439/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Οκτωβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated439/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Επειδή, εισάγεται προς κρίση η από 24-03-2016 αίτηση αναιρέσεως της υπ’ αριθ. 679/2015 αποφάσεως του Εφετείου Πειραιώς, με την οποία απερρίφθησαν η από 28-4-2010 έφεση του αναιρεσείοντος και οι ασκηθέντες πρόσθετοι λόγοι κατά της υπ’ αριθ. 3454/2009 οριστικής αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς. Με την πρωτοβάθμια απόφαση είχε γίνει εν μέρει δεκτή η από 29-04-2004 αγωγή της αναιρεσιβλήτου.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 439 / 2018 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 439/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Σακκά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Γεώργιο Κοντό, Αβροκόμη Θούα και Κυριάκο Οικονόμου - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Οκτωβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Λ. Β., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μιχαήλ Τσαγκατάκη.
Της αναιρεσίβλητης: εταιρίας με την επωνυμία "..." και τον διακριτικό τίτλο "...", που εδρεύει στον …, νυν αγνώστου διαμονής, λυθείσης την 31.12.2005, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Πασσά, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 23-11-2004, 28-4-2004 και 29-4-2004 αγωγές της ανώνυμης εταιρείας "..." και της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς και συνεκδικάσθηκαν.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 529/2007 μη οριστική και 3454/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, 599/2012 μη οριστική και 679/2015 οριστική του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 24-3-2016 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, εισάγεται προς κρίση η από 24-03-2016 αίτηση αναιρέσεως της υπ’ αριθ. 679/2015 αποφάσεως του Εφετείου Πειραιώς, με την οποία απερρίφθησαν η από 28-4-2010 έφεση του αναιρεσείοντος και οι ασκηθέντες πρόσθετοι λόγοι κατά της υπ’ αριθ. 3454/2009 οριστικής αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς. Με την πρωτοβάθμια απόφαση είχε γίνει εν μέρει δεκτή η από 29-04-2004 αγωγή της αναιρεσιβλήτου.
Η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως κατά της άνω, αντιμωλία των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία εκδοθείσας τελεσίδικης αποφάσεως, έχει ασκηθή νομοτύπως και εμπροθέσμως (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Επομένως, είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθή ως προς τους λόγους της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Επειδή, κατά το άρθρο 562 παρ.2 του ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο Δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημοσία τάξη.
Από την διάταξη αυτή, που αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της αποφάσεως με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπ’ όψη το ουσιαστικό δικαστήριο, προκύπτει ότι, αν δεν συντρέχει μία από τις αναφερόμενες σ’ αυτή εξαιρετικές περιπτώσεις, ο λόγος αναιρέσεως είναι παραδεκτός μόνον εφ’ όσον στηρίζεται σε ισχυρισμό που προτάθηκε παραδεκτώς και νομίμως στο δικαστήριο από το οποίο προέρχεται η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση (Ολ ΑΠ 43/1990), ακόμη και αν έπρεπε να ληφθεί υπ’ όψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας (Ολ ΑΠ 1/1987).
Στο αναιρετήριο πρέπει να παρατίθεται ο ισχυρισμός, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται ο χρόνος και ο τρόπος προτάσεώς του ή επαναφοράς του στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ώστε να δύναται να κριθεί, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος (ΑΠ 1002/2017, 318/2017, 647/2011, 884/2011).
Εν προκειμένω, με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλόμενη δι’ αυτής απόφαση, με αναφορά στο άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, ότι το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπ’ όψη τον παραδεκτώς προβληθέντα ισχυρισμό του αναιρεσείοντος ότι στο δικόγραφο της αγωγής η ζημία της αναιρεσίβλητης δεν υπολογίζεται με βάση τον χρόνο της επελεύσεως της, αλλά σε τελείως άλλο και άσχετο χρόνο, με συνέπεια να έπρεπε αυτή να απορριφθεί άνευ ετέρου, ως νομικά αβάσιμη, λόγω παραβάσεως του τρόπου υπολογισμού της ζημίας, ως διαγράφεται στο άρθρο 65 παρ. 2 του ν. 2121/1003. Από την επιτρεπτή όμως, κατ’ άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, επισκόπηση του δικογράφου της εφέσεως προκύπτει, ότι παρά τα αντιθέτως υποστηριζόμενα ο ισχυρισμός αυτός δεν προεβλήθη ενώπιον του Εφετείου από τον αναιρεσείοντα. Επομένως ο ως άνω ισχυρισμός και αντίστοιχος λόγος αναιρέσεως, προβαλλόμενος το πρώτον ενώπιον του Αρείου Πάγου προβάλλεται απαραδέκτως. Σημειωτέον ότι η αναφορά τις πρωτόδικες προτάσεις του αναιρεσείοντος "..ότι ο κύκλος εργασιών μου του επίδικου διαστήματος είναι άλλος από εκείνον της αγωγής ..." δεν συνιστά παραδεκτή προβολή του επικαλουμένου ισχυρισμού.
Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ ιδρύεται αναιρετικός λόγος, αν παρεβιάσθη κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν έπρεπε ή αν εφαρμοσθεί εσφαλμένως (Ολ ΑΠ 11/2017, 36/1988, ΑΠ 675/2014). Εσφαλμένη εφαρμογή σημαίνει εσφαλμένη υπαγωγή, η οποία υπάρχει, όταν απεδόθη μεν στην μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού ορθώς η έννοια του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, στη συνέχεια όμως δεν εφηρμόσθη ο ίδιος στη δικαζόμενη περίπτωση, αν και τα περιστατικά, που εδέχθη ανέλεγκτα ο δικαστής της ουσίας, υπήγοντο στον κανόνα αυτόν ή, αντιστρόφως, εφηρμόσθη ο κανόνας αυτός, καίτοι τα περιστατικά δεν υπήγοντο σ’ αυτόν.
Προς εξεύρεση της παραβάσεως ελέγχεται ο δικανικός συλλογισμός, που διατυπώνεται, έστω και ατελώς, στην απόφαση και που συγκροτείται από την μείζονα πρόταση (νομική διάταξη), την ελάσσονα πρόταση (πραγματικές παραδοχές) και το συμπέρασμα (διατακτικό) (ΑΠ 2039/2014, 1011/2007). Επίσης, συμφώνως προς το άρθρο 65 παρ. 1 και 2 του Ν. 2121/1993 "σε κάθε περίπτωση προσβολής της πνευματικής ιδιοκτησίας ή του συγγενικού δικαιώματος, ο δημιουργός ή ο δικαιούχος του συγγενικού δικαιώματος μπορεί να αξιώσει την αναγνώριση του δικαιώματος του, την άρση της προσβολής και την παράλειψη της στο μέλλον, ενώ όποιος υπαιτίως προσέβαλε την πνευματική ιδιοκτησία ή τα συγγενικά δικαιώματα άλλου υποχρεούται σε αποζημίωση και ικανοποίηση της ηθικής βλάβης.
Η αποζημίωση δεν μπορεί να είναι κατώτερη από το διπλάσιο της αμοιβής που συνήθως ή κατά νόμο καταβάλλεται για το είδος της εκμετάλλευσης που έκανε, χωρίς την άδεια, ο υπόχρεος". Με την διάταξη αυτή ενσωματώνεται στο δίκαιο της πνευματικής ιδιοκτησίας βασικώς η ρύθμιση του άρθρου 914 του ΑΚ, καθώς και οι αντίστοιχες ρυθμίσεις των άρθρων 57 εδάφ.
γ, 59, 60 εδάφ. β’ και 932 του ίδιου Κώδικα, το πραγματικό δε του κανόνα δικαίου που περιέχει η εν λόγω διάταξη, εις ό,τι αφορά την αποζημίωση, προϋποθέτει (περιλαμβάνει) υπαιτιότητα και προσβολή της πνευματικής ιδιοκτησίας (ή του συγγενικού δικαιώματος), παράνομη δηλαδή συμπεριφορά (ΑΠ 509/2015, 1030/2010, 872/2009). Γενικά, ως παράνομη προσβολή θεωρείται κάθε πράξη που επεμβαίνει στις εξουσίες (ηθικές ή περιουσιακές) του δημιουργού και γίνεται χωρίς την άδεια του, χωρίς να συντρέχει άλλος λόγος που αίρει τον παράνομο χαρακτήρα της προσβολής.
Η υπαιτιότητα απαιτείται μόνο για την αξίωση αποζημιώσεως, ενώ η ίδια η πράξη της προσβολής συνεπάγεται και το παράνομο. Ειδικότερα, το άρθρο 65 αποτελεί ειδική διάταξη σε σχέση με το άρθρο 914 ΑΚ, το οποίο εφαρμόζεται μόνον όπου η ειδική διάταξη καταλείπει κενά και στο βαθμό που δεν είναι ασυμβίβαστη η ανάλογη εφαρμογή με το νομοθετικό πνεύμα που διέπει τις διατάξεις του ν. 2121/1993 (ΑΠ 509/2015).
Προς διευκόλυνση της αποδείξεως της ζημίας του δικαιούχου και προσδιορισμό της πλήρους αποζημιώσεως καθορίζεται με το άρθρο 65 παράγραφος 2 εδαφ. β’ ν. 2121/1993 ένα ελάχιστο όριο αποζημιώσεως που είναι το διπλάσιο της αμοιβής, η οποία συνήθως ή κατά νόμο καταβάλλεται για το είδος της εκμεταλλεύσεως που διενήργησε χωρίς άδεια ο υπόχρεος (ΑΠ 649/2013).
Εν προκειμένω, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφασή του, δέχθηκε ανελέγκτως, ύστερα από εκτίμηση των αποδείξεων, τα ακόλουθα: "... Επομένως, αποδείχθηκε ο αγωγικός ισχυρισμός της ενάγουσας των με αρ. 3643, 3644/2004 αγωγών ότι η εταιρία ..." δεν ανέπτυξε δικό της πρόγραμμα, αλλά κατά το χρονικό διάστημα από Απρίλιο του έτους 2002 έως και τον μήνα Φεβρουάριο του έτους 2003 χρησιμοποιούσε το πρόγραμμα "..." της εταιρίας "...", χωρίς την άδεια της.
Συνεπώς, νόμιμη συντρέχει περίπτωση καταβολής αποζημίωσης εκ μέρους της ως άνω εναγόμενης εταιρείας ίσης με το διπλάσιο της αμοιβής που συνήθως κατέβαλε για το είδος της συγκεκριμένης εκμετάλλευσης, της οποίας το ύψος, όπως αποδείχθηκε, είχε συμφωνηθεί σε ποσοστό ίσο με το 0,5% του κύκλου εργασιών της.
Η ως άνω εναγόμενη εταιρία το έτος 2001 είχε ετήσια έσοδα από την, εκμετάλλευση των πλοίων της, που χρησιμοποιούσαν το πρόγραμμα, ποσού 134.923.408,20 ευρώ, ήτοι 11.243.617,34 ευρώ μηνιαίως (βάσει των οποίων υπολογίστηκε και η συμφωνηθείσα αμοιβή της ενάγουσας για το έτος αυτό). Επομένως, αυτή οφείλει στην ενάγουσα το ποσό των (56.218,08 ευρώ χ 2 χ 11 μήνες) = 1.236.797,90 ευρώ.
Εξάλλου, αναφορικά με τον ισχυρισμό της εναγόμενης εταιρίας ότι η ανωτέρω αποζημίωση πρέπει να υπολογισθεί στα καθαρά της έσοδα και όχι στον συνολικό της κύκλο εργασιών (τζίρο) πρέπει να επισημανθεί ότι η ίδια η εναγόμενη προέβη στον υπολογισμό της αμοιβής της ενάγουσας για τη χρήση του επίδικου προγράμματος επί του συνολικού της κύκλου εργασιών, όπως προκύπτει και από, το από 17.4.2002 έγγραφο της, όπου προσδιορίζει τον κύκλο εργασιών της χρήσης 2001 στο ποσό των 45.975.151.341 δραχμών και υπολόγιζε την οφειλόμενη αμοιβή της ενάγουσας σε 229.875.757 δραχμές.
Επίσης, σχετικά με τον τρόπο υπολογισμού της αποζημίωσης πρέπει να σημειωθεί ότι από τα παραπάνω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά στην υπό κρίση περίπτωση προέκυψε α) η αμοιβή που κατέβαλε η εναγόμενη εταιρεία ... στην δικαιούχο ενάγουσα πριν την κατά τα άνω προσβολή του πνευματικού δικαιώματος, όπως αυτή είχε ρητά συμφωνηθεί μεταξύ των συμβαλλομένων διαδίκων αλλά και β) το ύψος της αμοιβής που θα κατέβαλε η εναγόμενη εταιρεία ...
αν είχε ζητήσει την άδεια χρήσης του επίδικου προγράμματος. Επομένως, και σε συνδυασμό με τα αναφερθέντα στη νομική σκέψη της προέκυψε το ύψος της ζημίας που υπέστη η ενάγουσα. Συνυπόχρεος στην εις ολόκληρον καταβολή του ποσού αυτού με την ανωτέρω εναγόμενη τυγχάνει και ο εναγόμενος Λ. Β., επειδή αυτός συνέδραμε άμεσα στην προεκτιθέμενη παράνομη δραστηριότητα της εργοδότριας του εταιρίας παρέχοντας την απόλυτη τεχνική και γνωστική του συνδρομή και παραβιάζοντας, με τον τρόπο αυτό, την υποχρέωση πίστεως και εχεμύθειας σε σχέση με τα επαγγελματικά και εταιρικά απόρρητα της ενάγουσας, πρώην εργοδότριας του...." Υπό τις ως άνω παραδοχές, το Εφετείο εσφαλμένως εφήρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 65 παρ. 1 και 2, 2121/1993 και 914 του ΑΚ.
Ειδικότερα, ενώ για την εφαρμογή τούτων (διατάξεων) απαιτείται, να λαμβάνεται ως βάση υπολογισμού της οφειλομένης αποζημιώσεως λόγω προσβολής δικαιώματος πνευματικής ιδιοκτησίας (παράνομη χρήση προγράμματος ηλεκτρονικού υπολογιστή) η αμοιβή, η οποία συνήθως καταβάλλεται για το είδος της εκμεταλλεύσεως που έκανε χρήση ο υπόχρεως, το εφετείο υπολόγισε την αποζημίωση βάσει της αμοιβής, "...που συνήθως κατέβαλλε η υπόχρεως για το είδος της συγκεκριμένης εκμεταλλεύσεως, της οποίας το ύψος είχε συμφωνηθεί σε 0,5% του κύκλου εργασιών της...".
Ενώ δηλαδή, οι ως άνω διατάξεις για τον υπολογισμό της καταβλητέας αποζημιώσεως - η οποία δεν δύναται να προσκρούει στην αρχή της αναλογικότητος - επιβάλλουν αντικειμενικά κριτήρια συγκρίσεως(μεταξύ των οποίων και οι κρατούσες κατά τον χρόνο επελεύσεως της ζημίας συνθήκες αγοράς για την χρήση του εν λόγω προγράμματος, εν όψει συγκεκριμένης επιχειρηματικής δραστηριότητος)η προσβαλλομένη υπολόγισε την αμοιβή, που ώφειλε η υπόχρεως λόγω παράνομης (άνευ αδείας) χρησιμοποιήσεως του συγκεκριμένου προγράμματος (σύστημα διαχειρίσεως πληροφοριών) κατά το χρονικό διάστημα από Απρίλιο του έτους 2002 έως και τον Φεβρουάριο του έτους 2003, με βάση την συμφωνηθείσα αμοιβή που κατεβλήθη στην ενάγουσα- αναιρεσίβλητη κατά το έτος 2001.
Κατά ταύτα, τα Εφετείο, δεχθέν προς σχηματισμόν της ελάσσονος προτάσεως στο αιτιολογικό τής αποφάσεως του πραγματικά περιστατικά, τα οποία δεν ταυτίζονται ούτε ερμηνευτικώς εξομοιώνονται με τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα του λόγου των εφαρμοσθεισών διατάξεων, ως μείζονος προτάσεως, ωδηγήθη εις ουσιαστικώς εσφαλμένο συμπέρασμα, εντεύθεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ.
Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, δια του οποίου προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια για εσφαλμένη εφαρμογή των ως άνω ουσιαστικών διατάξεων, είναι βάσιμος, παρελκούσης της ερεύνης των αναφερομένων στον ίδιο λόγο πλημμελειών που αφορούν στον τρόπο υπολογισμού της ζημίας.
Επειδή από τα άρθρα 335, 338, 339, 340 και 346 του ΚΠολΔ συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για το αποδεικτικό πόρισμα αναφορικά με τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έχουν ανάγκη αποδείξεως, υποχρεούται να λάβει υπ’ όψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία επικαλούνται και νομίμως προσκομίζουν οι διάδικοι, μεταξύ των οποίων τα έγγραφα και τις ένορκες βεβαιώσεις που προσκομίζονται είτε προς άμεση απόδειξη είτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων.
Επίσης, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 339 και 395 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι ως δικαστικά τεκμήρια, τα οποία επιτρέπεται να χρησιμοποιηθούν ως αποδεικτικά μέσα, εάν επιτρέπεται η απόδειξη και με μάρτυρες, μπορούν να χρησιμεύσουν και καταθέσεις μαρτύρων που ελήφθησαν επ’ ευκαιρία άλλης πολιτικής ή ποινικής δίκης, καθώς επίσης και ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου, έστω και αν ελήφθησαν χωρίς προηγούμενη κλήτευση του αντιδίκου εκείνου που τις προσκομίζει, εκτός αν αυτές, κατά την ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, έγιναν επίτηδες για να χρησιμοποιηθούν ως αποδεικτικό μέσο στη συγκεκριμένη δίκη. (Ολ ΑΠ 8/2016, ΑΠ 897/2014).
Οι ένορκες βεβαιώσεις που έχουν ληφθεί στο πλαίσιο άλλης προηγούμενης δίκης δεν συνιστούν ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, αλλά απλά έγγραφα που συνεκτιμώνται για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, ακόμη και αν δεν έχουν τηρηθεί οι τασσόμενες γι’ αυτές διατυπώσεις (ΑΠ 1471/2014). Η παράβαση της ανωτέρω υποχρεώσεως του δικαστηρίου της ουσίας της λήψεως υπ’ όψη αποδείξεων που δεν προσκομίσθηκαν ή της μη λήψεως υπ’ όψη αποδεικτικών μέσων που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αρ. 11 περ.
β’ και γ’ ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως. Εξ άλλου οι ερευνώμενοι λόγοι στοιχειοθετούνται από την μη λήψη υπ’ όψη της ως άνω ένορκης βεβαιώσεως, ενώ η τυχόν συναγωγή από αυτήν δικαστικού τεκμηρίου ανάγεται στην ανέλεγκτη αναιρετικώς εκτίμηση και αξιολόγηση του αποδεικτικού αυτού μέσου (ΑΠ 913/2014). Με τον τέταρτο λόγο της αναιρέσεως, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την από τον αριθμό 11 περ.
γ’ του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, διότι το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα και απορρίψει κατ’ ουσίαν την έφεση του νυν αναιρεσείοντος, παρά το νόμο δεν έλαβε υπ’ όψη την .../2005 ένορκη βεβαίωση του Α. Α., που έχει ληφθεί εξ αφορμής άλλης δίκης και συγκεκριμένως εκείνης επί της οποίας εξεδόθη η υπ’ αριθ. 908/2005 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς και η οποία προσκομίσθηκε προς απόδειξη του ισχυρισμού του ότι το πρόγραμμα ...
της αναιρεσίβλητης μετασχηματίσθηκε σε τελείως διαφορετικό και άσχετο με εκείνο της ...., εντεύθεν ότι δεν θεμελιώνεται η αποδιδομένη σ’ αυτόν δια της αγωγής ευθύνη, ως και του ισχυρισμού περί του τρόπου προμηθείας ηλεκτρονικών λειτουργικών συστημάτων υπό των ναυτιλιακών εταιρειών, εντεύθεν ότι εσφαλμένως υπολογίσθηκε η αποζημίωση της εναγούσης.
Επί του λόγου αυτού, με την προσβαλλομένη απόφαση έγιναν δεκτά τα εξής: "...με την επισήμανση ότι δεν λαμβάνονται υπόψη οι εξής ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων των εκκαλούντων: ... β) η με αρ. .../2005 ένορκη βεβαίωση του Α. Α., καθώς οι τελευταίοι δεν επικαλούνται ούτε προσκομίζουν τις εκθέσεις επίδοσης του αρμοδίου δικαστικού επιμελητή, για τη σχετική γνωστοποίηση στην αντίδικό τους, ώστε να είναι επιτρεπτή η εκτίμησή τους ως αποδεικτικού μέσου από το παρόν Δικαστήριο ....".
Οι παραδοχές αυτές αναφέρονται σε αγωγή με βάση την καταβολή αποζημιώσεως συνεπεία παράνομης χρήσεως έργου πνευματικής ιδιοκτησίας και επομένως, το Εφετείο, με το να μην λάβει υπ’ όψη την υπ’ αριθ. .../2005 ένορκη βεβαίωση του Α. Α. υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 11 περ. γ’ του ΚΠολΔ, καθ’ όσον η ένορκη αυτή βεβαίωση, ως ληφθείσα στο πλαίσιο άλλης προηγούμενης δίκης ναι μεν δεν συνιστά ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, αλλά συνιστά έγγραφο που συνεκτιμάται προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, ακόμη και αν δεν έχουν τηρηθεί οι τασσόμενες γι’ αυτή διατυπώσεις, συμφώνως και προς τα εκτεθέντα στην μείζονα πρόταση.
Επομένως ο ανωτέρω τέταρτος λόγος είναι βάσιμος. Η αναιρετική εμβέλεια των ως άνω γενομένων δεκτών λόγων στο σύνολο της προσβαλλομένης με την αναίρεση αποφάσεως (ΑΠ 1840/2007), ως προς τους διαδίκους της παρούσας δίκης, καθιστά αλυσιτελή την εξέταση των υπολοίπων λόγων της αναιρέσεως (ΑΠ 1840/2007), που περιλαμβάνονται στο τρίτο λόγο αναιρέσεως και επιχειρείται να θεμελιωθούν στους αριθμούς 8, 11γ’ , 14 και, 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η παραδοχή των οποίων οδηγεί στο ίδιο αποτέλεσμα (αναίρεση της αποφάσεως για την απόρριψη των θεμελιωτικών των λόγων έφεσής ισχυρισμών του αναιρεσείοντος - περί ελλείψεως ευθύνης προς αποζημίωση συνεπεία παράνομης χρήσεως προϊόντος πνευματικής ιδιοκτησίας, ως και περί του νομίμου υπολογισμού της τυχόν οφειλομένης αποζημιώσεως).
Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει, κατά παραδοχή των δευτέρου και τετάρτου λόγων αναιρέσεως, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το μέρος τούτο προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που την είχαν δικάσει προηγουμένως. (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η απόδοση στον αναιρεσείοντα των υπ’ αυτού κατατεθέντων παραβόλων και να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, που κατέθεσε προτάσεις, κατόπιν υποβληθέντος αιτήματος (ΚΠολΔ 176, 183, 191 παρ. 2) όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ’ αριθ. 679/2015 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος της.
Παραπέμπει την υπόθεση κατά το μέρος τούτο προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο ως άνω Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.
Διατάσσει την επιστροφή στον αναιρεσείοντα των κατατεθέντων παραβόλων.
Και
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 13 Φεβρουαρίου 2018.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 1η Μαρτίου 2018.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ