439/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παρασκευή Καλαϊτζή, Αναστασία Περιστεράκη-Εισηγήτρια, Λάμπρο Καρέλο, Ανθή Γκάμαρη, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated439/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Συνεπώς ,εφόσον αυτή δεν παραστάθηκε κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από το οικείο πινάκιο ,ούτε κατέθεσε δήλωση ότι δεν θα παραστεί κατά την εκφώνηση αυτής , σύμφωνα με τα άρθρα 242παρ 2 και 573παρ 1 ΚΠοΛΔ πρέπει να χωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία της (άρθ 576 παρ 2ΚΠολΔ).
Full text
Απόφαση 439 / 2020 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 439/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παρασκευή Καλαϊτζή, Αναστασία Περιστεράκη-Εισηγήτρια, Λάμπρο Καρέλο, Ανθή Γκάμαρη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 6η Νοεμβρίου 2019 με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των καλούντων: 1)Ι. Ζ. , 2)Χ. Ζ. κατοίκων … , και 3) ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΚΑΣΤΟΡΙΑΣ", που εδρεύει στην Καστοριά, όπως νόμιμα εκπροσωπείται, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Μενέλαο Τζέλη.
Tων καθων η κλήση:1. ΝΠΔΔ (ΟΤΑ) με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ ΚΑΣΤΟΡΙΑΣ", που εδρεύει στην Καστοριά, όπως νόμιμα εκπροσωπείται, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Αλέξανδρο Λαουμτζή, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. 2)Σ. συζ. Κ. Κ. , το γένος Ι. Π., κατοίκου … , που δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21-6-1999 αγωγή των ήδη καλούντων-αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Καστοριάς Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 40/2007 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 76/2015 του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο καθου η κλήση - αναιρεσείων με την από 29-3-2016 αίτησή του.
Εκδόθηκε η 2038/2017 απόφαση του Αρείου Πάγου που κήρυξε την συζήτηση της υπόθεσης απαράδεκτη. Οι καλούντες επανέφεραν την υπόθεση προς συζήτηση με την από 10-5-2018 κλήση τους. Η συζήτηση ματαιώθηκε λόγω εκλογών και επανήλθε στη σημερινή δικάσιμο με την από 10-6-2019 κλήση των καλούντων. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των καλούντων-αναιρεσίβλητων ζήτησε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, και να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Νόμιμα φέρεται με την από 10-6-2019 κλήση των δεύτερου, τρίτου και τετάρτης των αναιρεσιβλήτων προς συζήτηση η από 29-3-2016 αίτηση αναίρεσης του πρώτου καθού η κλήση ΔΗΜΟΥ ΚΑΣΤΟΡΙΑΣ κατά της 76/2015 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας, μετά την έκδοση της 2038/2017 απόφασης του δικαστηρίου τούτου, με την οποία κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση αυτής, για το λόγο ότι δεν προσκομίστηκε απόφαση της Οικονομικής Επιτροπής του Δήμου Καστοριάς, σύμφωνα με το άρθρο 72 ν.3852/2010 περί <Νέας Αρχιτεκτονικής της Αυτοδιοίκησης - Πρόγραμμα Καλλικράτης>.
Από το άρθρο 576 παρ. 1 και 2 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως, αν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι ή, αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολειπόμενου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως, αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για συζήτηση επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί, διαφορετικά η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τον διάδικο που απολείπεται. Από την 1477Γ/3-7-2017 έκθεση επίδοσης του Δικαστικού Επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας Τ. Λ. προκύπτει ότι στην πρώτη αναιρεσίβλητη είχε επιδοθεί αντίγραφο της ένδικης αίτησης αναίρεσης για την αρχική δικάσιμο κατά την οποία εκδόθηκε η 2038/2017 απόφαση του δικαστηρίου τούτου, ενώ όπως αποδεικνύεται από την … έκθεση επίδοσης του Δικαστικού Επιμελητή της περιφερείας του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας διορισμένου στο Πρωτοδικείο Καστοριάς Α. Μ. αντίγραφο της άνω κλήσης για τη συζήτηση της άνω αίτησης αναίρεσης για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο ομοίως της επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.
Συνεπώς ,εφόσον αυτή δεν παραστάθηκε κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από το οικείο πινάκιο ,ούτε κατέθεσε δήλωση ότι δεν θα παραστεί κατά την εκφώνηση αυτής , σύμφωνα με τα άρθρα 242παρ 2 και 573παρ 1 ΚΠοΛΔ πρέπει να χωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία της (άρθ 576 παρ 2ΚΠολΔ).
Η νομική αοριστία της αγωγής που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που πρέπει να εφαρμοστεί, αποτελεί παράβαση που ελέγχεται με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. ΙΚΠολΔ αν το δικαστήριο, για το σχηματισμό τής περί νομικής επάρκειας της αγωγής κρίση του, αξίωσε περισσότερα στοιχεία από τα απαιτούμενα από το νόμο προς θεμελίωση του ασκούμενου δικαιώματος, για να κρίνει νόμιμη την αγωγή ή αντίθετα αρκέστηκε σε λιγότερα από τα απαιτούμενα στοιχεία.
Η αοριστία όμως του δικογράφου της αγωγής μπορεί να μην είναι νομική, αλλά ποσοτική ή ποιοτική, όταν στο δικόγραφο αυτής δεν αναφέρονται με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα δικαίου, στον οποίο στηρίζεται το αίτημα της αγωγής (ποσοτική αοριστία), ή όταν στο δικόγραφο γίνεται απλώς επίκληση των όρων του νόμου χωρίς να αναφέρονται τα περιστατικά που θεμελιώνουν την εφαρμογή του συγκεκριμένου κανόνα δικαίου, (ποιοτική αοριστία) Στις περιπτώσεις αυτές (της ποσοτικής ή ποιοτικής αοριστίας της αγωγής) η απόφαση ελέγχεται με βάση τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθ. 8 και 14ΚΠολΔ, αντίστοιχα.
Τέλος, η αοριστία της αγωγής εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας, για να δημιουργηθεί όμως λόγος αναίρεσης από τους παραπάνω, πρέπει, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2ΚΠολΔ, στο αναιρετήριο να παρατίθεται ο ισχυρισμός όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται ο χρόνος και ο τρόπος προτάσεώς του ή επαναφοράς του στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ώστε να κριθεί αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος ,εάν δε συντρέχει εξαιρετική περίπτωση των εδ α-γ της παρ 2 του άρθρου 562ΚΠοΛΔ πρέπει να εκτίθεται στο αναιρετήριο η περίπτωση αυτή (ΑΠ1289/2017).
Επίσης, πρέπει να παρατίθεται στην αίτηση αναίρεσης το περιεχόμενο της αγωγής που κρίθηκε ως ορισμένη από το δικαστήριο της ουσίας ή απορρίφθηκε ως αόριστη, ώστε σε αντιπαραβολή με τις αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, που επίσης πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο, να μπορεί να διαπιστωθεί το τυχόν σφάλμα της απόφασης που πρέπει και αυτό να προσδιορίζεται με την αίτηση αναίρεσης (ΑΠ220/2012) .
Με τον πρώτο λόγο του αναιρετηρίου ο αναιρεσείων μέμφεται την προσβαλλομένη απόφαση για την πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ 14 ΚΠολΔ, διότι, ως ισχυρίζεται, η ένδικη αγωγή είναι αόριστη, γιατί οι αναιρεσίβλητοι δεν επικαλέστηκαν στην αγωγή τους την ακριβή έκταση των δύο διαιρετών και αυτοτελών τμημάτων που κληρονόμησαν το έτος 1907 οι Χ. και Α. Φ. και, ειδικότερα, ποσά από τα 15483τμ ανήκουν στα περίπου 9000 τμ και πόσα περίπου στα 3000 τμ παρά ταύτα το πρωτοβάθμιο δικαστήριο απέρριψε την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη, το δε Εφετείο τη δέχθηκε ως ουσιαστικά βάσιμη. 0 λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, αφού στο αναιρετήριο δεν αναφέρεται ο χρόνος και ο τρόπος προβολής του άνω ισχυρισμού ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου της ουσίας και η επαναφορά του ενώπιον του Εφετείου, ώστε να κριθεί αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος, καθώς και αν συντρέχει περίπτωση εφαρμογής των διατάξεων του άρθρου 562 παρ 2εδα-γΚΠοΛΔ, ενώ δεν παρατίθεται το περιεχόμενο της ένδικης αγωγής που κρίθηκε από την προσβαλλομένη ως ορισμένη, ούτε αναφέρονται και οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, ώστε να μπορεί να διαπιστωθεί το τυχόν σφάλμα της απόφασης.
Σύμφωνα με το άρθρο 1033ΑΚ, για τη μεταβίβαση κυριότητας ακινήτου, απαιτείται συμφωνία μεταξύ του κυρίου και εκείνου που την αποκτά, ότι μετατίθεται σ' αυτόν η κυριότητα για κάποια νόμιμη αιτία. Η συμφωνία γίνεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο, που υποβάλλεται σε μεταγραφή. Για τη μεταβίβαση, με τον παράγωγο αυτό τρόπο της κυριότητας ακινήτου, αποτελεί προϋπόθεση το να ήταν κύριος εκείνος που συμφώνησε τη μεταβίβασή της.
Παράγωγο τρόπο μεταβιβάσεως της κυριότητας του ακινήτου, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 1710, 1846, 1193, 1195, 1198 και 1199ΑΚ, αποτελεί και η καθολική διαδοχή από διαθήκη ή εξ αδιαθέτου, εφόσον ο κληρονομούμενος ήταν κύριος του ακινήτου, κατά το χρόνο του θανάτου του και ο κληρονόμος αποδέχθηκε την επαχθείσα σ' αυτόν κληρονομιά, με συμβολαιογραφικό έγγραφο, το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα, στα οικεία βιβλία μεταγραφών, κατά δε το άρθρο 1199 του ιδίου κώδικα, με την κατά το άρθρο 1193 μεταγραφή, η κυριότητα θεωρείται ότι περιήλθε στον κληρονόμο από το χρόνο θανάτου του κληρονομουμένου.
Κατά τη διάταξη του όρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006).
Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟΛΑΠ27/1998).
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.
Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ2/2019 7/2006).
Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 562 παρ.2ΚΠοΛΔ., είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται: α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.
Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση την πραγματική και νόμιμη κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο, δηλαδή, πρέπει στο αναιρετήριο να παρατίθεται ο ισχυρισμός όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται ο χρόνος και ο τρόπος προτάσεώς του ή επαναφοράς του στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο ,ώστε να κριθεί αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος, εάν δε συντρέχει εξαιρετική περίπτωση των εδ α-γ της παρ 2 του άρθρου 562ΚΠοΛΔ πρέπει να εκτίθεται στο αναιρετήριο η περίπτωση αυτή (ΑΠ45/2019, ΑΠ 1289/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση με το δεύτερο λόγο του αναιρετηρίου ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559αρ 1 ΚΠοΛΔ κατά την ερμηνεία. και· εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 1710 παρ,1712, 1721, 1724, 1813, 1846, 1193, 1195, 1198, 1199 και 1033ΑΚ, καθόσον αν και η Ι. Μητρόπολη Καστοριάς φέρεται να κληρονόμησε με βάση την από … ιδιόγραφη διαθήκη του Σ.
Ζ., που δημοσιεύθηκε με τα … πρακτικά του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καστοριάς, ένα (1) στρέμμα από το ποσοστό που ανήκε στο διαθέτη, την οποία (κληρονομιά) ουδέποτε αποδέχθηκε και μετέγραψε, η προσβαλλόμενη απόφαση την αναγνωρίζει ως αποκλειστική κυρία, σε ποσοστά εξ αδιαιρέτου, στην αρχική (προ επεκτάσεως του σχεδίου πόλεως Καστοριάς στη θέση <… >) επίδικη έκταση των 4.190τμ ,αλλά και στα υπ'αριθ.
… και … νέα οικόπεδα, σύμφωνα με το διατακτικό της. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, γιατί δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός αυτός προβλήθηκε παραδεκτά στο Εφετείο, δεν αναφέρονται οι σχετικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης από δε την παραδεκτή επισκόπηση των από 25-10-2011 και 1-4-2015 προτάσεών του ενώπιον του Εφετείου δεν προκύπτει ότι προβλήθηκε από τον αναιρεσείοντα τέτοιος ισχυρισμός.
Σε κάθε περίπτωση ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι αβάσιμος, αφού από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε πρωτότυπο τρόπο κτήσης κυριότητας των πιο πάνω ακινήτων από την Ιερά Μονή και δη έκτακτη χρησικτησία και μεταγραφή της … πράξης εφαρμογής που κυρώθηκε με την … απόφαση του Νομάρχη Καστοριάς.
Περαιτέρω, ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρ. 559ΚΠολΔ ιδρύεται και όταν η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου αφορά στους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών, γενικούς ή ειδικούς, με τους οποίους αίρονται οι ασάφειες ή πληρούνται τα κενά που διαπιστώνονται στις δικαιοπρακτικές δηλώσεις βουλήσεως των μερών.
Ειδικότερα, παράβαση των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών, που περιέχονται στα άρθρ. 173 και 200 του ΑΚ, συντελείται όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά τη διαπίστωση, έστω και έμμεσα, κενού ή αμφιβολίας σχετικά με την έννοια της δηλώσεως βουλήσεως, παραλείπει να προσφύγει σε αυτούς, για την διαπίστωση της αληθινής εννοίας των δηλώσεων, καθώς και όταν δέχθηκε κενό ή ασάφεια της ερμηνευομένης δικαιοπραξίας και προσέφυγε στους κανόνες της καλής πίστεως και των συναλλακτικών ηθών, αλλά με την ερμηνεία που έδωσε παραβίασε τους κανόνες αυτούς.
Αντιθέτως, δεν παραβιάζονται οι ίδιοι κανόνες όταν το ουσιαστικό δικαστήριο διαπιστώνει στην απόφασή του ότι η ελεγχόμενη δήλωση βουλήσεως είναι σαφής χωρίς κενά (ΑΠ208/2019, 590/2017). Προσφυγή πάντως στις διατάξεις αυτές υπάρχει, έστω και αν αυτές δεν κατονομάζονται ρητά στην απόφαση, εφόσον από το περιεχόμενο της απόφασης προκύπτει ότι το δικαστήριο, αναζητώντας την αληθινή βούληση των συμβαλλομένων, προσέφυγε τελικά στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρ. 173 και 200ΑΚ (ΑΠ 355/2004).
Η διαπίστωση, εξάλλου, από το δικαστήριο της ουσίας κενού ή ασάφειας στη δικαιοπραξία δεν είναι αναγκαίο να αναφέρεται ρητά στην απόφασή του, αλλά αρκεί να προκύπτει και έμμεσα απ' αυτή, όπως συμβαίνει όταν, παρά την έλλειψη σχετικής διαπίστωσης στην απόφαση, το δικαστήριο της ουσίας προέβη σε συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, γεγονός που αποκαλύπτει ακριβώς ότι το δικαστήριο αντιμετώπισε κενό ή ασάφεια στις δηλώσεις βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων, που το ανάγκασαν να καταφύγει στη συμπλήρωση ή ανάλογα στην ερμηνεία τους (ΑΠ 311/1993, 215/2005).
Ιδίως αυτό συμβαίνει, όταν το δικαστήριο προβαίνει στο συσχετισμό των όρων της σύμβασης, στη λήψη στοιχείων εκτός της σύμβασης ή αντλεί επιχειρήματα από το σκοπό της (ΑΠ 1258/2004). Παράβαση των ερμηνευτικών κανόνων των άρθρ. 173 και 200 του ΑΚ συνιστά και η εσφαλμένη εφαρμογή τους, με την έννοια της ευθείας κατ' αρχήν παράβασης των κανόνων αυτών στην περίπτωση που το σχετικό πόρισμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο ως προς την ερμηνεία ή τη συμπλήρωση της δικαιοπραξίας, δεν είναι σύμφωνο με την καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη (ΑΠ 832/2009, 715/2010), πρέπει δε για να είναι ορισμένος ο σχετικός λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ να αναφέρεται στο αναιρετήριο το περιεχόμενο της δικαιοπραξίας που δεν ερμηνεύθηκε ή εσφαλμένα ερμηνεύθηκε, η διαπίστωση από το δικαστήριο της ουσίας κενού ή ασάφειας ως προς τη δικαιοπρακτική δήλωση βουλήσεως, το περιεχόμενο που έπρεπε να προσδώσει σ' αυτή με σωστή ερμηνεία η απόφαση και σε τι συνίσταται το σφάλμα της ως προς την παραβίαση των ερμηνευτικών κανόνων (ΑΠ 617/2019).
Εξάλλου, τα διδάγματα της κοινής πείρας, δηλαδή, οι αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων που συνάγονται από την παρατήρηση του καθημερινού βίου, την επιστημονική έρευνα και την, εν γένει, επαγγελματική ενασχόληση και μπορούν να χρησιμοποιηθούν είτε για να εξακριβωθεί η βασιμότητα των πραγματικών περιστατικών που αποτέλεσαν το αντικείμενο της απόδειξης (άρθρο 336 παρ.4ΚΠολΔ), είτε για να γίνει, μετά τη διαπίστωση της βασιμότητάς της, η υπαγωγή τους σε νομικούς κανόνες (άρθρο 559 αρ. 1β ΚΠολΔ ΟλΑΠ 10/05), μπορούν να αποτελέσουν λόγο αναίρεσης μόνο κατά την ερμηνεία των κανόνων δικαίου ή κατά την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στον προσήκοντα κανόνα δικαίου (ΟλΑΠ 23/88).
Δεν αποτελούν, όμως, λόγο αναίρεσης, όταν χρησιμεύουν για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εκτίμηση αποδείξεων (ΑΠ 120/04), την ερμηνεία της δικαιοπραξίας ή για την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων (ΟλΑΠ 10/05, ΑΠ 1532/13). Με τον τρίτο λόγο του αναιρετηρίου ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, δεν εφάρμοσε ορθά τις διατάξεις των άρθρων 173 και 200ΑΚ ούτε τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την έρευνα των … και … δηλώσεων αποδοχής κληρονομιάς του Σ/φου Καστοριάς Β.
Σ., όπου αναφέρεται ότι η συνολική έκταση των κληρονομουμένων από αυτούς ακινήτων είναι περίπου 16 στρέμματα, ενώ στο … προσύμφωνο μεταβίβασης ακινήτου του Σ/φου Καστοριάς Γ. Τ. αναφέρεται για πρώτη φορά ότι πρόκειται για δύο αγροτεμάχια 9000 και 3000τμ, αντίστοιχα, και στη … δήλωση αποδοχής κληρονομιάς του Σ/φου Α.
Γ. Κ. η άνω έκταση περιγράφεται ως συνολικής επιφανείας 8 παλαιών τουρκικών στρεμμάτων, έτσι ώστε "με βάση τους ερμηνευτικούς κανόνες και τα διδάγματα της κοινής πείρας, τα κρατούντα στις συναλλαγές, αναμφίβολα να προκύπτει ότι είναι αδύνατον από το 1886 έως το 1993 να αγνοούνται 4190τμ καλλιεργούμενα με δημητριακά και απαιτήθηκαν 110 χρόνια για να ισχυριστούν οι ενάγοντες ότι η ενιαία έκταση είναι κατά 4190τμ μεγαλύτερη από το 1973 που υπολογίστηκε από τους ίδιους σε 12000τμ.".
Ο σχετικός λόγος ως προς το πρώτο σκέλος του που αφορά τους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200ΑΚ είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, εξαιτίας της αοριστίας του, γιατί ο αναιρεσείων δεν επικαλείται ότι το δικαστήριο α) είτε προσέφυγε στους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες προς συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, μολονότι δέχθηκε, ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας, κατά την ανέλεγκτη, προς αυτό, κρίση του, β) είτε παρέλειψε να προσφύγει στους ίδιους ερμηνευτικούς κανόνες, καίτοι ανέλεγκτα, επίσης, διαπίστωσε την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στις δηλώσεις βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων, γ) είτε επικαλείται ότι το σχετικό πόρισμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο ως προς την ερμηνεία ή τη συμπλήρωση της δικαιοπραξίας, δεν είναι σύμφωνο με την καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη (ΑΠ 1580/1995, 832/2009, 715/2010), αλλά και γιατί, σε κάθε περίπτωση, πράγματι, υπό την αιτίαση αυτή, πλήττει την αναιρετικά ανέλεγκτη ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου.
Όσον αφορά το δεύτερο σκέλος του, σχετικό με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ομοίως ως απαράδεκτος, αφού τα επικαλούμενα στο λόγο αυτό διδάγματα της κοινής πείρας δεν αναφέρονται στην ερμηνεία κανόνα δικαίου ή την υπαγωγή σ' αυτόν πραγματικών περιστατικών, αλλά στην εκτίμηση των αποδείξεων και της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων.
Περαιτέρω, παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, που ιδρύει τον αναιρετικό λόγο από τον αριθ. 20 του άρθρ. 559ΚΠοΛΔ, υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας, από εσφαλμένη ανάγνωση αποδεικτικού εγγράφου, δέχθηκε, ως περιεχόμενο του, κάτι διαφορετικό, από το πραγματικό, δηλαδή, ότι περιέχει περιστατικά, προφανώς, διάφορα από εκείνα, που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο το δικαστήριο ορθώς ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό, από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό, αφού στην περίπτωση αυτή πρόκειται για παράπονο αναγόμενο στην εκτίμηση πραγματικών περιστατικών, που εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο.
Για να θεμελιώνεται, επίσης, ο λόγος αναίρεσης, από τον αριθμό 20 του άρθρου 559ΚΠολΔ, θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικό ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, που φέρεται ότι παραμορφώθηκε κατά το περιεχόμενό του. Δεν αρκεί ότι το δικαστήριο συνεκτίμησε το έγγραφο απλώς, με άλλα αποδεικτικά μέσα, αλλά πρέπει να έχει εξάρει περιεχόμενο του, σε σχέση με το αποδεικτικό πόρισμα, στο οποίο κατέληξε και το οποίο, εξ άλλου, θα πρέπει να είναι επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αναφορικά με πράγματα, που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 1/1999, 1627/2010).
Δεν αποτελούν έγγραφα κατά την έννοια της παραπάνω διάταξης, μεταξύ άλλων, τα διαδικαστικά έγγραφα της ίδιας δίκης, όπως τα δικόγραφα της αγωγής, της έφεσης, οι προτάσεις των διαδίκων κλπ. ούτε οι εκθέσεις αυτοψίας ή πραγματογνωμοσύνης και το συνοδεύον αυτές σχεδιάγραμμα ούτε οι συνταχθείσες γνωμοδοτήσεις προσώπων που έχουν ειδικές γνώσεις σε ζητήματα που αφορούν εκκρεμή δίκη και τα συνοδεύοντα αυτές τοπογραφικά διαγράμματα (ΑΠ1106/2014, 406/2006).
Εξάλλου, για να είναι ορισμένος, ο ίδιος λόγος αναίρεσης, θα πρέπει στο αναιρετήριο να προσδιορίζεται: α) το αληθινό περιεχόμενο του φερόμενου ως παραμορφωθέντος εγγράφου, β) το περιεχόμενο που προσέδωσε σ' αυτό η προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε από τη σύγκριση να καθίσταται εμφανές το διαγνωστικό σφάλμα της, γ) ο ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός για την απόδειξη ή την ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο και, δ) το επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αποδεικτικό πόρισμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο εξ αιτίας της παραμόρφωσης του εγγράφου (ΑΠ 1099/2019).
Με τον τέταρτο λόγο της αίτησης αναίρεσης ο αναιρεσείων παραπονείται ότι το Εφετείο προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα παραμόρφωσε την αεροφωτογραφία του έτους 1945. Ειδικότερα, ο αναιρεσείων εκθέτει ότι κατά την ανάγνωση της άνω αεροφωτογραφίας το Εφετείο υπέπεσε σε διαγνωστικό λάθος και παραμόρφωση αυτής, δεχθέν ότι "..το επίδικο τμήμα φαίνεται καθαρό ότι δεν καλλιεργείται με τον ίδιο τρόπο όπως το ….
Η υφή όμως της γκρι κλίμακας στο τμήμα αυτό, φαίνεται ίδια με την αντίστοιχη των τεμαχίων … , … , … αλλά και των … , … κλπ στη βόρεια πλευρά του ρέματος ...Περαιτέρω από την εξέταση της αεροφωτογραφίας δεν προκύπτουν στοιχεία ότι η περιοχή κατακλυζόταν κατά τη διάρκεια πλημμύρας" διότι από την εξέταση της επίδικης λωρίδας και των ομόρων αυτής εκτάσεων φαίνεται καθαρά από τον τόνο της απόχρωσης του γκρι ότι αποτελεί τμήμα της ευρύτερης ανταλλάξιμης έκτασης (δηλαδή την έκταση στην οποία αντιστοιχούν τα κληροτεμάχια … , … , … , … κλπ) και ότι η επίδικη έκταση δεν προσμοιάζει με την απεικόνιση του αριθ … τεμαχίου, αλλά ούτε και των … και … τα οποία απεικονίζονται με ελαφρώς εντονότερη απόχρωση του γκρι. - Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο προπαρατεθέν αποδεικτικό του πόρισμα εκτός από την αεροφωτογραφία του έτους 1945 έλαβε υπόψη του <τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων απόδειξης και ανταπόδειξης που εξετάστηκαν ενώπιον του Εισηγητή Δικαστή του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Καστοριάς και περιέχονται στην υπ 'αριθμ 6/2005 προσκομιζόμενη Εισηγητική έκθεση, οι οποίες εκτιμώνται καθαυτές και σε συνδυασμό μεταξύ τους κατά το λόγο της γνώσης και της αξιοπιστίας κάθε μάρτυρα, από όλα τα έγγραφα, τα οποία επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, που λαμβάνονται υπόψη είτε για άμεση απόδειξη ..., είτε ως δικαστικά τεκμήρια, εφόσον επιτράπηκε το εμμάρτυρο μέσο αποδείξεως ..., την υπ' αριθμ.
καταθ. … έκθεση πραγματογνωμοσύνης του Ν. Δ., αρχιτέκτονα-μηχανικού, την υπ' αριθμ. καταθ. … έκθεση πραγματογνωμοσύνης του Θ. Β., Αγρονόμου - Τοπογράφου Μηχανικού, τις από Μάρτιο 2002 και 2015 τεχνικές εκθέσεις του Η. Χ., Αγρονόμου.-Τοπογράφου Μηχανικού, την από Ιούνιο 2009 έκθεση του Κ. Β., Αγρονόμου - Τοπογράφου Μηχανικού και την από 16.10.2009 έκθεση φωτοερμηνείας του Π.
Ζ., δασολόγου - Περιβαλλοντολόγου>, συνεκτιμώντας την μαζί με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα και, επομένως, ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι αβάσιμος .
Με τον πέμπτο λόγο του αναιρετηρίου ο αναιρεσείων μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για την πλημμέλεια του άρθρου 559αρ 20ΚΠολΔ και συγκεκριμένα ότι προκειμένου το Εφετείο να καταλήξει στο αποδεικτικό πόρισμα ως προς· το σχήμα και το εμβαδό του ρέματος, όπως εμφανίζεται στη διανομή του έτους 1937, "και ιδιαίτερα το γεγονός, ότι αυτό δεν εμφανίζεται στην αποτύπωση του έτους 1936, η οποία είναι χρονικά σχεδόν ταυτόσημη", παραμόρφωσε τα τοπογραφικό διαγράμματα των ετών 1932 και 1936 και τον πίνακα διανομής του έτους 1937.
Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος σχετικά με τα σχεδιαγράμματα, γιατί αυτά δεν αποτελούν έγγραφα κατά την έννοια στης διάταξης του άρθρου 559 αρ 20ΚΠολΔ. Απαράδεκτος δε, ως αόριστος, είναι ο ίδιος λόγος και για τον πίνακα διανομής, αφού δεν αναφέρεται το δικόγραφο του αναιρετηρίου σε τι συνίσταται η παραμόρφωση αυτού.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και, ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.
α του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 1/1999).
Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή (για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος), συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή η μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).
Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και, γενικότερα, ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.
Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου, δεν αποτελούν "αιτιολογία", ώστε στο πλαίσιο της διάταξης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ να επιδέχονται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια.
Ούτε εξ άλλου ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του όρθρου 559 του ΚΠολΔ εξ αιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων (ΑΠ 1420/2013). Για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται ότι η προσβαλλομένη απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση εξαιτίας ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, πρέπει στο αναιρετήριο, πλην της αναφοράς στη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, του προταθέντος ουσιώδους αυτοτελούς ισχυρισμού και των θεμελιούντων αυτόν πραγματικών περιστατικών, το μεν να αναφέρονται οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, το δε να εξειδικεύονται οι ανεπάρκειες ή οι αντιφάσεις που προσάπτονται στις ως άνω παραδοχές, δηλαδή να διαλαμβάνεται ποίες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 1184/2015).
Συνακόλουθα, η έλλειψη νόμιμης βάσης της προσβαλλομένης απόφασης για ελλιπείς, ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες (άρθ. 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ) πρέπει να προκύπτουν από τη διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της απόφασης ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δηλαδή, από τις παραδοχές της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας επί των ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης (ΑΠ 1420/2013) και κατά τούτο συνιστούν κατά τα ήδη προεκτεθέντα στοιχεία του ορισμένου του προβαλλομένου στο αναιρετήριο σχετικού λόγου αναίρεσης (ΟλΑΠ 27/1998, ΑΠ319/2017).
Από δε τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ, που ορίζει, ότι αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη, προκύπτει, ότι ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δέχεται πράγματα, δηλαδή;
αυτοτελείς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά ή όταν δεν εκτίθεται στην απόφαση, ούτε γενικώς, από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε το δικαστήριο την απόδειξη γι' αυτά (ΑΠ 1/2008), δεν απαιτείται όμως η απόφαση να αξιολογεί ειδικώς τα επιμέρους αποδεικτικά μέσα, προσδιορίζοντας τι προκύπτει από κάθε αποδεικτικό μέσο και ποιον ισχυρισμό στηρίζει.
Εφόσον, συνεπώς, προκύπτει από την απόφαση ότι το δικαστήριο άντλησε την κρίση του από αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά προσκομίσθηκαν με επίκληση, δεν ιδρύεται ο παραπάνω λόγος αναιρέσεως, ούτε βέβαια ελέγχεται με το λόγο αυτό η ορθότητα του αποδεικτικού πορίσματος, στο οποίο το δικαστήριο κατέληξε και ως προς το οποίο η κρίση του είναι γενικώς ανέλεγκτη αναιρετικά, εκτός και αν πρόκειται για ανεπάρκεια ή ασάφεια των αιτιολογιών της απόφασης, οπότε ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 19 του αρθρ. 559ΚΠολΔ (ΑΠ 1348/2017).
Με τον έκτο λόγο της αίτησης αναίρεσης ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του όρθρου 559αρ 19,20 και 10 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος ότι η προσβαλλόμενη απόφαση το μεν στην 7η σελίδα, το δε στην 10η σελίδα, αναφέρει ότι την αμφισβήτηση του επί του ιδιοκτησιακού των 4.190 τμ ο αναιρεσείων στηρίζει στο διάγραμμα διανομής του 1937 "μεταξύ άλλων" (χωρίς καμμιά άλλη αναφορά) και αντιφατικά "κυρίως" σ' αυτό και ότι (σελ. 10) "Πέραν τούτου, η Διανομή έτους 1937, στην οποία στηρίζεται -κυρίως- η διατυπωθείσα αμφισβήτηση του εναγομένου ως προς το ιδιοκτησιακό καθεστώς των 4.190 τ.
μ., παρουσιάζει και εγγενείς αδυναμίες. Συγκεκριμένα, η Διανομή 1937 έχει συνταχθεί χρησιμοποιώντας ως βάση τις αποτυπώσεις από το Ύπ. Γεωργίας των ετών 1932 και 1936. Οι αποτυπώσεις αυτές και κατά συνέπεια και η Διανομή 1937είναι ημιτελείς, καθώς... α) σε πλείστες περιπτώσεις, ότι οι ιδιοκτησίες έχουν αποτυπωθεί με λανθασμένα όρια, όπως υποδείχθηκαν από τους οριοδείκτες, β) αναφέρονται λάθος φερόμενοι ιδιοκτήτες κατά δήλωση των οριοδεικτών και γ) δεν ακολουθήθηκαν διαδικασίες δημόσιας ανάρτησης, ενστάσεων κλπ., με αποτέλεσμα οι τότε ιδιοκτήτες να μην έχουν την δυνατότητα προσφυγής και διόρθωσης των εσφαλμένων στοιχείων.
Επιπλέον, σε πολλές περιπτώσεις υφίσταται ασυμφωνία μεταξύ των αποτυπώσεων 1932 και 1936 και Διανομής 1937, τόσο ως προς τα γεωμετρικά, όσο και ως προς τα ιδιοκτησιακό στοιχεία των γεωτεμαχίων. Έχουν εντοπιστεί κατά περιοχές, σημαντικά λάθη στην αποτύπωση ορίων, τα οποία οφείλονται είτε στις μεθόδους και ακρίβειες της εποχής, είτε σε σχεδιαστικά λάθη μεταφοράς.
Υπάρχει επίσης αναντιστοιχία μεταξύ γεωμετρικής περιγραφής στους χάρτες (σχήμα, διαστάσεις) και εμβαδών στους κτηματολογικούς πίνακες. Είναι σαφές λοιπόν ότι η άκριτη υιοθέτηση των στοιχείων της Διανομής 1937, μπορεί να οδηγήσει σε εσφαλμένα συμπεράσματα και θα πρέπει να εξετάζεται η κάθε περίπτωση σε συνδυασμό με τα λοιπά διαθέσιμα στοιχεία, για την ορθή υλοποίηση των τίτλων και ορίων των γεωτεμαχίων".
Ειδικότερα, ισχυρίζεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση αποφαίνεται ότι είναι ημιτελείς οι εργασίες των 1932,1936 και Διανομής 1937 του Υπ. Γεωργίας αν και η διανομή του έτους 1937 για τον Δήμο Καστοριάς ΔΕΝ είναι ημιτελής διότι ακριβώς αντίθετα έχει ολοκληρωθεί και είναι κυρωμένη ως προς τη διανομή των δημοσίων (ανταλλάξιμων) εκτάσεων με βάση το άρθρο 12 του Ν.Δ. 2535/1953 (ΦΕΚ 225Α/27-8-1953) και ως προς την καταγραφή των κοινόχρηστων εκτάσεων.
Και επομένως με καμιά έννοια δεν μπορεί να θεωρηθεί ημιτελής, αλλά απολύτως έγκυρη και δεσμευτική για όλες τις προς διανομή ανταλλάξιμες εκτάσεις και δημόσιες γαίες. Σημειώνεται ότι σκοπός των τοπογραφικών εργασιών του Υπ. Γεωργίας της περιόδου εκείνης ήταν η ακριβής αποτύπωση των ανταλλάξιμων εκτάσεων που είχαν περιέλθει στην κυριότητα του Ελληνικού Κράτους, με στόχο τη μετέπειτα διανομή αυτών για την αποκατάσταση των προσφύγων και επειδή, ήδη από την αποχώρηση του μουσουλμανικού πληθυσμού είχαν σημειωθεί αυθαίρετες καταλήψεις σε τμήματα των εκτάσεων αυτών, η ακριβής υπόδειξη και καταγραφή των εκτάσεων αυτών ήταν εξόχως σημαντική.
Στο πλαίσιο αυτό έχουν καταγραφεί κατά την αποτύπωση του 1937 και οι κατεχόμενες υπό τρίτων εκτάσεις του Δημοσίου, όπως επίσης φαίνεται στα αυτοσχέδια υπαίθρου, στοιχείο που συνηγορεί στην ακρίβεια και πληρότητα της εκτελεσθείσας κτηματογράφησης ως προς τις δημόσιες εκτάσεις." Ο λόγος κατά το πρώτο σκέλος του είναι παντελώς αόριστος και συνακόλουθα απαράδεκτος, αφού δεν αναφέρονται οι διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι παραβιάσθηκαν εκ πλαγίου από την προσβαλλόμενη απόφαση και δεν αναφέρονται όλες οι παραδοχές αυτής, αλλά κάποιες αποσπασματικά, ούτε ποια είναι η ανεπάρκεια ή η αντίφαση ή έλλειψη των αιτιολογιών και ποιες ακριβώς αιτιολογίες έπρεπε να αναφέρονται, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην μείζονα πρόταση.
Όσον αφορά το δεύτερο σκέλος αυτού του λόγου είναι ομοίως απαράδεκτος αφού δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ποια έγγραφα έχουν παραμορφωθεί και σε τι συνίσταται η παραμόρφωση αυτών. Τέλος αβάσιμος είναι κατά το τρίτο σκέλος του ο λόγος αυτός, αφού από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα σχετικά με το ιδιοκτησιακό καθεστώς των 4190τμ, έλαβε υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα της υπόθεσης και δη <τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων απόδειξης και ανταπόδειξης που εξετάστηκαν ενώπιον του Εισηγητή Δικαστή του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Καστοριάς και περιέχονται στην υπ αριθμ. 6/2005 προσκομιζόμενη Εισηγητική έκθεση, οι οποίες εκτιμώνται καθαυτές και σε συνδυασμό μεταξύ τους κατά το λόγο της γνώσης και της αξιοπιστίας κάθε μάρτυρα, από όλα τα έγγραφα, τα οποία επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, που λαμβάνονται υπόψη είτε για άμεση απόδειξη ...,είτε ως δικαστικά τεκμήρια, εφόσον επιτράπηκε το εμμάρτυρο μέσο αποδείξεως ..., την υπ' αριθμ.
καταθ. … έκθεση πραγματογνωμοσύνης του Ν. Δ., αρχιτέκτονα-μηχανικού, την υπ' αριθμ. καταθ. … έκθεση πραγματογνωμοσύνης του Θ. Β., Αγρονόμου - Τοπογράφου Μηχανικού, τις από Μάρτιο 2002 και 2015 τεχνικές εκθέσεις του Η. Χ., Αγρονόμου.-Τοπογράφου Μηχανικού, την από Ιούνιο 2009 έκθεση του Κ. Β. Αγρονόμου - Τοπογράφου Μηχανικού και την από 16.10.2009 έκθεση φωτοερμηνείας του Π.
Ζ., δασολόγου - Περιβαλλοντολόγου>. Επομένως το Εφετείο δεν δέχθηκε παρά το νόμο πράγματα, που έχουν ουσιώδη έκβαση στην έκβαση της δίκης και δη την αναγνωριστική κυριότητας αγωγή των εναγόντων σχετικά με την έκταση των 4190 τμ, ως αληθινά, χωρίς απόδειξη.
Με τον έβδομο λόγο του αναιρετηρίου ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται νόμιμης βάσης και, ιδίως, ότι δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ,καθόσον αναφέρονται σ'αυτήν οι εκφράσεις <θα πρέπει να λεχθεί...ή λεκτέα είναι...> έτσι έτσι το αποδεικτικό της πόρισμα να είναι αμφίβολο. <Επιπλέον στην κρινόμενη απόφαση γεγονός είναι ότι:7α) Το μείζον μέρος του σκεπτικού της εξαντλείται σε μεταφορά των πορισμάτων των δικαστικών πραγματογνωμόνων και του τεχνικού συμβούλου με τρόπο που δεν καθίσταται σαφές τι τελικά αποδέχεται το δικαστήριο.7β) χρησιμοποιείται διαρκώς ο όρος "προκύπτει" και μόνο κατ' εξαίρεση ο όρος "αποδείχθηκε" ώστε να μη είναι σαφής η διάκριση.7γ).
Σε άλλα σημεία της αναιρεσιβαλλόμενης, αναφέρονται τα αρχικά τρία τεμάχια αντίστοιχα: ως αγρός, αμπελότοπος (δηλ. έκταση κατάλληλη για άμπελο ή όπου υπάρχουν αμπέλια και όχι άμπελος) και άμπελος, εν τέλει αναφέρονται όλα ως άμπελος.7δ). Στην σελίδα 9 ως και 10 της αναιρεσιβαλλόμενης γίνεται ειδική και εκτεταμένη αναφορά στην επιστημονική διένεξη σε σημερινά τετραγωνικά μέτρα (η οποία συναρτάται και από την χρήση - καλλιέργεια της γής) στην αναιρεσιβαλλόμενη ΔΕΝ αναφέρεται ποια ισοδυναμία εφαρμόζει.
Ώστε πρέπει να αναιρεθεί για όλα αυτά η προσβαλλόμενη απόφαση>. Ο λόγος αυτός είναι αόριστος και συνακόλουθα απαράδεκτος αφού δεν αναφέρονται στο αναιρετήριο οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης και οι διατάξεις ουσιαστικού δικαίου οι οποίες παραβιάστηκαν εκ πλαγίου.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αρ.
ΙΙγΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 106, 335, 338-340 και 346 ίδιου Κώδικα προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, για να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται, να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, που αυτοί νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, χωρίς, όμως, να απαιτείται και ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση καθενός τούτων, αρκεί να καθίσταται απολύτως βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασής του, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 1633/09).
Αντίθετα, για την ίδρυση του παραπάνω λόγου, αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη του, για την απόδειξη κρίσιμων, με την προεκτεθείσα έννοια, ισχυρισμών των διαδίκων, αποδεικτικά μέσα που αυτοί νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, είτε για άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (ΟλΑΠ 2/08).
Εξάλλου, ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθ. 8(β) του όρθρου 559ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, νοούνται δε ως πράγματα οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (ΟλΑΠ 3/1997), δηλαδή, οι ισχυρισμοί που κατά το νόμο διαμόρφωσαν ή ανάλογα ήταν ικανοί να διαμορφώσουν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης (ΟλΑΠ 2/1989).
Συνακολούθως, δεν ιδρύει τον παραπάνω λόγο αναιρέσεως ούτε η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να απαντήσει σε ισχυρισμό εκπρόθεσμο, αόριστο και γενικώς απαράδεκτο, μη νόμιμο ή αλυσιτελή (ΟλΑΠ 2/1989) ή σε απλώς αρνητικό ή διευκρινιστικό ισχυρισμό, δηλαδή, σε ισχυρισμό που δεν καταλήγει στην επίκληση έννομης συνέπειας και βέβαια το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει ούτε στα πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων που αντλούν αυτοί από τα προσκομιζόμενα αποδεικτικά μέσα, έστω και αν διατυπώνονται υπό τη μορφή λόγου έφεσης, ούτε στα νομικά επιχειρήματα τους, που σε αντίθεση με τους αυτοτελείς ισχυρισμούς τους δεν περιέχουν κρίση ως προς την επέλευση ή όχι μιας έννομης συνέπειας, αλλά προβάλλονται με σκοπό να συμβάλλουν στον καθορισμό του αληθινού νοήματος του επικαλούμενου ή αποκρουσμένου στη συγκεκριμένη περίπτωση κανόνα δικαίου.
Ο ίδιος λόγος αναιρέσεως απορρίπτεται ως αβάσιμος, αν το δικαστήριο έλαβε μεν υπόψη του τον κρίσιμο ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, όμως τον απέρριψε, ρητώς ή και σιωπηρώς, για οποιονδήποτε τυπική ή ουσιαστική αιτία (ΟλΑΠ 12/1991)Εξάλλου, κατά την άνω έννοια δεν είναι πράγμα η επίκληση των αποδεικτικών μέσων και του περιεχομένου τους (Π1349/2018).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 562 παρ. 2ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης, που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται: α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, ήτοι από την ανάγνωση μόνο της απόφασης, χωρίς να απαιτείται και επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.
Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει την ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.
Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης, είχε προταθεί και, μάλιστα, νόμιμα στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. Εξάλλου, το ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπάγγελτα υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, δεν έχει σημασία, διότι, στην περίπτωση αυτή, το δικαστήριο παραβίασε μεν το νόμο, όμως λόγος αναίρεσης δεν μπορεί να ιδρυθεί, αν ο σχετικός ισχυρισμός δεν είχε προταθεί νόμιμα από τον διάδικο, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις παραπάνω εξαιρέσεις.
Και στις περιπτώσεις, όμως, αυτές, για να είναι παραδεκτός ο σχετικός ισχυρισμός, που προτείνεται για πρώτη φορά στον Άρειο Πάγο, όταν αφορά τη δημόσια τάξη ή όταν το σφάλμα προκύπτει από την ίδια την απόφαση, πρέπει τα πραγματικά γεγονότα στα οποία στηρίζεται, να είχαν υποβληθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και να γίνεται στο αναιρετήριο επίκληση της υποβολής αυτής.
Επομένως, ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, ενώ πρέπει να αναφέρεται και ο χρόνος και ο τρόπος πρότασής του ή επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί, με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος. Το απαράδεκτο αυτό αφορά όλους τους λόγους αναίρεσης (ΑΠ 1059/17).
Με το πρώτο σκέλος του όγδοου λόγου του αναιρετηρίου ο αναιρεσείων μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για την πλημμέλεια του άρθρου 559αρ 11γ ΚΠοΛΔ, ισχυριζόμενος ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του την 13/1984 Εισηγητική Έκθεση, του Εισηγητή Δικαστή του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Καστοριάς που αφορούσε άλλη δίκη και που νόμιμα επικαλέστηκε και προσκόμισε ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και του Εφετείου.
Ο λόγος είναι αβάσιμος διότι από τη ρητή διαβεβαίωση του Εφετείου στην προσβαλλόμενη απόφασή του ότι έλαβε υπόψη του όλα τα αποδεικτικό μέσα της υπόθεσης και δη <τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων απόδειξης και ανταπόδειξης που εξετάστηκαν ενώπιον του Εισηγητή Δικαστή του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Καστοριάς και περιέχονται στην υπ'αριθμ 6/2005 προσκομιζόμενη Εισηγητική έκθεση, οι οποίες εκτιμώνται καθαυτές και σε συνδυασμό μεταξύ τους κατά το λόγο της γνώσης και της αξιοπιστίας κάθε μάρτυρα, από όλα τα έγγραφα, τα οποία επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, που λαμβάνονται υπόψη είτε για άμεση απόδειξη ..., είτε ως δικαστικό τεκμήρια, εφόσον επιτράπηκε το εμμάρτυρο μέσο αποδείξεως ..., την υπ' αριθμ.
καταθ. … έκθεση πραγματογνωμοσύνης του Ν. Δ., αρχιτέκτονα- μηχανικού, την υπ' αριθμ. καταθ. … έκθεση πραγματογνωμοσύνης του Θ. Β., Αγρονόμου - Τοπογράφου Μηχανικού, τις από Μάρτιο 2002 και 2015 τεχνικές εκθέσεις του Η. Χ., Αγρονόμου.- Τοπογράφου Μηχανικού, την από Ιούνιο 2009 έκθεση του Κ. Β., Αγρονόμου - Τοπογράφου Μηχανικού και την από 16.10.2009 έκθεση φωτοερμηνείας του Π.
Ζ., δασολόγου Περιβαλλοντολόγους" σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της απόφασής τους αυτής, καθίσταται απολύτως βέβαιο ότι το Εφετείο, για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, έλαβε υπόψη του και την ανωτέρω Εισηγητική Έκθεση, ως έγγραφο.
Ο αναφερόμενος στο δεύτερο σκέλος λόγος του αναιρετηρίου από το άρθρο 559αρ 8βΚΠολΔ, με τον οποίο ο αναιρεσείων αιτιάται ότι η προσβαλλόμενη δεν έλαβε υπόψη πράγματα που είχαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα, τις καταθέσεις που περιέχονται στην πιο πάνω Εισηγητική 'Εκθεση είναι απαράδεκτος, αφού αυτές δεν συνιστούν "πράγματα", σύμφωνα με τα προαναφερθέντα στη μείζονα πρόταση. Κατόπιν τούτων, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης, και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων Δήμος στα δικαστικά έξοδα των παραστάντων 2ου,3ου και 4ης των αναιρεσιβλήτων, λόγω της ήττας του (άρθ 176, 183, 191 παρ 2 ΚΠοΛΔ), τα οποία όμως πρέπει να καταλογιστούν μειωμένα, σύμφωνα με τα άρθ. 22 §§2,3 του ν. 3693/1957, 276 και 281 ν. 3463/2006, 52 αρ. 18 Εισ Ν ΚΠολΔ, και την υπ'αριθμ. 134423/8.12.1992 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ Β'11/20.1.1993) που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθ. 5 §12 του ν. 1738/1987.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 29-3-2016 αίτηση αναίρεσης του ΔΗΜΟΥ ΚΑΣΤΟΡΙΑΣ κατά της 76/2015 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των άνω παραστάντων αναιρεσιβλήτων που ορίζει σε εξακόσια (600) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 11 Μαρτίου 2020.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 29 Απριλίου 2020.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ