ουσιώδης ισχυρισμός είχε προταθεί παραδεκτά στο δικαστήριο, που εξέδωσε την απόφαση και γ) η εξειδίκευση της πλημμέλειας, που προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, δηλαδή αν πρόκειται για παντελή έλλειψη αιτιολογίας, μνεία ότι σ' αυτή δεν υπάρχει καθόλου αιτιολογία, αν πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολογία (όπου τα πραγματικά περιστατικά για τη δικαιολόγηση της εφαρμοσθείσας διάταξης ουσιαστικού δικαίου δεν προκύπτουν), ποιές επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας ή σε τι συνίσταται η έλλειψη του νομικού χαρακτηρισμού των ουσιωδών πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά και αν πρόκειται για αντιφατική αιτιολογία (όπου δεν προκύπτει ποιά πραγματικά περιστατικά δέχθηκε το δικαστήριο, για στήριξη του διατακτικού της απόφασης) ποια είναι αυτή, σε τι συνίσταται η αντίφαση και που εντοπίζονται οι αντιφάσεις (Ολ.

Α.Π. 20/2005, Ολ. Α.Π. 32/1996, Α.Π. 183/2020, Α.Π. 1184/2015, Α.Π. 121/2014). Δεν αρκεί η μνεία αποσπασματικών και μεμονωμένων παραδοχών της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης, κατ' επιλογή του αναιρεσείοντος, ούτε η παράθεση του συμπεράσματος του δικαστηρίου, αλλά πρέπει να αναφέρεται το σύνολο των κρίσιμων πραγματικών περιστατικών, που έγιναν δεκτά με την προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, με βάση τα οποία η προσβαλλομένη κατέληξε σε δυσμενές για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα, από το οποίο και εξαρτάται τελικά η ευδοκίμηση της αναίρεσης κατά το άρθρο 578 του ΚΠολΔ (Ολ.

Α.Π. 28/1998, Α..Π 319/2017, Α.Π. 901/2010, Α.Π. 2173/2007, Α.Π. 1909/2007, Α.Π. 43/2003). Η κατά τα άνω αοριστία του λόγου αναίρεσης δεν μπορεί να θεραπευθεί με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, ούτε και με τις πριν τη συζήτηση της αναίρεσης κατατεθείσες προτάσεις του αναιρεσείοντος (Α.Π. 109/2020, Α.Π. 19/2020). Από δε τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών και ιδιαίτερα του περιεχομένου εγγράφων, εφόσον δεν παραβιάσθηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, αφού πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (Α.Π. 967/2015).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος αυτού, ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, λόγω αντιφατικών αιτιολογιών και ειδικότερα ότι υφίσταται αντίφαση μεταξύ της παραδοχής του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου ότι η αμοιβή του είχε προσδιοριστεί σε ποσοστό επί των ημερησίων εισπράξεων και, ως εκ τούτου, δεν δικαιούται διαφορές για υπερεργασία και υπερωριακή απασχόληση και της παραδοχής ότι οι διαφορές αποδοχών του έτους 2016 για πρόσθετη αμοιβή για απασχόληση Κυριακών, συμψηφίζονται με τις υπέρτερες των νομίμων καταβαλλομένων αποδοχών.

Ο λόγος αυτός αναίρεσης, έτσι όπως διατυπώνεται, κρίνεται απορριπτέος, ως απαράδεκτος, λόγω αοριστίας, σύμφωνα με όσα αναλυτικά αναπτύχθηκαν στην αμέσως προηγούμενη μείζονα νομική σκέψη της απόφασης, διότι στο αναιρετήριο δεν αναφέρονται με σαφήνεια και πληρότητα όλα τα αναγκαία για το ορισμένο αυτού στοιχεία, καθόσον ο αναιρεσείων εκτός του ότι δεν αναφέρει τις διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκαν, δεν διαλαμβάνει τα ειδικότερα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας, ως προς τα παραπάνω ζητήματα και τα οποία, κατά τα εκτιθέμενα στον σχετικό λόγο αναίρεσης, αφορούν αξιώσεις από διαφορετικές αιτίες (αμοιβή για υπερεργασία και υπερωριακή απασχόληση και προσαύξηση κατά τις Κυριακές), ούτε εξειδικεύει το σφάλμα του δικαστηρίου, με σαφή διευκρίνιση σε τι ακριβώς συνίσταται η αντίφαση, ώστε να αποβαίνει εφικτή η διάγνωση της βασιμότητας του λόγου αυτού.

Σε κάθε περίπτωση, το Εφετείο δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού διέλαβε σ' αυτήν πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις ή ενδοιαστικές κρίσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, αναφορικά με τα ζητήματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, χωρίς να είναι αναγκαίο να περιλάβει σ' αυτήν άλλες αιτιολογίες, προς αποσαφήνιση των όσων δέχθηκε.

Ο ίδιος λόγος, κατά τα λοιπά σκέλη του και συγκεκριμένα κατά το μέρος, που αφορά σε αντιφάσεις, αναφορικά με την ειδικότητα του ενάγοντος, τον τρόπο αμοιβής του και τον χρόνο απασχόλησής του, με αναφορά μάλιστα σε επί μέρους αποδεικτικά στοιχεία είναι απαράδεκτος, εφόσον πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη επί της ουσίας κρίση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου.

Επομένως, ο σχετικός λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, για έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω αντιφατικών αιτιολογιών, κρίνεται απορριπτέος στο σύνολό του, κατά τις διακρίσεις που αμέσως παραπάνω αναφέρθηκαν.

Τέλος, κατά το άρθρο 559 παρ. 1, εδάφ. β' του ΚΠολΔ, η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς. Ως διδάγματα, δε, της κοινής πείρας θεωρούνται οι γενικές και αφηρημένες αρχές, που συνάγονται επαγωγικά από την καθημερινή παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις, οι οποίες έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο, είτε για την ανεύρεση, με βάση αυτά, της αληθινής έννοιας κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδίως όταν αυτός περιέχει αόριστες νομικές έννοιες, ήτοι για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών, είτε για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων ή στοιχείων, που χρησιμοποιήθηκαν, κατά το άρθρο 336 παρ. 4 του ΚΠολΔ (Ολ.

Α.Π. 8/2005). Όμως, η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, κατά την έννοια της ως άνω διάταξης του εδαφ. β' του αριθμού 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ιδρύει τον προβλεπόμενο από αυτήν αναιρετικό λόγο, μόνον όταν το δικαστήριο της ουσίας εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, κατά την ερμηνεία ή εφαρμογή κανόνος δικαίου, για την ανεύρεση, με βάση αυτά, της αληθινής έννοιας αυτού, ιδίως όταν ο κανόνας δικαίου περιέχει νομικές έννοιες ή για την υπαγωγή ή όχι στον κανόνα αυτό των πραγματικών γεγονότων της διαφοράς και όχι προκειμένου να προβεί σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (Ολ.

Α.Π. 2/2008, Α.Π. 115/2010). Αντίθετα, όταν το δικαστήριο της ουσίας χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, για να διαγνώσει αν συντρέχουν ή όχι τα εκάστοτε αποδεικτέα περιστατικά ή για να εκτιμήσει την αποδεικτική αξία των αποδεικτικών μέσων ή στοιχείων, δεν στοιχειοθετείται ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης, αλλά ούτε και λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, αφού, όπως προκύπτει από τα άρθρα 336 παρ. 4 και 339 του ΚΠολΔ τα διδάγματα της κοινής πείρας δεν συμπεριλαμβάνονται στα αποδεικτικά μέσα (Ολ.

Α.Π. 8/2005, Α.Π. 79/2018, Α.Π. 1333/2018, Α.Π. 1512/2014, Α.Π. 87/2013, Α.Π. 208/2011). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τέταρτο και τελευταίο λόγο αναίρεσης και υπό την επίκληση του αριθμού 1 εδαφ. β' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ο αναιρεσείων διατυπώνει την αιτίαση ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να καταλήξει στις ως άνω παραδοχές, παραβίασε τα διδάγματα κοινής πείρας (άρθρο 336 του ΚΠολΔ).

Ειδικότερα, υποστηρίζει ότι η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας συνίσταται στο ότι τα καταστήματα υγειονομικού ενδιαφέροντος (ταβέρνες, εστιατόρια, μπαρ, κ.λ.π.) δεν λειτουργούν μέχρι τις 22.00', δεν εμφανίζουν τους πραγματικούς τζίρους, απασχολούν εργαζόμενους πλήρους απασχόλησης, με συμβάσεις μερικής απασχόλησης και ότι οι εργαζόμενοι στις επιχειρήσεις αυτές, κατά την περίοδο της οικονομικής κρίσης, από το έτος 2012 και εντεύθεν, παρείχαν τις υπηρεσίες τους υπό το φόβο της απόλυσης.

Οι παραπάνω διαλαμβανόμενες αιτιάσεις, δεν έχουν τον χαρακτήρα διδάγματος κοινής πείρας, με την έννοια που προεκτέθηκε και συγκεκριμένα διότι, οι αποδιδόμενες στην προσβαλλομένη αιτιάσεις για παραβίαση των διαταγμάτων της κοινής πείρας, δεν αφορούν την ερμηνεία ή εφαρμογή συγκεκριμένου κανόνα δικαίου (ο οποίος άλλωστε δεν αναφέρεται), δηλαδή εξειδίκευση αόριστων νομικών εννοιών ή υπαγωγή πραγματικών γεγονότων σ' αυτόν και, σε κάθε περίπτωση, αναφέρονται στην, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, ανέλεγκτη από τον Άρειο Πάγο εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών γεγονότων.

Επομένως, ο αναιρετικός λόγος, με τον οποίο ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη την, από τον αριθμό 1 εδαφ. β' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, πλημμέλεια, είναι απορριπτέος, καθόλες τις αιτιάσεις του, ως απαράδεκτος.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να γίνει δεκτή και η προσβαλλόμενη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών πρέπει να αναιρεθεί, μόνο ως προς την εσφαλμένη αιτιολογία της. Τέλος, τα δικαστικά έξοδα της αναιρετικής δίκης πρέπει να συμψηφισθούν στο σύνολό τους μεταξύ των διαδίκων, διότι η ερμηνεία των κανόνων δικαίου που εφαρμόστηκαν για την υπόθεση αυτή ήταν ιδιαίτερα δυσχερής (άρθρα 179 εδ. τελ., 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό της απόφασης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί, μόνο ως προς την αιτιολογία που επισημαίνεται στο σκεπτικό, τη με αριθμό 873/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Συμψηφίζει στο σύνολό τους, μεταξύ των διαδίκων, τα δικαστικά έξοδα της αναιρετικής δίκης.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 29 Ιουνίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 22 Μαρτίου 2023.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ