Legislator Case Law & Legislation
439/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against labor court ruling on abusive contract rescissions due to employer malice.

Case Number 439/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the employer's appeal against the labor court's decision to declare the employees' contract rescissions abusive. The court found the employer's motive was malicious retaliation for the employees' legal challenge to previous dismissals, rather than a loss of trust. Consequently, the lower court's reasoning was deemed sufficient and the appeal was rejected.

Legislator headnote

AI generated

Articles 669, 281 of the Civil Code; Article 1 of Law 2112/1920; Article 5 of Law 3198/1955: When an employer rescinds labor contracts due to malice stemming from employees' legal actions, such rescissions are deemed abusive and the employer's appeal against the labor court's finding of abuse is inadmissible.

Keywords

AI generated
abusive contract rescission employer malice labor dispute appeal contract termination abuse retaliatory dismissal labor law procedure civil code article 281

Cited Legislation

AI generated
Article 552, 553, 556, 558, 564 of the Code of Civil Procedure
Article 669 of the Code of Civil Procedure
Article 281 of the Civil Code
Article 1 of Law 2112/1920
Article 5 of Law 3198/1955
Article 176, 183, 191 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 439 / 2022 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 439/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Νικολακέα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Θεόδωρο Μαντούβαλο, Καλλιόπη Πανά - Εισηγήτρια και Παναγιώτη Αθανασόπουλο, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 9 Φεβρουαρίου 2021, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: νομίμως εκπροσωπούμενης εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στο ... της Πολιτείας ... των Η.Π.Α. και διατηρεί υποκατάστημα στο ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αναστάσιο Ταρπινίδη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1)Γ. Π. του Δ., 2)Δ. Α. του Α., και 3)Α. Π. του Κ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ανδρέα Γούναρη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21/3/2015 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 787/2017 του ίδιου Δικαστηρίου και 151/2019 του Μονομελούς Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα εταιρεία με την από 25/6/2019 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 25-6-2019 και με αριθμ. καταθ. 33/1-7-2019 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών υπ'αριθμ. 151/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πατρών, η οποία ύστερα από απόρριψη της υπ'αριθμ. 573/2018 έφεσης της αναιρεσείουσας-εναγομένης, κατά παραδοχή της από 24-10-2018 και με αριθμ. καταθ. 465/2018 έφεσης των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων, εξαφάνισε την με αριθμ. 787/2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, που είχε εκδοθεί αντιμωλία των διαδίκων και είχε απορρίψει την από 21-3-2015 και με αριθμ. καταθ. 987/27-3-2015 αγωγή των εναγόντων ήδη αναιρεσιβλήτων, ερεύνησε κατ' ουσίαν αυτή και, δεχόμενη κατά ένα μέρος την αγωγή, αναγνώρισε την ακυρότητα ως καταχρηστικών των από 24-2-2015 καταγγελιών των συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου των εναγόντων από την εναγομένη εταιρεία και υποχρέωσε την εναγομένη να αποδέχεται την προσηκόντως προσφερόμενη εργασία στη θέση, την ειδικότητα και με τις αποδοχές που αντιστοιχούν σ' αυτή, με τους όρους που ίσχυαν προ των καταγγελιών, απείλησε εναντίον της χρηματική ποινή 500 ευρώ για κάθε ημέρα μη συμμόρφωσής της στην άνω υποχρέωσή της και καταδίκασε αυτήν στην δικαστική τους δαπάνη.

Η αίτηση αναίρεσης, επομένως, ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα, αφού δεν προέκυψε ότι έλαβε χώρα επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3 και 566 παρ. 1 του ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Από τις διατάξεις των άρθρων 669 παρ. 2 ΑΚ, 1 ν. 2112/1920 και 1 και 5 του ν. 3198/1955 συνάγεται ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου συνιστά δικαίωμα του εργοδότη ή του εργαζόμενου και είναι μονομερώς αναιτιώδης δικαιοπραξία. Ως εκ τούτου, το κύρος αυτής δεν εξαρτάται από την ύπαρξη ή την ελαττωματικότητας της αιτίας, για την οποία γίνεται.

Η άσκησή της, όμως δεν επιτρέπεται να υπερβαίνει προφανώς, τα όρια που διαγράφει η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή ο οικονομικός σκοπός αυτής (ΑΚ 281). Οπότε, σε περίπτωση τέτοιας υπέρβασης, η καταγγελία καθίσταται απαγορευμένη, ως καταχρηστική και, κατά συνέπεια, άκυρη (ΑΚ 174, 180). Στην περίπτωση της ακυρότητας της καταγγελίας λόγω καταχρηστικής άσκησης αυτής, δεν επέρχεται η λύση της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας και συνακόλουθα ο εργοδότης υποχρεούται να δέχεται τις υπηρεσίες του μισθωτού, και σε περίπτωση υπερημερίας του, να καταβάλει τις αποδοχές αυτού κατά τα άρθρα 349, 350, 648, 656 ΑΚ (ΑΠ 258/2019, ΑΠ 179/2016, ΑΠ 601/2013).

Ειδικότερα, η εκ μέρους του εργοδότη καταγγελία της σύμβασης εργασίας θεωρείται καταχρηστική, όταν υπαγορεύεται από κίνητρα ξένα προς τον σκοπό, για τον οποίο έχει προβλεφθεί, ως δικαίωμα. Αυτό μπορεί να συμβεί σε περιπτώσεις, κατά τις οποίες η καταγγελία γίνεται από εμπάθεια ή διάθεση εκδικήσεως, ύστερα από προηγηθείσα νόμιμη, αλλά μη αρεστή στον εργοδότη, συμπεριφορά του εργαζομένου.

Δεν θεωρείται καταχρηστική, η καταγγελία, όταν δεν υπάρχει γι' αυτήν κάποια εμφανής ή αληθής αιτία. Διότι λόγω του αναιτιώδους χαρακτήρα της, δεν είναι ο εργοδότης, εκείνος που πρέπει να την δικαιολογήσει, αλλά ο εργαζόμενος επιδιώκοντας την ακυρότητα της καταγγελίας, πρέπει να επικαλεστεί και να αποδείξει συγκεκριμένα περιστατικά, εξ αιτίας των οποίων η άσκηση του σχετικού δικαιώματος του εργοδότη υπερβαίνει προφανώς τα όρια που διαγράφει η ΑΚ 281 και, εκ του λόγου αυτού, καθίσταται απαγορευμένη.

Και αντιστρόφως, δεν μπορεί να θεωρηθεί καταχρηστική η καταγγελία, όταν έχει ως αληθινό κίνητρο την πλημμελή εκτέλεση των καθηκόντων του εργαζόμενου ή την από πλευράς εκείνου παραβίαση των συμβατικών του υποχρεώσεων (ΑΠ 179/2016). Διότι, τότε, κλονίζεται η σχέση εμπιστοσύνης, που πρέπει να διέπει την καλή λειτουργία της συμβάσεως.

Αλλά και όταν, ακόμη, αυτό δεν συμβαίνει, η αντικειμενικά αδικαιολόγητη καταγγελία, δηλαδή εκείνη που δεν γίνεται για σοβαρούς λόγους, συνδεόμενους με το αντικειμενικό συμφέρον της επιχειρήσεως του εργοδότη, δεν είναι άνευ ετέρου καταχρηστική. Διότι, εάν τίθετο τέτοια προϋπόθεση, η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου, από αναιτιώδης δικαιοπραξία, θα μετατρεπόταν σε αιτιώδη (ΑΠ 380/2019, 258/2019, 1250/2018, 698/2018, 244/2017, 1461/2017).

3. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ~ αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 6/2019, 1/2016, 2/2013, 7/2006).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 130/2016, 1420/2013).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.

α του Συντάγματος , που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι o προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 2/2019, 9/2016, 1/1999).

Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σ' αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).

Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

4. Στην προκειμένη περίπτωση, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την προσβαλλομένη υπ' αριθμ. 151/2019 απόφασή του δέχθηκε, μετά από εκτίμηση των προσκομισθέντων με επίκληση από τους διαδίκους αποδεικτικών στοιχείων, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση το υ, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα, που αφορούν τον αναιρετικό έλεγχο: "Οι ενάγοντες, με έγκυρες συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, που συνήφθησαν στο ..., προσελήφθησαν από την εναγόμενη, ο πρώτος ενάγων στις 31.5.1996, ο δεύτερος στις 6.6.1996 και ο τρίτος στις 1.12.1998, απασχολούμενοι έκτοτε σε αυτήν και ειδικότερα στο υποκατάστημα στο ..., που αποτελεί το φορέα διαχείρισης και εκμετάλλευσης του ..., οι πρώτος και δεύτερος με την ειδικότητα του συντηρητή τεχνικών μέσων και υλικών τυχερών παιχνιδιών και ο τρίτος με την ειδικότητα του χειριστή συστήματος εσωτερικής παρακολούθησης.

Καθ' όλη τη διάρκεια της εργασιακής τους σχέσης οι ενάγοντες παρείχαν τις υπηρεσίες τους κατά το προσήκοντα τρόπο, με συνέπεια και επαγγελματισμό, γεγονός που δικαιολογεί εξάλλου τη μακρόχρονη απασχόλησή τους στην εναγόμενη εταιρία, που διήρκησε χωρίς προβλήματα ως τις 2.6.2008, όταν η εναγόμενη κοινοποίησε σ' αυτούς τις από 2-6-2006 έγγραφες καταγγελίες των συμβάσεων εργασίας τους.

Εναντίον αυτών των καταγγελιών οι ενάγοντες, με την υπ' αρ. κατ. 3353/2006 αγωγή τους προσέφυγαν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, αιτούμενοι να αναγνωριστεί η ακυρότητα τους λόγω καταχρηστικότητας, να υποχρεωθεί η εναγόμενη να αποδέχεται τις υπηρεσίες τους, καθώς και να τους καταβάλει τα εκεί αναφερόμενα ποσά, που αντιστοιχούσαν σε αποδοχές υπερημερίας.

Επί της αγωγής τους, εκδόθηκε η υπ' αρ. 97/2008 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών (ειδική διαδικασία εργατικών διαφορών), που επικυρώθηκε τελεσίδικα με την υπ' αρ. 442/2014 απόφαση του Εφετείου Πατρών, που επιλήφθηκε της υπόθεσης κατόπιν ασκήσεως εφέσεως της εναγομένης και η οποία έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή τους, αναγνωρίζοντας την ακυρότητα των, επίδικων καταγγελιών των συμβάσεων εργασίας τους, για τους λόγους που αναφέρονται στο σκεπτικό της, υποχρεώνοντας την εναγόμενη να αποδέχεται τις υπηρεσίες τους, διατάσσοντας κατά τα λοιπά τα ειδικότερα αναφερόμενα στο διατακτικό της.

Εν συνεχεία, οι ενάγοντες, με την από 20-1-2015 εξώδικη πρόσκληση-δήλωσή τους προς την αντίδικο, η οποία επιδόθηκε αυθημερόν, την κάλεσαν να αποδεχθεί τις υπηρεσίες τους που προσέφεραν προσηκόντως, απαιτώντας επιπλέον και την καταβολή των οφειλομένων αποδοχών υπερημερίας που τους είχαν επιδικασθεί δικαστικά.

Η εναγόμενη, κατόπιν διαβουλεύσεων με τους ενάγοντες, εν τέλει, κάλεσε αυτούς να επανέλθουν στην εργασία τους, κατά την ημερομηνία της 16ης Φεβρουαρίου 2015. Έτσι την προαναφερόμενη ημερομηνία οι ενάγοντες προσήλθαν εγκαίρως στις εγκαταστάσεις της εναγόμενης προκειμένου να αναλάβουν υπηρεσία, αναμένοντας να τους υποδειχθούν τα καθήκοντά τους.

Ωστόσο, καμία εργασία δεν τους ανατέθηκε κατά την προσέλευση τους ούτε και κατά τις επόμενες ημέρες που οι ενάγοντες μετέβαιναν καθημερινά, παραμένοντας άπραγοι. Η εναγόμενη ισχυρίζεται ότι επειδή είχε αλλάξει ο τρόπος λειτουργίας του καζίνο, κατά το διάστημα που μεσολάβησε από το χρόνο που αυτοί έπαψαν να εργάζονται, κατά το έτος 2006, μέχρι το Φεβρουάριο του 2015, οπότε και επανήλθαν, δεν μπορούσαν να εργαστούν, χωρίς να επιμορφωθούν και να ενημερωθούν στο νέο σύστημα λειτουργίας της επιχείρησης.

Όμως οι ημέρες περνούσαν, χωρίς οι ενάγοντες να απασχολούνται και χωρίς να λάβουν κάποια ενημέρωση ή να ενταχθούν σε κατάλληλο πρόγραμμα επιμόρφωσης, ώσπου μετά από λίγες ημέρες, στις 24-2-2015, αιφνιδίως τους κοινοποιήθηκαν νέες έγγραφες καταγγελίες των συμβάσεων εργασίας τους εκ μέρους της εναγομένης.

Η τελευταία προέβη στις καταγγελίες από εμπάθεια σε βάρος των εναγόντων, επειδή αυτοί επιδίωξαν δικαστικά την ακύρωση των προγενέστερων καταγγελιών των συμβάσεών τους και την καταβολή των οφειλομένων μισθών υπερημερίας τους, συμπεριφορά που την ζημίωσε οικονομικό αλλά και υποβάθμισε την εξωτερική της εικόνα ως εργοδότρια, που υπέκυψε δικαστικά στις αξιώσεις των εργαζομένων της, οι οποίοι αποτελούσαν και "κακό παράδειγμα" για τους λοιπούς εργαζόμενούς της.

Το πραγματικό γεγονός ότι κατά το χρόνο επιστροφής των εναγόντων στην εργασία τους και στο πλαίσιο των επαφών τους με τους εκπροσώπους της εταιρίας, ζητούσαν από την εναγόμενη την καταβολή των αποδοχών υπερημερίας που τους οφείλονταν, όχι μόνο για το χρονικό διάστημα που επιδικάστηκε με τις προαναφερόμενες αποφάσεις, ήτοι μέχρι το Φεβρουάριο του 2007, αλλά και για το μεταγενέστερο διάστημα μέχρι την επαναπασχόλησή τους, το οποίο κατά την κρίση τους δικαιούνταν, δεν αποτελεί απαξιωτική συμπεριφορά εναντίον των εκπροσώπων της εναγομένης, ούτε προϊδεάζει για εχθρικό κλίμα στις μελλοντικές τους σχέσεις.

Και τούτο γιατί η ως άνω συμπεριφορά των εναγόντων εντάσσεται στο πλαίσιο της ενεργητικής διεκδίκησης των νομίμων αξιώσεών τους και ουδέν μεμπτό ενέχει ούτε καταδεικνύει απροθυμία τους προς εργασία. Επιπλέον δε η εναγόμενη δια των νομίμων εκπροσώπων της πίεζε τους ενάγοντες να παραιτηθούν των ως άνω διεκδικήσεών τους προκειμένου να συνεχίσουν να εργάζονται, χωρίς όμως οι ενάγοντες να ενδώσουν.

Επομένως, αποδείχθηκε ότι οι ενάγοντες παρότι επέδειξαν προθυμία να απασχοληθούν στην επιχείρηση της εναγόμενης και να προσφέρουν προσηκόντως τις υπηρεσίες τους στα πλαίσια της εργασιακής τους σύμβασης και παρότι η συμπεριφορά τους απέναντι στους εκπροσώπους της εναγόμενης ήταν η προσήκουσα, η εναγόμενη δεν τους απασχολούσε πραγματικά, ούτε και είχε την πραγματική θέληση να το πράξει αυτό, παρά μόνο στην περίπτωση που θα υφίστατο παραίτηση από τις νόμιμες αξιώσεις τους.

Τυπικά μόνο τους δέχθηκε για να αποφύγει τις κυρώσεις της αναγκαστικής εκτέλεσης της απόφασης που την υποχρέωνε προς τούτο, ενώ απώτερος της στόχος ήταν με την απειλή την εκ νέου καταγγελία των συμβάσεών τους, να τους πιέσει να μη ζητήσουν τόσο τους επιδικασθέντες μισθούς υπερημερίας, όσο και αυτούς που δικαιούνταν να αξιώσουν 3 δικαστικά για μεταγενέστερο χρονικό διάστημα.

Με βάση τα ανωτέρω οι επίδικες καταγγελίες είναι άκυρες σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 174 και 180 ΑΚ, θεωρούνται πως δεν έγιναν ποτέ, καθόσον εν προκειμένω η άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος υπό το πρίσμα των ανωτέρω γεγονότων, υπερέβη προφανώς τα όρια που θέτουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή ο οικονομικός σκοπός αυτού, ήταν δηλαδή καταχρηστική.

Εξάλλου, αποδεικνύεται ότι οι ενάγοντες υπέγραψαν τις σχετικές έγγραφες καταγγελίες των συμβάσεων εργασίας τους με την επιφύλαξη των νομίμων δικαιωμάτων τους συνεπώς παρά την καταβολή σε αυτούς του ποσού της αποζημίωσης απόλυσης, που δικαιούνταν, ουδόλως αποδεικνύεται ότι παραιτήθηκαν σιωπηρά από το δικαίωμα αναγνώρισης της ακυρότητας των επίδικων καταγγελιών, όπως αβασίμως ισχυρίζεται η εναγομένη".

Με τον μοναδικό λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ η αναιρεσείουσα μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για εκ πλαγίου παραβίαση των διατάξεων των άρθρων 669 παρ. 2 ΑΚ, 1 Ν. 2112/1920, 1 και 5 Ν. 3198/1955 και 281 ΑΚ και δη ότι περιέχει, ασαφείς, ανεπαρκείς, άλλως αντιφατικές αιτιολογίες σχετικά με τα πραγματικά περιστατικά με τα οποία εκδηλώθηκε η εμπάθεια της αναιρεσείουσας και των νομίμων εκπροσώπων της σε βάρος των αναιρεσιβλήτων, ότι δεν αιτιολογεί γιατί η αναφερόμενη εμπάθεια εκδηλώθηκε με τόση καθυστέρηση, ούτε αναφέρει πρόσφατα σε σχέση με τις επίδικες καταγγελίες γεγονότα που να εκδηλώνουν εμπάθεια σχετικά με τα παραγωγικά αίτια της αποφάσεως της αναιρεσείουσας να προβεί στις επίδικες καταγγελίες καθώς και ποιος ή ποιοι από τους νομίμους εκπροσώπους της εναγομένης εταιρείας πίεσαν τους ενάγοντες να παραιτηθούν των διεκδικήσεών τους καθώς πότε και με ποιο τρόπο ασκήθηκε η πίεση αυτή. Τέλος ότι οι αιτιολογίες της είναι αντιφατικές μεταξύ τους αφού αφενός υπάρχει παραδοχή πως η αναιρεσείουσα εταιρεία προέβη στις επίδικες καταγγελίες επειδή οι ενάγοντες είχαν επιδιώξει δικαστικά την ακύρωση των προγενέστερων καταγγελιών των συμβάσεών τους και αφετέρου η παραδοχή πως αμέσως μετά την από 20/1/2015 εξώδικη δήλωση των εναγόντων-αναιρεσιβλήτων η εναγομένη κατόπιν διαβούλευσης μ' αυτούς τους κάλεσε να επανέλθουν στην εργασία τους στις 16/2/2015.

Όμως, έτσι που έκρινε το Εφετείο, όπως αναφέρεται ανωτέρω η κρίση του κατά λέξη, διέλαβε ως προς τα κρίσιμα ως άνω ζητήματα (της καταχρηστικότητας της απόλυσης των εναγόντων που έγινε από λόγους εμπάθειας) επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, οι οποίες στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά του και καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχό της, ως προς την ορθή εφαρμογή των παραπάνω διατάξεων των άρθρων 669, 281 ΑΚ, 1 Ν. 2112/1920, 1 και 5 Ν. 3198/1955 διότι υπό τα γενόμενα δεκτά περιστατικά η επίδικη καταγγελία των συμβάσεων εργασίας των εναγόντων εκ μέρους της εναγομένης αναιρεσείουσας υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλονται από το άρθρο 281 ΑΚ, αφού οφείλεται σε λόγους εμπάθειας προς το πρόσωπό τους εκ μέρους της και όχι στον κλονισμό της εμπιστοσύνης της αναιρεσείουσας στο πρόσωπό τους, που δεν δικαιολογούσε την απόλυσή τους και καθιστά την ένδικη καταγγελία του καθενός απ' αυτούς καταχρηστική. Ειδικότερα δέχθηκε ότι η εμπάθεια και ο λόγους που την προκάλεσε ήταν η δικαστική προσφυγή τους για την ακύρωση των προγενέστερων καταγγελιών, η μη ενδοτικότητα των εναγόντων στις πιέσεις που τους ασκήθηκαν να παραιτηθούν από τις αξιώσεις για μισθούς υπερημερίας της προηγούμενης ακυρωθείσης καταγγελίας μέχρι την εκ νέου προσφορά της εργασίας τους και δεν είχε σχέση με τυχόν εργασιακή συμπεριφορά τους.

Επομένως ο μόνος λόγος αναίρεσης από τον αριθμ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ με τον οποίο η αναιρεσείουσα εταιρεία ισχυρίζεται τα αντίθετα είναι αβάσιμος.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει ν' απορριφθεί η αναίρεση και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις σύμφωνα με το νόμιμο και βάσιμο αίτημά τους (άρθρ. 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 25/6/2019 αίτηση για αναίρεση της υπ'αριθμ. 151/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πατρών.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 18 Ιουνίου 2021.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 18 Μαρτίου 2022.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ