Legislator Case Law & Legislation
439/2019 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on traffic accident damages, upholding lower court's proportionality assessment.

Case Number 439/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeals filed by the deceased's family and the insurance company against the First Instance Court's judgment. The court found the lower court's assessment of damages for the parents, sister, and grandparents to be reasonable and within the bounds of judicial discretion. Consequently, the appeals were rejected as unfounded, and the appellants were ordered to pay the legal costs of the respondents.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 176, 183, 189, 191 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court holds that a First Instance Court's determination of compensation amounts in a traffic accident case does not violate the principle of proportionality if it remains within the limits of judicial discretion and aligns with common practice.

Keywords

AI generated
traffic accident damages principle of proportionality judicial discretion limits family compensation appeal dismissal legal costs allocation civil procedure code

Cited Legislation

AI generated
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 189 of the Code of Civil Procedure
Article 191 of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Article 25 of the Constitution
Article 932 of the Civil Code
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 439 / 2019 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 439/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σοφία Ντάντου, Μαρία Τζανακάκη, Αντώνιο Τσαλαπόρτα και Ελένη Φραγκάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Ιανουαρίου 2019, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Α. Των αναιρεσειόντων: 1) Α. Ο. του Μ. , 2) Ι. συζ. Α. Ο. , το γένος Β. Τ. , κατοίκων ..., ενεργούντων για τον εαυτό τους ατομικά και ως ασκούντων τη γονική μέριμνα της ανήλικης θυγατέρας τους Ι. Ο. του Α., 3) Μ. Κ. συζ. Β. Κ., το γένος Χ. Κ., κατοίκου ..., 4) Β. Τ. του Ζ. και 5) Μ. συζ. Β. Τ., το γένος Κ. Β., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Αγαθονίκη Τεμπονέρα, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι ανακαλεί την από 24-1-2019 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και παρίσταται.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Π. Κ. του Ι., κατοίκου ..., 2) Ν. Μ. του Κ., κατοίκου ... και 3) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στη ….και εκπροσωπείται νόμιμα, εκ των οποίων οι 1ος και 2ος παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Παναγιώτη Βρεττό και η 3η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Καραγκούνη, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι ανακαλεί την από 24-1-2019 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και παρίσταται.

Β. Των αναιρεσειόντων: 1) Π. Κ. του Ι., κατοίκου ... και 2) Ν. Μ. του Κ., κατοίκου ..., οι οποίοι παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Παναγιώτη Βρεττό.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. Ο. του Μ., 2) Ι. συζ. Α. Ο., το γένος Β. Τ., κατοίκων ..., ενεργούντων για τον εαυτό τους ατομικά και ως ασκούντων τη γονική μέριμνα της ανήλικης θυγατέρας τους Ι. Ο. του Α., 3) Β. Κ. του Α., 4) Μ. Κ. συζ. Β. Κ., το γένος Χ. Κ., κατοίκων ..., 5) Β. Τ. του Ζ. και 6) Μ. συζ. Β. Τ., το γένος Κ. Β., κατοίκων ..., εκ των οποίων οι 1ος, 2η, 4η, 5ος και 6η εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Αγαθονίκη Τεμπονέρα, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι ανακαλεί την από 24-1-2019 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και παρίσταται, ενώ ο 3ος δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.

Γ. Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Καραγκούνη, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι ανακαλεί την από 24-1-2019 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και παρίσταται.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. Ο. του Μ., 2) Ι. συζ. Α. Ο., το γένος Β. Τ., κατοίκων ..., ενεργούντων για τον εαυτό τους ατομικά και ως ασκούντων τη γονική μέριμνα της ανήλικης θυγατέρας τους Ι. Ο. του Α., 3) Β. Κ. του Α., 4) Μ. Κ. συζ. Β. Κ., το γένος Χ. Κ., κατοίκων ..., 5) Β. Τ. του Ζ. και 6) Μ. συζ. Β. Τ., το γένος Κ. Β., κατοίκων ..., εκ των οποίων οι 1ος, 2η, 4η, 5ος και 6η εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Αγαθονίκη Τεμπονέρα, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι ανακαλεί την από 24-1-2019 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και παρίσταται, ενώ ο 3ος δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-3-2010 αγωγή των ήδη υπό στοιχ. Β και Γ αναιρεσιβλήτων (υπό στοιχ. Α αναιρεσειόντων και του Β. Κ.), που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκε με την από 6-10-2010 ανακοίνωση δίκης - προσεπίκληση σε παρέμβαση - παρεμπίπτουσα αγωγή της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "...". Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2821/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 201/2013 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι ήδη υπό στοιχ. Β και Γ αναιρεσίβλητοι - υπό στοιχ. Α αναιρεσείοντες με την από 18-10-2013 αίτησή τους.

Εκδόθηκε η 1303/2014 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την ως άνω εφετειακή απόφαση και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλο δικαστή.

Εκδόθηκε η 2710/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζητούν οι υπό στοιχ. Α αναιρεσείοντες με την από 14-2-2018 αίτησή τους, οι υπό στοιχ. Β αναιρεσείοντες με την από 14-2-2018 αίτησή τους και η υπό στοιχ. Γ αναιρεσείουσα με την από 15-10-2017 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση των υποθέσεων αυτών, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Αντώνιο Τσαλαπόρτα, που εκφωνήθηκαν από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσειόντων ζήτησαν την παραδοχή της αντίστοιχης αίτησης αναίρεσής τους, την απόρριψη της αντίθετης, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Οι κρινόμενες: α) από 15.10.2017 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 726/2017 αίτηση της ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "...", β) από 14-2-2018 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 127/2018 αίτηση των Π. Κ. και Ν. Μ. και γ) από 14-2-2018 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 140/2018 αίτηση των Α. Ο., Ι. Ο., Μ. Κ., Β. Τ. και Μ. συζ. Β. Τ., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 2710/2017 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών πρέπει, αφού στρέφονται κατά της ιδίας αποφάσεως, να συνεκδικασθούν, σύμφωνα με το άρθρο 246 του Κ.Πολ.Δικ., που έχει εφαρμογή και στην αναιρετική διαδικασία κατά το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου κώδικα, διότι έτσι διευκολύνεται και επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης και επέρχεται μείωση των εξόδων.

Το άρθρο 558 εδ. α` του ΚΠολΔ ορίζει ότι η αναίρεση απευθύνεται κατά εκείνων οι οποίοι ήταν διάδικοι στη δίκη κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση ή των καθολικών διαδόχων τους ή των κληροδόχων τους. Διάδικοι είναι όσοι προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ότι δικάστηκαν από αυτήν (Ολ.ΑΠ 11/1992).

Αν πρόκειται για απόφαση Εφετείου αναιρεσίβλητοι είναι μόνο οι διάδικοι ενώπιον του Εφετείου και όχι οι διάδικοι κατά την πρωτόδικη δίκη (Ολ.ΑΠ 11/1992). Στη συγκεκριμένη περίπτωση ασκήθηκε από την ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "..." και από τους Π. Κ. και Ν. Μ. αίτηση για αναίρεση της 2710/2017 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, στο οποίο παραπέμφθηκε η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση μετά την έκδοση της υπ' αριθμ 1303/2014 απόφασης του Αρείου Πάγου με την οποία αναιρέθηκε η υπ' αριθμ. 201/2013 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών που δίκασε έφεση κατά της υπ' αριθμ. 2821/2011 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Όπως προκύπτει από τις αποφάσεις αυτές αλλά και από την αγωγή, την έφεση και τις προτάσεις, ο αναιρεσίβλητος Β. Κ., ήταν διάδικος (ενάγων με την αγωγή που άσκησε από κοινού με τους Α. Ο., Ι. Ο., Μ. Κ., Β. Τ. και Μ. συζ. Β. Τ.) κατά την πρωτόδικη δίκη. Μετά τη συζήτηση της αγωγής εκδόθηκε η με αριθμ. 2821/2011 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία απέρριψε την αγωγή ως προς τον εν λόγω ενάγοντα ως μη νόμιμη και κατά τα λοιπά έκρινε την αγωγή νόμιμη, απέρριψε δε αυτή, ως κατ' ουσία αβάσιμη, με την αιτιολογία ότι ο εναγόμενος οδηγός δεν βαρύνεται με υπαιτιότητα και ότι το θανατηφόρο ατύχημα οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του θανόντος, συγγενούς των εναγόντων.

Κατά της αποφάσεως αυτής, οι ενάγοντες άσκησαν την από 21.12.2011 έφεσή τους, με την οποία ζήτησαν την εξαφάνιση της εκκαλουμένης και την αποδοχή της αγωγής τους, για τους λόγους που εμπεριέχονται στην έφεσή τους, οι οποίοι ανάγονται σε εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων. Το Μονομελές Εφετείο Αθηνών με την υπ' αριθμ. 201/2013 απόφασή του δέχθηκε τυπικά την έφεση και απέρριψε αυτή κατ' ουσία και ειδικότερα, α) απέρριψε οριστικώς το λόγο εφέσεως "του τρίτου ενάγοντος Β.

Κ. που υποστήριζε ότι έσφαλε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που απέρριψε την αγωγή του ως μη νόμιμη, γιατί ως συγγενής δευτέρου βαθμού εξ αγχιστείας, δεν περιλαμβάνεται στην έννοια της οικογένειας και δεν δικαιούται χρηματική ικανοποίηση, λόγω ψυχικής οδύνης και β) έκρινε ότι ορθώς το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, απέρριψε την αγωγή (ως προς τους λοιπούς ενάγοντες), ως κατ' ουσία αβάσιμη, διότι δεν αποδείχθηκε υπαιτιότητα του εναγομένου οδηγού.

Κατά της τελευταίας αυτής αποφάσεως, οι ενάγοντες (πλην του τρίτου, ως προς τον οποίο έχει απορριφθεί τελεσιδίκως η αγωγή), άσκησαν την από 18.10.2013 και με αριθμό κατάθεσης 749/2013 αίτηση αναιρέσεως, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 1303/2014 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε, κατ' άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ την εφετειακή απόφαση, λόγω ασαφών και ανεπαρκών αιτιολογιών σχετικά με την οδηγική συμπεριφορά του πρώτου εναγομένου και παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο.

Στο Μονομελές Εφετείο η υπόθεση επανήλθε προς συζήτηση με κλήση των εναγόντων, πλην του τρίτου, ο οποίος δεν είχε ασκήσει αναίρεση και μετά τη συζήτηση εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά της οποίας άσκησαν τις κρινόμενες αιτήσεις αναίρεσης η ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "..." και οι Π. Κ. και Ν.

Μ., οι οποίες στρέφονται και κατά του Β. Κ., που δεν ήταν διάδικος ενώπιον του Εφετείου όταν εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση. Επομένως απαράδεκτα στρέφονται κατ' αυτού οι προαναφερόμενες αιτήσεις αναίρεσης και ως εκ τούτου είναι αποριπτέες ως προς αυτόν. Κατά τα λοιπά οι αιτήσεις αναίρεσης έχουν ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα.

Επομένως είναι παραδεκτές (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 1, 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθούν ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των κατ' ιδίαν λόγων αυτών (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 εδάφ. β' και 914 ΑΚ συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.

Υπαιτιότητα είναι ο ψυχικός δεσμός του δράστη προς την αδικοπραξία. Αν η ζημία οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του παθόντος, δεν οφείλεται αποζημίωση, ενώ, αν διαπιστωθεί οικείο πταίσμα αυτού, το δικαστήριο μπορεί, σύμφωνα με το άρθρο 300 ΑΚ, να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της. Η παράνομη συμπεριφορά, ως όρος της αδικοπραξίας, μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία ή από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.

Αιτιώδης συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.

Επίσης, οι έννοιες της υπαιτιότητας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και, επομένως, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς τη συνδρομή ή όχι οικείου πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ για ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, καθώς και για παραβίαση διδαγμάτων κοινής πείρας (ΑΠ 1591/2014, ΑΠ 76/2014, ΑΠ 2181/2013).

Εκφεύγει όμως του αναιρετικού ελέγχου η κρίση ως προς το βαθμό - τη βαρύτητα του πταίσματος και το ποσοστό, κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, διότι η κρίση αυτή σχηματίζεται από την κατ' άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων, χωρίς την υπαγωγή τους σε νομική έννοια (ΑΠ 1591/2014, ΑΠ 1715/2010).

Τα πιο πάνω έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του ν. ΓΠΝ/1911, ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των αυτοκινήτων που συγκρούστηκαν, κατά το οποίο είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ. Περαιτέρω, η παράβαση διατάξεων του ΚΟΚ δεν θεμελιώνει αυτή καθ' εαυτήν υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του αποτελέσματος που επήλθε.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο: α) οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης ή μνεία ότι αυτή δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, β) ο ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση) και τα περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή η αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό και γ) εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, δηλαδή, αν πρόκειται για παντελή έλλειψη αιτιολογίας, μνεία μόνο τούτου, αν πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολογία, ποία επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται ή ως προς τι υπάρχει έλλειψη νομικού χαρακτηρισμού και, αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες, ποίες είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από πού προκύπτει.

Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η παραπάνω διάταξη, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ' αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτόν γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.

Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, συνεπώς, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε, στο πλαίσιο της υπόψη διάταξης του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος.

Ειδικότερα, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη και, επομένως, ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερόμενες εξαιρετικές περιπτώσεις, είναι απαράδεκτος, καθόσον πλήττεται πλέον η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 69/2017, ΑΠ 675/2013, ΑΠ 1835/2007).

Εξ άλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δικ. ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, αν, δηλαδή, για την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΑΠ 1547/2010).

Ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται γενικές αρχές που συνάγονται επαγωγικά από την καθημερινή παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις οι οποίες έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών και για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν.

Κατά τη σαφή έννοια του άρθρου 559 αριθμ. 1 εδάφ. β' του ίδιου Κώδικα, η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ιδρύει λόγο αναίρεσης μόνο αν αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς, δηλαδή, όταν το δικαστήριο χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει εσφαλμένα να χρησιμοποιήσει διδάγματα κοινής πείρας για να βρει την έννοια κάποιου κανόνα δικαίου ή να υπαγάγει σ' αυτόν τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς, όχι, όμως, και όταν χρησιμεύουν για την εξακρίβωση από το δικαστήριο της ύπαρξης πραγματικών περιστατικών ή προς εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν, γιατί, στην περίπτωση αυτή, πρόκειται για εκτίμηση πραγμάτων, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη κατ' άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 92/2013, ΑΠ 322/2012, ΑΠ 1241/ 2010).

Πρέπει, συναφώς, να αναφέρεται στο αναιρετήριο ποία συγκεκριμένα διδάγματα της κοινής πείρας παραβιάστηκαν, ο κανόνας δικαίου, στην εξειδίκευση του οποίου δεν χρησιμοποιήθηκαν ή χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένα και σε τι ακριβώς συνίσταται η παραβίαση (ΑΠ 951/2015). Επιπροσθέτως, πρέπει να αναφέρεται ο τρόπος, κατά τον οποίο παραβιάστηκαν τα διδάγματα αυτά, καθώς και η, κατά τον αναιρεσείοντα, ορθή έννοια του κανόνα δικαίου, ο οποίος προκύπτει απ' αυτά που το δικαστήριο, εσφαλμένα, χρησιμοποίησε (ΑΠ 69/2017, ΑΠ 675/ 2013, ΑΠ 1835/2007).

Στην προκείμενη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη 2710/2017 απόφασή του δέχθηκε, ανέλεγκτα, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, σχετικά με τα ζητήματα των συνθηκών του ένδικου τροχαίου ατυχήματος και της υπαιτιότητας των οδηγών του οχήματος και του ποδηλάτου που είχαν εμπλοκή σε αυτό, δηλαδή του οδηγού του με αριθμ.

κυκλ. ...16 ΔΧΦ Π. Κ. και του οδηγού του ποδηλάτου θανόντος συγγενούς των εναγόντων, ήδη αναιρεσειόντων και αναιρεσιβλήτων, (Α. Ο., Ι. Ο., Μ. Κ., Β. Τ. και Μ. συζ. Β. Τ. ), Β. Ο. (γιου, αδελφού και εγγονού τους): "Την 9.10.2009 και ώρα 15.00' περίπου, ο εναγόμενος και ήδη εφεσίβλητος, 22χρονος, Π. Κ., οδηγώντας το υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ...16 Δ.Χ.Φ., κλειστού τύπου, MERCEDES, μικτού βάρους 7,5 τόνων, χωρίς φορτίο κατ' εκείνη τη στιγμή, που ανήκε κατά κυριότητα στον εναγόμενο Ν.

Μ. και ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων ευθύνη του οδηγού, κυρίου και κατόχου στην εναγομένη ασφαλιστική εταιρία, έβαινε στην επαρχιακή οδό ..., και δη στο 2° χιλιόμετρο αυτής, με κατεύθυνση προς την πόλη της Ζ….. Η εν λόγω οδός είναι διπλής κατευθύνσεως, με μία λωρίδα κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση και κατά το χρόνο εκείνο δεν έφερε καμία διαγράμμιση, ούτε στο κέντρο, ώστε να διαχωρίζονται τα δύο ρεύματα, ούτε στο άκρο του οδοστρώματος την προβλεπομένη κατά μήκος οριογραμμή (άρθρο 2 Ν. 2696/1999), ώστε να ορίζεται με σαφήνεια το τέλος του οδοστρώματος, πέραν δε του οδοστρώματος, κατά την κατεύθυνση προς Μ…., υφίσταται χωμάτινο έρεισμα πλάτους 0,40 μ., καλυμμένο με αυτοφυή χόρτα, ενώ δεξιά τούτου, κατά την κατεύθυνση της Ζ…., υπάρχει χάνδακας συλλογής ομβρίων υδάτων.

Εξάλλου, κατ' εκείνη τη χρονική στιγμή, στην εν λόγω οδό εκτελούνταν έργα ασφαλτόστρωσης και συγκεκριμένα ρίψης νέου ασφαλτοτάπητα πάνω στον ήδη υπάρχοντα, λόγος για τον οποίο είχε καλυφθεί κάθε υφισταμένη μέχρι τότε διαγράμμιση. Ειδικότερα, είχε γίνει ήδη επίστρωση της νέας ασφάλτου στο προς Ζ…. ρεύμα κυκλοφορίας, καθώς και στο προς Μ….

ρεύμα πορείας εν μέρει, με κατεύθυνση προς την πόλη της Ζ…, και μέχρι το σημείο όπου ήταν ακινητοποιημένο το ειδικό μηχάνημα ρίψης ασφάλτου. Το μηχάνημα τούτο, πλάτους 3 μέτρων, και τα λοιπά μηχανήματα (οδοστρωτήρας κ.λπ.) καθώς και το συνεργείο του έργου, αποτελούμενο από τρεις εργάτες, κατά τη στιγμή εκείνη, είχαν διακόψει τις εργασίες τους και βρίσκονταν ακινητοποιημένα στο προς Μ… ρεύμα πορείας, αναμένοντας τον εφοδιασμό τους με μίγμα ασφάλτου.

Λόγω των πρόσφατων αυτών εργασιών, το οδόστρωμα ήταν μαλακό. Άλλωστε, σε απόσταση 500 περίπου μέτρων, πριν από το ως άνω σημείο, κατά την κατεύθυνση πορείας του φορτηγού, είχε τοποθετηθεί σχετική πινακίδα αναγγελίας κινδύνου (άρθρο 4 Ν. 2696/1999, Κ-20) που πληροφορούσε τους χρήστες της οδού για τις εκτελούμενες στο οδόστρωμα εργασίες και επισήμαινε το σχετικό εκ τούτων κίνδυνο.

Με βάση, λοιπόν τις προπεριγραφόμενες συνθήκες, είναι προφανές ότι η κυκλοφορία στην ως άνω οδό, δεν παρείχε τα συνήθη εχέγγυα ασφάλειας και οι οδηγοί έπρεπε να κινούνται με ιδιαίτερη προσοχή. Όσον αφορά το πλάτος του οδοστρώματος, ναι μεν στην έκθεση αυτοψίας αναφέρεται ότι είναι επτά (7) μέτρα, πλην όμως από τις ειδικότερες μετρήσεις που έχουν καταχωρηθεί στο συνταχθέν κατά την προανάκριση, πρόχειρο σχεδιάγραμμα και τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία, αποδεικνύεται ότι το ακριβές πλάτος του είναι 6,60 μ., παρουσιάζει δε μικρή κατηφορική κλίση και ανοικτή δεξιά καμπή, κατά την κατεύθυνση της Ζ…., ενώ το όριο ταχύτητος ορίζεται γενικώς σε 50 χιλ/ώρα, ενόψει του ότι πρόκειται για κατοικημένη περιοχή (άρθρο 20 § 1 Ν. 2696/1999).

Η απόσταση της ως άνω δεξιάς καμπής είναι 80-90 μ. πριν από το ακινητοποιημένο συνεργείο ασφαλτόστρωσης (κατά την πορεία του φορτηγού). Τέλος, κατά την ώρα εκείνη επικρατούσε καλοκαιρία, φυσικό φως ημέρας, η δε κυκλοφορία των οχημάτων ήταν κανονική και των πεζών αραιή. Κατά τον ίδιο χρόνο, στο αντίθετο ρεύμα προς Μ…., έβαινε με το ποδήλατό του, ο ανήλικος, 12,5 ετών, συγγενής των εναγόντων V.

U., μαζί με τους επίσης ανήλικους φίλους του, Π. και Σ. Σ., ηλικίας 11 και 8 ετών, αντιστοίχως, που είχαν ξεκινήσει από την κατοικία τους, στο χωριό Ρ..., κατευθυνόμενοι προς το γήπεδο της περιοχής. Όταν τα τρία παιδιά έφθασαν στο σημείο που βρισκόταν το ακινητοποιημένο μηχάνημα ασφαλτόστρωσης, που κάλυπτε σχεδόν όλο το πλάτος του ρεύματός τους, εισήλθαν αναγκαστικά στο αντίθετο ρεύμα πορείας και ακολούθως άρχισαν να εισέρχονται προς το δικό τους ρεύμα, προκειμένου να συνεχίσουν την πορεία τους, κινούμενα το ένα πίσω από το άλλο, και μάλιστα, συμμορφούμενα με τις οδηγίες των γονέων τους, μπροστά πήγαινε ο ηλικίας 8 ετών μικρότερος, ακολουθούσε ο μεγαλύτερος αδελφός του, ώστε να τον επιβλέπει και τελευταίος ακολουθούσε ο V.

U.. Και ενώ, οι δύο προπορευόμενοι αδελφοί ποδηλάτες, στα επόμενα 40-50 μέτρα μετά τη διέλευσή τους από το μηχάνημα ασφαλτόστρωσης, εισήλθαν ήδη στο ρεύμα πορείας τους κανονικά, ο δε τρίτος έβαινε ακόμη στο μέσον της οδού, εμφανίσθηκε εμπρός του το ως άνω φορτηγό, εξερχόμενο από την καμπή της οδού, κινούμενο στο μέσον του οδοστρώματος, με υπερβολική για τις περιστάσεις ταχύτητα.

Ο οδηγός τούτου, αντιλαμβανόμενος τον ανήλικο να βρίσκεται εμπρός του σε απόσταση 25-30 μ. περίπου, επιχείρησε τροχοπέδηση, και ταυτοχρόνως ο ανήλικος επιχείρησε με διαγώνια πορεία, να κατευθυνθεί προς το δεξιό άκρο του οδοστρώματος, όπου ήδη έβαιναν οι άλλοι δύο ποδηλάτες, πλην όμως δεν πρόλαβε γιατί το φορτηγό επέπεσε επ' αυτού με σφοδρότητα.

Ειδικότερα, η τροχοπέδηση που επιχείρησε ο εναγόμενος την τελευταία στιγμή, δεν κατέστη ικανή να αποτρέψει το ατύχημα, κυρίως λόγω της αυξημένης ταχύτητάς του και της αδυναμίας του να ελέγξει το όχημά του και έτσι το φορτηγό, με το εμπρόσθιο αριστερό μέρος του προφυλακτήρα του επέπεσε στο εμπρόσθιο αριστερό τμήμα του ποδηλάτου, που κατά τα προεκτεθέντα είχε διαγώνια πορεία, στο ύψος του αντίστοιχου πιρουνιού, με αποτέλεσμα τούτο να "διπλώσει", να έλθει σε επαφή ο οπίσθιος τροχός του με την αριστερή γωνία του προφυλακτήρα του φορτηγού, όπου και αποτυπώθηκε το ίχνος του (βλ.

προσκομιζόμενες φωτογραφίες), με το σώμα του αναβάτη ταυτοχρόνως να προσκρούει στη μάσκα του φορτηγού και το καπώ, και ακολούθως το δίκυκλο ανετράπη και συρόμενο στο οδόστρωμα με τη δεξιά πλευρά επί 16-17 μέτρα περίπου, κατέληξε διαγωνίως στο άκρο του οδοστρώματος και εν μέρει εκτός τούτου, αριστερά κατά την πορεία του φορτηγού, το δε σώμα του ποδηλάτη, αφού εκτινάχθηκε με μεγάλη ώθηση προς τ' αριστερά, κατέπεσε στο άκρο του οδοστρώματος, σε απόσταση 17,80 μ.

από το σημείο της ανατροπής του δικύκλου, 0,80 μ. πιο μπροστά (κατά την πορεία του φορτηγού) από το δίκυκλο. Συνεπεία του ατυχήματος, ο ανήλικος τραυματίσθηκε θανάσιμα, ο δε οδηγός του φορτηγού αμέσως μετά το ατύχημα εγκατέλειψε τον τόπο του ατυχήματος και το όχημά του. Περαιτέρω, από την έκθεση αυτοψίας και το πρόχειρο σχεδιάγραμμα που συνέταξε ο αστυφύλακας του Αστυνομικού Τμήματος ….., Κ.

Γ., που επελήφθη του ατυχήματος, εκτός από τα ως άνω ευρήματα, αποδεικνύεται επιπλέον ότι: α) η τροχοπέδηση του φορτηγού κατέλειπε στο οδόστρωμα ίχνη μήκους 17,50 μ. και πλάτους 0,50 μ., με τροχιά περίπου τοξοειδή, τα οποία απέχουν 2,40 μ. από το δεξιό κατά την πορεία του άκρο του οδοστρώματος και 3,70 μ, από το αριστερό άκρο, β) σε απόσταση ενός (1) μέτρου από το τέλος των ιχνών τροχοπέδησης και προς τ' αριστερά (σε σχέση με την πορεία του φορτηγού) ανευρέθη στο οδόστρωμα χαραγή μήκους 40 cm, με κατεύθυνση περίπου παράλληλη (με πολύ μικρή κλίση) προς τον άξονα του οδοστρώματος, όπου κατά το συντάκτη της εκθέσεως αυτοψίας τοποθετείται και το πιθανό σημείο συγκρούσεως και γ) το φορτηγό αυτοκίνητο μετά το τέλος των ιχνών τροχοπέδησης κινήθηκε προς το δεξιό άκρο του οδοστρώματος επί 14,50 μ.

περίπου, όπου και ακινητοποιήθηκε, κατά την κατεύθυνση της αρχικής του πορείας με μέτωπο προς Ζ…, σε θέση παράλληλη προς τον άξονα, με το οπίσθιο τμήμα του να απέχει 8,20 μ. από το τέλος των ιχνών τροχοπέδησης και 17,50 μ. από την τελική θέση του δικύκλου. Από τα ως άνω έγγραφα, σε συνδυασμό με όλα τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία, αποδεικνύεται ότι το σημείο, όπου βρέθηκε η χαραγή στο οδόστρωμα, η οποία προέρχεται από το ποδήλατο, σηματοδοτεί το ακριβές σημείο ανατροπής του ποδηλάτου και όχι το σημείο της αρχικής σύγκρουσης, η οποία έλαβε χώρα λίγο προ του σημείου τούτου κατά την κατεύθυνση πορείας του φορτηγού, στην προέκταση της νοητής ευθείας που συνδέει την τελική θέση που εκτινάχθηκε το σώμα του ποδηλάτη με το σημείο της χαραγής, περί το κέντρο του οδοστρώματος και πάντως εντός του ρεύματος πορείας προς Μ…, και συγκεκριμένα 40-50 εκατοστά πλησίον του σημείου της χαραγής, η οποία δημιουργήθηκε μετά την πρώτη φάση της αρχικής σύγκρουσης, όταν το ποδήλατο ανετράπη με τα μεταλλικά του μέρη προς το οδόστρωμα και τον οπίσθιο τροχό πάνω στον προφυλακτήρα του φορτηγού.

Το ότι το φορτηγό έβαινε στο κέντρο του οδοστρώματος, με το αμάξωμά του να καταλαμβάνει ελαφρώς και μέρος του αντιθέτου ρεύματος, βεβαιώνεται κατηγορηματικά από τις καταθέσεις των αυτοπτών μαρτύρων Σ. Φ. και Δ. Κ. που εργάζονταν στα έργα ασφαλτόστρωσης, ενώπιον του Τριμελούς Πλημ/κείου Ζακύνθου (βλ. υπ' αριθμ. 549/2016 πρακτικά και απόφαση).

Το ίδιο επιβεβαίωσαν οι ως άνω μάρτυρες και ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Πατρών, το οποίο, κατόπιν εφέσεως της αντεισαγγελέως Πατρών δέχθηκε ότι ο θάνατος του ανηλίκου οφείλεται σε αμέλεια του εναγόμενου οδηγού και καταδίκασε αυτόν τελεσιδίκως σε φυλάκιση δύο (2) ετών για το αδίκημα της ανθρωποκτονίας από αμέλεια.

Όσον αφορά την ταχύτητα, με την οποία έβαινε το φορτηγό, πρέπει να σημειωθούν τα εξής: Ο ταχογράφος του φορτηγού που κατασχέθηκε, δεν παρέχει περί τούτου πληροφορίες σαφείς, διότι αφενός μεν βρισκόταν σε εσφαλμένη ένδειξη ώρας (ενώ η ώρα ήταν 15.00', έδειχνε 03.00'), αφετέρου δε, δεν είχε αντικατασταθεί, όπως έπρεπε, με αποτέλεσμα να καταγράφει κάθε ημέρα τα νέα δεδομένα, πάνω στα ήδη καταγεγραμμένα.

Πάντως ο εν λόγω ταχογράφος επανειλημμένως είχε καταγράψει ταχύτητες 90 χιλ./ώρα. Ο ίδιος ο οδηγός στην απολογία του, κατέθεσε ότι αρχικώς έβαινε με 50 χιλιόμετρα και αφής στιγμής συνάντησε την πινακίδα εκτελέσεως έργων, μείωσε την ταχύτητά του σε 45 χιλιόμετρα, ενώ ο μάρτυρας ανταπόδειξης στο πρωτοβάθμιο ακροατήριο κατέθεσε ότι ήταν 50 χιλ.

Εξάλλου, ο πραγματογνώμων M. S., στην πραγματογνωμοσύνη που συνέταξε για λογαριασμό των εναγόντων, αφού έλαβε υπόψη του τα δεδομένα του σχεδιαγράμματος αυτοψίας, εκτιμά ότι η ταχύτητα του φορτηγού, πριν από την τροχοπέδηση ήταν μεταξύ 61,8 και 68,5 χιλ./ώρα, κατά τη στιγμή της συγκρούσεως δε, ήταν 38-40 χιλ. Το Δικαστήριο λοιπόν, συνεκτιμώντας όλα τα στοιχεία και ιδία την απόσταση εκτίναξης του ποδηλάτη και του ποδηλάτου, το μήκος των ιχνών τροχοπέδησης και την τελικώς διανυθείσα μέχρι την ακινητοποίησή του απόσταση και λαμβάνοντας επιπλέον υπόψη ότι το όχημα διέθετε πολύ καλό σύστημα πέδησης και αερόφρενο σε πολύ καλή κατάσταση, καθώς και ελαστικά σε καλή κατάσταση (βλ.

την συνταχθείσα κατά την προανάκριση έκθεση των πραγματογνωμόνων Κ. Τ. και Κ. Κ.) η δε τροχοπέδηση διενεργήθηκε σε μαλακό οδόστρωμα -στοιχεία που συνηγορούν υπέρ της αποτελεσματικότητας της τροχοπέδησης- άγεται στο συμπέρασμα ότι η ταχύτητά του ήταν περίπου 55-60 χιλιόμετρα/ώρα. Η ταχύτητα αυτή του αποστερούσε τον έλεγχο του οχήματός του και ήταν υπερβολική για τις συγκεκριμένες συνθήκες κυκλοφορίας, όπως η στενότητα και κατηφορική κλίση του οδοστρώματος, η απουσία κάθε διαγράμμισης, η σήμανση εκτελούμενων έργων, η κίνηση εντός κατοικημένης περιοχής και ιδίως η ύπαρξη καμπής στο οδόστρωμα που περιόριζε την ορατότητά του, καθώς και η έλλειψη ηχητικών οργάνων που θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν προειδοποιητικά, -ενόψει της περιορισμένης ορατότητας- για την αποφυγή δυστυχήματος (άρθρο 37 § 1 εδ.

α' Ν. 2696/1999). Με δεδομένες τις περιστάσεις αυτές, ο οδηγός όφειλε να προβλέψει ότι υπήρχε ενδεχόμενο να εμφανισθούν εμπόδια στην πορεία του και να έχει ρυθμίσει την ταχύτητά του οπωσδήποτε κάτω των 35 χιλιομέτρων. Το ότι ο νόμος στην συγκεκριμένη περίπτωση ορίζει το ανώτατο όριο ταχύτητας σε 50 χιλ., δεν ήρε την υποχρέωσή του να ρυθμίζει ο ίδιος την ταχύτητά του, λαμβάνοντας υπόψη του κάθε στιγμή, τις ειδικότερες συνθήκες κυκλοφορίας και δεν σήμαινε ότι αυτός μπορούσε, σε κάθε περίπτωση, να κινείται με το ανώτατο όριο ταχύτητος.

Εάν ο οδηγός έβαινε με μικρότερη ταχύτητα, το ατύχημα θα είχε αποφευχθεί, όπως κατέθεσε ενόρκως στο ακροατήριο και ο μάρτυρας ανταπόδειξης, που προτάθηκε από τους εναγομένους και όπως βεβαιώνει και ο ως άνω ιδιώτης πραγματογνώμονας M. S.. Ωστόσο, ο εναγόμενος οδηγός συνέχισε να κινείται με την ως άνω αυξημένη ταχύτητα και με την ίδια ταχύτητα εισήλθε στη δεξιά καμπή του οδοστρώματος, μολονότι δεν είχε ορατότητα, με αποτέλεσμα, προκειμένου να μπορέσει να ακολουθήσει την καμπή, χωρίς να απολέσει τον έλεγχο, να αναγκασθεί, κατά την είσοδο στην καμπή, να τοποθετήσει το φορτηγό του κατ' ολίγον πέραν της μέσης του οδοστρώματος καταλαμβάνοντας τμήμα του αντιθέτου ρεύματος.

Συνεπεία της θέσης αυτής και της ταχύτητός του, όταν έφθασε στην κορυφή της στροφής οπότε από απόσταση 25-30 μ. αντιλήφθηκε τα τρία ποδήλατα να κινούνται αντιθέτως και τον ανήλικο V. U. να βρίσκεται στη μέση του οδοστρώματος, να μην μπορέσει, εξερχόμενος πλέον από την καμπή, να οδηγήσει το όχημά του στο άκρο δεξιό της οδού ή να διακόψει την πορεία του, προκειμένου να αποτρέψει το ατύχημα, αποτέλεσμα που θα ήταν εφικτό, εφόσον ο ανήλικος ήδη κατευθυνόταν προς το δεξιό άκρο του οδοστρώματος και θα είχε προλάβει έτσι να ολοκληρώσει την πορεία του.

Το ότι το φορτηγό εισέβαλε κατ' ολίγον στο αντίθετο ρεύμα πορείας προς Μ… βεβαιώθηκε και από τον εξετασθέντα στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Πατρών μάρτυρα Π. Γ., ο οποίος προστρέξας αμέσως στον τόπο του ατυχήματος κατέθεσε επί λέξει ότι "...υπήρχαν κλαδιά και ελιές στην άκρη του δρόμου, ναι, θα βγεις αναγκαστικά λίγο αριστερά...", καθώς και από τον πρώτο ενάγοντα, ο οποίος, εξεταζόμενος στο ίδιο δικαστήριο, βεβαίωσε ότι "...το φορτηγό ερχόταν κατηφορικά και έτρεχε.

Αν τρέχεις, δεν την παίρνεις τη στροφή. Βάλαμε το ίδιο φορτηγό στο ίδιο σημείο", προκύπτει δε εμμέσως και από την κατάθεση του Δ. Κ., ο οποίος εξεταζόμενος στο ίδιο δικαστήριο, βεβαίωσε ενόρκως ότι το φορτηγό "είχε περίπου ενάμισι μέτρο στα δεξιά του", που υποδηλώνει σαφώς είσοδο τούτου στο αντίθετο ρεύμα, εφόσον, όπως ο ίδιος ο εναγόμενος οδηγός κατέθεσε, το φορτηγό έχει πλάτος 2,30 cm (βλ.

υπ' αριθμ. 969/2016 πρακτικά Τρ. Εφετ. Πατρών). Μόνο αν ο εναγόμενος έβαινε με μικρότερη ταχύτητα, θα μπορούσε να ολοκληρώσει με ασφάλεια τη στροφή, χωρίς να εξέλθει από το ρεύμα του και έτι περαιτέρω, θα μπορούσε, όταν αντιλήφθηκε τον ανήλικο ποδηλάτη στη μέση της οδού, να κατευθύνει το όχημά του προς το άκρο του οδοστρώματος, οπότε θα ήταν εφικτή η αποτροπή της σύγκρουσης ή έστω η μείωση της σφοδρότητας αυτής, ώστε οι συνέπειες να είναι ηπιότερες.

Άλλωστε στην περίπτωση αυτή, θα παρείχετο στον ανήλικο το χρονικό περιθώριο να ολοκληρώσει την πορεία του προς το δεξιό άκρο του οδοστρώματος. Ο ισχυρισμός των εναγομένων ότι ο ανήλικος ποδηλάτης έβαινε στο άκρο αριστερό του οδοστρώματος (κατά την κατεύθυνση πορείας του), δεν επιβεβαιώνεται από κανένα απολύτως αποδεικτικό στοιχείο και συνεπώς είναι απορριπτέος.

Με βάση αυτές τις ουσιαστικές παραδοχές που συνιστούν τις συνθήκες του ατυχήματος, το μεγαλύτερο ποσοστό υπαιτιότητας 70% καταλογίζεται στον εναγόμενο οδηγό, ο οποίος, κατά την οδήγηση του ογκώδους οχήματός του που αποτελεί πηγή κινδύνων, επέδειξε αμέλεια, με την προεκτεθείσα στη νομική σκέψη, έννοια, ήτοι δεν κατέβαλε την επιβαλλόμενη από τις αντικειμενικές περιστάσεις και τους νομικούς κανόνες επιμέλεια, όπως θα έπραττε ο μέσος συνετός οδηγός και την οποία αν επιδείκνυε θα μπορούσε να προβλέψει και να αποφύγει το ατύχημα (άρθρο 330 εδ.

β' ΑΚ) και δεν οδηγούσε με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή. Ειδικότερα, ο εν λόγω οδηγός από έλλειψη σύνεσης, αλλά και λόγω απειρίας περί την οδήγηση μεγάλων οχημάτων, δοθέντος ότι όχι μόνον δεν διέθετε άδεια ικανότητας οδηγού Γ' κατηγορίας, κατάλληλη για το συγκεκριμένο όχημα, αλλά και η τύπου Β' άδεια που διέθετε, την είχε αποκτήσει μόλις προ δύο (2) ετών (22.11.2007), δεν ασκούσε τον επιβαλλόμενο έλεγχο στο σύστημα διεύθυνσης και πέδησης του οχήματός του και δεν είχε ρυθμίσει καταλλήλως την ταχύτητά του, λαμβάνοντας συνεχώς υπόψη τις επικρατούσες δυσμενείς οδικές συνθήκες που προαναφέρθηκαν, κινούμενος δε στην πιο πάνω επαρχιακή οδό, είχε αναπτύξει ταχύτητα 55-60 χιλ./ώρα, η οποία ενόψει των κυκλοφοριακών συνθηκών και της διαμορφώσεως της συγκεκριμένης οδού, ήταν υπερβολική, με αποτέλεσμα ερχόμενος από δεξιά καμπή και αντιλαμβανόμενος την παρουσία των ποδηλάτων στο οδόστρωμα, να μην μπορέσει να επέμβει αποτελεσματικά στο σύστημα διεύθυνσης και πέδησης, ώστε να οδηγήσει το όχημά του προς τα δεξιά, όπου υπήρχε ελεύθερος χώρος ή να ενεργήσει αποτελεσματική πέδηση, ώστε να παράσχει στον ανήλικο τα χρονικά περιθώρια να εξέλθει της πορείας του.

Συνεπώς, η υπαιτιότητά του επαρκώς θεμελιώνεται και στην παράβαση των επιτακτικών κανόνων οδήγησης που θέτουν οι διατάξεις των άρθρων 12 § 1, 19 §§ 1, 2, 3 και 20 § 1 Ν. 2696/1999, η οποία παράβαση συνέχεται αιτιωδώς με το επελθόν ζημιογόνο αποτέλεσμα. Ωστόσο, συνυπαιτιότητα κατά 30% καταλογίζεται και στον ανήλικο παθόντα, ο οποίος από απερισκεψία και έλλειψη προσοχής και σύνεσης, κινούμενος στην πιο πάνω επαρχιακή οδό, έβαινε ανεπίτρεπτα στο μέσον αυτής, χωρίς να προβλέψει ότι με την ενέργειά του αυτή δημιουργούσε κίνδυνο για τους λοιπούς χρήστες της οδού αλλά και ότι εξέθετε σε κίνδυνο τη δική του σωματική ακεραιότητα.

Όφειλε ο ανήλικος, μετά την παράκαμψη του μηχανήματος ασφαλτόστρωσης που του απέφρασσε την πορεία και τον ανάγκασε να εισέλθει στο αντίθετο ρεύμα, να επανέλθει γρήγορα στο ρεύμα πορείας του και να κινηθεί στο άκρο δεξιό της οδού (άρθρο 16 §§ 2, 4 Ν. 2696/1999), όπως ακριβώς έπραξαν και οι άλλοι ποδηλάτες. Με τις ενέργειες και παραλείψεις του αυτές, δηλαδή με το να εξακολουθήσει για απόσταση 50-60 μέτρων τουλάχιστον, μετά το εμπόδιο να κινείται στο μέσον της οδού, έθεσε από την πλευρά του έναν από τους αναγκαίους όρους επελεύσεως του αποτελέσματος (θανάτου), καθόσον η σπουδή του να κινηθεί προς τα δεξιά την τελευταία στιγμή που αντιλήφθηκε το φορτηγό, δεν ήταν αρκετή να αποτρέψει το θανατηφόρο αποτέλεσμα.

Αντιθέτως, το ότι ο ανήλικος, κατά τη διέλευσή του δίπλα από το μηχάνημα, δεν κατέβηκε από το ποδήλατό του, ώστε να υπερβεί το εμπόδιο βαδίζοντας, όπως ορίζει το άρθρο 40 § 3 Ν. 2696/1999, δεν αποτελεί συμπεριφορά συνδεόμενη αιτιωδώς με το ατύχημα, εφόσον τούτο έλαβε χώρα σε απόσταση 50-60 μέτρων από το εμπόδιο και συνεπώς είναι αβάσιμος ο σχετικός ισχυρισμός των εναγομένων και πρέπει να απορριφθεί".

Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, με την πληττόμενη 2710/2017 απόφασή του, αφού δέχθηκε την από 21-12-2011 έφεση των συγγενών του θανόντος μοτοποδηλάτη, καθό μέρος παραπέμφθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου με την υπ' αριθμ. 1303/2014 απόφαση του Αρείου Πάγου δικάζοντας επί της ένδικης, από 12-3-2010, αγωγής τους (νυν αναιρεσειόντων και ανιαρεσιβλήτων), ύστερα από εξαφάνιση ως προς αυτούς της πρωτόδικης 2821/2011 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών δέχθηκε τα αναφερόμενα παραπάνω ως προς τις συνθήκες του τροχαίου ατυχήματος και την συνυπαιτιότητα του οδηγού του ΔΧΦ και του μοτοποδηλάτη, την έκανε, κατά ένα μέρος, δεκτή και υποχρέωσε τους εναγομένους, ήδη αναιρεσιβλήτους και αναιρεσείοντες να καταβάλουν στους συγγενείς του θανόντος μοτοποδηλάτη τα παρατιθέμενα για τον καθένα χρηματικά ποσά για την προεκτιθέμενη αιτία.

Οι συγγενείς του θανόντος μοτοποδηλάτη με τον πρώτο λόγο της από 14-2-2018 (με αριθμ. κατ. 140/2018) αναίρεσης αναφέρονται, στην εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, την αιτιολόγηση, το συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων από το Εφετείο, καθώς και στη σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων με βάση τα οποία αυτό στήριξε το προαναφερόμενο σαφές αποδεικτικό του πόρισμα, σχετικά με την συνυπαιτιότητα του οδηγού του ΔΧΦ Π.

Κ. και του μοτοποδηλάτη ανηλίκου V. U. στην πρόκληση του τροχαίου ατυχήματος. Ειδικότερα οι αναιρεσείοντες συγγενείς του θανόντος μοτοποδηλάτη ισχυρίζονται με την επίκληση των διατάξεων των άρθρων 300, 330, 914 και 932 ΑΚ, καθώς και εκείνων των άρθρων 12 παρ. 1, 19 παρ. 1, 2, 3, 20 παρ. 1 και 16 παρ. 2 και 4 του ΚΟΚ και ειδικότερα της παρ. 2 του εν λόγω άρθρου, ότι το Εφετείο, που δέχθηκε συνυπαιτιότητα του θανόντος μοτοποδηλάτη κατά ποσοστό 30% με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, διέλαβε ασαφείς, αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες για τη συνδρομή της συντρέχουσας συνυπαιτιότητας του θανόντος στην πρόκληση του ατυχήματος και στον εξ αυτού θανάσιμο τραυματισμό του.

Συγκεκριμένα περιέχει αντιφατικές αιτιολογίες αναφορικά με την είσοδο του φορτηγού στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας όπου κινείτο ο ποδηλάτης και το σημείο που έλαβε χώρα η σύγκρουση των δύο οχημάτων και ενώ δέχεται ότι το ατύχημα έλαβε χώρα στο ρεύμα πορείας που κινείτο ο ποδηλάτης και ότι το φορτηγό κινείτο με αυξημένη για τις περιστάσεις ταχύτητα και ότι δεν υπήρχε καμία διαγράμμιση ούτε στο κέντρο, ούτε στο άκρο του οδοστρώματος και ότι το οδόστρωμα ήταν μαλακό λόγω πρόσφατης ρίψης νέου ασφαλτοτάπητα, εντελώς αναιτιολόγητα επέρριψε συνυπαιτιότητα στον θανόντα ποδηλάτη λόγω μη κίνησής του στο άκρο δεξιό του οδοστρώματος του ρεύματος πορείας του.

Οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι ο οδηγός του ΔΧΦ αυτοκινήτου κινούνταν με υπερβολική ταχύτητα για τις επικρατούσες συνθήκες κυκλοφορίας (στενότητα και κατηφορική κλίση του οδοστρώματος, απουσία κάθε διαγράμμισης, σήμανση εκτελούμενων έργων, κίνηση εντός κατοικημένης περιοχής και ιδίως η ύπαρξη καμπής στο οδόστρωμα που περιόριζε την ορατότητά του) και είσοδος του οχήματός του στο αντίθετο ρεύμα προκειμένου να ακολουθήσει την καμπή του δρόμου χωρίς να απωλέσει τον έλεγχό του και περαιτέρω και η παραδοχή ότι ο ανήλικος θανών κινείτο στο ρεύμα πορείας του στο μέσο περίπου αυτού, χωρίς μετά την παράκαμψη του μηχανήματος ασφαλτόστρωσης που υπήρχε σε σχέση με την πορεία του να επανέλθει και να κινείται στο άκρο δεξιό της οδού, όπως έπραξαν και οι άλλοι ποδηλάτες αλλά να εξακολουθήσει για απόσταση 50-60 μέτρων μετά το εμπόδιο να κινείται στο μέσο του ρεύματος πορείας του, στηρίζουν πλήρως την κρίση του Εφετείου για την συνυπαιτιότητα του οδηγού του ΔΧΦ αυτοκινήτου και του ποδηλάτη στην πρόκληση του τροχαίου ατυχήματος.

Εξάλλου, υπό τις ίδιες ως άνω παραδοχές, με βάση τις οποίες έκρινε ότι το ένδικο ατύχημα οφείλεται σε συγκλίνουσα υπαιτιότητα τόσο του οδηγού του ΔΧΕ αυτοκινήτου όσο και του θανατωθέντος οδηγού του ποδηλάτου κατά ποσοστό 70% και 30%, αντίστοιχα, συνισταμένη σε ό,τι λεπτομερώς ανωτέρω περιγράφεται, το δικάσαν Εφετείο διέλαβε, ως προς το ζήτημα της συνυπαιτιότητας, επαρκείς και σαφείς αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, για την ορθή ή μη εφαρμογή από εκείνο των περί υπαιτιότητας (αμελείας) διατάξεων και δεν στέρησε, κατά τούτο, την απόφασή του νόμιμης βάσης.

Κατά συνέπεια πρέπει ο παρών λόγος να απορριφθεί ως αβάσιμος κατ' ουσία. Με το πρώτο μέρος του δεύτερου λόγου της αναίρεσης από τον αριθμ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ,οι συγγενείς του θανόντος ποδηλάτη αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια της ευθείας παραβίασης της ουσιαστικού δικαίου διατάξεως του άρθρου 16 παρ. 2 του ΚΟΚ, 914 και 300 ΑΚ, ως προς το ουσιώδες ζήτημα της συνυπαιτιότητας του θύματος - ποδηλάτη με την ειδικότερη αιτίαση ότι το Εφετείο με το να κρίνει συνυπαίτιο του ατυχήματος τον ποδηλάτη αντί να κρίνει μόνο υπαίτιο του ατυχήματος τον οδηγό του ΔΧΦ, παραβίασε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις με την εφαρμογή τους, παρά το ότι τα πραγματικά περιστατικά που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν σε σχέση με την οδική συμπεριφορά του θανόντος ποδηλάτη θεμελιώνουν τις προϋποθέσεις μη εφαρμογής τους.

Επί του ισχυρισμού τους αυτού πρέπει να αναφερθούν τα εξής: Η παράβαση του άρθρου 16 παρ. 1 του ν. 2696/1999 (ΚΟΚ) θεσπίστηκε για τη μη παρακώλυση της κυκλοφορίας των οχημάτων που κινούνται στο ίδιο ρεύμα κυκλοφορίας (ΑΠ 79/2017, ΑΠ 846/2001) και μάλιστα σε οδό που έχει περισσότερες λωρίδες κατά κατεύθυνση και όχι προς αποφυγή σύγκρουσης με όχημα που κινείται στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας και το πλησιάζει από τα αριστερά του, αλλά μέσα στο ρεύμα πορείας του.

Στην προκειμένη περίπτωση η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε όσον αφορά την συνυπαιτιότητα του θανόντος ανηλίκου ότι, "συνυπαιτιότητα κατά 30% καταλογίζεται και στον ανήλικο παθόντα, ο οποίος από απερισκεψία και έλλειψη προσοχής και σύνεσης, κινούμενος στην πιο πάνω επαρχιακή οδό, έβαινε ανεπίτρεπτα στο μέσον αυτής, χωρίς να προβλέψει ότι με την ενέργειά του αυτή δημιουργούσε κίνδυνο για τους λοιπούς χρήστες της οδού αλλά και ότι εξέθετε σε κίνδυνο τη δική του σωματική ακεραιότητα.

Όφειλε ο ανήλικος, μετά την παράκαμψη του μηχανήματος ασφαλτόστρωσης που του απέφρασσε την πορεία και τον ανάγκασε να εισέλθει στο αντίθετο ρεύμα, να επανέλθει γρήγορα στο ρεύμα πορείας του και να κινηθεί στο άκρο δεξιό της οδού (άρθρο 16 §§ 2, 4 Ν. 2696/1999), όπως ακριβώς έπραξαν και οι άλλοι ποδηλάτες. Με τις ενέργειες και παραλείψεις του αυτές, δηλαδή με το να εξακολουθήσει για απόσταση 50-60 μέτρων τουλάχιστον, μετά το εμπόδιο να κινείται στο μέσον της οδού, έθεσε από την πλευρά του έναν από τους αναγκαίους όρους επελεύσεως του αποτελέσματος (θανάτου), καθόσον η σπουδή του να κινηθεί προς τα δεξιά την τελευταία στιγμή που αντιλήφθηκε το φορτηγό, δεν ήταν αρκετή να αποτρέψει το θανατηφόρο αποτέλεσμα".

Η αναιρεσιβαλλόμενη δεχόμενη τα προαναφερθέντα δεν εφάρμοσε εν προκειμένω τη διάταξη του άρθρου 16 παρ. 2 ΚΟΚ, αλλά τη διάταξη του άρθρου 16 παρ. 4 ΚΟΚ που αναφέρεται στην θέση που πρέπει να έχουν τα οχήματα όταν κινούνται στο ρεύμα πορείας τους, όπως προκύπτει από τα αναφερόμενα και ως εκ περισσού αναφέρεται και η παρ. 2 του άρθρου 16 του ΚΟΚ.

Επομένως, ο δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης κατά το πρώτο μέρος του από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Με το δεύτερο μέρος του δεύτερου λόγου της αίτησης αναίρεσης από τον αριθμ. 1 παρ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, οι συγγενείς του θανόντος ποδηλάτη αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια της παράβασης των διδαγμάτων της κοινής πείρας α) "με το να δεχθεί ότι συνυπαίτιο του ατυχήματος τυγχάνει το κινούμενο εντός του ρεύματος κυκλοφορίας του τέκνο μας παραβίασε το δίδαγμα της κοινής πείρας σύμφωνα με το οποίο ουδείς οδηγός ήταν δυνατό να αναμένει έστω και ως πιθανή και να συνυπολογίζει την τόσο αντικανονική κίνηση του πρώτου αναιρεσιβλήτου, που οδήγησε το φορτηγό του εντός του αντιθέτου ρεύματος κυκλοφορίας, όταν μάλιστα αυτό δεν βρίσκεται εντός του ορατού πεδίου του, καθώς και την αρχή της εμπιστοσύνης, σύμφωνα με την οποία καθένας που μετέχει στην οδική κυκλοφορία ως οδηγός ή πεζός, εφόσον τηρεί τους προβλεπόμενους κανόνες κυκλοφορίας, δικαιούται να έχει εμπιστοσύνη ότι και οι λοιποί συμμετέχοντες σε αυτήν θα τηρούν τους κανόνες κυκλοφορίας και δεν υποχρεούται να λαμβάνει πρόσθετα μέτρα επιμέλειας ούτε να υπολογίζει σε κάθε κίνησή του τυχόν αμέλεια των άλλων, δεδομένου ότι η διάταξη του άρθρου 16 παρ. 2 αφορά στα κινούμενα προς την ίδια κατεύθυνση οχήματα", β) με το να δεχθεί ότι "έπρεπε το τέκνο μας να κινείται στο άκρο δεξί του οδοστρώματος παραβίασε το δίδαγμα της κοινής πείρας, σύμφωνα με το οποίο για το τρίτο στη σειρά από τα κινούμενα σε στίχο ποδήλατα απαιτείται περισσότερος χρόνος και μεγαλύτερη απόσταση για να διεκπεραιωθεί στο άκρο του οδοστρώματος, δεδομένου και του ότι η κίνησή του καθορίζεται και από τον χρόνο κίνησης των υπολοίπων ποδηλάτων, καθώς επίσης και ότι η κίνηση του ποδηλάτου καθίστατο αργή λόγω και της φρέσκιας πίσσας στο οδόστρωμα", γ) παραβίασε το δίδαγμα της κοινής πείρας σύμφωνα με το οποίο λόγω της ύπαρξης μίας λωρίδας κυκλοφορίας και του μικρού πλάτους του οδοστρώματος, το σημείο στο οποίο έλαβε χώρα το ατύχημα είναι ακριβώς εκείνο το οποίο προβλέπει ο ΚΟΚ για την νόμιμη κίνηση των οχημάτων.

Ο λόγος αυτός από τον αριθ. 1β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού τα εκτιθέμενα σ` αυτόν δεν έχουν τον χαρακτήρα διδάγματος κοινής πείρας με την έννοια που προεκτέθηκε στη μείζονα σκέψη και, σε κάθε περίπτωση, με τον λόγο αυτόν πλήττεται η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικών γεγονότων, που είναι αναιρετικά ανέλεγκτη (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Κατά την έννοια του άρθρου 932 ΑΚ, το δικαστήριο της ουσίας, αφού δεχθεί ότι, εξαιτίας αδικοπραξίας, προκλήθηκε σε κάποιο πρόσωπο ηθική βλάβη ή, σε περίπτωση θανάτου, ψυχική οδύνη, καθορίζει στη συνέχεια το ύψος της οφειλόμενης γι' αυτήν χρηματικής ικανοποίησης, με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και της λογικής, λαμβάνοντας, ιδίως, υπόψη, ως κριτήρια, το είδος της προσβολής, την έκταση της βλάβης, τις συνθήκες τέλεσης της αδικοπραξίας, τη βαρύτητα του πταίσματος του υπόχρεου, το τυχόν συντρέχον πταίσμα του παθόντος ή του θύματος, αντίστοιχα και την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των διάδικων μερών.

Συνεπώς, εφόσον ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης επαφίεται στην ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, που σχηματίζεται ύστερα από την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων χωρίς υπαγωγή σε νομική έννοια, το "εύλογο" του επιδικαζόμενου ποσού δεν αποτελεί αόριστη νομική έννοια και, συνακόλουθα, η σχετική κρίση δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, οπότε και δεν μπορεί να νοηθεί εσφαλμένη, κατά τούτο, εφαρμογή του νόμου.

Περαιτέρω, με το άρθρο 25 παρ. 1 (εδάφ. δ' ) του Συντάγματος, όπως αυτό ισχύει μετά την αναθεώρησή του με το από 6/17-4-2001 Ψήφισμα της Ζ' Αναθεωρητικής Βουλής, ορίζεται ότι οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν κατά το Σύνταγμα να επιβληθούν στα δικαιώματα του ανθρώπου ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας.

Με τη νέα αυτή διάταξη ο αναθεωρητικός νομοθέτης επέλεξε να κατοχυρώσει ρητά, από το όλο σύστημα των εγγυήσεων για τα επιτρεπτά όρια των επιβαλλόμενων στα ατομικά δικαιώματα νομοθετικών περιορισμών, την εγγύηση εκείνη που είναι γνωστή ως αρχή της αναλογικότητας. Απέκτησε έτσι ρητή συνταγματική υφή η αρχή αυτή, η οποία, ωστόσο, και προηγουμένως αναγνωριζόταν ως αρχή συνταγματικής ισχύος, που απορρέει από την ίδια την έννοια του κράτους δικαίου, αλλά και από την ουσία των θεμελιωδών ατομικών δικαιωμάτων, τα οποία, ως έκφραση της γενικότερης ελευθερίας του προσώπου, δεν πρέπει να περιορίζονται από την κρατική εξουσία περισσότερο από όσο είναι αναγκαίο για την προστασία των δημόσιων συμφερόντων.

Η αρχή αυτή, υπό την έννοια του τηρητέου μέτρου της εύλογης αντιστάθμισης προσφοράς και οφέλους, που αποτελεί, όπως προαναφέρθηκε, κανόνα συνταγματικής βαθμίδας, επενεργεί σε κάθε είδους κρατική δραστηριότητα, καθώς και όταν πρόκειται για αντικρουόμενα συμφέροντα στο πεδίο του ιδιωτικού δικαίου, αφού η έκταση της αρχής αυτής δεν περιορίζεται μόνο σε ορισμένες περιοχές του δικαίου, αλλά, όπως προεκτέθηκε, και πριν από τη ρητή συνταγματική της κατοχύρωση, διέτρεχε το σύνολο της έννομης τάξης και, συνεπώς, πρέπει να λαμβάνεται υπόψη κατά την ερμηνεία και εφαρμογή οποιουδήποτε κανόνα δικαίου.

Άλλωστε, με ρητή διατύπωση στο άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος, τα εν λόγω δικαιώματα του ανθρώπου, κατά τη θεσπιζόμενη από τη διάταξη αυτή προστασία, "ισχύουν και στις σχέσεις μεταξύ ιδιωτών στις οποίες προσιδιάζουν" και οριοθετείται έτσι η υποχρέωση και των αρμόδιων δικαιοδοτικών οργάνων, όταν επιλαμβάνονται της επίλυσης ιδιωτικών διαφορών, να τις επιλύουν κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να υπάρχει μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων.

Συγκεκριμένα, πρέπει τα λαμβανόμενα μέτρα και οι έννομες συνέπειες να είναι πρόσφορα (κατάλληλα) για την πραγμάτωση του επιδιωκόμενου σκοπού, αναγκαία, υπό την έννοια να συνιστούν μέτρο, το οποίο, σε σχέση με άλλα μέτρα που μπορούν να ληφθούν, να επάγεται τον ελάχιστο δυνατό περιορισμό για τον διάδικο σε βάρος του οποίου απαγγέλλονται και αναλογικά υπό στενή έννοια, δηλαδή να τελούν σε ανεκτή σχέση με τον επιδιωκόμενο σκοπό, προκειμένου η αναμενόμενη ωφέλεια να μην υπολείπεται της βλάβης που προκαλούν.

Με βάση αυτά, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι η πιο πάνω συνταγματική διάταξη, έστω και αν ρητά δεν αναφέρεται σ' αυτήν, απευθύνεται και στο δικαστή, όσον αφορά τις σχέσεις των διαδίκων, καθιερώνοντας αυτήν ως δεσμευτική δικαιϊκή αρχή, όπως και άλλες τέτοιες αρχές που διατρέχουν το δίκαιο και είναι δεσμευτικές (αρχή του σεβασμού της αξίας του ανθρώπου, αρχή της δίκαιης δίκης κ.λπ.).

Εξάλλου, η αρχή αυτή, ως διάχυτη στην έννομη τάξη, υπερβαίνει τα όρια της ρητής συνταγματικής κατοχύρωσής της, με την οποία, πάντως, αναδείχθηκε η σημασία της ως βασικής εγγύησης για την προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων και ο δικαστής οφείλει, κατά την ερμηνεία και την εφαρμογή των διατάξεων της κοινής νομοθεσίας, που άπτονται των δικαιωμάτων αυτών, να προστρέχει στο κρίσιμο για την όλη έννομη τάξη περιεχόμενο της συνταγματικής αρχής της αναλογικότητας που, όπως αναφέρθηκε, απορρέει από την αρχή της ισότητας και την αρχή του κράτους δικαίου.

Αποτελεί την αντίστροφη μορφή της απαγόρευσης της κατάχρησης δικαιώματος, όταν το ασκούμενο δικαίωμα υπερβαίνει, προφανώς, τα ακραία όρια που θέτουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη, καθώς και ο οικονομικός και κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος. Στην περίπτωση υπέρβασης της αρχής της αναλογικότητας, πρόκειται για δυσαναλογία μέσου προς το σκοπό, δηλαδή το ασκούμενο δικαίωμα έχει απολέσει την αναλογία του προς τον επιδιωκόμενο σκοπό και, συνακόλουθα, η άσκησή του είναι απαγορευμένη.

Επομένως, όπως και η κατάχρηση δικαιώματος, που αποτελεί απαγορευτικό κανόνα και οριοθετεί αρνητικά την άσκηση των δικαιωμάτων, έτσι και η αρχή της αναλογικότητας αποτελεί κανόνα δικαίου (γενική νομική αρχή), η οποία προσδιορίζει την τελολογική λειτουργία των πάσης φύσεως δικαιωμάτων και του ιδιωτικού δικαίου.

Από όσα προαναφέρθηκαν συνάγεται, ως γενική νομική αρχή, ότι η έννομη συνέπεια που είτε προβλέπεται από κανόνες δικαίου κατώτερης τυπικής ισχύος από εκείνους του Συντάγματος, είτε απαγγέλλεται από δικαστικό ή διοικητικό όργανο, πρέπει να τελεί σε σχέση ανεκτής αναλογίας προς το αντίστοιχο πραγματικό, ήτοι να μην υπερβαίνει τα όρια όπως διαγράφονται από τα δεδομένα της κοινής πείρας και της κοινής για το δίκαιο συνείδησης σε ορισμένο τόπο και χρόνο, όπως αποτυπώνονται με τη συνήθη πρακτική των δικαστηρίων.

Η κρίση δηλαδή του ουσιαστικού δικαστηρίου πρέπει να μην παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας, ούτε να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, που αποτελεί γενική αρχή του δικαίου και μέσο ελέγχου της κρίσης του δικαστηρίου, χωρίς να υπάγεται στην έννοια της αναλογικότητας. Κατόπιν τούτων, αν διαπιστώνεται παραβίαση της προβλεπόμενης από το άρθρο 25 παρ. 1 αρχής της αναλογικότητας, αλλά και όταν διαπιστώνεται υπέρβαση, από το δικαστήριο της ουσίας, των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας, αυτά ελέγχονται ως πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 του ΚΠολΔ (ΑΠ Ολομ. 9/2015 ΑΠ 469/2017).

Στην προκείμενη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την πληττόμενη απόφασή του, σχετικά με το κεφάλαιο επιδίκασης χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ψυχικής οδύνης, στους αναιρεσείοντες από τον θανάσιμο τραυματισμό του ανήλικου γιού των δύο πρώτων, αδελφού της τρίτης και εγγονού της τέταρτης, πέμπτου και έκτης, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπησή της, δέχθηκε τα εξής: "Τέλος, από τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα σε επίσημη μετάφραση έγγραφα της Υπηρεσίας "Μητρώου" της ….

αποδεικνύεται ότι ο δωδεκάχρονος θανών ήταν γιος του πρώτου και της δεύτερης των εναγόντων (ηλικίας 32 και 35 ετών αντιστοίχως), αδελφός της επίσης ανήλικης (8 ετών) Ι. Ο., που εκπροσωπείται νομίμως από τους γονείς της, εγγονός της εναγούσης Μ. Κ. (ηλικίας 52 ετών) από την πατρική γραμμή, καθώς και των Β. Τ. και Μ.

Τ. (60 και 57 ετών αντίστοιχα) από την μητρική γραμμή, όλοι μολδαβικής υπηκοότητας. Ο θανών μαζί με τους γονείς του και την ανήλικη αδελφή του ζούσαν μονίμως στην Ελλάδα, σε ιδιόκτητη κατοικία στο χωριό ... της …, ενώ οι λοιποί ενάγοντες ζούσαν στην …. πλην όμως όλοι μαζί αποτελούσαν μία αρμονική οικογένεια συνδεδεμένη με ισχυρούς δεσμούς αγάπης και στοργής.

Ο αδόκητος θάνατος του ανηλίκου γιου, αδελφού και εγγονού προκάλεσε σ' αυτούς εντονότατη θλίψη και οδύνη και επομένως προς ανακούφιση και ηθική παρηγοριά δικαιούνται χρηματικής ικανοποιήσεως. Για το προσδιορισμό αυτής, το Δικαστήριο λαμβάνοντας υπόψη τις ειδικότερες συνθήκες του ατυχήματος, τις συνέπειες τούτου, το βαθμό πταίσματος του υπαίτιου οδηγού και το βαθμό συνυπαιτιότητος του ανηλίκου, την ηλικία τούτου και καθενός από τους δικαιούχους, το βαθμό της εξ αίματος συγγενείας του θανόντος με καθένα από τους ενάγοντες, το βαθμό συναισθηματικού δεσμού του θανόντος με καθένα απ' αυτούς, την ένταση και διάρκεια της οδύνης τους, την εν γένει κοινωνικοοικονομική κατάσταση των δικαιούχων αλλά και των ζημιωσάντων φυσικών προσώπων (οδηγού, ιδιοκτήτη) καθώς και όλα τα κατά νόμο επικαλούμενα στοιχεία (άρθρο 932 ΑΚ), κρίνει ότι το εύλογο και δίκαιο ποσό που δικαιούται έκαστος τούτων, πρέπει να προσδιορισθεί σε: i) 50.000 ευρώ για καθένα από τους ενάγοντες γονείς, ii) 30.000 ευρώ για την ενάγουσα ανήλικη αδελφή και iii) 15.000 ευρώ για καθένα από τους λοιπούς ανιόντες...".

Με τις κρίσεις και τις παραδοχές του αυτές το Εφετείο, καθορίζοντας τη χρηματική ικανοποίηση για τους γονείς, την αδελφή και τον παππού και τις γιαγιάδες του θανόντος ανήλικου στα ποσά που αναφέρθηκαν πιο πάνω, δεν παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας και δεν υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, αφού τα εν λόγω ποσά, κατά την κοινή πείρα, την δικαστηριακή πρακτική και την περί δικαίου συνείδηση, δεν υπολείπονται (και μάλιστα καταφανώς), των συνήθως επιδικαζόμενων σε παρόμοιες περιπτώσεις.

Επομένως το δικαστήριο της ουσίας δεν παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας και δεν υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας και ως εκ τούτου είναι απορριπτέος ως αβάσιμος ο τρίτος λόγος της αναίρεσης των συγγενών του θανόντος ανηλίκου με τον οποίο αποδίδεται η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση ότι παραβιάσθηκε εν προκειμένω η προβλεπόμενη από το άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος αρχή της αναλογικότητας, καθώς και οι διατάξεις του άρθρου 932 παρ. 1 του ΑΚ.

Με τον πρώτο λόγο της από 14-2-2018 (με αριθμ. κατάθεσης 127/2018) αναίρεσης του ιδιοκτήτη και του οδηγού του με αριθ. κυκλ. ...16 ΔΧΦ αυτοκινήτου που συγκρούσθηκε με το ποδήλατο που οδηγούσε ο θανών ανήλικος η αιτίαση που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση από τον αριθμ 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναφέρεται στη σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων με βάση τα οποία αυτό στήριξε το προαναφερόμενο σαφές αποδεικτικό του πόρισμα, σχετικά με τη συνυπαιτιότητα του οδηγού του ΔΧΦ αυτοκινήτου και του μοτοποδηλάτη στην πρόκληση του τροχαίου ατυχήματος.

Ειδικότερα οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται με την επίκληση των διατάξεων των άρθρων 300, 330 εδ. Β', 914 ΑΚ και άρθρα 5 και 10 ν. ΓπΝ/1911 ότι, ως προς τον ουσιώδη ισχυρισμό του για συνυπαιτιότητα του θανόντος μοτοποδηλάτη το Εφετείο, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, αναφορικά με το ρεύμα πορείας που έλαβε χώρα η ένδικη σύγκρουση περιέχει αντιφατικές αιτιολογίες και ειδικότερα, ενώ δέχεται ότι το πλάτος του οδοστρώματος είναι 6,60 μ., ότι δεν υπήρχε εμφανής διαχωριστική γραμμή των αντιθέτων μεταξύ τους ρευμάτων κατεύθυνσης της οδού, ότι η τροχοπέδηση του φορτηγού κατέλειπε στο οδόστρωμα ίχνη μήκους 17,50 μ.

και πλάτους 0,50 μ., τα οποία απέχουν 2,40 μ. από το δεξιό κατά την πορεία του άκρο του οδοστρώματος και 3,70 μ. από το αριστερό άκρο του οδοστρώματος, εντελώς αντιφατικά δέχεται ότι το σημείο σύγκρουσης βρίσκεται στο κέντρο του οδοστρώματος και πάντως εντός του ρεύματος πορείας προς Μ., δηλαδή στο αντίθετο ρεύμα ως προς την πορεία του φορτηγού.

Επίσης ισχυρίζονται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει ανεπαρκείς αιτιολογίες και ειδικότερα παρέλειψε να αναφέρει από ποιους τροχούς του φορτηγού, αριστερούς ή δεξιούς προέρχονται τα καταληφθέντα στο οδόστρωμα ίχνη τροχοπέδησής του, ποιο ήταν το πλάτος του φορτηγού, σε ποιο ρεύμα πορείας έλαβε χώρα η ένδικη σύγκρουση και αντίστοιχα ποιο από τα δύο οχήματα εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα κατεύθυνσής του, στοιχεία που συνδέονται αιτιωδώς με το ατύχημα.

Οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης που αναφέρθηκαν παραπάνω, ότι σε σχέση με την πορεία του ΔΧΦ οχήματος σε απόσταση 500 μέτρων πριν από το σημείο του ατυχήματος υπήρχε τοποθετημένη σχετική πινακίδα αναγγελίας κινδύνου που ενημέρωνε τους χρήστες της οδού για τις εκτελούμενες εργασίες στο οδόστρωμα και επισήμανε το σχετικό κίνδυνο, ότι η οδός παρουσίαζε μικρή κατηφορική κλίση και ανοικτή δεξιά καμπή, προς την κατεύθυνση της Ζ… σε απόσταση 80-90 μέτρων πριν από το ακινητοποιημένο συνεργείο ασφαλτόστρωσης και ότι το όριο ταχύτητας στο σημείο εκείνο ήταν 50 χιλ.

την ώρα, ότι ο θανών ανήλικος μετά την διέλευση με το ποδήλατο από το σημείο που ήταν ακινητοποιημένο το μηχάνημα ασφαλτόστρωσης και σε απόσταση 40-50 μέτρων έβαινε ακόμη στο μέσον της οδού και δεν κινείτο στο άκρο δεξιό αυτής όπως κινούνταν οι δυο προπορευόμενοι αυτού φίλοι του ποδηλάτες και ότι ο οδηγός του φορτηγού όταν αντιλήφθηκε τον ανήλικο σε απόσταση 25-30 μέτρα επιχείρησε τροχοπέδηση και ταυτόχρονα ο ανήλικος επιχείρησε με διαγώνια πορεία να κατευθυνθεί στο δεξιό άκρο του οδοστρώματος πλην όμως δεν πρόλαβε γιατί το φορτηγό επέπεσε επ' αυτού με σφοδρότητα, η δε τροχοπέδηση δεν κατέστη ικανή να αποτρέψει το ατύχημα κυρίως λόγω της αυξημένης για τις περιστάσεις ταχύτητας και της αδυναμίας του οδηγού του να ελέγξει το όχημα, στηρίζουν πλήρως την κρίση του Εφετείου για την συνυπαιτιότητα του οδηγού του ΔΧΦ και του ποδηλάτη στην πρόκληση του τροχαίου ατυχήματος.

Επί πλέον η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έχει ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς την αντικειμενική δυνατότητα αντίδρασης του οδηγού του ΔΧΦ οχήματος, ενόψει του εμφανισθέντος κινδύνου από την κίνηση του ποδηλάτη στο μέσον της οδού, αλλά με σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες κατέληξε στο ορθό συμπέρασμα και δέχτηκε ότι μεταξύ των πράξεων και παραλείψεων τόσο του οδηγού του ΔΧΦ όσον και του ποδηλάτη στην πρόκληση του δυστυχήματος, υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος και οι παραδοχές της ότι ο οδηγός του φορτηγού εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα πορείας για τους λόγους που αναφέρθηκαν παραπάνω και ότι ο ποδηλάτης κινείτο στο μέσο της οδού δεν αναιρούν η μία την άλλη, ούτε ο αιφνιδιασμός του οδηγού του φορτηγού αποκλείει την αμέλεια αυτού υπό τις ως άνω περιστάσεις οδηγικής συμπεριφοράς και συνακόλουθα αποκλείει την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ των πράξεων ή παραλείψεων του οδηγού και του επελθόντος αποτελέσματος, όπως διατείνονται οι αναιρεσείοντες.

Και τούτο, διότι ο αιφνιδιασμός πρέπει να ελέγχεται κατά την ένταση και την προέλευσή του από κάθε συνυπαίτιο στην πρόκληση του ατυχήματος - δυστυχήματος. Επομένως, ο 1ος αναιρετικός λόγος της αίτησης αναίρεσης του οδηγού και του ιδιοκτήτη του φορτηγού πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος.

Με το πρώτο μέρος του δεύτερου λόγου της αναίρεσης των παραπάνω, η αιτίαση που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση από τον αριθμ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναφέρεται στη σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων με βάση τα οποία το Εφετείο στήριξε το προαναφερόμενο σαφές αποδεικτικό του πόρισμα, σχετικά με την μη παραμέληση της εποπτείας του ανηλίκου από τους γονείς του.

Ειδικότερα οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται με την επίκληση των διατάξεων των άρθρων 297, 298, 300, 330 εδ. β', 914, 923 παρ. 1, 1510 και 1518 ΑΚ ότι, ως προς τον ουσιώδη ισχυρισμό τους που παραδεκτά πρότειναν στο δικαστήριο, για παραμέληση της εποπτείας του θανόντος ανηλίκου από τους γονείς του η αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή, περιέχει αντιφατικές αιτιολογίες και ειδικότερα, ενώ δέχεται το Εφετείο ότι η κυκλοφορία στην οδό που συνέβη το ατύχημα δεν παρείχε τα συνήθη εχέγγυα ασφάλειας, λόγω της ασφαλτόστρωσης που πραγματοποιείτο και οι οδηγοί έπρεπε να κινούνται με ιδιαίτερη προσοχή στη συνέχεια εντελώς αντιφατικά δέχεται ότι οι γονείς του ανηλίκου θανόντος εύλογα εμπιστεύθηκαν τον ανήλικο να κινηθεί με το ποδήλατό του στη συγκεκριμένη επαρχιακή οδό.

Η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έχει αντιφατικές αιτιολογίες ως προς την μη παραμέληση της προσήκουσας εποπτείας του θανόντος ανηλίκου από τους γονείς του, η οποία συνέτεινε στην επέλευση του ενδίκου ατυχήματος κατά τους ισχυρισμούς των αναιρεσειόντων, διότι οι παραδοχές της "λόγω της ηλικίας του ανηλίκου, της ωριμότητας και ευφυΐας που διέθετε, και της εν γένει πνευματικής του ανάπτυξης, ένεκα της οποίας απολάμβανε της πλήρους εμπιστοσύνης των γονέων, δασκάλων και συμμαθητών, αλλά και της ιδιαίτερης εξοικείωσης και ενασχόλησής του με το ποδήλατο, αφού από μικρότερη ηλικία, κυκλοφορούσε πολύ συχνά με αυτό (βλ.

ως άνω ένορκες βεβαιώσεις), αποδεικνύεται ότι οι γονείς του με το να του επιτρέψουν να κυκλοφορήσει στον πιο πάνω επαρχιακό δρόμο, τη συγκεκριμένη ημεροχρονολογία, δεν παραμέλησαν την επ' αυτού προσήκουσα εποπτεία. Ειδικότερα, αυτοί είχαν εκπαιδεύσει επαρκώς το τέκνο τους στο να κυκλοφορεί στο επαρχιακό δίκτυο, ώστε να μεταβαίνει στο σχολείο, στο γήπεδο, στους φίλους του κ.λπ.

και είχαν βεβαιωθεί ότι γνωρίζει τους κινδύνους που προκύπτουν από την κυκλοφορία και κατέχει τους κανόνες οδικής κυκλοφορίας, ώστε να κινείται με ασφάλεια. Άλλωστε, από την κατάθεση του μάρτυρος αποδείξεως, προέκυψε ότι κατά τη στιγμή του ατυχήματος βρισκόταν μόλις ένα (1) χιλιόμετρο μακριά από την οικία του και όσα αντίθετα υποστηρίζουν οι εναγόμενοι, είναι αβάσιμα και απορριπτέα" στηρίζουν πλήρως την κρίση του Εφετείου για απόρριψη της εν λόγω ένστασης.

Επομένως εφόσον το Εφετείο με σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες κατέληξε στο ορθό συμπέρασμα, ο δεύτερος λόγος, κατά το πρώτο μέρος του, της αίτησης αναίρεσης του οδηγού και του ιδιοκτήτη του φορτηγού από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Με το δεύτερο μέρος του δεύτερου λόγου της αίτησης αναίρεσης από τον αριθμ. 1 παρ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, οι προαναφερόμενοι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια της παράβασης των διδαγμάτων της κοινής πείρας, διότι με το να δεχθεί ότι η κυκλοφορία στην οδό που συνέβη το ατύχημα δεν παρείχε τα συνήθη εχέγγυα ασφάλειας, λόγω της ασφαλτόστρωσης που πραγματοποιείτο και οι οδηγοί έπρεπε να κινούνται με ιδιαίτερη προσοχή στη συνέχεια εντελώς αντιφατικά δέχεται ότι οι γονείς του ανηλίκου θανόντος εύλογα εμπιστεύθηκαν τον ανήλικο να κινηθεί με το ποδήλατό του στη συγκεκριμένη επαρχιακή οδό, όπως αναφέρεται και παραπάνω.

Ο λόγος αυτός από τον αριθ. 1β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού τα εκτιθέμενα σ` αυτόν δεν έχουν τον χαρακτήρα διδάγματος κοινής πείρας με την έννοια που προεκτέθηκε στη μείζονα σκέψη και σε κάθε περίπτωση δεν χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένα από το δικαστήριο κατά την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή σ` αυτούς των υποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών.

Με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης του οδηγού και του ιδιοκτήτη του φορτηγού αποδίδεται η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση ότι παραβιάσθηκε εν προκειμένω η προβλεπόμενη από το άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος αρχή της αναλογικότητας, καθώς και οι διατάξεις του άρθρου 932 παρ. 1 του ΑΚ. Για τους ίδιους ακριβώς λόγους οι οποίοι εκτίθενται στο σχετικό με τον συγκεκριμένο τρίτο λόγο της αναίρεσης των συγγενών του θανόντος ποδηλάτη και προς αποφυγή ασκόπων επαναλήψεων, επειδή με τις κρίσεις και τις παραδοχές του το Εφετείο, καθορίζοντας τη χρηματική ικανοποίηση για τους γονείς, την αδελφή και τον παππού και τις γιαγιάδες του θανόντος ανήλικου στα ποσά που αναφέρθηκαν πιο πάνω, δεν παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας και δεν υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, αφού τα εν λόγω ποσά, κατά την κοινή πείρα, την δικαστηριακή πρακτική και την περί δικαίου συνείδηση, δεν υπερτερούν (και μάλιστα καταφανώς), των συνήθως επιδικαζόμενων σε παρόμοιες περιπτώσεις, το δικαστήριο της ουσίας δεν παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας και δεν υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας και ως εκ τούτου είναι απορριπτέος ως αβάσιμος ο λόγος αυτός.

Με το πρώτο μέρος του πρώτου λόγου της από 15-10-2017 αίτησης αναίρεσης της ασφαλιστικής εταιρίας στην οποία ήταν ασφαλισμένο το ζημιογόνο ΔΧΦ αυτοκίνητο, η οποία εστιάζει τις αιτιάσεις της μόνο στην αμελή συμπεριφορά του οδηγού του ΔΧΦ αποδίδεται η πλημμέλεια από τον αριθμ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Ειδικότερα η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται με την επίκληση των διατάξεων των άρθρων 300, 330 εδ.

Β', 914 ΑΚ και άρθρα 5 και 10 ν. ΓπΝ/1911 ότι στο ζήτημα της συνυπαιτιότητας του οδηγού του φορτηγού το Εφετείο, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, αναφορικά με τις συνθήκες του ατυχήματος περιέχει αντιφατικές αιτιολογίες. Ειδικότερα 1) η αναιρεσιβαλλόμενη δέχεται ότι το πλάτος του οδοστρώματος είναι 6,60 μ., και ότι ο οδηγός του φορτηγού αντιλήφθηκε τον ανήλικο να βρίσκεται εμπρός του σε απόσταση 25-30 μέτρα περίπου και ότι επεχείρησε τροχοπέδηση τα ίχνη της οποίας απέχουν 2,40 μ.

από το δεξιό άκρο του οδοστρώματος και 3,70 μ. από το αριστερό. Με βάση αυτά ισχυρίζεται η ασφαλιστική εταιρία ότι το άθροισμα των πλαγίων αποστάσεων υπολείπεται κατά 50 εκ. του συνολικού πλάτους της οδού όσο δηλ. είναι το πλάτος του φορτηγού και συνεπώς το χρόνο του ατυχήματος το φορτηγό δεν βρίσκονταν στο αντίθετο ρεύμα αφού κάθε ρεύμα είχε πλάτος 3,30 μέτρα, όπως δέχεται η προσβαλλόμενη απόφαση, 2) τοποθετεί η προσβαλλόμενη απόφαση το σημείο σύγκρουσης εντός του αντιθέτου ρεύματος πορείας του φορτηγού, ενώ τούτο είναι αντίθετο με την παραδοχή ότι το ίχνος πεδήσεως απείχε 3,70 μ.

από το αριστερό άκρο της οδού, 3) δεν έχει καμία παραδοχή ως προς την ταχύτητα του ποδηλάτου, 4) είναι αντιφατικές οι παραδοχές της προσβαλλόμενης για την απόσταση της στροφής από το ακινητοποιημένο μηχάνημα, τις αποστάσεις που διήνυσαν το φορτηγό και το ποδήλατο, την απόσταση που ο οδηγός του φορτηγού είδε το ποδήλατο.

Συγκεκριμένα ισχυρίζεται ότι με βάση τις παραδοχές της απόφασης το φορτηγό διήνυσε τουλάχιστον 33,70 μέτρα από τη στιγμή της οπτικής επαφής του ποδηλάτου. Αν γινόταν δεκτή έστω και μια ελάχιστη ταχύτητα 15 χιλ. την ώρα, τότε το ποδήλατο θα διένυε και αυτό μια απόσταση 4,10 μ. Με βάση την παραδοχή της προσβαλλόμενης ότι το ποδήλατο είχε διανύσει απόσταση 50-60 μέτρων από το ακινητοποιημένο μηχάνημα ασφαλτόστρωσης συνολικά το ποδήλατο διήνυσε 59,10 μ.

ή 64,10 μ. Επομένως εφόσον μέχρι τη σύγκρουση το φορτηγό διύνησε 33,70 μ. και το ποδήλατο 59,10 μ. ή 64,10 μ. το άθροισμα των διανυθέντων 97,8 μ. ή 92,80 μ. ξεπερνά την αρχική απόσταση που ήταν κατά την προσβαλλόμενη 85 ή 90 μ. και επομένως δεν μπορούσε να συμβεί ατύχημα. Επί του ισχυρισμού τους αυτού πρέπει να αναφερθούν τα εξής.

Η παράθεση, των επιπλέον αυτών αιτιολογιών, δεν ήταν αναγκαία διότι οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης που αναφέρθηκαν παραπάνω, ότι σε σχέση με την πορεία του ΔΧΦ οχήματος σε απόσταση 500 μέτρων πριν από το σημείο του ατυχήματος υπήρχε τοποθετημένη σχετική πινακίδα αναγγελίας κινδύνου που ενημέρωνε τους χρήστες της οδού για τις εκτελούμενες εργασίες στο οδόστρωμα και επισήμανε το σχετικό κίνδυνο, ότι η οδός παρουσίαζε μικρή κατηφορική κλίση και ανοικτή δεξιά καμπή, προς την κατεύθυνση της Ζ… σε απόσταση 80-90 μέτρων πριν από το ακινητοποιημένο συνεργείο ασφαλτόστρωσης και ότι το όριο ταχύτητας στο σημείο εκείνο ήταν 50 χιλ.

την ώρα, ότι ο θανών ανήλικος μετά την διέλευση με το ποδήλατο από το σημείο που ήταν ακινητοποιημένο το μηχάνημα ασφαλτόστρωσης και σε απόσταση 40-50 μέτρων έβαινε ακόμη στο μέσον της οδού και δεν κινείτο στο άκρο δεξιό αυτής όπως κινούνταν οι δυο προπορευόμενοι αυτού φίλοι του ποδηλάτες και ότι ο οδηγός του φορτηγού όταν αντιλήφθηκε τον ανήλικο σε απόσταση 25-30 μέτρα επιχείρησε τροχοπέδηση και ταυτόχρονα ο ανήλικος επιχείρησε με διαγώνια πορεία να κατευθυνθεί στο δεξιό άκρο του οδοστρώματος πλην όμως δεν πρόλαβε γιατί το φορτηγό επέπεσε επ' αυτού με σφοδρότητα, η δε τροχοπέδηση δεν κατέστη ικανή να αποτρέψει το ατύχημα κυρίως λόγω της αυξημένης για τις περιστάσεις ταχύτητας και της αδυναμίας του οδηγού του να ελέγξει το όχημα, στηρίζουν πλήρως την κρίση του Εφετείου για την συνυπαιτιότητα του οδηγού του ΔΧΦ και του ποδηλάτη στην πρόκληση του τροχαίου ατυχήματος, ενώ διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή των διατάξεων που εφαρμόστηκαν και, επομένως, δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση.

Κατά συνέπεια ο παρών λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Με τον δεύτερο μέρος του πρώτου λόγου της αίτησης αναίρεσης από τον αριθμ. 1 παρ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η ασφαλιστική εταιρία αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια της παράβασης των διδαγμάτων της κοινής πείρας με το να δεχθεί ότι το φορτηγό επειδή εισήλθε στη δεξιά καμπή του οδοστρώματος με ταχύτητα, ο οδηγός του προκειμένου να μπορέσει να ακολουθήσει τη καμπή χωρίς να απωλέσει τον έλεγχο αναγκάσθηκε κατά την είσοδο στην καμπή να τοποθετήσει το φορτηγό του λίγο πέραν της μέσης του οδοστρώματος καταλαμβάνοντας τμήμα του αντιθέτου ρεύματος.

Η σκέψη όμως αυτή είναι αντίθετη στα διδάγματα της κοινής πείρας γιατί για να μπορέσει το όχημα να κρατήσει δεξιά στροφή και μάλιστα σε δρόμο που έχει κλίση προς τα δεξιά δεν πρέπει να τοποθετηθεί στο αριστερό αλλά στο δεξιό άκρο του οδοστρώματος. Την κατάληψη μέρους του αντιθέτου ρεύματος με σκοπό το καλύτερο κράτημα στη στροφή, την κάνει όχημα σε αριστερή και όχι σε δεξιά στροφή.

Ο λόγος αυτός από τον αριθ. 1β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού τα εκτιθέμενα σ` αυτόν δεν έχουν τον χαρακτήρα διδάγματος κοινής πείρας με την έννοια που προεκτέθηκε στη μείζονα σκέψη και, σε κάθε περίπτωση, με τον λόγο αυτόν πλήττεται η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικών γεγονότων, που είναι αναιρετικά ανέλεγκτη (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Με το δεύτερο λόγο της αναίρεσης της ασφαλιστικής εταιρίας η αιτίαση που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση από τον αριθμ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναφέρεται στη σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων με βάση τα οποία το Εφετείο στήριξε το προαναφερόμενο σαφές αποδεικτικό του πόρισμα, σχετικά με την μη παραμέληση της εποπτείας του ανηλίκου από τους γονείς του.

Ειδικότερα η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται με την επίκληση των διατάξεων των άρθρων 297, 298, 300, 330 εδ. Β', 914, 923 παρ. 1, 1510 και 1518 ΑΚ ότι, ως προς τον ουσιώδη ισχυρισμό της που παραδεκτά πρότεινε στο δικαστήριο, για παραμέληση της εποπτείας του θανόντος ανηλίκου από τους γονείς του, η αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, περιέχει αντιφατικές αιτιολογίες και ειδικότερα ενώ δέχεται το Εφετείο ότι η κυκλοφορία στην οδό που συνέβη το ατύχημα δεν παρείχε τα συνήθη εχέγγυα ασφάλειας, λόγω της ασφαλτόστρωσης που πραγματοποιείτο και οι οδηγοί έπρεπε να κινούνται με ιδιαίτερη προσοχή στη συνέχεια εντελώς αντιφατικά δέχεται ότι οι γονείς του ανηλίκου θανόντος εύλογα εμπιστεύθηκαν τον ανήλικο να κινηθεί με το ποδήλατό του στη συγκεκριμένη επαρχιακή οδό.

Επί αυτών των ισχυρισμών τους πρέπει να αναφερθούν τα εξής: Η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έχει αντιφατικές αιτιολογίες ως προς την μη παραμέληση της προσήκουσας εποπτείας του θανόντος ανηλίκου από τους γονείς του, η οποία συνέτεινε στην επέλευση του ενδίκου ατυχήματος κατά τους ισχυρισμούς των αναιρεσειόντων, διότι οι παραδοχές της "λόγω της ηλικίας του ανηλίκου, της ωριμότητας και ευφυΐας που διέθετε, και της εν γένει πνευματικής του ανάπτυξης, ένεκα της οποίας απολάμβανε της πλήρους εμπιστοσύνης των γονέων, δασκάλων και συμμαθητών, αλλά και της ιδιαίτερης εξοικείωσης και ενασχόλησής του με το ποδήλατο, αφού από μικρότερη ηλικία, κυκλοφορούσε πολύ συχνά με αυτό (βλ.

ως άνω ένορκες βεβαιώσεις), αποδεικνύεται ότι οι γονείς του με το να του επιτρέψουν να κυκλοφορήσει στον πιο πάνω επαρχιακό δρόμο, τη συγκεκριμένη ημεροχρονολογία, δεν παραμέλησαν την επ' αυτού προσήκουσα εποπτεία. Ειδικότερα, αυτοί είχαν εκπαιδεύσει επαρκώς το τέκνο τους στο να κυκλοφορεί στο επαρχιακό δίκτυο, ώστε να μεταβαίνει στο σχολείο, στο γήπεδο, στους φίλους του κ.λπ.

και είχαν βεβαιωθεί ότι γνωρίζει τους κινδύνους που προκύπτουν από την κυκλοφορία και κατέχει τους κανόνες οδικής κυκλοφορίας, ώστε να κινείται με ασφάλεια. Άλλωστε, από την κατάθεση του μάρτυρος αποδείξεως, προέκυψε ότι κατά τη στιγμή του ατυχήματος βρισκόταν μόλις ένα (1) χιλιόμετρο μακριά από την οικία του και όσα αντίθετα υποστηρίζουν οι εναγόμενοι, είναι αβάσιμα και απορριπτέα", στηρίζουν πλήρως την κρίση του Εφετείου για απόρριψη της εν λόγω ένστασης.

Επομένως εφόσον το Εφετείο με σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες κατέληξε στο ορθό συμπέρασμα, ο δεύτερος λόγος, της αίτησης αναίρεσης της ασφαλιστικής εταιρίας από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης της ασφαλιστικής εταιρίας αποδίδεται η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση ότι παραβιάσθηκε εν προκειμένω η προβλεπόμενη από το άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος αρχή της αναλογικότητας, καθώς και οι διατάξεις του άρθρου 932 παρ. 1 του ΑΚ.

Για τους ίδιους ακριβώς λόγους, οι οποίοι εκτίθενται στο σχετικό με τον συγκεκριμένο τρίτο λόγο της αναίρεσης των συγγενών του θανόντος ποδηλάτη και προς αποφυγή ασκόπων επαναλήψεων, επειδή με τις κρίσεις και τις παραδοχές του το Εφετείο, καθορίζοντας τη χρηματική ικανοποίηση για τους γονείς, την αδελφή και τον παππού και τις γιαγιάδες του θανόντος ανήλικου στα ποσά που αναφέρθηκαν πιο πάνω, δεν παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας και δεν υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, αφού τα εν λόγω ποσά, κατά την κοινή πείρα, την δικαστηριακή πρακτική και την περί δικαίου συνείδηση, δεν υπερτερούν (και μάλιστα καταφανώς), των συνήθως επιδικαζόμενων σε παρόμοιες περιπτώσεις, το δικαστήριο της ουσίας δεν παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας και δεν υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας και ως εκ τούτου είναι απορριπτέος ως αβάσιμος ο λόγος αυτός.

Μετά από αυτά, μη υπάρχοντος άλλου λόγου οι κρινόμενες αιτήσεις αναίρεσης πρέπει να απορριφθούν και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που έχουν καταθέσει οι αναιρεσείοντες, στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 του ΚΠολΔ). Τέλος, οι αναιρεσείοντες κάθε αναίρεσης που νικήθηκαν στη δίκη πρέπει να καταδικαστούν στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά τους (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Συνεκδικάζει τις α) από 15.10.2017 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 726/2017 αίτηση της ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "...", β) από 14-2-2018 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 127/2018 αίτηση των Π. Κ. και Ν. Μ. και γ) από 14-2-2018 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 140/2018 αίτηση των Α. Ο., Ι. Ο., Μ. Κ., Β. Τ. και Μαρίας συζ. Β. Τ., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 2710/2017 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Απορρίπτει αυτές στο σύνολό τους.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που έχει κατατεθεί από τους αναιρεσείοντες κάθε αναίρεσης στο Δημόσιο Ταμείο. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες κάθε αναίρεσης στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που καθορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Φεβρουαρίου 2019.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Απριλίου 2019.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ